ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΑΛΚΑΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΜΑΣ

 

9 Ιουνίου 2026

Γιώργος Πουκαμισάς*

Τα Βαλκάνια, όρος τόσο γεωγραφικός όσο πολιτισμικός, είναι η ιστορική, γεωγραφική,
οικονομική ενδοχώρα μας, που ξαναέγινε τέτοια μετά την κατάρρευση του ανατολικού
συνασπισμού. Υπήρχαν αιώνες που οι Ρωμιοί/Έλληνες έβλεπαν περισσότερο προς βορράν
παρά προς την Μεσόγειο, αυλακώνοντας την δουνάβια ζώνη, την κεντρική Ευρώπη και τον
Εύξεινο. Τόπος οικείος.
Η Ελλάδα οφείλει να ξαναδεί σφαιρικά, ολιστικά, την πολιτική της απέναντι στα κράτη που
απαρτίζουν την βαλκανική ενδοχώρα της, σε συνάρτηση πάντοτε με τα δρώμενα στο σύνολο
της ευρωπαϊκής ηπείρου. Οι σχέσεις με τους βαλκανικούς γείτονές μας, παρά τις πολιτιστικά
ευνοϊκές προϋποθέσεις, έχουν για δεκαετίες υποταχθεί στην λογική των «Δυτικών
Βαλκανίων» και στην καλλιέργεια της οικονομικής κυρίως αχέσεως με τα ανατολικά
Βαλκάνια, δηλ. την Βουλγαρία και την Ρουμανία.
Απαιτείται όπως η ενατένιση των σχέσεων με τα οκτώ βαλκανικά κράτη – δεν περιλαμβάνεται
στο προκείμενο γραπτό η «αψβουργική» Κροατία, ούτε προσμετράται η Τουρκία και η
Μολντόβα – να είναι στρατηγική. Η στρατηγική προσέγγιση, εφόσον υπάρξει, θα ευχεράνει
την ανάκτηση του ρόλου μας, ως ενεργού παράγοντα των πολιτικών εξελίξεων στην
Χερσόνησο του Αίμου, χάριν της γενικής συνεργασίας με τις χώρες αυτές, της ευρωπαϊκής
προοπτικής των εισέτι μη μελών (Δημ. Βόρειας Μακεδονίας, Αλβανίας, Μαυροβουνίου, Β-Ε,
Σερβίας και προοπτικά της Μολντόβα), της ευημερίας και της ασφαλείας του ελληνικού
κράτους.
Ακολουθούν παρατηρήσεις που αποτελούν στοιχεία μιας ολιστικής προσέγγισής μας στα
Βαλκάνια.

Ελλάδα

Για εμάς, είναι στρατηγικής σημασίας, για συμπληρωματικούς λόγους, η σχέση, κατά την
φορά των δεικτών του ωρολογίου, με την. Σερβία, την Ρουμανία, την Βουλγαρία.
Mε τις τρείς χώρες μας συνδέει – που είναι σοβαρό σφάλμα να υποτιμάται – η κοινή
Ορθόδοξη πίστη, η κληρονομία της βυζαντινής Κοινοπολιτείας. Πρόκειται για ασάλευτη
πραγματικότητα που έχει υπερνικήσει βαλκανικούς και παγκόσμιους πολέμους, και κείται
πέραν των ενδο-ορθόδοξων διαφωνιών και ρηγμάτων.
Η Σερβία, εθνοτικά και πολιτικά συμπαγής, είναι απαραίτητος παράγων ειρήνης και
σταθερότητας, ενώ το Σερβικό Πατριαρχείο καλύπτει επίσης τον αδελφό των Σέρβων –
σερβικό επί της ουσίας – λαό του Μαυροβουνίου. Η Ελλάς δεν μπορεί να αγνοεί τα
συμφέροντα της Σερβίας στο Κόσοβο, έχει δε συμφέρον να συνεχίσει την πολιτική της μη de
iure αναγνώρισης της ανεξαρτησίας του Κοσσυφοπεδίου, όπως με συνέπεια το πράττουν, η
Ισπανία, η Σλοβακία, η Ρουμανία, η Κύπρος.

Η Ρουμανία είναι συμφυώς φιλική χώρα – χώρα προσανατολισμού της ομόγλωσσης
Δημοκρατίας της Μολδαβίας/Μολντόβα, χώρα που έχει δεχθεί ανεξίτηλες επιρροές από τον
Ελληνισμό, μάλιστα κατά τους μακρούς αιώνες της οθωμανικής επικυριαρχίας. Τούτο, αν και
λαμβάνεται υπόψιν ότι η Ρουμανία έχει κληρονομήσει και μία κεντροευρωπαϊκή διάσταση.
Η χώρα αυτή ήταν το κέντρο βάρους της από οικονομικής απόψεως βαλκανικής ενδοχώρας
μας, μέχρι την επέλαση της κρίσης χρέους του 2009 και την απομείωση της θέσεώς μας. Ήδη,
από ετών το ΑΕΠ της Ρουμανίας έχει ξεπεράσει εκείνο της Ελλάδος.

