του Αχιλλέα Ταουξή
Η ίδια εικόνα με γύρισε στην Κύπρο του 1974, εκεί όπου η γενναιότητα δεν ήταν λέξη για τις επετείους, αλλά καθημερινή μάχη επιβίωσης. Οι νεκροί της Ηπείρου και οι ζωντανοί της Κύπρου έχουν κάτι κοινό που με πονά ιδιαίτερα, αφού και οι δύο χρειάστηκε να περιμένουν πολλά χρόνια για να τους θυμηθεί το κράτος!
Η ΕΛΔΥΚ είχε 105 νεκρούς και αγνοουμένους, 46 νεκρούς και 59 αγνοουμένους, αλλά δεν πολέμησε μόνη. Δίπλα στους Κυπρίους αδελφούς μας έπεσαν και αξιωματικοί και οπλίτες από την Ελλάδα που υπηρετούσαν στην Εθνική Φρουρά. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, οι Έλληνες νεκροί και αγνοούμενοι ανέρχονται συνολικά σε 179, με 96 νεκρούς και 83 αγνοουμένους, ενώ περίπου 74 από αυτούς βρίσκονταν εκτός ΕΛΔΥΚ. Από τους αγνοουμένους, 37 εξακολουθούν να αγνοούνται μέχρι σήμερα, 52 χρόνια μετά, και οι οικογένειές τους περιμένουν ακόμη μια απάντηση.
Για όσους γύρισαν ζωντανοί, ο πόλεμος δεν τελείωσε τον Αύγουστο του 1974. Το 1998, με τον νόμο 2641, η Πολιτεία αναγνώρισε ως πολεμική περίοδο το διάστημα από 20 Ιουλίου έως 20 Αυγούστου 1974. Χρειάστηκαν 24 χρόνια για να αναγνωριστεί θεσμικά κάτι που ήταν αυτονόητο για όσους είχαν βρεθεί απέναντι στον εχθρό. Ακόμη και το 2010 και το 2011, το ζήτημα εξακολουθούσε να απασχολεί τη Βουλή, με την επίσημη αλληλογραφία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας να αποτυπώνει καθυστερήσεις και επίμονες διεκδικήσεις.
Τον Αύγουστο του 2020 άρχισε επιτέλους να καταβάλλεται μια ισόβια τιμητική μηνιαία παροχή. Το ποσό των 200 ευρώ έχει μικρότερη σημασία από τον συμβολισμό της αναγνώρισης, αλλά και από τον δρόμο που χρειάστηκε να διανυθεί. Ένας οπλίτης είκοσι ετών το 1974 έμαθε στα 66 του ότι η Πολιτεία αναγνώριζε την προσφορά του, έχοντας στο μεταξύ μεγαλώσει παιδιά, θάψει γονείς και έχοντας βγει στη σύνταξη.
Για τη συμμετοχή στα γεγονότα του 1974 κατατέθηκαν 1.695 αιτήσεις, από τις οποίες μόνο 1.413 έλαβαν βεβαίωση συμμετοχής. Άνθρωποι που έπαιξαν τη ζωή τους έπρεπε να αποδείξουν στο κράτος ότι ήταν εκεί. Αυτή η απαίτηση προσβάλλει περισσότερο από κάθε καθυστέρηση.
Από μαρτυρία αγωνιστή που συμμετείχε στις διεκδικήσεις προκύπτει ότι, σε κάποια φάση, υψηλά ιστάμενο πρόσωπο φέρεται να τους πρότεινε να ενταχθούν στην κατηγορία των πολεμιστών της Κορέας. Η μαρτυρία δεν έχει ανεξάρτητη επιβεβαίωση και δεν παρουσιάζεται ως τεκμηριωμένο γεγονός. Αποτυπώνει, ωστόσο, μια αντίληψη που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν ήδη τον δικό τους πόλεμο. Δεν χρειάζονταν να δανειστούν τον πόλεμο κάποιου άλλου. Ζητούσαν μόνο την αναγνώριση που είχαν κερδίσει με τη δική τους παρουσία και θυσία.
Η ίδια λογική συναντάται σε ένα ζήτημα που αφορά εκατομμύρια Έλληνες. Το κράτος επιβάλλει υποχρεωτική στρατιωτική θητεία και, χρόνια αργότερα, στέλνει τον λογαριασμό στον ίδιο τον πολίτη για να αναγνωρίσει τον χρόνο αυτό ως συντάξιμο. Η θητεία επιβάλλεται από την Πολιτεία, χωρίς να αποτελεί επιλογή του πολίτη, ο οποίος καλείται αργότερα να πληρώσει για να αναγνωρίσει τον χρόνο που υποχρεώθηκε να προσφέρει.
Δεν είναι απλά παράδοξο αλλά αποτελεί μια βαθιά αντίφαση της κρατικής αντίληψης. Η υποχρέωση του πολίτη θεωρείται αυτονόητη, αλλά η αναγνώρισή της μετατρέπεται σε οικονομική συναλλαγή.
Για τον λόγο αυτό η ελεύθερη αναγνώριση του χρόνου της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας ως συντάξιμου πρέπει να γίνει απαίτηση απέναντι σε ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Χρειάζεται μια ρύθμιση που θα ψηφιστεί με τη συναίνεση όλων των κομμάτων, ώστε να μην αλλάζει με κάθε κυβέρνηση και κάθε προεκλογική υπόσχεση. Όποιος υπηρέτησε δεν πρέπει να πληρώνει ξανά για τον χρόνο που ήδη έδωσε.
Η νεολαία πείθεται από τα έργα μας και όχι από τους λόγους μας. Ένα κράτος που ξεχνά τους νεκρούς του, καθυστερεί την αναγνώριση των ζωντανών του και αντιμετωπίζει την υποχρεωτική προσφορά ως μελλοντική οφειλή του πολίτη δεν μπορεί να οικοδομήσει την εμπιστοσύνη που απαιτούν οι θυσίες.
Όσοι σηκώνουν το όπλο το κάνουν πιστεύθοντας ότι κάποιος θα τους θυμάται. Αυτή την πίστη δεν τη χτίζουν οι παρελάσεις, αλλά η συμπεριφορά της Πολιτείας όλες τις υπόλοιπες ημέρες του χρόνου.
Η παρέλαση τελείωσε, οι επίσημοι χαιρέτησαν, τα τμήματα αποχώρησαν και οι κάμερες στράφηκαν αλλού. Οι παλαίμαχοι της ΕΛΔΥΚ επέστρεψαν στα σπίτια τους με την ιστορία τους. Αυτό που περιμένουν από εμάς δεν είναι να τους ζητήσουμε ξανά αποδείξεις, αλλά να πάψουμε επιτέλους να τους αντιμετωπίζουμε σαν να μας οφείλουν εξηγήσεις.
Η οφειλή της πατρίδας δεν εξοφλείται με χρήματα. Εξοφλείται όταν το κράτος σταματά να ζητά χαρτιά από εκείνους που στάθηκαν μπροστά στον εχθρό και αναγνωρίζει έμπρακτα την προσφορά τους.
Όποιος υπηρέτησε δεν πληρώνει ξανά.
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.


