Γραμμές Βάσης στο Αιγαίο και το ιταλοτουρκικό Πρωτόκολλο του 1932

 

 του Δημητρίου-Μερκουρίου Κόντη*

Στον ελληνικό δημόσιο διάλογο προβάλλεται συχνά η θέση ότι η Ελλάδα οφείλει να προχωρήσει, χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση, στον καθορισμό γραμμών βάσης και στην άσκηση των δικαιωμάτων που της αναγνωρίζει το διεθνές δίκαιο της θάλασσας στο Αιγαίο. Η έννοια των ευθειών γραμμών βάσης τυποποιήθηκε αρχικά στο άρθρο 4 της Σύμβασης της Γενεύης του 1958 για τη Χωρική Θάλασσα και τη Συνορεύουσα Ζώνη, διάταξη η οποία ανάγεται στη νομολογία του Διεθνούς Δικαστηρίου στην Υπόθεση Αλιείας Ηνωμένου Βασιλείου–Νορβηγίας του 1951, ενώ επαναλήφθηκε σχεδόν αυτούσια στο άρθρο 7 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας του 1982. Κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της UNCLOS, η μέθοδος των ευθειών γραμμών βάσης μπορεί να εφαρμοστεί μόνο σε ειδικές γεωμορφολογικές περιστάσεις, ιδίως όταν η ακτογραμμή παρουσιάζει βαθιές κολπώσεις και οδοντώσεις ή όταν υπάρχει, κατά μήκος της ακτής και σε άμεση γειτνίαση με αυτήν, συστάδα νησιών, ώστε να χαραχθεί η γραμμή βάσης από την οποία μετράται το εύρος της χωρικής θάλασσας.

Η Τουρκία, με τον Νόμο 476 της 15ης Μαΐου 1964, υιοθέτησε σύστημα ευθειών γραμμών βάσης στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Ωστόσο, δεν είναι απολύτως σαφές αν αυτές ισχύουν σήμερα, καθώς ο νόμος 2674/1982 κατήργησε ρητώς τον νόμο 476/1964 και ανέθεσε εκ νέου στο Υπουργικό Συμβούλιο τον καθορισμό των γραμμών βάσης. Το ζήτημα αυτό είναι πιθανό να απασχολήσει και τους Τούρκους νομοθέτες στο πλαίσιο του νέου νόμου περί «Γαλάζιας Πατρίδας».

Υπάρχει όμως ένα θεμελιώδες ερώτημα: στο νότιο Αιγαίο υπάρχουν ήδη καθορισμένα θαλάσσια σύνορα με την Τουρκία ή όχι; Το ερώτημα αυτό δεν απαντάται με ενιαίο τρόπο από τις δύο πλευρές:

Η ελληνική θέση είναι ότι τα θαλάσσια σύνορα με την Τουρκία είναι σαφώς καθορισμένα με βάση το συμβατικό και το εθιμικό διεθνές δίκαιο. Ειδικά για το νοτιοανατολικό Αιγαίο, η Αθήνα παραπέμπει στην ιταλοτουρκική συμφωνία της 4ης Ιανουαρίου 1932 και στο πρακτικό της 28ης Δεκεμβρίου 1932, θεωρώντας ότι η Ελλάδα υπεισήλθε στο σχετικό καθεστώς ως διάδοχος της Ιταλίας μετά την ενσωμάτωση της Δωδεκανήσου.

Η τουρκική θέση ακολουθεί διαφορετική αφετηρία. Ο τουρκικός νόμος 2674/1982 για τη χωρική θάλασσα ορίζει ρητώς ότι η οριοθέτηση της τουρκικής χωρικής θάλασσας με αντικείμενα ή παρακείμενα κράτη «θα πραγματοποιείται με συμφωνία» και ότι η συμφωνία αυτή θα στηρίζεται στην αρχή της επιείκειας, λαμβάνοντας υπόψη τις ειδικές περιστάσεις της περιοχής. Η τουρκική επιχειρηματολογία αντλεί ευθέως από τη λογική του άρθρου 15 της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας. Το άρθρο αυτό θέτει ως γενικό κανόνα τη μέση γραμμή/ίση απόσταση για την οριοθέτηση της χωρικής θάλασσας μεταξύ κρατών με αντικείμενες ή παρακείμενες ακτές, αλλά προβλέπει ρητώς εξαίρεση σε περιπτώσεις ιστορικού τίτλου ή άλλων ειδικών περιστάσεων.

Η τουρκική ερμηνεία είναι ότι το Αιγαίο αποτελεί κατεξοχήν περίπτωση ειδικών περιστάσεων και ότι, επομένως, η μέση γραμμή δεν εφαρμόζεται αυτομάτως.

Διαπιστώνεται, επομένως, ότι η Τουρκία, ήδη από το 1982, προβαίνει σε επιλεκτική ενσωμάτωση στην εσωτερική της νομοθεσία στοιχείων της σχετικής νομολογίας και των αρχών του δικαίου της θάλασσας, προκειμένου να ενισχύσει την επιχειρηματολογία της περί της ιδιομορφίας του Αιγαίου ως ημίκλειστης θάλασσας και, συνακόλουθα, ως χώρου στον οποίο συντρέχουν ειδικές περιστάσεις.