Η Βουλγαρία, με σπουδαία πρόσοψη στον Εύξεινο, είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της πολιτικής
μας στα Βαλκάνια, η σημαντικώτερη για μας χώρα της Ν.Α. Ευρώπης, για προφανείς
περιφερειακούς λόγους. Η Αθήνα, παρά το προηγούμενο του 2017 (Συμφωνία ΣόφιαςΣκοπίων), δεν έχει συμφέρον να αντιστρατεύεται την έναντι της Δημοκρατίας της Βόρειας
Μακεδονίας έγερση προκριμάτων στην ενταξιακή προς την ΕΕ πορεία της τελευταίας, εκ
μέρους της Βουλγαρίας.

Παράλληλα, η καλλιέργεια της τριγωνικής σχέσεως με την Ρουμανία και την Βουλγαρία, που
διαθέτουν σημαντικά λιμάνια στην Μαύρη Θάλασσα, πρέπει να συνεχιστεί αδιατάρακτη και
σε βάθος, εντός και πέραν της συμμετοχής μας σε Ε.Ε. και ΝΑΤΟ, πέραν καθέτων διαδρόμων
και του μάλλον ρηχού σχήματος της «Πρωτοβουλίας των Τριών Θαλασσών» (3 Seas
Initiative). Τα συμφέροντά μας, σε σχέση με τους τρείς παραπάνω γείτονες και εταίρους είναι
διαχρονικά, έχουν ισχυρό βάθος και ισχυρό μέλλον, που προσδιορίζεται αλλά δεν
περιορίζεται από την συμμετοχή μας στους πανευρωπαϊκούς πολιτικούς και στρατιωτικούς
οργανισμούς. Κατά την ιδία έννοια, στο πλαίσιο μιας εγρήγορσης πολιτικής πραγματισμού,
η Ελλάς, μεσαία αλλά φρονίμως πολιτευόμενη δύναμις, πρέπει να είναι απαλλαγμένη από
ιδεολογική μονομέρεια, λόγω πραγματικού ή φαντασιακού φιλορωσσισμού, των λαών ή των
πολιτικών ελίτ των χωρών που μας ενδιαφέρουν.

Ενταξιακή στην Ε.Ε. πορεία των Δυτικών Βαλκανίων

Η τροχιά είναι χαραγμένη, αυτοτελής, που δεν μπορεί να υπόκειται σε τεχνητή επιτάχυνση,
υπό το κράτος διαχείρισης του Ουκρανικού, ως πανευρωπαϊκού προβλήματος. Λιγοστό το
περιθώριο η Αθήνα να καθυστερήσει ή να επιβραδύνει την ένταξη των ενδιαφερομένων
Δημοκρατιών στην Ένωση, μάλιστα κατά την διάρκεια της εκ περιτροπής ελληνικής
προεδρίας, το β´ εξάμηνο του 2027. Αντιμετωπίζουμε πολλές ειδικές περιπτώσεις, όχι μόνο
την Αλβανία. Πάντως, με κάθε τεχνικό κριτήριο προηγείται το Μαυροβούνιο. Η ένταξη του
κράτους αυτού εμφανίζεται ρεαλιστική πριν το τέλος του 2027.

Η Αλβανία είναι ανέτοιμη. Ο Έντι Ράμα, γνωρίζει ότι στην παρούσα φάση δεν είναι η Ελλάδα
ο ανασταλτικός παράγων στην ενταξιακή διαδικασία, αλλά τα ενδημικά προβλήματα της
χώρας, επομένως για το προβλεπτό διάστημα, δεν έχει κίνητρο να αλλάξει την απέναντί μας
επί της ουσίας πολιτική ψυχρότητας. Εμείς είμαστε υποχρεωμένοι, αφού δεν κατέληξαν οι
διμερείς διαπραγματεύσεις, να πιέζουμε για την συμπεφωνημένη μεταξύ μας προσφυγή στο
ΔΔ Χάγης με σκοπό την χάραξη των ορίων ΑΟΖ-υφαλοκρηπίδας, ως επίσης για την τήρηση
των κανόνων του Κράτους Δικαίου και της προστασίας των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, για
όλους τους πολίτες του αλβανικού κράτους.

Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας (ΔΒΜ)

Η Συμφωνία των Πρεσπών, με όλα τα ελαττώματά της, πρέπει να εφαρμοστεί στο ακέραιο
από τις δύο πλευρές, Σκόπια και Αθήνα. Η μη πλήρης εφαρμογή της δεν εξυπηρετεί τα
ελληνικά συμφέροντα. Από την άλλη πλευρά, η χώρα μας δεν έχει ιδιαίτερο κίνητρο να είναι
ο επισπεύδων για ένταξη της ΔΒΜ στην Ένωση.

Κόσοβο

Η ελληνική πολιτική απέναντι στην Πρίστινα έχει εξαντλήσει σχεδόν τα όριά της. Έχουμε
κάνει πολλές χειρονομίες απέναντι στο κράτος αυτό που δεν αναγνωρίζουμε, μάλιστα
δοκιμάζοντας προσωρινώς την σχέση μας τόσο με την Σερβία, όσο ακόμη και με την
Κυπριακή Δημοκρατία.

