Σοβαρές ευθύνες στην κυβέρνηση του Έντι Ράμα για την κλιμάκωση της κοινωνικής και πολιτικής κρίσης στην Αλβανία αποδίδει ο διεθνής αναλυτής Γκάμπριελ Πάρτος, χαρακτηρίζοντας τις συνεχιζόμενες διαδηλώσεις τη μεγαλύτερη πρόκληση που έχει αντιμετωπίσει ο Αλβανός πρωθυπουργός στα 13 χρόνια παραμονής του στην εξουσία. Παράλληλα, αμφισβητεί ευθέως την κυβερνητική επιχειρηματολογία περί ξένων παρεμβάσεων, επισημαίνοντας ότι τα πραγματικά αίτια της αναταραχής βρίσκονται στα προβλήματα που αντιμετωπίζει η αλβανική κοινωνία.
Ο πρώην αναλυτής του BBC για την Κεντρική και Νοτιοανατολική Ευρώπη και του Economist Intelligence Unit, μιλώντας στον δημοσιογράφο Μουχαμέντ Βελίου του Top Channel, περιγράφει μία χώρα στην οποία η διαφθορά, το υψηλό κόστος ζωής, οι οικονομικές δυσκολίες των φοιτητών και η έλλειψη επαγγελματικών προοπτικών έχουν δημιουργήσει συνθήκες βαθιάς δυσαρέσκειας.
Σύμφωνα με τον Πάρτος, οι κινητοποιήσεις που εξελίσσονται τις τελευταίες ημέρες σε ολόκληρη την Αλβανία, με επίκεντρο τα Τίρανα, αποτελούν συνέχεια της «Επανάστασης των Φλαμίνγκο», ενός κινήματος διαμαρτυρίας που βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και μήνες. Η έκταση των συγκεντρώσεων και τα πρωτοφανή, κατά την εκτίμησή του, επίπεδα βίας δείχνουν ότι η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με μία κρίση που δεν μπορεί πλέον να υποβαθμίζει.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στα αιτήματα των νέων, οι οποίοι καλούνται να αντιμετωπίσουν υψηλό κόστος σπουδών και διαβίωσης, χωρίς να διακρίνουν αντίστοιχες δυνατότητες επαγγελματικής αποκατάστασης. Όπως επισημαίνει, η κατάσταση αυτή τροφοδοτεί τη μαζική μετανάστευση μορφωμένων Αλβανών προς άλλες ευρωπαϊκές χώρες, στερώντας από την Αλβανία σημαντικό μέρος του ανθρώπινου δυναμικού της.
Στο επίκεντρο της κριτικής του βρίσκεται η διαφθορά, την οποία χαρακτηρίζει χρόνιο πρόβλημα της αλβανικής κοινωνίας, παρά τις προσπάθειες του δικαστικού συστήματος να την αντιμετωπίσει. Η δυσαρέσκεια εντείνεται, σύμφωνα με τον αναλυτή, από τις σοβαρές κατηγορίες διαφθοράς που αντιμετωπίζουν πρώην υψηλόβαθμα κυβερνητικά στελέχη, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω την πολιτική θέση του πρωθυπουργού.
Ο Πάρτος απορρίπτει την προσπάθεια του Ράμα να αποδώσει τις ταραχές σε «ξένα χέρια». Παρότι αναγνωρίζει ότι η Ρωσία επιδιώκει να αποδυναμώσει την Ευρωπαϊκή Ένωση και να εμποδίσει τη διεύρυνσή της στα Δυτικά Βαλκάνια, υπογραμμίζει ότι δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ώστε οι σημερινές διαδηλώσεις να αποδοθούν σε εξωτερικούς παράγοντες.
«Δεν πιστεύω ότι για όσα προκάλεσαν αυτές τις διαδηλώσεις πρέπει να κατηγορούνται ξένοι παράγοντες από άλλες χώρες», δηλώνει χαρακτηριστικά, ξεκαθαρίζοντας ότι ακόμη και η πιθανότητα ξένης παρέμβασης δεν αναιρεί τις πραγματικές αιτίες της κοινωνικής δυσαρέσκειας.
Αναφερόμενος προσωπικά στον Έντι Ράμα, ο διεθνής αναλυτής υποστηρίζει ότι έχει μετατραπεί σε «θύμα της προσωπικής του επιτυχίας». Η τέταρτη εκλογική του νίκη και η μακροχρόνια κυριαρχία του στην πολιτική ζωή της χώρας δεν τον προστατεύουν πλέον από την αυξανόμενη αμφισβήτηση. Αντίθετα, όπως εξηγεί, ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας θεωρεί τον ίδιο υπεύθυνο για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει.
Ο Πάρτος επισημαίνει ότι ο Αλβανός πρωθυπουργός πρέπει να εγκαταλείψει την πρακτική της υποβάθμισης των αιτημάτων των διαδηλωτών και να προχωρήσει σε ουσιαστικό διάλογο. Κατά την εκτίμησή του, η κυβέρνηση δεν αντιμετώπισε με την απαιτούμενη σοβαρότητα τις διαμαρτυρίες των προηγούμενων μηνών, επιτρέποντας στη δυσαρέσκεια να συσσωρευτεί και να οδηγήσει στη σημερινή έκρηξη.
Η κριτική του, ωστόσο, επεκτείνεται και στην αλβανική αντιπολίτευση. Όπως σημειώνει, πολλοί διαδηλωτές εκφράζουν την ίδια δυσαρέσκεια τόσο απέναντι στο κυβερνών Σοσιαλιστικό Κόμμα όσο και απέναντι στο Δημοκρατικό Κόμμα του Σαλί Μπερίσα, αρνούμενοι να ταυτιστούν με οποιονδήποτε από τους δύο πολιτικούς σχηματισμούς.
Σύμφωνα με τον Πάρτος, η σημερινή κινητοποίηση στρέφεται συνολικά εναντίον του πολιτικού συστήματος που έχει κυβερνήσει τη χώρα τις τελευταίες δεκαετίες. Η αντιπολίτευση, παρά τη στήριξη που έχει εκφράσει στις διαδηλώσεις, δεν έχει καταφέρει να αποκτήσει ουσιαστικό ρόλο στην εκπροσώπηση των αιτημάτων ή στην αναζήτηση διαπραγματευτικής λύσης.
Ο αναλυτής αποδίδει αυτή την αδυναμία στις εσωτερικές διαφωνίες της αντιπολίτευσης, οι οποίες, όπως εκτιμά, επέτρεψαν στον Ράμα να διατηρήσει την πολιτική του κυριαρχία επί 13 χρόνια. Επισημαίνει μάλιστα ότι η αντιπολίτευση δεν έχει πείσει πως μπορεί να προσφέρει μία αξιόπιστη εναλλακτική διακυβέρνησης, να διαμορφώσει ένα ευρύτερο μέτωπο πολιτικών δυνάμεων ή να προωθήσει μία λύση μέσω κυβέρνησης τεχνοκρατών.
Η απουσία συγκροτημένης πολιτικής ηγεσίας στις διαδηλώσεις, σύμφωνα με τον Πάρτος, αποτελεί παράγοντα αδυναμίας για το κίνημα και ενδέχεται να διευκολύνει τον πρωθυπουργό να ξεπεράσει την κρίση, όπως συνέβη τους προηγούμενους μήνες. Ωστόσο, προειδοποιεί ότι η σημερινή κατάσταση είναι πλέον περισσότερο σύνθετη και οι πιέσεις προς την κυβέρνηση σημαντικά μεγαλύτερες.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στην αστυνομική αντιμετώπιση των κινητοποιήσεων, τονίζοντας ότι η διατήρηση της δημόσιας τάξης πρέπει να γίνεται με σεβασμό στην αρχή της αναλογικότητας. Επικαλείται την παρέμβαση της Αντιπροσωπείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στα Τίρανα, η οποία υπογράμμισε ότι οι δυνάμεις ασφαλείας δεν πρέπει να χρησιμοποιούν περισσότερη βία από την απολύτως αναγκαία, ακόμη και όταν διαδηλωτές εμπλέκονται σε βίαια επεισόδια.
Παράλληλα, ο Πάρτος προειδοποιεί ότι η παρατεταμένη αστάθεια ενδέχεται να επηρεάσει ολόκληρη την περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων. Εκτιμά ότι η ενίσχυση της κοινωνικής πόλωσης και του εθνικισμού αποτελεί ευρύτερο κίνδυνο, ιδιαίτερα σε μία περίοδο κατά την οποία η δυσαρέσκεια καταγράφεται σε πολλές ευρωπαϊκές κοινωνίες.
Σημαντικές μπορεί να είναι και οι συνέπειες για την ευρωπαϊκή πορεία της Αλβανίας. Ο αναλυτής θεωρεί ότι η συνέχιση της πολιτικής κρίσης και των βίαιων επεισοδίων ενδέχεται να καθυστερήσει την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά τον στόχο της κυβέρνησης Ράμα για ολοκλήρωση της διαδικασίας έως το 2030.
Το μήνυμα της παρέμβασής του είναι σαφές. Η αλβανική κυβέρνηση καλείται να αντιμετωπίσει τα πραγματικά προβλήματα που κινητοποιούν τους πολίτες, να συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις στο κράτος δικαίου και να ενισχύσει την καταπολέμηση της διαφθοράς. Η επίκληση εξωτερικών εχθρών δεν μπορεί, σύμφωνα με την ανάλυσή του, να υποκαταστήσει την πολιτική ευθύνη για την κοινωνική δυσαρέσκεια ούτε να δώσει απαντήσεις στη νέα γενιά που διεκδικεί ένα διαφορετικό μέλλον.



