Του Αμπντουλάχ Μποζκούρτ | Στοκχόλμη
Nordic Monitor — 15 Οκτωβρίου 2026
Ένας λογαριασμός κρυπτονομισμάτων Τούρκου υπηκόου, ανταλλακτήρια χρημάτων που λειτουργούν στην Κωνσταντινούπολη και τουρκικοί τραπεζικοί δίαυλοι που φέρονται να χρησιμοποιήθηκαν για τη διακίνηση εσόδων από το ιρανικό πετρέλαιο περιλαμβάνονται σε εκτενή αγωγή στις ΗΠΑ, η οποία κατηγορεί την Binance ότι συνέβαλε στη χρηματοδότηση της Χαμάς και άλλων οργανώσεων που υποστηρίζονται από το Ιράν. Η αγωγή τοποθετεί την Τουρκία σε αρκετά αλληλοσυνδεόμενα χρηματοοικονομικά δίκτυα που περιγράφουν οι ενάγοντες.
Το δικόγραφο των 396 σελίδων, που κατατέθηκε στις 10 Ιουνίου 2026 στο Ομοσπονδιακό Περιφερειακό Δικαστήριο της Βόρειας Ντακότα, υποστηρίζει ότι λογαριασμοί που χρησιμοποιούνταν από την Τουρκία διακίνησαν δεκάδες εκατομμύρια δολάρια σε κρυπτονομίσματα, πραγματοποιώντας συναλλαγές με δίκτυα συνδεδεμένα με τη Χαμάς, τη Χεζμπολάχ, την Παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ και το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν.
Εναγόμενοι είναι η Binance Holdings Limited, ο ιδρυτής και πρώην διευθύνων σύμβουλός της, Τσανγκπένγκ Ζάο, και η συνιδρύτρια Γκουανγκγίνγκ «Χέινα» Τσεν. Στους ενάγοντες περιλαμβάνονται Αμερικανοί υπήκοοι και οικογένειες ανθρώπων που σκοτώθηκαν, τραυματίστηκαν ή κρατήθηκαν όμηροι κατά τις επιθέσεις της Χαμάς στο Ισραήλ στις 7 Οκτωβρίου 2023 και σε μεταγενέστερες επιθέσεις.
Μία από τις πιο συγκεκριμένες διασυνδέσεις με την Τουρκία αφορά τον Μουχάμεντ Αμπντουλραχμάν, ο οποίος προσδιορίζεται στο δικόγραφο ως Τούρκος υπήκοος, ηλικίας 21 ετών όταν άνοιξε λογαριασμό στην Binance τον Φεβρουάριο του 2021.
Σύμφωνα με τους ενάγοντες, στον λογαριασμό καταγράφηκαν καταθέσεις και αναλήψεις κρυπτονομισμάτων συνολικού ύψους άνω των 33 εκατομμυρίων δολαρίων μέσα σε δέκα μήνες. Το δικόγραφο αναφέρει ότι η ισραηλινή Εθνική Υπηρεσία Καταπολέμησης της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας (NBCTF) ενέταξε τον λογαριασμό, τον Δεκέμβριο του 2021, σε κατάλογο σχετικό με το δίκτυο Al-Mutahadun for Exchange. Υποστηρίζει ότι ο λογαριασμός μετέφερε χρήματα σε άλλους λογαριασμούς του ίδιου δικτύου και είχε συναλλαγές με ψηφιακά πορτοφόλια που συνδέονταν, μέσω συναλλαγών, με την εταιρεία BuyCash, η οποία φέρεται να σχετίζεται με τη Χαμάς, καθώς και με πορτοφόλια συνδεδεμένα με τη Χεζμπολάχ.
Οι ενάγοντες περιγράφουν επίσης έναν λογαριασμό στο όνομα του Φάγεζ Ιμάντ Φάγεζ Αλχαζεντάρ, ο οποίος προσδιορίζεται ως κάτοικος της Γάζας, αλλά ο λογαριασμός του φέρεται να χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά από την Τουρκία. Μεταξύ Μαρτίου και Οκτωβρίου 2021 καταγράφηκαν 2.133 συνδέσεις από την Τουρκία, καθώς και καταθέσεις και αναλήψεις συνολικού ύψους περίπου 46 εκατομμυρίων δολαρίων.
Η αγωγή χαρακτηρίζει τον λογαριασμό ως ενδιάμεσο δίαυλο διακίνησης χρημάτων. Αναφέρει ότι κατά τον πρώτο μήνα λειτουργίας του εισήλθαν περίπου 4,5 εκατομμύρια δολάρια και αναλήφθηκε σχεδόν ισόποσο ποσό, με αντίστοιχα μοτίβα κατά τους επόμενους μήνες.
Το δικόγραφο της αστικής αγωγής που κατατέθηκε κατά της Binance στις ΗΠΑ στις 10 Ιουνίου 2026 περιγράφει φερόμενες συναλλαγές κρυπτονομισμάτων με διασυνδέσεις στην Τουρκία, στις οποίες εμπλέκονται η Χαμάς, η Χεζμπολάχ και οι Φρουροί της Ισλαμικής Επανάστασης του Ιράν.
Μεγάλο μέρος αυτής της δραστηριότητας φέρεται να αφορούσε μεταφορές μεταξύ πελατών της Binance μέσω του εσωτερικού λογιστικού συστήματος της πλατφόρμας. Σε αντίθεση με τις συναλλαγές που καταγράφονται σε μια δημόσια αλυσίδα συστοιχιών —blockchain—, οι συγκεκριμένες μεταφορές δεν είναι δημόσια ορατές με τον ίδιο τρόπο. Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η Binance μπορούσε να διαπιστώσει τις σχέσεις μεταξύ των λογαριασμών και συνέχισε να τους εξυπηρετεί παρά τις προειδοποιητικές ενδείξεις.
Ένας άλλος λογαριασμός, στο όνομα του Χάντι Γκοζλάν, Σύρου υπηκόου που χρησιμοποιούσε διαβατήριο της Δομινίκας, φέρεται να χρησιμοποιούνταν κυρίως από την Τουρκία και να κατέγραψε εισερχόμενες και εξερχόμενες συναλλαγές συνολικού ύψους άνω των 52 εκατομμυρίων δολαρίων μέσα σε οκτώ μήνες. Σύμφωνα με την αγωγή, ο κάτοχός του δήλωνε ότι δραστηριοποιούνταν στον χώρο των κοσμημάτων και του χρυσού, ενώ η NBCTF ενέταξε τον λογαριασμό τον Δεκέμβριο του 2021 στο ίδιο δίκτυο ανταλλαγής χρημάτων.
Οι διασυνδέσεις με την Τουρκία εκτείνονται πέρα από τους ατομικούς λογαριασμούς και περιλαμβάνουν επιχειρήσεις ανταλλαγής χρημάτων. Το δικόγραφο κατονομάζει τον Χαλντούν αλ Νταν ως ιδιοκτήτη της al-Kahira Exchange, με έδρα την Κωνσταντινούπολη, και αναφέρει ότι το Ισραήλ χαρακτήρισε την επιχείρηση στις 3 Δεκεμβρίου 2025 ως προέκταση ή διάδοχο της Dubai Company for Exchange, η οποία εδρεύει στη Γάζα.
Σύμφωνα με τη σχετική ισραηλινή απόφαση, όπως περιγράφεται στην αγωγή, η al-Kahira δραστηριοποιούνταν στην Τουρκία και στη Γάζα και χρησιμοποιούνταν από τη Χαμάς και την Παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ για τη μεταφορά χρημάτων με σκοπό τη χρηματοδότηση τρομοκρατικών δραστηριοτήτων.
Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι η Dubai Company for Exchange πραγματοποίησε συναλλαγές κρυπτονομισμάτων με λογαριασμούς της Binance ύψους τουλάχιστον 22 εκατομμυρίων δολαρίων πριν από τις 7 Οκτωβρίου 2023 και τουλάχιστον 26 εκατομμυρίων δολαρίων μετά την ημερομηνία αυτή.
Μια ακόμη διασύνδεση με την Τουρκία αφορά τις χρηματοοικονομικές επιχειρήσεις της οικογένειας Σαμλάχ. Το δικόγραφο αναπαράγει ανακοίνωση επιβολής κυρώσεων του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, με ημερομηνία 22 Ιανουαρίου 2024, η οποία προσδιορίζει τις Al-Markaziya Li-Siarafa και Arab China Trading Company ως επιχειρήσεις με έδρα τη Γάζα και την Τουρκία, ιδιοκτησίας του Ζουχάιρ Σαμλάχ.
Η ανακοίνωση του υπουργείου Οικονομικών που παρατίθεται στην αγωγή περιγράφει την Al-Markaziya, πρώην Al-Mutahadun for Exchange, ως επιχείρηση που διευκόλυνε τη μεταφορά δεκάδων εκατομμυρίων δολαρίων από τη Δύναμη Κουντς των Φρουρών της Επανάστασης προς τη Χαμάς και την Παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ. Κατονομάζει τον Αλάα Σαμλάχ ως τον μοναδικό υπάλληλο και διοικητικό στέλεχος του τουρκικού υποκαταστήματος της Al-Markaziya και αναφέρει ότι ο ίδιος και ο Άχμεντ Σαμλάχ εμπλέκονταν στη μεταφορά χρημάτων προς τη Χαμάς.

Ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν υποδέχθηκε τον πρόεδρο του Συμβουλίου Σούρα της Χαμάς, Μοχάμεντ Ισμαήλ Νταρουίς, και την αντιπροσωπεία του στο προεδρικό μέγαρο στην Άγκυρα, τον Ιανουάριο του 2025.
Η Τουρκία εμφανίζεται επίσης στο τμήμα της αγωγής που αφορά τη νομιμοποίηση εσόδων από το ιρανικό πετρέλαιο μέσω των Zedcex και Zedxion, επιχειρήσεων τις οποίες οι ενάγοντες συνδέουν με τον Ιρανό επιχειρηματία Μπαμπάκ Ζαντζανί.
Επικαλούμενο δημοσιεύματα, το δικόγραφο υποστηρίζει ότι παράνομα έσοδα από το ιρανικό πετρέλαιο διοχετεύθηκαν μέσω τουρκικών τραπεζών στη Zedcex και στη συνέχεια σε λογαριασμό της Binance που ανήκε στη θυγατρική της στο Ντουμπάι. Ο συγκεκριμένος λογαριασμός χρησιμοποιούσε τραπεζικούς λογαριασμούς στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και στην Τουρκία με ονόματα όπως Zedpay Digital Software System, ZEDX DMCC, BZ Group και Solmaz Bani.
Σε ένα ξεχωριστό φερόμενο δίκτυο λαθρεμπορίου χρυσού, η αγωγή κατονομάζει την Τουρκία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ως προορισμούς χρυσού από τη Βενεζουέλα που συνδεόταν με τον Ράεντ Αμπίμπ Χαμπίμπ, Σύρο υπήκοο με έγγραφα ταυτοποίησης της Βενεζουέλας. Υποστηρίζει ότι το δίκτυο χρησιμοποιούσε την Binance για τον διακανονισμό συναλλαγών χρυσού προς όφελος της Χεζμπολάχ και των Φρουρών της Επανάστασης. Ο λογαριασμός του Χαμπίμπ φέρεται να χρησιμοποιούνταν από την Τουρκία, μεταξύ πολλών άλλων χωρών.
Συνολικά, οι καταγγελίες περιγράφουν την Τουρκία ως τόπο λειτουργίας ανταλλακτηρίων, πρόσβασης σε λογαριασμούς, διενέργειας τραπεζικών συναλλαγών και εμπορίας χρυσού, στο πλαίσιο αλληλεπικαλυπτόμενων δικτύων. Οι ενάγοντες υποστηρίζουν ότι τα μοτίβα συναλλαγών των λογαριασμών, οι συνδέσεις τους με οντότητες που είχαν ενταχθεί σε καταλόγους κυρώσεων και η συνεχιζόμενη πρόσβασή τους στην Binance αποτελούσαν μέρος μιας χρηματοοικονομικής υποδομής που παρείχε ουσιαστική συνδρομή σε τρομοκρατικές οργανώσεις. Ζητούν αποζημιώσεις, τον προβλεπόμενο από τον νόμο τριπλασιασμό τους, κάλυψη των δικαστικών εξόδων και εκδίκαση της υπόθεσης από σώμα ενόρκων.
Τα δίκτυα των Φρουρών της Επανάστασης, της Χαμάς και της Παλαιστινιακής Ισλαμικής Τζιχάντ έχουν λειτουργήσει ελεύθερα στην Τουρκία, αξιοποιώντας τον χρηματοοικονομικό, τραπεζικό και επιχειρηματικό τομέα της χώρας, ενώ η κυβέρνηση του ισλαμιστή προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η οποία υποστηρίζει ανοιχτά τη Χαμάς, έχει επιτρέψει να συνεχίζονται ανεμπόδιστα αυτές οι δραστηριότητες. Δεν έχει κινηθεί καμία νομική διαδικασία κατά της παράνομης χρηματοδότησης των δικτύων της Χαμάς στην Τουρκία. Η τελευταία ποινική έρευνα για το τουρκικό δίκτυο της Δύναμης Κουντς, γνωστό ως Tevhid Selam, παρεμποδίστηκε από την κυβέρνηση το 2014, επιτρέποντας σε Ιρανούς πράκτορες και στους Τούρκους συνεργάτες τους να παραμείνουν ελεύθεροι.