Βοσνία-Ερζεγοβίνη

Η Ελλάδα δεν έχει κανένα λόγο ιδιαίτερης εμπλοκής, πέραν της ανάγκης να αποφύγουμε
αναζωπύρωση των εντάσεων και ανάφλεξη. Έχει όμως νόημα, να βλέπουμε τα πράγματα στο
Σεράγεβο και στην Μπάνια Λούκα, κατ’αρχάς μέσα από το δικό μας πρίσμα και όχι από
εκείνο των διεθνών επιτρόπων, που μπορεί να αδικούν είτε την κροατο-μποσνάκικη είτε την
σερβική πλευρά.

Στα πράγματα της Χερσονήσου του Αίμου, η Αθήνα οφείλει να διαβουλεύεται με τα βασικά
βαλκανικά κέντρα, το Βελιγράδι, το Βουκουρέστι, την Σόφια και όχι να μετατρέπεται σε
αγωγό προαγωγής ηη και επιβολής απρόσφορων εξωβαλκανικών αντιλήψεων και επιλογών
στην σκακιέρα της Χερσονήσου. Λ.χ. στο πρόσφατο επεισόδιο παραιτήσεως του Υψηλού
Εκπροσώπου των Ηνωμένων Εθνών στην Β-Ε, θα ήταν σφάλμα να λάβουμε θέση, απλώς διότι
ο εκπρόσωπος τυγχάνει πολίτης χώρας μέλους της ΕΕ.

Τα Βαλκάνια ήταν πάντοτε και διαχρονικά, πεδίο ανταγωνισμού Μεγάλων Δυνάμεων.
Γειτονικών, όπως παλαιά Αυστρία, Ιταλία, Ρωσία, Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά και
εξωχώριων, Γαλλίας, Γερμανίας, Ηνωμένου Βασιλείου, ΗΠΑ, νεωστί δε και της Κίνας. Μία
υπήρξε η εξαίρεση ενδογενούς αναλήψεως πρωτοβουλιών: η επιτυχής σύμπραξη των
κρατών της Βαλκανικής Συμμαχίας, το 1912. Δεν υπάρχει ούτε δυνατότητα, αλλά ούτε λόγος
να σκεπτόμαστε κατά το πνεύμα εκείνης της ιστορικής περιόδου.

Οφείλουμε όμως να έχουμε την δική μας οπτική και προσέγγιση των πραγμάτων, πριν αυτή
ζυμωθεί με τις αντιλήψεις των εξωβαλκανικών παραγόντων, συμμαχικών ή μή. Τούτο δεν
συμβαίνει σήμερα, καθώς η πολιτική μας κινείται στην γραμμή του «τοις κείνων ρήμασι
πειθόμενοι».

Γιώργος Πουκαμισάς, Πρέσβυς ε.τ., Δρ Πανεπιστημίου Αιγαίου, Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας ΓεωγραφικώνΜελετών Ο ΣΤΡΑΒΩΝ.

spot_img

3 ΣΧΟΛΙΑ

  1. ΝΑΙ σε όλα του αρθρογράφου πρέσβη επί τιμή κ. Πουκαμισά ,εκτός από τις πρωτοβουλίες μας -με αυτήν την κυβέρνηση (που μάλλον θα είναι η ίδια και μετά το 2027) -για ένταξη στην Ένωση μας της λεγόμενης μετά την Συμφωνία των Πρεσπών Βόρειας Μακεδονίας , γιατί -πέραν των άλλων- ή έρμη επιμένει να ζει τα ωραία χρόνια της 35ετίας 1945-1990 , που ως Δημοκρατία σε μια Ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία , μετονομάσθηκε από Βαρντάσκα σε Μακεδονία και διεκδικεί και όποιο μέρος έχει όνομα Μακεδονία στη Βαλκανική , Μακεδονία που ήταν και είναι Ελληνική από τους Φίλιππο ,Μέγα Αλέξανδρο ,Αριστοτέλη και Ευριπίδη.
    Υ.Γ Εκείνα τα κιτς αγάλματα και τοπωνύμια τι τα κρατά στα Σκόπια;;;.
    Δεν θα υπάρξουν ξανά Τσίπρας ,Καμμένος και Κοτζιάς στην Ελλάδα.

    • “Δεν θα υπάρξουν ξανά Τσίπρας ,Καμμένος και Κοτζιάς στην Ελλάδα.”

      α) Δεν το ξέρεις, εκτός κι αν σού το είπε ο Χριστός, ή η Παναγία, που, ως έχω καταλάβει, συζητάς μαζί των.

