του Δημητρίου-Μερκουρίου Κόντη*
Εισαγωγή
Στο ελληνικό ζήτημα, κατά την περίοδο της χούντας Ιωαννίδη, ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Henry Kissinger επέλεξε να συνεχίσει μια πολιτική «αποστασιοποίησης», όπως τη χαρακτήριζε το Γραφείο Πληροφοριών και Έρευνας του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ (Bureau of Intelligence and Research, INR). Με άλλα λόγια, η Ουάσιγκτον επεδίωξε μια διαχείριση χαμηλού προφίλ της σχέσης της με το καθεστώς, ώστε να περιοριστεί η άμεση αμερικανική εμπλοκή στα εσωτερικά της Ελλάδας και να αποφευχθούν πιέσεις για άμεση αποκατάσταση της δημοκρατίας. Η λογική αυτής της επιλογής ήταν πρωτίστως στρατηγική και υπηρετούσε τις άμεσες επιδιώξεις του Λευκού Οίκου: να μην διακινδυνεύσει η ήδη εξασφαλισμένη πρόσβαση και οι υφιστάμενες ρυθμίσεις για τις αμερικανικές στρατιωτικές διευκολύνσεις στην Ελλάδα – κάτι που το INR συνέδεε ρητά με τις διαπραγματεύσεις για την αναπροσαρμογή των όρων χρήσης της βάσης στη Σούδα, που ήταν σε εξέλιξη την άνοιξη του 1974, υπογραμμίζοντας ότι η συνέχιση της «αποστασιοποίησης» ήταν αναγκαία.
Ωστόσο, η ίδια η λογική της «αποστασιοποίησης» δεν προστάτευε τις ΗΠΑ από το πολιτικό κόστος, κάτι που το INR κατέγραφε με σαφήνεια: η πολιτική αυτή ήταν αντιδημοφιλής στο ΝΑΤΟ, δημιουργούσε προβλήματα στη διαχείριση του Κογκρέσου που πίεζε για την αποκατάσταση της δημοκρατίας, και -κυρίως- κινδύνευε να εκληφθεί στην Ελλάδα ως σιωπηρή ανοχή ή και στήριξη της δικτατορίας από την Ουάσιγκτον, με πιθανή συνέπεια τη σταδιακή επιδείνωση των αμερικανοελληνικών σχέσεων. Παράλληλα, το INR υιοθετούσε μια σχετικά «αισιόδοξη πρόβλεψη» για την επόμενη μέρα: εκτιμούσε ότι ένα διάδοχο καθεστώς (στρατιωτικό ή πολιτικό) δύσκολα θα στρεφόταν απότομα εναντίον των ΗΠΑ και, αντιθέτως, θα επιζητούσε την αμερικανική στήριξη, ώστε να προσδώσει νομιμοποίηση στην άνοδό του στην εξουσία. Επιπλέον, το INR τόνιζε ότι η άνοδος του Ανδρέα Παπανδρέου ή της Αριστεράς στην εξουσία έπρεπε να θεωρείται απίθανη, αφού ο Στρατός δεν επρόκειτο να την επιτρέψει.

Είναι δε ενδεικτικό ότι, μέσα στη διπλωματική αλληλογραφία της περιόδου, καταγράφονται και οι επιφυλάξεις του Αμερικανού πρεσβευτή στην Αθήνα, Henry J. Tasca, προς την Ουάσιγκτον (Μάιος 1974) για τη διαχείριση του ελληνικού ζητήματος, οι οποίες φωτίζουν εκ των έσω το δίλημμα που ενείχε αυτή η πολιτική και εκ του αποτελέσματος αποδείχθηκαν σχεδόν προφητικές ως προς τη μεταπολιτευτική έξαρση του αντιαμερικανισμού στην Ελλάδα, που ακολούθησε την κυπριακή κρίση.
