Της καθηγήτριας Εφράτ Αβίβ
Κείμενο Προοπτικής του Κέντρου BESA, αρ. 2.397, 28 Ιουλίου 2026
Σύνοψη
Για πολλά χρόνια, το Αρμενικό Ζήτημα αποτελούσε ένα από τα πιο ευαίσθητα θέματα στις σχέσεις Ισραήλ–Τουρκίας. Μολονότι δεν βρέθηκε ποτέ στον πυρήνα των διμερών σχέσεων, επανερχόταν επανειλημμένα στο προσκήνιο κάθε φορά που εγειρόταν το ζήτημα της αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Αρμενίων.
Το θέμα έφερνε το Ισραήλ αντιμέτωπο με ένα σύνθετο δίλημμα: πώς να εξισορροπήσει τη δέσμευσή του απέναντι στην ιστορική μνήμη και στον αγώνα κατά της άρνησης των γενοκτονιών με τη στρατηγική σημασία των σχέσεών του με την Τουρκία.
Με την πάροδο των ετών, το ισραηλινό υπουργείο Εξωτερικών αντιμετώπισε το ζήτημα κυρίως ως διπλωματικό θέμα με άμεσες επιπτώσεις στις σχέσεις με την Άγκυρα και όχι απλώς ως μια ιστορική ή ηθική αντιπαράθεση.
Η ένταση αυτή, ωστόσο, δεν χαρακτήριζε αποκλειστικά την πολιτική του Ισραήλ. Τα τελευταία χρόνια, η ίδια η Αρμενία έχει υιοθετήσει μια περισσότερο πραγματιστική προσέγγιση, προωθώντας μια διαδικασία εξομάλυνσης των σχέσεών της με την Τουρκία, χωρίς να θέτει ως προϋπόθεση την τουρκική αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων.
Επομένως, το Αρμενικό Ζήτημα αντανακλά μια δυναμική πραγματικότητα, στο πλαίσιο της οποίας τόσο το Ισραήλ όσο και η Αρμενία καλούνται να εξισορροπήσουν την ιστορική μνήμη με τα μεταβαλλόμενα στρατηγικά συμφέροντα.
Η μεταβολή του δημόσιου και πολιτικού διαλόγου στο Ισραήλ γύρω από τη Γενοκτονία των Αρμενίων άρχισε τη δεκαετία του 1990. Κεντρικό πρόσωπο αυτής της αλλαγής υπήρξε ο τότε υπουργός Παιδείας Γιοσί Σαρίτ. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο Σαρίτ έγινε ο πρώτος εν ενεργεία Ισραηλινός υπουργός που συμμετείχε στην επίσημη τελετή μνήμης για τη Γενοκτονία των Αρμενίων στην Ιερουσαλήμ, με αφορμή την 85η επέτειό της.
Στην ομιλία του, τον Απρίλιο του 2000, αναφέρθηκε ρητά στη «Γενοκτονία των Αρμενίων» και δήλωσε την πρόθεσή του να διασφαλίσει ότι οι Ισραηλινοί μαθητές θα διδάσκονταν αυτά τα γεγονότα στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος. Οι ενέργειές του, με τις οποίες για πρώτη φορά ένας εν ενεργεία Ισραηλινός υπουργός εξέφραζε επίσημη δημόσια θέση υπέρ της αναγνώρισης της Γενοκτονίας των Αρμενίων, προκάλεσαν διπλωματικές εντάσεις με την Τουρκία.
Την προσπάθεια συνέχισε στη συνέχεια ο βουλευτής της Κνεσέτ και μετέπειτα πρόεδρος του Ισραήλ Ρεουβέν (Ρούμπι) Ρίβλιν, ο οποίος, μιλώντας από το βήμα της Κνεσέτ, χαρακτήρισε τα γεγονότα του 1915 «γενοκτονία». Από το 2011, στην προσπάθεια συμμετείχαν και άλλα μέλη της Κνεσέτ.
Η διαδικασία αυτή κορυφώθηκε το 2015, όταν η Επιτροπή Παιδείας, Πολιτισμού και Αθλητισμού της Κνεσέτ αναγνώρισε τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Η ισραηλινή κυβέρνηση, ωστόσο, απέφυγε τότε να προχωρήσει σε επίσημη αναγνώριση, κυρίως εξαιτίας στρατηγικών υπολογισμών που σχετίζονταν με τις σχέσεις της με την Τουρκία.
Η ισραηλινή κυβέρνηση δεν επιδεικνύει πλέον αυτή την αυτοσυγκράτηση. Στις 28 Ιουνίου 2026 ενέκρινε ομόφωνα την πρόταση του υπουργού Εξωτερικών Γκίντεον Σάαρ για την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων. Για να αποκτήσει, ωστόσο, η αναγνώριση πλήρη κοινοβουλευτική ισχύ, η απόφαση πρέπει να εγκριθεί με ψηφοφορία στην Κνεσέτ. Σύμφωνα με δημοσιευμένες πληροφορίες, η ψηφοφορία δεν πραγματοποιήθηκε και το θέμα αποσύρθηκε από την ημερήσια διάταξη της Κνεσέτ πριν από την έναρξη της θερινής διακοπής των εργασιών της.
Επικρατεί ευρέως η εκτίμηση ότι το θέμα αποσύρθηκε έπειτα από παρέμβαση της κυβέρνησης του Αζερμπαϊτζάν, το οποίο, εκτός του ότι αποτελεί τον κυριότερο στρατηγικό σύμμαχο της Τουρκίας, εξακολουθεί να βρίσκεται σε παρατεταμένη σύγκρουση με την Αρμενία.
Είναι επίσης εύλογο να υποθέσει κανείς ότι η κίνηση αυτή αντανακλούσε την πρόθεση του Ισραήλ να στείλει το μήνυμα προς την Τουρκία ότι η εχθρική πολιτική της απέναντί του έχει διπλωματικές συνέπειες. Εξηγώντας τη χρονική στιγμή της απόφασης, ο υπουργός Εξωτερικών δήλωσε: «Ποτέ δεν είναι αργά για να πράξεις το σωστό».
Ένα έγγραφο που φυλάσσεται στα Κρατικά Αρχεία του Ισραήλ καταδεικνύει ότι η συζήτηση γύρω από το Αρμενικό Ζήτημα δεν διεξαγόταν μόνο μεταξύ κυβερνήσεων, αλλά και στο εσωτερικό εβραϊκών κοινοτήτων σε ολόκληρο τον κόσμο.
Το έγγραφο υποβλήθηκε στην ισραηλινή κυβέρνηση από τον Τζακ Καμχί, Τούρκο Εβραίο επιχειρηματία και πρώην μέλος του τουρκικού Κοινοβουλίου, ο οποίος επί πολλά χρόνια υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της Άγκυρας στον εβραϊκό κόσμο. Σκοπός του ήταν να πείσει τους αναγνώστες ότι γύρω από τα γεγονότα του 1915 υφίσταται μια ιστορική και νομική αντιπαράθεση και ότι δεν θα έπρεπε να εξαχθεί οριστικό συμπέρασμα χωρίς ολοκληρωμένη ιστορική εξέταση.
Οι Ισραηλινοί υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής κατανοούσαν πλήρως ότι το Αρμενικό Ζήτημα δεν αφορούσε μόνο το παρελθόν αλλά και το παρόν. Αντιλαμβάνονταν επίσης ότι η αντίθεση της Τουρκίας στη διεθνή αναγνώριση δεν βασιζόταν μόνο στην ιστορική ερμηνεία, αλλά και σε ζητήματα εθνικής ταυτότητας και κρατικής ευθύνης, καθώς και σε ανησυχίες σχετικά με ενδεχόμενες νομικές αξιώσεις και απαιτήσεις αποζημιώσεων.
Επομένως, η συζήτηση θεωρήθηκε ότι δεν αφορούσε απλώς αντικρουόμενες ερμηνείες του παρελθόντος, αλλά και τα στρατηγικά συμφέροντα του παρόντος.
Από την πλευρά του, το Ισραήλ υποστήριζε ότι δεν ήταν δική του αρμοδιότητα να επιλύσει μια ιστορική διαμάχη μεταξύ άλλων εθνών, ιδίως όταν μια τέτοια απόφαση θα μπορούσε να προκαλέσει απτή ζημιά στα εθνικά του συμφέροντα.
Το τουρκικό έγγραφο αντανακλούσε επίσης την ανησυχία του Ισραήλ ότι η αναγνώριση του «Αρμενικού Ολοκαυτώματος» θα μπορούσε να υπονομεύσει τη μοναδικότητα του Εβραϊκού Ολοκαυτώματος. Οι Τούρκοι συντάκτες κατέβαλαν επίμονη προσπάθεια να πείσουν το Ισραήλ ότι η Αρμενία επιχειρούσε να εξισώσει το Ολοκαύτωμα των Εβραίων της Ευρώπης με τη μοίρα των Αρμενίων, προειδοποιώντας ότι μια τέτοια αναγνώριση θα δημιουργούσε αυτό που χαρακτήριζαν «χρήσιμο προηγούμενο».
Σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, το τουρκικό αφήγημα επιχείρησε να συγκρίνει την Οθωμανική Αυτοκρατορία πριν από τη γενοκτονία με τη Γερμανία της δεκαετίας του 1930, προκειμένου να καταδείξει ότι, πριν από τα γεγονότα του 1915, οι μειονότητες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία δεν είχαν υποστεί συστηματικές διώξεις.
Στο έγγραφο διατυπωνόταν, επίσης, ο ισχυρισμός ότι Τούρκοι διπλωμάτες που υπηρετούσαν στην Ευρώπη είχαν σώσει Εβραίους από τις ναζιστικές διώξεις. Μεταξύ αυτών αναφερόταν ο Σελαχατίν Ουλκιουμέν, τον οποίο το Γιαντ Βασέμ αναγνώρισε το 1989 ως έναν από τους «Δίκαιους των Εθνών». Επιπλέον, το έγγραφο υπογράμμιζε ότι η Τουρκία υπήρξε η πρώτη χώρα με μουσουλμανική πλειονότητα που αναγνώρισε το κράτος του Ισραήλ, το 1949.
Σε ολόκληρο το έγγραφο, η Τουρκία επιχειρούσε να πείσει το Ισραήλ ότι το Αρμενικό Ζήτημα αποτελούσε ιστοριογραφική και όχι πολιτική διαμάχη και ότι δεν υπήρχε ευρεία επιστημονική συναίνεση ως προς το εάν τα γεγονότα του 1915 θα έπρεπε να χαρακτηριστούν γενοκτονία.
Παράλληλα με αυτά τα ιστορικά επιχειρήματα, το έγγραφο περιέχει και μια σαφή ηθική έκκληση προς τους Εβραίους αναγνώστες του. Οι συντάκτες του υποστηρίζουν ότι ο εβραϊκός λαός, έχοντας βιώσει το Ολοκαύτωμα, κατανοεί καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον τη σημασία της εθνικής καταστροφής και των διώξεων. Για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με το έγγραφο, θα έπρεπε να αποφεύγει την εξαγωγή ιστορικών συμπερασμάτων χωρίς να έχει προηγηθεί κριτική εξέταση όλων των διαθέσιμων στοιχείων.
Με άλλα λόγια, οι Τούρκοι συντάκτες προσπάθησαν να αξιοποιήσουν τις ιστορικές και ηθικές ευαισθησίες του εβραϊκού λαού, προκειμένου να τον πείσουν να μη συμμετάσχει στην αρμενική εκστρατεία για την αναγνώριση, αλλά να υποστηρίξει τη συνέχιση της ιστορικής έρευνας και να αποφύγει αποφάσεις που υπαγορεύονται από πολιτικά κίνητρα.
Στην πράξη, η Άγκυρα επιδίωκε να παρουσιάσει τον εαυτό της ως ένα κράτος φιλικό τόσο προς το Ισραήλ όσο και προς τον εβραϊκό λαό και, ως εκ τούτου, ως μια χώρα που άξιζε την υποστήριξή τους ακόμη και όταν δεχόταν διεθνή κριτική.
Υπό αυτή την έννοια, το έγγραφο δεν αποτελεί απλώς μια προσπάθεια υπεράσπισης του τουρκικού αφηγήματος σχετικά με τα γεγονότα του 1915. Αποτελεί επίσης μέρος μιας ευρύτερης διπλωματικής προσπάθειας για τη διατήρηση της στρατηγικής συμμαχίας της Τουρκίας με το Ισραήλ και την αξιοποίηση της επιρροής των εβραϊκών οργανώσεων στις Ηνωμένες Πολιτείες και στην ευρύτερη διεθνή σκηνή. Το Αρμενικό Ζήτημα παρουσιάζεται, επομένως, ως δοκιμασία της αφοσίωσης των φίλων της Τουρκίας.
Την ίδια στιγμή, το Ισραήλ ήταν υποχρεωμένο να αντιμετωπίσει τις πιέσεις που ασκούσαν εβραϊκές οργανώσεις σε ολόκληρο τον κόσμο. Ορισμένες υποστήριζαν τη θέση της κυβέρνησης, επιθυμώντας να διαφυλαχθεί η στρατηγική σχέση του Ισραήλ με την Τουρκία. Άλλες, ωστόσο, υποστήριζαν ότι η ηθική ευθύνη επέβαλλε την αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων.
Η υποστήριξη προς την τουρκική θέση απέρρεε από τη μεγάλη στρατηγική σημασία που αποδιδόταν στις σχέσεις με την Τουρκία. Ιδιαίτερα κατά τη δεκαετία του 1990 και τις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι σχέσεις αυτές θεωρούνταν ζωτικής σημασίας για την ασφάλεια και την περιφερειακή θέση του Ισραήλ. Σε αυτό το πλαίσιο, το Αρμενικό Ζήτημα παραμερίστηκε και υποτάχθηκε σε ευρύτερους υπολογισμούς της εξωτερικής πολιτικής.
Συνολικά, τα αρχειακά έγγραφα καταδεικνύουν ότι, στα μάτια του ισραηλινού υπουργείου Εξωτερικών, η Γενοκτονία των Αρμενίων δεν αποτελούσε απλώς μια ιστορική αντιπαράθεση. Αποτελούσε δοκιμασία της ικανότητας του Ισραήλ να εξισορροπεί τις ηθικές του δεσμεύσεις με τα στρατηγικά του συμφέροντα.
Αυτό εξηγεί τη σταθερή πολιτική που ακολούθησε το Ισραήλ επί πολλά χρόνια. Η πολιτική αποχής από την επίσημη αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων δεν μεταβλήθηκε ακόμη και όταν ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν αναγνώρισε επισήμως τη Γενοκτονία των Αρμενίων στις 24 Απριλίου 2021, Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας των Αρμενίων.
Μολονότι η πρόσφατη αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων από το Ισραήλ έχει σημαντική συμβολική και ιστορική βαρύτητα, είναι απίθανο να μεταβάλει ριζικά τις σχέσεις του Ισραήλ με την Τουρκία, την Αρμενία —η οποία δεν αντέδρασε επισήμως στην ισραηλινή αναγνώριση— ή το Αζερμπαϊτζάν.
Οι δίαυλοι επικοινωνίας μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας παραμένουν ανοιχτοί. Η συνεχιζόμενη παρουσία Τούρκων διπλωματών στο Ισραήλ υποδηλώνει ότι η Άγκυρα δεν ενδιαφέρεται να διακόψει πλήρως τις σχέσεις και προτιμά να αφήσει ανοιχτή την πόρτα για μια μελλοντική συμφιλίωση — τουλάχιστον έως ότου το ζήτημα εγκριθεί επισήμως από την Κνεσέτ, εφόσον τελικά πραγματοποιηθεί μια τέτοια ψηφοφορία.
Το Ισραήλ θα πρέπει επίσης να εξετάσει εάν η αναγνώριση θα παραμείνει απλώς μια συμβολική πολιτική διακήρυξη ή εάν θα αποτυπωθεί στο εκπαιδευτικό σύστημα, στην ακαδημαϊκή έρευνα, στις τελετές μνήμης και στον δημόσιο διάλογο. Στη δεύτερη περίπτωση, θα μετατρεπόταν σε μια ουσιαστική απόφαση βασισμένη σε αξίες, με μακροπρόθεσμη σημασία.
Είναι επίσης πιθανό το Ισραήλ να κληθεί να αντιμετωπίσει πρόσθετα ερωτήματα σχετικά με την αναγνώριση και άλλων γενοκτονιών που διαπράχθηκαν υπό οθωμανική κυριαρχία, συμπεριλαμβανομένων της Γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου και της Γενοκτονίας των Ασσυρίων, γνωστής ως Σάιφο.
Ένα τελευταίο και εξίσου σημαντικό σημείο είναι ότι, από το 2022, η Τουρκία και η Αρμενία συμμετέχουν σε μια σταδιακή διαδικασία εξομάλυνσης των σχέσεών τους μέσω ειδικών απεσταλμένων. Η διαδικασία αυτή επιταχύνθηκε κατά το τελευταίο έτος και περιλαμβάνει πρακτικά μέτρα, όπως η αποκατάσταση και η επαναλειτουργία της ιστορικής σιδηροδρομικής γραμμής μεταξύ Καρς και Γκιουμρί, η αναστήλωση της γέφυρας του Ανί πάνω από τον ποταμό Αχουριάν, στα σύνορα των δύο χωρών, καθώς και η ολοκλήρωση των προετοιμασιών για την επανέναρξη του απευθείας εμπορίου.
Μολονότι εξακολουθεί να πρόκειται περισσότερο για μια διαδικασία οικοδόμησης εμπιστοσύνης παρά για πλήρη εξομάλυνση, η ίδια η Αρμενία είναι πλέον διατεθειμένη να συμμετάσχει σε διάλογο με την Άγκυρα χωρίς να θέτει ως προϋπόθεση την τουρκική αναγνώριση της Γενοκτονίας των Αρμενίων.
Με αυτόν τον τρόπο, έχει επιλέξει, τουλάχιστον προς το παρόν, να δώσει προτεραιότητα στα στρατηγικά συμφέροντα έναντι της ιστορικής μνήμης. Εφόσον συμβαίνει αυτό, είναι άραγε ο πολιτικός πραγματισμός θεμιτός όταν τον ακολουθεί η Αρμενία, αλλά απαράδεκτος όταν το Ισραήλ υιοθετεί την ίδια προσέγγιση;
Η καθηγήτρια Εφράτ Αβίβ είναι ανώτερη ερευνήτρια στο Κέντρο Στρατηγικών Μελετών Μπέγκιν–Σαντάτ (BESA Center) και αναπληρώτρια καθηγήτρια στο Τμήμα Γενικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Μπαρ-Ιλάν.