      β) Υπάρχει ο Μητσοτάκης, που είναι περίπου το ίδιο. Γράφω δε “περίπου”, επειδή ο μεν Τσίπρας και οι συν αυτώ ουδέποτε έκρυψαν την πρόθεσή των να αναγνωρίσουν τα Σκόπια ως Μακεδονία, αφού πάντα τα αποκαλούσαν με το τότε συνταγματικό των όνομα (Δημοκρατία τής Μακεδονίας). Ο Μητσοτάκης, αντιθέτως, ως φαίνεται παραπάνω, εξηπάτησε τον ελληνικό λαό, ενώ η πολιτική του κινείται ακριβώς στην ίδια γραμμή. Ορθότατα γράφει ο αρθρογράφος “Τούτο δεν συμβαίνει σήμερα, καθώς η πολιτική μας κινείται στην γραμμή του «τοις κείνων ρήμασι πειθόμενοι»”.

  2. Ελλάδα–Βενετία, Τουρκία–Βυζάντιο: ένα νέο θαλάσσιο δόγμα για την Ελλάδα του 21ου αιώνα
    Νέο συνταγματικό και νομοθετικό πλαίσιο, γαλάζιο παραγωγικό μοντέλο και ο ρόλος μιας σύγχρονης κεντροαριστεράς

    Εισαγωγή

    Η Ελλάδα δεν μπορεί να κερδίσει τη μακρά αντιπαράθεση με την Τουρκία προσπαθώντας να γίνει μια μικρότερη εκδοχή της Τουρκίας. Μπορεί όμως να αποκτήσει στρατηγικό πλεονέκτημα αν ξανασκεφτεί τον εαυτό της ως σύγχρονη «Βενετία»: ένα δικτυωμένο θαλάσσιο κράτος, που ελέγχει ροές, κόμβους, λιμάνια, δεδομένα, συμμαχίες και παραγωγικές αλυσίδες.

    Το ιστορικό σχήμα

    Ο παραλληλισμός Ελλάδας–Βενετίας και Τουρκίας–Βυζαντίου δεν πρέπει να διαβαστεί ρομαντικά, αλλά στρατηγικά. Η Βενετία δεν υπήρξε ισχυρή επειδή διέθετε τεράστια ενδοχώρα· υπήρξε ισχυρή επειδή ήλεγχε διαδρομές, θαλάσσια περάσματα, εμπορικά δίκτυα, πληροφορία, χρηματοδότηση και διπλωματικές ισορροπίες. Αντιθέτως, η βυζαντινή λογική —στην ύστερη εκδοχή της— ήταν η λογική της μεγάλης κεντρικής αυτοκρατορικής δομής, της διοικητικής βαρύτητας, της άμυνας βάθους και της διαρκούς προσπάθειας να συγκρατηθούν πολλαπλά μέτωπα.
    Η σημερινή Τουρκία έχει αρκετά στοιχεία μιας μετα-αυτοκρατορικής ηπειρωτικής δύναμης: μεγάλη ενδοχώρα, πληθυσμιακό βάθος, στρατιωτική βιομηχανία, κεντρική πολιτική διοίκηση και σταθερή επιδίωξη προβολής ισχύος στη Μαύρη Θάλασσα, στο Αιγαίο, στη Συρία, στη Λιβύη και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα, αντί να απαντήσει με συμμετρική λογική μεγέθους, οφείλει να απαντήσει με λογική δικτύου: να γίνει ο πιο αξιόπιστος, τεχνολογικά προηγμένος και διεθνώς νομιμοποιημένος κόμβος της Ανατολικής Μεσογείου.
    Το Αιγαίο, που συχνά αντιμετωπίζεται ως γεωγραφική δυσκολία, είναι στην πραγματικότητα το μεγαλύτερο ελληνικό πλεονέκτημα. Η αρχιπελαγική του μορφή δημιουργεί διαύλους, περάσματα, ζώνες ελέγχου, κόμβους ανεφοδιασμού, σημεία επιτήρησης, ενεργειακές προεκτάσεις και διαδρομές επικοινωνίας. Αν αυτά οργανωθούν με ενιαίο σχέδιο, τότε το Αιγαίο παύει να είναι μια αλυσίδα νησιών που «πρέπει να προστατευθούν» και γίνεται ένα σύνθετο θαλάσσιο λειτουργικό σύστημα.
    Η σύγχρονη ελληνική «νίκη» δεν θα είναι η εξαφάνιση της τουρκικής ισχύος, ούτε μια φαντασίωση τελικής αναμέτρησης. Θα είναι η ικανότητα της Ελλάδας να καθιστά κάθε κρίσιμη ροή —ναυτιλιακή, ενεργειακή, ψηφιακή, στρατιωτική, ανθρωπιστική, εμπορική— ορατή, διαχειρίσιμη, διεθνοποιημένη και νομικά κατοχυρωμένη. Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν χρειάζεται να κατέχει περισσότερο χώρο· χρειάζεται να ελέγχει καλύτερα τις διαδρομές.
    Συνταγματικό θεμέλιο
    Το εντυπωσιακό είναι ότι ένα τέτοιο σχέδιο δεν απαιτεί κατ’ ανάγκην συνταγματική επανάσταση. Το ελληνικό Σύνταγμα ήδη περιέχει διατάξεις που επιτρέπουν έναν θαλάσσιο και περιφερειακό μετασχηματισμό, αρκεί να ερμηνευθούν με στρατηγικό τρόπο.
    Το άρθρο 101 ορίζει ότι η διοίκηση του κράτους οργανώνεται σύμφωνα με το αποκεντρωτικό σύστημα και ότι η διοικητική διαίρεση της χώρας διαμορφώνεται με βάση γεωοικονομικές, κοινωνικές και συγκοινωνιακές συνθήκες. Το ίδιο άρθρο προβλέπει ότι τα περιφερειακά όργανα του κράτους έχουν γενική αποφασιστική αρμοδιότητα για τις υποθέσεις της περιφέρειάς τους, ενώ ο κοινός νομοθέτης και η διοίκηση οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαίτερες συνθήκες των νησιωτικών και ορεινών περιοχών. Αυτή η διάταξη μπορεί να λειτουργήσει ως συνταγματική βάση για μια νέα νησιωτική και θαλάσσια στρατηγική.
    Η νησιωτικότητα, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως κοινωνικό μειονέκτημα που απαιτεί αντισταθμιστικές επιδοτήσεις. Μπορεί να αντιμετωπιστεί ως συνταγματικά αναγνωρισμένη ειδική συνθήκη, η οποία επιβάλλει διαφοροποιημένη πολιτική: ειδικές τεχνολογικές ζώνες στα νησιά, ενισχυμένες αρμοδιότητες σε θαλάσσιες περιφέρειες, αποκεντρωμένα κέντρα πολιτικής προστασίας, εθνικό δίκτυο τηλεϊατρικής και θαλάσσιο σύστημα δεδομένων.
    Το άρθρο 106 προσφέρει το δεύτερο θεμέλιο. Προβλέπει ότι το κράτος προγραμματίζει και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα για την προστασία του γενικού συμφέροντος και την ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας. Η ίδια διάταξη αναφέρεται στην αξιοποίηση πηγών εθνικού πλούτου, συμπεριλαμβανομένων υποθαλάσσιων κοιτασμάτων, και στην προώθηση της περιφερειακής ανάπτυξης, ιδίως των ορεινών, νησιωτικών και παραμεθόριων περιοχών. Άρα, το κράτος δεν είναι απλώς ρυθμιστής· μπορεί να είναι στρατηγικός οργανωτής ενός νέου παραγωγικού μοντέλου.
    Το άρθρο 28 προσθέτει την εξωτερική διάσταση. Οι γενικά παραδεγμένοι κανόνες του διεθνούς δικαίου και οι διεθνείς συμβάσεις αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού δικαίου και υπερισχύουν έναντι αντίθετων κοινών νόμων. Το ίδιο άρθρο επιτρέπει, για σπουδαίο εθνικό συμφέρον και προαγωγή συνεργασίας με άλλα κράτη, την αναγνώριση αρμοδιοτήτων σε διεθνείς οργανισμούς υπό αυξημένες κοινοβουλευτικές εγγυήσεις. Αυτό σημαίνει ότι η ελληνική θαλάσσια στρατηγική πρέπει να είναι ταυτόχρονα εθνική, ευρωπαϊκή και διεθνοδικαιική.

    Νέο νομοθετικό πλαίσιο

    Το νέο νομοθετικό πλαίσιο θα μπορούσε να πάρει τη μορφή ενός «Νόμου-Πλαισίου για την Ελληνική Θαλάσσια και Νησιωτική Στρατηγική». Ο νόμος αυτός δεν θα χρειαζόταν να μιλά με όρους αντιπαράθεσης με την Τουρκία. Θα μιλούσε για θαλάσσια ασφάλεια, γαλάζια οικονομία, ανθεκτικότητα, νησιωτική ανάπτυξη, ψηφιακή κυριαρχία, πολιτική προστασία, ενέργεια, υποθαλάσσιες υποδομές και διεθνή συνεργασία.
    Στον πυρήνα του θα μπορούσε να προβλέπει ένα Εθνικό Συμβούλιο Θαλάσσιας Στρατηγικής, μια Αρχή Θαλάσσιων Δεδομένων και Επίγνωσης Πεδίου, περιφερειακά θαλάσσια κέντρα στο Βόρειο Αιγαίο, στο Νότιο Αιγαίο, στην Κρήτη, στη Θράκη και στα Ιόνια, καθώς και ειδικά αναπτυξιακά εργαλεία για λιμάνια, ναυπηγεία, drones, αισθητήρες, δορυφορικά δεδομένα, κυβερνοασφάλεια και τηλεϊατρική.
    Η Ελλάδα έχει ήδη ευρωπαϊκή υποχρέωση για θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, καθώς η Οδηγία 2014/89/ΕΕ απαιτεί από τα παράκτια κράτη μέλη να καταρτίζουν θαλάσσια χωροταξικά σχέδια για την οργάνωση ανθρώπινων δραστηριοτήτων στη θάλασσα με οικολογικούς, οικονομικούς και κοινωνικούς στόχους.
    Η Ολοκληρωμένη Θαλάσσια Πολιτική της ΕΕ περιλαμβάνει γαλάζια ανάπτυξη, γνώσεις για τη θάλασσα, θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, επιτήρηση και στρατηγική ασφάλειας των θαλασσών. Η Ελλάδα αναγνωρίζει τη δυναμική της ευρωπαϊκής θαλάσσιας πολιτικής για τη ναυτιλία, την προσέλκυση επενδύσεων, τη δημιουργία θέσεων εργασίας, την ενίσχυση ανταγωνιστικότητας και την ανάδειξη της νησιωτικότητας. Επομένως, το προτεινόμενο σχέδιο δεν είναι θεσμικά εξωτικό· είναι η εθνική εφαρμογή μιας ευρωπαϊκής κατεύθυνσης που η Ελλάδα δεν έχει ακόμη αξιοποιήσει επαρκώς.

    Παραγωγικό μοντέλο

    Η γεωπολιτική ισχύς δεν παράγεται μόνο από εξοπλισμούς. Παράγεται από οικονομία, τεχνολογία, θεσμούς, ανθρώπινο κεφάλαιο και ικανότητα εκτέλεσης. Αν η Ελλάδα θέλει να λειτουργήσει ως σύγχρονη Βενετία, χρειάζεται νέο οικονομικό παραγωγικό μοντέλο, όχι απλώς νέα ρητορική εξωτερικής πολιτικής.
    Το σημερινό μοντέλο —τουρισμός χαμηλής ή μέσης προστιθέμενης αξίας, real estate, κατανάλωση, εισαγόμενη τεχνολογία, περιορισμένη βιομηχανική βάση— δεν μπορεί να στηρίξει μακροπρόθεσμη στρατηγική αυτονομία. Μια χώρα με τόσο σύνθετο θαλάσσιο χώρο δεν μπορεί να εισάγει τα περισσότερα κρίσιμα συστήματα που χρειάζεται για να τον επιτηρεί, να τον αναπτύσσει και να τον προστατεύει.
    Το νέο μοντέλο πρέπει να είναι μια γαλάζια οικονομία υψηλής τεχνολογίας. Αυτό σημαίνει ναυπηγεία νέας γενιάς, επισκευαστικές βάσεις, μη επανδρωμένα θαλάσσια και εναέρια συστήματα, αισθητήρες, ραντάρ, δορυφορικές εφαρμογές, κυβερνοασφάλεια λιμένων, προστασία υποθαλάσσιων καλωδίων, υπεράκτια αιολικά πάρκα, πράσινη ναυτιλία, υδατοκαλλιέργειες υψηλής τεχνολογίας, θαλάσσια βιοτεχνολογία, διαχείριση εφοδιασμού και μεταφορών, καθώς και ψηφιακοί διάδρομοι δεδομένων.
    Η ευρωπαϊκή πολιτική για τη βιώσιμη γαλάζια οικονομία βασίζεται σε πυλώνες όπως η υγεία των ωκεανών, η γνώση, η ευημερία και η κοινωνική δικαιοσύνη. Αυτό είναι κρίσιμο για την ελληνική κεντροαριστερά: η θαλάσσια στρατηγική δεν χρειάζεται να είναι δεξιό αμυντικό αφήγημα· μπορεί να είναι σχέδιο δίκαιης ανάπτυξης, τεχνολογικής αναβάθμισης και περιφερειακής συνοχής.
    Στην πράξη, το ελληνικό «βενετικό» μοντέλο θα έπρεπε να οργανωθεί γύρω από πέντε παραγωγικούς άξονες. Πρώτον, ναυτιλία και λιμάνια: όχι μόνο ως μεταφορά, αλλά ως ψηφιακά, ενεργειακά και βιομηχανικά οικοσυστήματα. Δεύτερον, νησιωτική τεχνολογία: κάθε νησί ως κόμβος ενέργειας, τηλεϊατρικής, drones, πολιτικής προστασίας και επιτήρησης. Τρίτον, θαλάσσια δεδομένα: εθνικός κάνναβος-σκελετός που θα ενοποιεί Υπηρεσίες Πληροφοριών Αεροναυτιλίας, ραντάρ, δορυφόρους, μετεωρολογικά, περιβαλλοντικά και λιμενικά δεδομένα. Τέταρτον, αμυντική και διττής χρήσης καινοτομία: τεχνολογίες που υπηρετούν ταυτόχρονα άμυνα, ασφάλεια, περιβάλλον, έρευνα-διάσωση και εμπορική ναυτιλία. Πέμπτον, κοινωνικές υποδομές νησιωτικότητας: υγεία, εκπαίδευση, κατοικία, ψηφιακή πρόσβαση, ώστε τα νησιά να έχουν μόνιμο πληθυσμό και όχι μόνο εποχικό τουρισμό.
    Το κρίσιμο είναι ότι η Ελλάδα πρέπει να συνδέσει την εθνική ασφάλεια με την παραγωγή. Αν αγοράζει απλώς εξοπλισμούς χωρίς να χτίζει βιομηχανική και τεχνολογική βάση, παραμένει εξαρτημένη. Αν όμως κάθε εξοπλιστικό, κάθε λιμενικό έργο, κάθε ενεργειακό ερευνητικό πρόγραμμα και κάθε θαλάσσια υποδομή συνδέεται με εγχώρια παραγωγή, πανεπιστήμια, νεοφυείς επιχειρήσεις και εξαγωγές, τότε η στρατηγική μετατρέπεται σε ανάπτυξη.

    Ο ρόλος της κεντροαριστεράς

    Εδώ βρίσκεται η μεγάλη ευκαιρία για ένα κεντροαριστερό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα όπως το ΠΑΣΟΚ. Η ελληνική δεξιά μπορεί συχνά να μιλήσει πιο εύκολα για άμυνα, εξοπλισμούς και ασφάλεια. Η ριζοσπαστική αριστερά μπορεί να μιλήσει πιο εύκολα για αποκέντρωση, κοινωνικά δικαιώματα και περιβάλλον. Όμως ένα ανανεωμένο κεντροαριστερό κόμμα θα μπορούσε να ενώσει αυτά που η Ελλάδα χρειάζεται ταυτόχρονα: εθνική στρατηγική, κοινωνική νομιμοποίηση, παραγωγικό κράτος, περιφερειακή ανάπτυξη, ευρωπαϊκό προσανατολισμό και τεχνολογική μετάβαση.
    Το ΠΑΣΟΚ έχει ιστορική σχέση με το κοινωνικό κράτος, την αποκέντρωση, την περιφέρεια και την ευρωπαϊκή πορεία της χώρας. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να μετατρέψει αυτή την κληρονομιά σε στρατηγική του 21ου αιώνα. Δημόσιες αναφορές για το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ το παρουσιάζουν να προτάσσει σοσιαλδημοκρατική ταυτότητα και σύγχρονο παραγωγικό μοντέλο. Το ίδιο το ΠΑΣΟΚ έχει αναδείξει την ανάγκη αλλαγής του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, μακριά από ένα μοντέλο φθηνής και ευέλικτης εργασίας.

    Αυτό, όμως, δεν αρκεί. Αν το ΠΑΣΟΚ θέλει να κάνει αυτή τη στρατηγική προμετωπίδα, πρέπει να πάψει να μιλά μόνο με όρους αναδιανομής και να μιλήσει με όρους παραγωγής εθνικής ισχύος. Η νέα σοσιαλδημοκρατία δεν μπορεί να είναι απλώς καλύτερη διαχείριση επιδομάτων, μισθών και θεσμικών ισορροπιών. Πρέπει να γίνει σχέδιο παραγωγικής κυριαρχίας: ποιος παράγει τεχνολογία, ποιος ελέγχει δίκτυα, ποιος εκπαιδεύει ανθρώπινο δυναμικό, ποιος κρατά ζωντανές τις περιφέρειες, ποιος μετατρέπει το Αιγαίο από χώρο κρίσης σε χώρο ανάπτυξης.
    Το κεντροαριστερό πλεονέκτημα βρίσκεται ακριβώς εδώ. Μπορεί να παρουσιάσει τη θαλάσσια στρατηγική όχι ως μιλιταρισμό, αλλά ως κοινωνικό και παραγωγικό σχέδιο. Μπορεί να πει ότι τα νησιά δεν είναι μόνο εθνικά φυλάκια, αλλά τόποι ζωής, εργασίας, έρευνας και τεχνολογίας. Μπορεί να πει ότι η άμυνα δεν είναι μόνο αγορά όπλων, αλλά εγχώρια βιομηχανία, πανεπιστημιακή γνώση, δημόσιες υποδομές, κοινωνική ανθεκτικότητα και ευρωπαϊκές συμμαχίες. Μπορεί να πει ότι η γαλάζια οικονομία δεν είναι μόνο επένδυση, αλλά αξιοπρεπής εργασία, περιβαλλοντική προστασία και περιφερειακή δικαιοσύνη.
    Ένα τέτοιο κόμμα θα έπρεπε να προτείνει δέκα πολύ συγκεκριμένες πολιτικές. Πρώτον, νόμο-πλαίσιο για τη θαλάσσια και νησιωτική στρατηγική. Δεύτερον, εθνικό σύστημα θαλάσσιων δεδομένων. Τρίτον, ειδικά περιφερειακά σχέδια για Βόρειο Αιγαίο, Νότιο Αιγαίο, Κρήτη, Θράκη και Ιόνιο. Τέταρτον, δημόσιο ταμείο γαλάζιας τεχνολογίας με συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων. Πέμπτον, πανεπιστημιακά οικοσυστήματα καινοτομίας σε Αιγαίο, Κρήτη, Θεσσαλονίκη και Θράκη. Έκτον, αναγέννηση ναυπηγείων και επισκευαστικής βάσης. Έβδομον, νησιωτικό πρόγραμμα τηλεϊατρικής, στέγασης και ψηφιακής πρόσβασης. Όγδοον, θαλάσσιο χωροταξικό σχέδιο με κοινωνική διαβούλευση. Ένατον, αμυντική και διττής χρήσης καινοτομία με ελληνική παραγωγή. Δέκατον, εθνική στρατηγική υποθαλάσσιων καλωδίων, ενέργειας και data centers.
    Η προμετωπίδα δεν πρέπει να είναι απλώς «νέο παραγωγικό μοντέλο». Πρέπει να είναι: «Η Ελλάδα ως ευρωπαϊκή θαλάσσια δημοκρατία υψηλής τεχνολογίας». Αυτός ο τίτλος χωράει πατριωτισμό, Ευρώπη, κοινωνική δικαιοσύνη, παραγωγή, περιβάλλον και περιφερειακή ανάπτυξη.