Η «σιωπηλή πλειοψηφία» του στρατεύματος και σκέψεις για μια ελεγχόμενη μετάβαση
Μετά από το πραξικόπημα της 25ης Νοεμβρίου, το State Department είχε εστιάσει στο ρόλο που θα διαδραμάτιζαν οι μετριοπαθείς και νομιμόφρονες αξιωματικοί, που αποτελούσαν τη «σιωπηλή πλειοψηφία» στον Στρατό. Οι αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών θεωρούσαν από τον Απρίλιο του 1974 ότι, παρόλο που οι μετριοπαθείς αξιωματικοί ένιωθαν αγανάκτηση για την πολιτικοποίηση του στρατιωτικού κατεστημένου και επιθυμούσαν την αποδέσμευση των ενόπλων δυνάμεων από την πολιτική, τάσσονταν υπέρ μιας «περιορισμένης μορφής πολιτικής ελευθερίας». Ο φόβος των μετριοπαθών ήταν ότι μια αλλαγή προς ένα απόλυτα ελεύθερο πολιτικό σκηνικό θα οδηγούσε σε αναρχία και σε μια ανεξέλεγκτη κατάσταση, παρόμοια με εκείνη που προηγήθηκε του στρατιωτικού πραξικοπήματος του 1967. Γι’ αυτό ο Ευάγγελος Αβέρωφ είχε προτείνει στο σχέδιο γέφυρα ένα σύνταγμα, το οποίο θα ήταν «αντι-κομουνιστικό και αντι-Παπανδρέου», τουλάχιστον αυτή ήταν η ερμηνεία του Tasca, όπως θα τη μετέφερε στο State Department τον Αύγουστο του 1974.

Ο δεύτερος σημαντικός παράγοντας που είχαν επισημάνει οι αμερικανικές υπηρεσίες ήταν ότι ο Κωνσταντίνος Καραμανλής δεν θα επέστρεφε στην εξουσία χωρίς εγγυήσεις ότι θα είχε πλήρη ελευθερία κινήσεων στη διακυβέρνηση της χώρας. Ακόμα και οι μετριοπαθείς αξιωματικοί, αν και πιο διαλλακτικοί, θα ήταν δύσκολο να παραμείνουν αμέτοχοι εάν ο Καραμανλής απειλούσε την «αυτονομία του στρατεύματος», ενώ σε κάθε περίπτωση μια πολιτική κυβέρνηση θα έπρεπε να αντιμετωπίσει και τους σκληροπυρηνικούς νεαρούς αξιωματικούς, που αντιδρούσαν σε κάθε πολιτικοποίηση του καθεστώτος.

Ο ίδιος ο Καραμανλής είχε απευθυνθεί στους μετριοπαθείς ήδη από τις 30 Σεπτεμβρίου του 1969 με την επιστολή του προς τη Χούντα που δημοσιεύτηκε και δημοσιοποιήθηκε διεθνώς μέσω της Journal de Genève. Ο Καραμανλής θα επαναλάμβανε την πρόταση-γέφυρα που επεξεργαζόταν από το 1967 προς το στρατιωτικό καθεστώς, ώστε να παραδώσει ειρηνικά την εξουσία, ταυτόχρονα όμως τόνιζε ότι «η αποκατάσταση της Δημοκρατίας δύναται να γίνει κατά δύο τρόπους: είτε δια της αβιάστου αποχωρήσεως της παρούσης Κυβερνήσεως είτε δια της ανατροπής της». Στην ίδια επιστολή προσκαλούσε τους «εξ αγαθής προαιρέσεως συστρατευθέντες» και τις Ένοπλες Δυνάμεις γενικότερα, να ανατρέψουν τη Χούντα, σε περίπτωση που η ίδια δεν θα παρέδιδε την εξουσία οικειοθελώς. Η πρωτοβουλία Καραμανλή είχε την καθολική αποδοχή του πολιτικού κόσμου, ακόμα και του Παπανδρέου. Γρήγορα όμως ο Καραμανλής απογοητεύτηκε με την αναποτελεσματικότητα της παρέμβασής του, καθώς οι μετριοπαθείς στρατιωτικοί στους οποίος και απευθύνονταν δεν προέβησαν σε καμία κίνηση ή αντίδραση εναντίον της Χούντας.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι στο μυαλό του Καραμανλή υπήρχαν δύο δυνατότητες επιστροφής στη δημοκρατική κανονικότητα: η πρώτη και προτιμότερη λύση ήταν το στρατιωτικό καθεστώς να παρέδιδε την εξουσία σε μια έμπειρη και ισχυρή κυβέρνηση, η οποία θα λειτουργούσε ως γέφυρα για την αποκατάσταση της δημοκρατίας εντός ενός εύλογου χρονικού διαστήματος. Επικεφαλής στο όλο εγχείρημα θα ήταν ο ίδιος ο Καραμανλής, ο οποίος θα είχε λευκή επιταγή για να προβεί σε όλες τις απαραίτητες θεσμικές μεταρρυθμίσεις, ώστε να αποφευχθεί στο μέλλον ένα νέο στρατιωτικό πραξικόπημα. Η δεύτερη επιλογή, την οποία ο Καραμανλής υπαινίσσεται στην επιστολή της 30ης Σεπτεμβρίου του 1969, ήταν η βίαιη ανατροπή του καθεστώτος από φιλοβασιλικούς και φιλοκαραμανλικούς αξιωματικούς του ελληνικού στρατού, η οποία όμως θα μπορούσε να οδηγήσει σε έναν νέο ελληνικό εμφύλιο με καταστροφικές επιπτώσεις για την Ελλάδα. Το συγκεκριμένο όμως τμήμα του ελληνικού στρατού διακατεχόταν επίσης και από έντονα φιλοαμερικανικά αισθήματα. Ως αποτέλεσμα, όσο η Ουάσιγκτον συνέχιζε να συνεργάζεται με το στρατιωτικό καθεστώς, οι μετριοπαθείς αξιωματικοί δεν είχαν ισχυρό κίνητρο να επιδιώξουν μια βίαιη ανατροπή της χούντας του Παπαδόπουλου. H αμερικανική στρατιωτική βοήθεια έφθανε στην Αθήνα χωρίς σοβαρά προσκόμματα, παρόλες τις αντιδράσεις του Κογκρέσου -ενώ έως το 1973 η Ελλάδα λάμβανε δωρεάν στρατιωτική βοήθεια (grant aid) από τις ΗΠΑ. Το 1974 η Ελλάδα είχε ενταχθεί στο πλαίσιο των Foreign Military Sales (FMS) και, ήδη από τον Φεβρουάριο του ίδιου οικονομικού έτους, είχαν διατεθεί 50 εκατ. δολάρια σε πιστώσεις FMS για την ελληνική αγορά αεροσκαφών Phantom F-4.

Υπήρχε όμως και μια τρίτη επιλογή, η οποία θα συνδύαζε τα πλεονεκτήματα των δύο προαναφερθεισών λύσεων, χωρίς αιματοχυσίες και εμφύλιους, όπως ακριβώς συνέβη στην Πορτογαλία τον Απρίλιο του 1974 με την «Επανάσταση των Γαρυφάλλων»:
Μια ελεγχόμενη «πολιτικοποίηση» του καθεστώτος, όπου η σταδιακή αποκατάσταση θεσμών και ελευθεριών θα συνδυαζόταν με τη διατήρηση ενός υπολειμματικού -αλλά κρίσιμου- ρόλου των Ενόπλων Δυνάμεων ως δυνητικού ρυθμιστή της ελληνικής πολιτικής σκηνής.
Το INR εκτιμούσε ότι οι ανώτεροι διοικητές της Βόρειας Ελλάδας, εφόσον επικρατούσαν έναντι των «νεαρών σκληροπυρηνικών», θα προσανατολίζονταν σε μια λύση που θα «νομιμοποιούσε» περισσότερο το καθεστώς μέσω της προβολής πολιτικών προσώπων -με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον Καραμανλή- στο προσκήνιο, ενώ οι ίδιοι θα διατηρούσαν την πραγματική επιρροή από τα παρασκήνια.
Ανάλυση της CIA για τις προοπτικές της μεταπολιτευτικής κυβέρνησης, με ημερομηνία 2 Αυγούστου 1974, υπογράμμιζε ότι οι ένοπλες δυνάμεις, παρότι είχαν απαξιωθεί, «παρέμεναν η ισχυρότερη δύναμη στη χώρα», ενώ, σε συνομιλία της 7ης Οκτωβρίου 1974 στο αμερικανικό Πεντάγωνο μεταξύ Kissinger και τότε υπουργού Άμυνας των ΗΠΑ James R. Schlesinger, καθίστατο σαφές ότι η δημοσιοποίηση της υπαναχώρησης από την πρώτη φάση του ελλιμενισμού του 6ου Στόλου στην Ελευσίνα θα εξαρτιόταν από το κατά πόσο ο Στρατός θα αντιδρούσε ή όχι, κάτι που, σύμφωνα με την εκτίμηση του Kissinger, συνδεόταν άμεσα με το μέγεθος του κλονισμού του ηθικού του.
Στην ίδια συνομιλία καταγραφόταν η εκτίμηση του Kissinger ότι ο Καραμανλής ενδέχεται να εξελισσόταν σε μορφή αντίστοιχη με εκείνη του στρατηγού António de Spínola στην πορτογαλική μετάβαση, δηλαδή ως πολιτικό παράγοντα νομιμοποίησης μιας μεταβολής της οποίας οι βασικοί συσχετισμοί θα παρέμεναν -τουλάχιστον προσωρινά- υπό τον έλεγχο του Στρατού.
Χαρακτηριστικό είναι ότι, σε μεταγενέστερη αμερικανική αποτίμηση, ο πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Αθήνα Robert J. McCloskey θεωρούσε πως αυτή η λογική -ο στρατός ως «potential arbiter» (δυνητικός ρυθμιστής) της ελληνικής πολιτικής- δεν είχε εξαλειφθεί πλήρως και εξακολουθούσε να αποτελεί παράγοντα του πολιτικού συστήματος ακόμη και το 1979.

Επίλογος
Η εικόνα αυτή εξηγεί, σε σημαντικό βαθμό, και τη σταθερή απροθυμία του Kissinger να εμπλακεί ανοιχτά στα εσωτερικά της Ελλάδας, καθώς ο Στρατός δεν εμφανιζόταν ως ενιαίο κέντρο εξουσίας, αλλά ως πεδίο σύγκρουσης μεταξύ μετριοπαθών και φιλοδυτικών αξιωματικών, αφενός, και ακραίων αντιδυτικών ή «κανταφικών» στοιχείων, αφετέρου, ενώ οι εντάσεις αυτές κορυφώθηκαν ως απόρροια της κυπριακής κρίσης. Ο ανταγωνισμός αυτός θα είχε, τα επόμενα χρόνια, κομβική σημασία τόσο για τις μετέπειτα επιλογές του Καραμανλή όσο και για την αμερικανική πολιτική στην Ελλάδα, καθώς οι αντιδυτικοί αξιωματικοί θα έβλεπαν στο πρόσωπο του Παπανδρέου τον νέο τους ηγέτη.
Τελικώς, τη λύση στο αδιέξοδο στο ελληνικό ζήτημα δεν την έδωσε η Ουάσιγκτον κυρίως λόγω της επιφυλακτικότητας του Kissinger, αλλά οι ίδιες οι εσωτερικές διεργασίες στο στράτευμα: τα μετριοπαθή στοιχεία ενεργοποιήθηκαν όταν κατέστη σαφές ότι η γραμμή Ιωαννίδη οδηγούσε σε επικίνδυνη κλιμάκωση με την Τουρκία, με ενδεχόμενες καταστροφικές συνέπειες για τη χώρα.
Πρέπει όμως εξ αρχής να διευκρινιστεί ότι η πρόσκληση των «μετριοπαθών» προς τον Καραμανλή να αναλάβει την πρωθυπουργία δεν σήμαινε αυτομάτως ότι θα λειτουργούσε ως «αχυράνθρωπος» ή ότι θα δεσμευόταν να ακολουθήσει, σε κάθε περίπτωση, τη γραμμή που εισηγούνταν οι διαμεσολαβητές της μετάβασης. Αυτό αποδείχθηκε ήδη από τις πρώτες ημέρες της επιστροφής του στην Ελλάδα: παρά τις αρχικές εισηγήσεις του Ευάγγελου Αβέρωφ για μια σταδιακή «αποχουντοποίηση», ο Καραμανλής δεν δεσμεύθηκε να ακολουθήσει τη συγκεκριμένη γραμμή.
Η πρωτοφανής λαϊκή υποδοχή του Καραμανλή κατά την άφιξή του στην Αθήνα του προσέδωσε έναν βαθμό πολιτικής νομιμοποίησης που υπερέβη τις αρχικές παραμέτρους του εγχειρήματος, όπως τις οραματίζονταν ορισμένοι στρατιωτικοί κύκλοι. Ο Αβέρωφ θα μετέφερε στον Tasca στις 26 Ιουλίου 1974 ότι η νέα κυβέρνηση είχε στην πραγματικότητα μεγαλύτερη ισχύ από όση αρχικώς αναμενόταν, η οποία απόρρεε τόσο από την υποδοχή του Καραμανλή όσο και από το ευρύ κυβερνητικό σχήμα, το οποίο εξασφάλιζε και ευρεία πολιτική στήριξη.
Το πόσο ταραχώδης και αβέβαιη όμως παρέμενε η μεταβατική περίοδος αποτυπώνεται και στο γεγονός ότι οι ίδιοι αξιωματικοί της «σιωπηλής πλειοψηφίας» της Βόρειας Ελλάδας, οι οποίοι είχαν συμβάλει καθοριστικά στη μετάβαση του Ιουλίου, δεν υποδέχθηκαν με ενθουσιασμό τον Καραμανλή κατά την επίσκεψή του στο Γ΄ Σώμα Στρατού στις 26 Οκτωβρίου του 1974. Η στάση αυτή συνιστούσε ένδειξη της αυξανόμενης δυσφορίας τους απέναντι στις επιλογές της κυβέρνησης εθνικής ενότητας, η οποία πιθανότατα συνδεόταν με την εκτόπιση του Γεωργίου Παπαδόπουλου και άλλων πρωταιτίων της δικτατορίας στην Κέα, με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ, αλλά και με την επιστροφή του Παπανδρέου στην Ελλάδα και στην ενεργό πολιτική με την ίδρυση του ΠΑΣΟΚ.
*Ο Δημήτριος-Μερκούριος Κόντης είναι υποψήφιος διδάκτορας διπλωματικής ιστορίας της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ.
* Το πλήρες επιστημονικό άρθρο, με βιβλιογραφία και παραπομπές, δημοσιεύθηκε στα Βαλκανικά Σύμμεικτα 23 (2024-25) με τίτλο: «Ο ρόλος των μετριοπαθών αξιωματικών του Ελληνικού Στρατού στην επάνοδο του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην εξουσία». Διαθέσιμο σε ανοικτή πρόσβαση: https://imxa.gr/wp-content/uploads/2026/04/Symmikta-vol-23_full.pdf



Ευχαριστώ-ευχαριστούμε πολύ (οι φιλίστορες, χωρίς να τους εκπροσωπώ ) ,για την ανάρτησή σας αυτή , προϊόν της ερευνητικής σας προσπάθειας .
Και σε εκείνη την 7ετία είχαμε και προσκήνιο και πιο έντονο παρασκήνιο, ειδικά στην μυστηριώδη πτώση και συνεχή σιωπή του Γεωργίου .Παπαδοπούλου στις 25 Νοεμβρίου 1973 και στην πιο μυστηριώδη αδράνεια Κύπρου και Ελλάδος από αρχής μέχρι της 23ης Ιουλίου 1974.
Εάν ”βρείτε φως” να επανέλθετε.
ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΚΑΛΑ .
Σταύρος Αθαν. Ναλμπάντης
Κύριε Ναλμπάντη, σας ευχαριστώ θερμά για το σχόλιό σας και για το ενδιαφέρον σας.
Κατά τη γνώμη μου, η πτώση του Γεωργίου Παπαδοπούλου δεν ήταν τόσο μυστηριώδεις όσο συχνά παρουσιάζεται, καθώς ο ίδιος είχε ήδη ξεκινήσει, μέσω του πειράματος Μαρκεζίνη, τα πρώτα βήματα μιας ελεγχόμενης πολιτικοποίησης του καθεστώτος, εξέλιξη στην οποία αντέδρασαν τα πιο ακραία στοιχεία του στρατεύματος με επικεφαλής τον Ιωαννίδη.
Αντίστοιχα, η αδράνεια της Ελλάδας, ιδίως στις 21-22 Ιουλίου 1974, εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από το γεγονός ότι δεν υπήρχε ένα ενιαίο κέντρο λήψης αποφάσεων, αλλά δύο αντιμαχόμενα κέντρα εξουσίας στην Αθήνα και ένα τρίτο στη Θεσσαλονίκη.
Ακριβώς αυτή την κρίσιμη και σχετικά λιγότερο φωτισμένη περίοδο επιχειρώ να καλύψω πιο αναλυτικά στο εκτενές άρθρο μου, το οποίο δημοσιεύθηκε πρόσφατα στα Βαλκανικά Σύμμεικτα.
Και εγώ ευχαριστώ για την απάντησή σας κύριε Κόντη.
Το μυστηριώδες της πτώσης του ικανού Αρχηγού του Κινήματος το 1967,Γεωργίου Παπαδοπούλου , -που στηρίχθηκε από τις Ένοπλες Δυνάμεις και τα Σώματα Ασφαλείας επί 7ετία-και του εκλεγμένου με δημοψήφισμα και μεγάλο ποσοστό Προέδρου της Ελληνικής Προεδρικής Δημοκρατίας στις 29 Ιουλίου 1973, ο οποίος διόρισε όντας αρμόδιος ο ίδιος τους υπουργούς Εξωτερικών ,Εθνικής Αμύνης και Δημοσίας Τάξεως- ΕΓΚΕΙΤΑΙ στο ότι συνέβη ”αμαχητί” το πρωϊνό της 25ης Νοεμβρίου 1973 και χωρίς αντίδραση και παραιτήσεις των επί 7ετία υποστηρικτών του στρατιωτικών, μαζί με την έκτοτε και μέχρι τις 23 Ιουλίου 1974 σιωπή του, όταν πάντες -ιδίως οι πρώην πολιτικοί-ανησυχούσαν και έκαναν δηλώσεις καθημερινώς, ιδιαίτερα μετά την επιστολή αρχές Ιουλίου 1974 του Προέδρου της Κύπρου Μακαρίου προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Στρατηγό Γκιζίκη.
Το μυστικό της πτώσης και της έκτοτε στάσης του ,αφού δεν άφησε απομνημονεύματα ή προσωπικό ημερολόγιο ΤΟ ΠΗΡΕ ΜΑΖΙ ΤΟΥ.
ΕΓΡΑΨΕ ΟΜΩΣ ΙΣΤΟΡΙΑ και κριτής -όπως όλων των Χριστιανών -θα είναι ο Θεός .
Υ.Γ Νομίζω θέτοντας αυτά τα ερωτήματα δεν παρουσιάζω μυστηριώδη την πτώση του.
Σπάνια τέτοιοι ηγέτες καταργούνται τόσο εύκολα.
Σταύρος Αθαν.Ναλμπάντης