του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.
Υπάρχουν ειδήσεις που τις διαβάζεις και τις προσπερνάς. Υπάρχουν όμως και κάποιες που μένουν στο μυαλό σου. Τις σκέφτεσαι ξανά το βράδυ, όταν όλα έχουν ησυχάσει και δεν υπάρχει πια ο θόρυβος της ημέρας για να τις σκεπάσει.
Τις τελευταίες ημέρες μου συνέβη αυτό με τρεις διαφορετικές ειδήσεις, από τρεις διαφορετικές γωνιές του κόσμου.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, μια εκτέλεση θανατοποινίτη στο Τενεσί απέτυχε. Η Christa Pike, καταδικασμένη για τη δολοφονία μιας 19χρονης, έλαβε δύο δόσεις του θανατηφόρου φαρμάκου χωρίς να πεθάνει και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο.
Στην Ολλανδία, είναι η περίπτωση του δίχρονου παιδιού για την οποία έγραψα ήδη σε προηγούμενο άρθρο. Το παιδί δεν μπορούσε φυσικά να εκφράσει τη δική του βούληση και η απόφαση για τον τερματισμό της ζωής του ελήφθη μέσα από ένα συγκεκριμένο ιατρικό και νομικό πλαίσιο. Δεν θα επαναλάβω όσα ανέφερα τότε.
Την ίδια ώρα, σε πολέμους και συγκρούσεις από τη Νιγηρία μέχρι τη Μέση Ανατολή, άνθρωποι σκοτώνονται καθημερινά. Παρακολουθούμε στις τηλεοράσεις την ανθρώπινη καταστροφή την ώρα που τρώμε το γεύμα μας. Βλέπουμε ανθρώπους να χάνουν το σπίτι τους, την πατρίδα τους, ακόμη και τη ζωή τους, ακούμε αριθμούς νεκρών και λίγο αργότερα συνεχίζουμε κανονικά τη μέρα μας. Βγαίνουμε για φαγητό, για ποτό, για διασκέδαση.
Και φυσικά πρέπει να συνεχίσουμε να ζούμε. Δεν μπορεί ο άνθρωπος να κουβαλά καθημερινά όλο τον πόνο του κόσμου.
Το ερώτημα όμως είναι άλλο. Μήπως έχουμε αρχίσει να συνηθίζουμε τόσο πολύ την ανθρώπινη καταστροφή, ώστε να μπορεί να συνυπάρχει χωρίς αντίσταση με την απόλυτη κανονικότητα της δικής μας ζωής;
Δεν λέω ότι αυτές οι τρεις περιπτώσεις είναι ίδιες. Δεν είναι. Δεν έχουν την ίδια νομική, ιατρική ή ηθική διάσταση. Όταν όμως τις διάβασα τη μία μετά την άλλη, μου προκάλεσαν την ίδια σκέψη.
Πότε αρχίσαμε να συνηθίζουμε τόσο εύκολα τον άνθρωπο ως αριθμό, ως υπόθεση, ως κόστος, ως πρόβλημα που πρέπει κάπως να τακτοποιηθεί;
Εκεί βρίσκεται ο δικός μου προβληματισμός. Όχι στις τρεις ειδήσεις καθαυτές, αλλά σε αυτό που μου αποκάλυψαν για εμάς.
Στην περίπτωση της θανατικής ποινής, το ερώτημα για μένα δεν είναι μόνο τι έκανε ο καταδικασμένος ή ποια τιμωρία του αξίζει, αλλά αν μια κοινωνία μπορεί να αναθέτει στο κράτος το δικαίωμα να αφαιρεί οριστικά μια ανθρώπινη ζωή, γνωρίζοντας ότι οι άνθρωποι, οι θεσμοί και οι διαδικασίες κάνουν λάθη.
Στις ΗΠΑ έχουν ήδη καταγραφεί περισσότερες από 200 περιπτώσεις ανθρώπων που απαλλάχθηκαν από θανατικές καταδίκες.
Η εικόνα μιας αποτυχημένης εκτέλεσης κάνει το ζήτημα ακόμη πιο σκληρό. Για λίγη ώρα, η γραμμή ανάμεσα στη «νόμιμη διαδικασία» και στον ανθρώπινο πόνο παύει να είναι θεωρητική. Βρίσκεται μπροστά στα μάτια μας.
Και στην περίπτωση του δίχρονου παιδιού δεν έχω εύκολη απάντηση. Πώς μπορείς να ζητήσεις από ένα παιδί που υποφέρει αβάσταχτα να συνεχίσει να υποφέρει; Και ταυτόχρονα, ποιος μπορεί να μιλήσει εξ ονόματός του όταν το ίδιο δεν έχει τη δυνατότητα να αποφασίσει;
Δεν θέλω να κρίνω μια συγκεκριμένη ιατρική απόφαση. Με ενδιαφέρει το ερώτημα που αυτή η περίπτωση μου άφησε και που όσο το σκέφτομαι, με βαρύνει περισσότερο. Πού βρίσκεται το όριο όταν η ανθρώπινη ζωή παύει να μπορεί να μιλήσει η ίδια για την αξία της;
Και κάπου εδώ η σκέψη μου φεύγει από τους νόμους και τα νοσοκομεία και επιστρέφει σε κάτι πολύ πιο καθημερινό. Σε εμάς.
Στον άνθρωπο που βλέπει έναν άστεγο και αλλάζει πεζοδρόμιο. Στον γείτονα που ακούει κάτι πίσω από έναν τοίχο και προτιμά να μην ξέρει. Στον περαστικό που βλέπει έναν άνθρωπο να χρειάζεται βοήθεια και σκέφτεται ότι κάποιος άλλος θα ασχοληθεί.
Δεν είναι το ίδιο πράγμα με μια κρατική απόφαση ή μια ιατρική πράξη. Υπάρχει όμως ένας κοινός κίνδυνος. Να συνηθίσουμε να βλέπουμε τον άλλον χωρίς πραγματικά να τον βλέπουμε.
Ίσως αυτό να είναι το πιο ύπουλο κομμάτι της κρίσης που ζούμε. Δεν χρειάζεται να μισούμε τον άλλον για να χάσουμε την ανθρωπιά μας. Αρκεί να πάψουμε να αισθανόμαστε ότι μας αφορά.
Και εδώ έρχεται η τεχνητή νοημοσύνη. Όχι ως αιτία αυτής της αλλαγής, αλλά ως ένας τεράστιος πολλαπλασιαστής μιας τάσης που ήδη υπάρχει. Αν εμείς έχουμε μάθει να μετατρέπουμε τον άνθρωπο σε δεδομένο, αριθμό, πιθανότητα ή κόστος, οι μηχανές μπορούν να το κάνουν πολύ ταχύτερα και σε κλίμακα που ακόμη δυσκολευόμαστε να αντιληφθούμε.
Ο πραγματικός κίνδυνος ίσως δεν είναι ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα γίνει ανθρώπινη. Είναι μήπως εμείς αρχίσουμε να παίρνουμε όλο και περισσότερες αποφάσεις για τους ανθρώπους χωρίς να βλέπουμε πλέον τον άνθρωπο πίσω από τα δεδομένα.
Γι’ αυτό το ζήτημα, τελικά, δεν είναι μόνο τεχνολογικό. Είναι βαθιά ανθρώπινο.
Τι αξία έχει για εμάς ένας άνθρωπος που δεν παράγει; Ένας άνθρωπος που κοστίζει περισσότερο απ’ όσο προσφέρει; Ένας άνθρωπος που έχει εγκληματήσει; Ένας άνθρωπος που βρίσκεται πολύ μακριά και δεν τον γνωρίζουμε; Ένα παιδί που δεν μπορεί να μιλήσει για τον εαυτό του;
Εκεί ίσως βρίσκεται η πραγματική δοκιμασία.
Γιατί ο άνθρωπος είναι εύκολο να θεωρείται πολύτιμος όταν είναι δυνατός, υγιής, παραγωγικός και χρήσιμος. Η ανθρωπιά μας όμως δοκιμάζεται ακριβώς όταν απέναντί μας βρίσκεται κάποιος που δεν μπορεί να μας προσφέρει τίποτα.
Δεν ξέρω αν μπορούμε να λύσουμε αυτά τα ζητήματα με μία μεγάλη αρχή ή μία μεγάλη πολιτική απόφαση. Ξέρω όμως ότι μπορούμε να αρχίσουμε από κάτι πολύ μικρότερο. Να μην προσπερνάμε τόσο εύκολα. Να κοιτάμε λίγο περισσότερο τον άνθρωπο απέναντί μας. Να μην αφήνουμε τη διαδικασία, τον αριθμό ή την ευκολία να γίνονται σημαντικότερα από εκείνον για τον οποίο δημιουργήθηκαν.
Ίσως γι’ αυτό αυτές οι τρεις ειδήσεις δεν έφυγαν από το μυαλό μου.
Όχι επειδή είναι οι μόνες τραγωδίες στον κόσμο. Αλλά επειδή, καθεμία με τον δικό της τρόπο, με έκαναν να αναρωτηθώ πόσο εύκολα μπορούμε να συνηθίσουμε την απώλεια της ανθρώπινης αξίας.
Δεν έχω όλες τις απαντήσεις. Έχω όμως μια βεβαιότητα που θα ήθελα να κρατήσω όσο μπορώ.
Δεν θέλω να συνηθίσω.
Γιατί η ανθρωπιά ίσως να μη χάνεται όταν κάποιος αποφασίζει να την καταργήσει. Χάνεται λίγο λίγο, κάθε φορά που παύουμε να βλέπουμε τον άνθρωπο πίσω από την υπόθεση.
Και ίσως αυτό να είναι το τελευταίο όριο που αξίζει πραγματικά να υπερασπιστούμε.
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.