    Η πολιτική πρόκληση

    Το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν είναι η Τουρκία. Είναι η ελληνική αδράνεια. Είναι η συνήθεια να παράγουμε στρατηγικά κείμενα χωρίς εκτέλεση, να μιλάμε για αποκέντρωση χωρίς αρμοδιότητες, να μιλάμε για παραγωγικό μοντέλο χωρίς βιομηχανική πολιτική, να μιλάμε για νησιά χωρίς μόνιμο πληθυσμό και να μιλάμε για θαλάσσια ισχύ χωρίς εθνικό σύστημα θαλάσσιων δεδομένων.
    Η μετάβαση απαιτεί νέο συμβόλαιο μεταξύ κέντρου και περιφέρειας. Η Αθήνα πρέπει να κρατήσει τη στρατηγική διεύθυνση, αλλά όχι να πνίγει κάθε περιφερειακή πρωτοβουλία. Οι περιφέρειες πρέπει να αποκτήσουν πραγματική επιχειρησιακή ευθύνη, αλλά όχι να μετατραπούν σε μικρά πελατειακά βασίλεια. Τα πανεπιστήμια πρέπει να βγουν από την περιθωριακή θέση του συμβούλου και να γίνουν παραγωγοί τεχνολογίας, δεδομένων και πολιτικής γνώσης. Η ναυτιλία πρέπει να συνδεθεί με τη χώρα όχι μόνο φορολογικά ή συμβολικά, αλλά τεχνολογικά και βιομηχανικά.
    Ο παραλληλισμός Ελλάδας–Βενετίας και Τουρκίας–Βυζαντίου αποκτά νόημα μόνο αν μετατραπεί σε πρακτικό δόγμα. Η Τουρκία θα συνεχίσει να λειτουργεί ως μεγάλη περιφερειακή δύναμη με αυτοκρατορικό βάθος. Η Ελλάδα δεν πρέπει να απαντήσει με μίμηση. Πρέπει να απαντήσει με δίκτυο.
    Αυτό σημαίνει ότι κάθε νησί γίνεται κόμβος. Κάθε λιμάνι γίνεται πλατφόρμα. Κάθε πανεπιστήμιο γίνεται εργαστήριο εθνικής ισχύος. Κάθε θαλάσσια διαδρομή γίνεται αντικείμενο σχεδιασμού. Κάθε ευρωπαϊκό εργαλείο γίνεται μοχλός ελληνικής στρατηγικής. Και κάθε δημόσια επένδυση πρέπει να απαντά σε ένα απλό ερώτημα: αυξάνει την ικανότητα της Ελλάδας να ελέγχει, να παράγει, να προστατεύει και να συνδέει;

    Αν ένα κεντροαριστερό κόμμα όπως το ΠΑΣΟΚ θέλει να ξαναγίνει ιστορικός φορέας μετασχηματισμού, αυτό θα έπρεπε να είναι η προμετωπίδα του. Όχι επιστροφή στο παλιό κράτος διανομής. Όχι απλή αντιπολίτευση διαχείρισης. Αλλά ένα νέο εθνικό σχέδιο: αποκεντρωμένη δημοκρατία, γαλάζια οικονομία, τεχνολογική παραγωγή, κοινωνική συνοχή και θαλάσσια ισχύς.
    Η Ελλάδα του 21ου αιώνα δεν θα σωθεί αν κοιτάζει μόνο την Αθήνα. Θα αναγεννηθεί αν κοιτάξει το Αιγαίο ως σύστημα, τη Μεσόγειο ως πεδίο ευκαιρίας και τα νησιά ως κόμβους ενός νέου παραγωγικού πατριωτισμού. Αυτό είναι το σύγχρονο «βενετικό» στοίχημα. Και είναι ίσως η πιο σοβαρή απάντηση που μπορεί να δώσει η χώρα στη μακρά αντιπαράθεση με την Τουρκία.

    Ενδεικτικές πηγές
    Σύνταγμα της Ελλάδας, άρθρο 101: Διοικητική αποκέντρωση.
    Σύνταγμα της Ελλάδας, άρθρο 106: Κράτος και εθνική οικονομία.
    Σύνταγμα της Ελλάδας, άρθρο 28: Κανόνες διεθνούς δικαίου και διεθνείς οργανισμοί.
    Ολοκληρωμένη Θαλάσσια Πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
    Οδηγία 2014/89/ΕΕ για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό.
    Δημόσιες αναφορές ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ για νέο παραγωγικό μοντέλο και σοσιαλδημοκρατική ταυτότητα.

Comments are closed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,700ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα