του Ηλία Λεοντάρη, Αντιστρατήγου ε.α.*Καθημερινά, μέσα από τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές, ειδησεογραφικές ιστοσελίδες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης, γινόμαστε μάρτυρες μιας ολοένα συχνότερης κακοποίησης της ελληνικής γλώσσας. Λάθη στη γραμματική και στο συντακτικό, λανθασμένη χρήση των χρόνων και των λέξεων, περιορισμένο λεξιλόγιο, αδόκιμες εκφράσεις και, κυρίως, συνεχείς επαναλήψεις των ίδιων λέξεων και φράσεων χαρακτηρίζουν τον λόγο αρκετών δημοσιογράφων και ρεπόρτερ.
Το ζήτημα, ασφαλώς, δεν είναι η απαίτηση για έναν λόγο εξεζητημένο ή «λόγιο». Η γλώσσα της ενημέρωσης οφείλει να είναι απλή, άμεση και κατανοητή. Αλλά απλότητα δεν σημαίνει γλωσσική ένδεια και ταχύτητα δεν δικαιολογεί τη συστηματική παραβίαση βασικών κανόνων της γλώσσας.
Ο δημοσιογράφος, ο παρουσιαστής, ο ρεπόρτερ, ο εκφωνητής και γενικότερα κάθε επαγγελματίας για τον οποίο ο προφορικός ή γραπτός λόγος αποτελεί βασικό επαγγελματικό εργαλείο, δεν μεταδίδει απλώς πληροφορίες. Μεταδίδει και γλωσσικά πρότυπα. Εκατομμύρια άνθρωποι, ιδιαίτερα νέοι, ακούν καθημερινά τον λόγο αυτό και, συνειδητά ή ασυνείδητα, τον αναπαράγουν. Όταν, λοιπόν, το γλωσσικό πρότυπο που προβάλλεται είναι φτωχό, επαναλαμβανόμενο ή λανθασμένο, το πρόβλημα ξεπερνά το επίπεδο μιας απλής «αβλεψίας».
Η φτώχεια του λεξιλογίου, μάλιστα, δεν είναι μόνο αισθητικό πρόβλημα. Μπορεί να περιορίσει την ακρίβεια της έκφρασης, να αλλοιώσει το νόημα μιας είδησης και, σε ορισμένες περιπτώσεις, να δυσκολέψει ακόμη και την κατανόηση του γεγονότος που περιγράφεται. Η σωστή λέξη δεν είναι πολυτέλεια· είναι προϋπόθεση για τη σωστή επικοινωνία.
Ίσως, επομένως, έχει έρθει η στιγμή να εξεταστεί σοβαρά η δημιουργία ενός ανεξάρτητου φορέα αξιολόγησης και πιστοποίησης γλωσσικής επάρκειας για τα επαγγέλματα στα οποία η ελληνική γλώσσα αποτελεί βασικό εργαλείο εργασίας.
Ο φορέας αυτός θα μπορούσε να οργανώνει εξετάσεις ή άλλες διαδικασίες αξιολόγησης σε γραμματική, σύνταξη, ορθογραφία, λεξιλόγιο, κατανόηση και παραγωγή προφορικού και γραπτού λόγου, χωρίς να υποκαθιστά τις αρμοδιότητες των επαγγελματικών ενώσεων ή των εργοδοτών.
Η πιστοποίηση δεν θα λειτουργεί ως μηχανισμός αποκλεισμού, αλλά ως εγγύηση ενός ελάχιστου επιπέδου γλωσσικής επάρκειας για όσους επιλέγουν επαγγέλματα στα οποία ο λόγος είναι το βασικό τους εργαλείο. Παράλληλα, θα μπορούσε να συνοδεύεται από προγράμματα επιμόρφωσης, ώστε όποιος παρουσιάζει αδυναμίες να έχει τη δυνατότητα να τις βελτιώσει.
Η ελληνική γλώσσα δεν κινδυνεύει από το ότι αλλάζει. Κάθε ζωντανή γλώσσα εξελίσσεται. Κινδυνεύει, όμως, όταν η γλωσσική προχειρότητα θεωρείται φυσιολογική, όταν η άγνοια βασικών κανόνων παρουσιάζεται ως ασήμαντη λεπτομέρεια και όταν η φτωχή έκφραση μετατρέπεται σε καθημερινό πρότυπο.
Η προστασία της γλώσσας σημαίνει σεβασμό στην ακρίβεια, στον πλούτο και στη δυνατότητα της ελληνικής να εκφράζει με σαφήνεια και πληρότητα τη σύγχρονη πραγματικότητα.
Και όσοι έχουν ως επαγγελματικό τους εργαλείο τον λόγο έχουν, ίσως περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, την ευθύνη να τον χρησιμοποιούν σωστά.
*Αφορμή για την ανάρτηση έδωσε το 19ο Δημοσιογραφικό Συνεέδριο και το άρθρο του ΒΑΣΙΛΗ ΛΩΛΙΔΗ.