Ευθείες γραμμές βάσης: το τεχνικό σημείο από το οποίο αρχίζει η άσκηση θαλάσσιας κυριαρχίας.

Αναφορικά με το πρωτόκολλο του Δεκεμβρίου 1932, στην τουρκική επιχειρηματολογία υποστηρίζεται ότι, όταν η ελληνική αντιπροσωπία προσκόμισε το σχετικό κείμενο στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων το 1946, διατυπώθηκαν επιφυλάξεις ως προς τη νομική του ισχύ, ιδίως από σοβιετικής πλευράς, και τελικά η ελληνική τροπολογία αποσύρθηκε χωρίς να υποβληθεί σε ψηφοφορία.

Με βάση αυτή την ερμηνεία, η Άγκυρα θεωρεί ότι το πρακτικό του Δεκεμβρίου 1932 δεν απέκτησε τη μεταπολεμική διεθνή κατοχύρωση που θα του προσέδιδε χαρακτήρα ισχύουσας και δεσμευτικής συνθήκης.

Η βρετανική αντιπροσωπία, προφανώς επιδιώκοντας να υποστηρίξει την ελληνική θέση, πρότεινε την προσθήκη μιας διατύπωσης, σύμφωνα με την οποία ο Έλληνας αντιπρόσωπος θα όφειλε να υποβάλει σχέδιο χάρτη που να καθορίζει τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ των Δωδεκανήσων και των απέναντι τουρκικών ακτών, το οποίο θα παρουσιαζόταν προς έγκριση στην Ολομέλεια της Διάσκεψης.

Στη Διάσκεψη Ειρήνης του 1946, ωστόσο, το ζήτημα της θαλάσσιας οριοθέτησης της Δωδεκανήσου δεν επιλύθηκε οριστικά, καθώς προκύπτει ότι η περιγραφική διατύπωση με καθορισμένα σημεία επί της φυσικής ακτογραμμής δεν μπορούσε να εισαχθεί αυτοτελώς στην Ολομέλεια χωρίς συνημμένο χάρτη, ο οποίος τελικώς δεν κατέστη δυνατό να ετοιμαστεί εγκαίρως.

Στη συνέχεια, αφού δεν υπήρξε διεθνής ρύθμιση στο Παρίσι ή στη μεταγενέστερη σύσκεψη της Νέας Υόρκης του Δεκεμβρίου 1946, η Ελλάδα ρύθμισε το ζήτημα σε επίπεδο εσωτερικής νομοθεσίας, ενσωματώνοντας τα σχετικά σημεία της θαλάσσιας μεθορίου στον νόμο 518/1948, δηλαδή με μονομερή νομοθετική πράξη και όχι μέσω νέας διεθνούς συμφωνίας.

Γενεύη, 1958: η Πρώτη Διάσκεψη του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας στο Palais des Nations. Από εδώ ξεκίνησε η κωδικοποίηση κρίσιμων κανόνων για τη χωρική θάλασσα, τη συνορεύουσα ζώνη και τις γραμμές βάσης. Πηγή: United Nations / Office of Legal Affairs.

Ιδιαίτερη προσοχή απαιτεί, επίσης, η σχέση μεταξύ του Πρωτοκόλλου του Δεκεμβρίου 1932 και της μεταγενέστερης ελληνικής νομοθετικής αποτύπωσης του 1948. Το Πρωτόκολλο του 1932 στηριζόταν σε 37 οριοθετικά σημεία, ενώ η ελληνική ρύθμιση του 1948, η οποία βασίσθηκε ακριβώς στο σχέδιο που υποβλήθηκε στο Παρίσι, φαίνεται να υιοθέτησε μεγαλύτερο αριθμό σημείων, συγκεκριμένα 51. Υπό το πρίσμα αυτό, ανακύπτει το ερώτημα κατά πόσον θα ήταν νομικά και πρακτικά αναγκαίο να προβεί η Ελλάδα σε χάραξη γραμμών βάσης στα Δωδεκάνησα, από τη στιγμή που υφίσταται ήδη διμερής συμφωνία του 1932, η οποία προσδιορίζει με ακρίβεια τα θαλάσσια σύνορα της περιοχής.

Σε περίπτωση μελλοντικής χάραξης γραμμών βάσης από το ένα ή και από τα δύο παράκτια κράτη στην περιοχή της Δωδεκανήσου, θα ανακύψει αναπόφευκτα το ζήτημα της συμβατότητας της νέας αυτής πρακτικής με τα ήδη προσδιορισμένα θαλάσσια σύνορα της περιοχής, όπως αυτά θεμελιώθηκαν στη Συμφωνία και το Πρωτόκολλο του 1932 και αποτυπώθηκαν μεταγενέστερα και στην ελληνική νομοθετική πράξη του 1948.

Τούτο δε θα συνεπαγόταν την ανάδυση ενός νέου νομικού ζητήματος, διακριτού από την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, η οποία, κατά την επίσημη ελληνική θέση, συνιστά τη μόνη διαφορά με την Τουρκία στο Αιγαίο.

Υπό το πρίσμα αυτό, καθίσταται σαφές ότι η εξέλιξη του δικαίου της θάλασσας έχει μεταβάλει ουσιωδώς τις ισορροπίες της Λωζάνης: ενώ, κατά την αρχική λογική του άρθρου 12, η τουρκική κυριαρχία στο Αιγαίο αποκαθίστατο περιορισμένα μόνο επί νησίδων και βραχονησίδων εντός της χωρικής της θάλασσας εύρους 3 ν.μ., σε ένα πλαίσιο όπου η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε ήδη αποποιηθεί στην πράξη τα οθωμανικά νησιά του Αιγαίου από το 1913, σήμερα η Τουρκία επικαλείται το σύγχρονο δίκαιο της θάλασσας και προβάλλει αξιώσεις ΑΟΖ έως 200 ν.μ. από τις ασιατικές ακτές.

Γενεύη, 1958: η Τελική Πράξη της πρώτης Διάσκεψης του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας ανοίγει προς υπογραφή. Εκεί κωδικοποιήθηκαν οι πρώτοι κρίσιμοι κανόνες για τη χωρική θάλασσα και τις γραμμές βάσης. Πηγή: UN Photo.

Αντίστοιχα, οι ιταλοτουρκικές συμφωνίες του 1932 για τα θαλάσσια σύνορα των Δωδεκανήσων δεν μπορούσαν να έχουν προεξοφλήσει μεταγενέστερες εξελίξεις του δικαίου της θάλασσας, όπως τη μέθοδο των ευθειών γραμμών βάσης, η οποία αναδείχθηκε στη μεταπολεμική νομολογία και κωδικοποιήθηκε αργότερα στο άρθρο 7 της UNCLOS.

Στο πλαίσιο αυτό, παραμένει, κατά την άποψή μου, ένα περιθώριο νομικού προβληματισμού ως προς τη σημερινή λειτουργία του οριοθετικού καθεστώτος της Δωδεκανήσου, ιδίως υπό το φως των μεταγενέστερων τουρκικών γραμμών βάσης, τις οποίες η ελληνική πλευρά θεώρησε εξαρχής αντίθετες προς το δίκαιο της θάλασσας.

Η ελληνική θέση περί μίας και μόνης διαφοράς, δηλαδή της οριοθέτησης υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, αποτελεί άμεση αντίδραση στον τουρκικό αναθεωρητισμό. Η Άγκυρα δεν αμφισβητεί μόνο το αν τα θαλάσσια σύνορα είναι ήδη καθορισμένα, αλλά, σε ορισμένες περιπτώσεις, και την ίδια την ελληνική κυριαρχία επί νησίδων, βραχονησίδων, ακόμη και κατοικημένων νησιών του Αιγαίου. Στην ίδια λογική, προβάλλει είτε ότι ορισμένα νησιά δεν περιήλθαν στην Ελλάδα βάσει ισχυουσών διεθνών συνθηκών και άλλων διεθνών πράξεων είτε, στην ακραία εκδοχή, ότι θα έπρεπε να υπάγονται στην τουρκική κυριαρχία. Παράλληλα, συνδέει ακόμη και την κυριαρχία μεγάλων νησιών του Αιγαίου με το ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησής τους.

Υπό τα δεδομένα αυτά, προκύπτει ότι ο κύριος παράγοντας που δυσχεραίνει τη διευθέτηση των εκκρεμών νομικών ζητημάτων στο Αιγαίο είναι η διαχρονική αναθεωρητική πολιτική της Άγκυρας, η οποία αποβλέπει στην πολιτικοποίηση της διαφοράς και στην επίλυσή της μέσω διμερούς ελληνοτουρκικής συμφωνίας υπό όρους ευνοϊκούς για την τουρκική πλευρά.

 *Ο Δημήτριος-Μερκούριος Κόντης είναι υποψήφιος διδάκτορας διπλωματικής ιστορίας στη Νομική Σχολή του Α.Π.Θ.

spot_img

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Αναφερθήκατε ,κύριε Κόντη ,σε παλαιές Συμφωνίες ,νόμους και δεδομένα με τα οποία η Τουρκία ”δεν δικαιώνεται” και μάλλον γιαυτό δεν συναινεί για την υπογραφή του Συνυποσχετικού με την Ελλάδα μετά το 1975 ,προς εκδίκαση των διαφορών μας στο Αιγαίο από το Δ.Δ της Χάγης.
    Θα ήθελα-νομίζω και άλλοι- να ερευνήσετε και να μας ενημερώσετε αν ”ανέβηκαν οι μετοχές της” της Τουρκίας για τα θέματα του Αιγαίου μετά το επεισόδιο των Ιμίων το 1996 και τις ελληνικές παραδοχές υπέρ αυτής από τις Συμφωνίες της Μαδρίτης και του Ελσίνκι.
    Να είστε καλά ,
    Σταύρος Αθαν.Ναλμπάντης.

Comments are closed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,700ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα