του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.
Ο κ. Άγγελος Συρίγος μίλησε στο Liberal για την «ακτινογραφία» της συμφωνίας για τη Μονή Σινά. Η ακτινογραφία όμως θέλει φιλμ και εδώ φιλμ δεν υπάρχει. Το κείμενο της συμφωνίας δεν έχει δημοσιοποιηθεί, ενώ ο ίδιος αναφέρει ότι θα υπογραφεί και ότι η δημοσιοποίησή του είναι υπόθεση των δύο συμβαλλομένων. Αυτό που μας παρουσιάζει λοιπόν δεν είναι η συμφωνία, αλλά η εκδοχή της.
Η αρχή γίνεται με μια ομολογία που δύσκολα μπορεί να παρακαμφθεί. Η κυριότητα, όπως την αντιλαμβανόμαστε στην Ελλάδα, χάθηκε. Το λέει ο ίδιος ο κ. Συρίγος, επικαλούμενος τη δήλωση του τότε Αρχιεπισκόπου στο δικαστήριο το 2015 και δύο αιγυπτιακές δικαστικές αποφάσεις. Η διαπίστωση είναι σαφής, όπως σαφές είναι και το ερώτημα για την ελληνική πολιτεία, η οποία δεν μπορεί να περιορίζεται στην εκ των υστέρων διαχείριση των συνεπειών μιας δικαστικής ήττας.
Η Μονή, μας λέει, θα είναι το «αφεντικό» στους χώρους της, αφού θα έχει εσαεί τη νομή, την κατοχή και τη χρήση τους, χωρίς όμως να μπορεί να τους πουλήσει ή να τους ενοικιάσει. Αφεντικό με αυτούς τους όρους είναι φύλακας με κλειδιά, όσο κι αν η διατύπωση ακούγεται καθησυχαστική.
Ο κ. Συρίγος παραμερίζει και τον αχτιναμέ, το έγγραφο του 625 μ.Χ. που αποδίδεται στον Μωάμεθ και συνδέεται με την προστασία της Μονής. Υποστηρίζει ότι ένα κείμενο εκείνης της εποχής δεν μπορεί να προσδιορίσει την περιουσία ενός μοναστηριού στον 21ο αιώνα και ότι η Μονή δεν το επικαλέστηκε στη δικαστική διαμάχη. Η ιστορική και θρησκευτική σημασία του εγγράφου, ωστόσο, δεν αμφισβητείται ούτε από τον ίδιο, ο οποίος αναγνωρίζει ότι προβλέπει την προστασία της περιουσίας και των δικαιωμάτων των μοναχών και αποτελεί εξαιρετικά σημαντικό κείμενο για τις σχέσεις Ισλάμ και χριστιανών.
Δεν υποστηρίζω ότι ο αχτιναμές θα εξασφάλιζε αυτομάτως την κυριότητα της Μονής, ούτε ότι ένα κείμενο του 7ου αιώνα μπορεί από μόνο του να προσδιορίσει τα σημερινά ακίνητα. Η ιστορική και θρησκευτική του βαρύτητα, όμως, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα ακόμη εργαλείο νομικής και διπλωματικής πίεσης, ακόμη κι αν δεν αρκούσε για να ανατρέψει τις δικαστικές αποφάσεις. Όταν διεκδικούμε τα δικά μας ιστορικά δικαιώματα, η σημασία των παλαιών εγγράφων αναδεικνύεται με κάθε δυνατό τρόπο. Όταν όμως πρόκειται για τη Μονή Σινά, η ίδια η ιστορία φαίνεται να μετατρέπεται σε βάρος που πρέπει να παραμεριστεί. Δεν γνωρίζουμε αν η επίκληση του αχτιναμέ θα άλλαζε την έκβαση της δικαστικής διαμάχης. Γνωρίζουμε όμως ότι δεν δοκιμάστηκε και ότι σήμερα μάς εξηγούν γιατί δεν άξιζε να δοκιμαστεί. Μάχη που δεν δόθηκε δεν χάνεται, παραδίδεται.
Το πιο εντυπωσιακό όμως είναι αλλού. Ο κ. Συρίγος παρουσιάζει ως ελαφρυντικό το γεγονός ότι η Μονή χειρίστηκε μόνη της τη δικαστική διαμάχη, βρήκε τους δικηγόρους και επέλεξε την υπερασπιστική γραμμή, ενώ η ελληνική πολιτεία, όπως αναφέρει, δεν είχε εμπλοκή στις διαδικασίες και έσπευσε να βοηθήσει όταν εκδόθηκαν οι πρώτες αποφάσεις και άρχισαν τα προβλήματα.
Ο ίδιος άνθρωπος ήταν πέρυσι εισηγητής του νόμου για το καθεστώς της Μονής στην Ελλάδα. Στην Αίγυπτο όμως, όπου παιζόταν το πραγματικό παιχνίδι, η Μονή έμεινε, όπως μας τα περιγράφει ο ίδιος, χωρίς ουσιαστική ελληνική εμπλοκή στις δικαστικές διαδικασίες. Ο Αρχιεπίσκοπος Συμεών αναφέρει ότι η ελληνική πολιτεία στάθηκε αρωγός στις προσπάθειες της Αδελφότητας, γεγονός που αναγνωρίζουμε. Η στήριξη όμως που παρέχεται μετά τη δημιουργία τετελεσμένων δεν απαντά στο ερώτημα αν υπήρξε έγκαιρη και αποτελεσματική παρέμβαση πριν από αυτά.
Στο τέλος ο κ. Συρίγος καταλήγει ότι παρέλκει κάθε άλλο σχόλιο, αφού συμφώνησαν οι Εκκλησίες. Η ομόφωνη στήριξη των Ορθόδοξων Εκκλησιών έχει ασφαλώς μεγάλη σημασία και δεν αμφισβητείται η ανάγκη ενότητας γύρω από τη Μονή. Δεν αποδεικνύει όμως ότι οι όροι της συμφωνίας είναι οι καλύτεροι δυνατοί. Οι Εκκλησίες μπορεί να έκριναν ότι αυτό ήταν το καλύτερο που μπορούσε να επιτευχθεί υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και μετά τη δικαστική απόφαση του 2025. Λύση ανάγκης μπορεί να είναι, όχι λύση χαράς. Καμία συναίνεση δεν αντικαθιστά ένα κείμενο που οφείλουμε να μπορούμε να διαβάσουμε.
Ο κ. Συρίγος παρουσιάζει ως ιστορική μια συμφωνία ήττας. Πρώτη γραπτή δέσμευση της Αιγύπτου από το 1923 για τέτοιου είδους καθεστώς σε μοναστήρι, μας λένε. Ένα χαρτί όμως μπορεί να είναι και πιστοποιητικό ήττας. Χαρτί υπάρχει και στις νίκες και στις συνθηκολογήσεις. Το ζήτημα είναι τι γράφει, τι κατοχυρώνει και τι αφήνει στα χέρια του άλλου.
Κανείς δεν χρειάζεται να μιλήσει για «προδοσία», δεν είναι. Το μόνο που χρειάζεται είναι να σταματήσουμε να τη λέμε νίκη. Μια Μονή που επιβιώνει και προσεύχεται, χωρίς κυριότητα και με τη γη στα χέρια του αιγυπτιακού κράτους, είναι μια ήττα με όρους επιβίωσης. Ίσως αναγκαία, αλλά ήττα. Η ιστορία θα ρωτήσει πού ήταν η Ελλάδα όταν η Μονή έψαχνε δικηγόρους και όταν δημιουργούνταν τα τετελεσμένα που σήμερα καλείται να αποδεχθεί.
Όποιος πάντως μιλά για ακτινογραφία, ας δείξει πρώτα το φιλμ.
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.


