του Παντελή Σαββίδη
Το ερώτημα αν η δημοσιογραφία έχει μέλλον, και ποιο είναι αυτό, πλανάται απειλητικά. Για όσους σκέφτονται πιο ψύχραιμα, πέρα από την πρώτη συναισθηματική αντίδραση, το πρόβλημα δεν είναι μόνο εργασιακό. Είναι, πρωτίστως, πρόβλημα δημοκρατίας. Γιατί, όσο κι αν έχουν εκφυλιστεί τα ΜΜΕ, ιδίως στην Ελλάδα, η πολυφωνική ύπαρξή τους παραμένει στοιχείο της δημοκρατίας. Οι δημοσιογράφοι που θέλουν πραγματικά να υπηρετήσουν την ενημέρωση εντοπίζουν κάποιες ρωγμές στο σύστημα και τις αξιοποιούν προς όφελός της. Και χωρίς ενημέρωση δημοκρατία δεν υπάρχει. Υποτίθεται ότι στις δημοκρατίες ο πολίτης κρίνει κατά βούληση, αφού προηγουμένως έχει ενημερωθεί.
Είναι αλήθεια ότι στη φάση όπου βρισκόμαστε υπάρχει σοβαρό πρόβλημα με την ενημέρωση και τον ρόλο των ΜΜΕ, από τη στιγμή που πολλά από αυτά έχουν εξαγοραστεί από κεφαλαιούχους με ποικίλες άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες, οι οποίοι χρησιμοποιούν τα μέσα για ίδιους σκοπούς. Αυτή είναι μια πραγματικότητα που, σε ώριμες δημοκρατικές κοινωνίες, αναλαμβάνει να αντιμετωπίσει η ίδια η κοινωνία, διότι η εξουσία πάντοτε επιδιώκει να χειραγωγεί την ενημέρωση και η διαπλοκή της δίνει αυτή τη δυνατότητα.
Στην Ελλάδα, ένα μέρος της κοινωνίας, αντί να πιέσει την πολιτική εξουσία να ρυθμίσει τη λειτουργία των ΜΜΕ με τρόπο που να επιτελούν το έργο τους, στρέφεται συλλήβδην κατά των δημοσιογράφων, με αφορμή ορισμένους αργυρώνητους. Όμως και ο χρηματισμός δημοσιογράφων, όπου και όταν συμβαίνει, είναι σύμπτωμα της εποχής. Μπορεί να αντιμετωπιστεί, αν το θέλει η πολιτική εξουσία. Αλλά όχι μόνο δεν το θέλει· το συντηρεί κιόλας. Τη βολεύει.
Ποια είναι η αντίδραση της κοινωνίας; Πολλές φορές δεν είναι η εγκατάλειψη ενός μέσου που παραποιεί την πραγματικότητα, αλλά η μαζοχιστική επιμονή στην παρακολούθησή του. Και, ταυτόχρονα, η εγκατάλειψη όσων προσπαθούν να λειτουργήσουν δεοντολογικά. Είναι πολλές οι προσπάθειες έγκυρης ενημέρωσης που ξεκίνησαν, αλλά ναυάγησαν, επειδή δεν έτυχαν υποστήριξης. Τα αίτια της κρίσης είναι διαλεκτικά. Τα μέσα και το κοινό συνδέονται με μια διαλεκτική σχέση: το ένα επηρεάζει το άλλο.
Αυτή η περιγραφή είναι γνωστή και έχει διατυπωθεί πολλές φορές έως σήμερα. Τι αλλάζει, όμως, σήμερα;
Αλλάζει το γεγονός ότι τα παραδοσιακά μέσα, και κυρίως τα έντυπα, περνούν μια βαθιά κρίση. Βρίσκονται ακόμη στη φάση της συρρίκνωσης του προσωπικού τους, όμως το φάσμα της ολοκληρωτικής τους έκλειψης δεν είναι μακριά.
Παραθέτω παρακάτω ορισμένα στοιχεία από ένα ρεπορτάζ της Le Monde, το οποίο υπογραμμίζει την κρίση στον γαλλικό έντυπο Τύπο και τις απολύσεις στις οποίες προβαίνουν οι ιδιοκτήτες του. Στη συνέχεια, θα εκθέσω, με βάση την εμπειρία μου, πώς βλέπω τον ρόλο του δημοσιογράφου στο άμεσο μέλλον. Ο δημοσιογράφος όχι μόνο χρειάζεται, αλλά είναι απολύτως απαραίτητος για τους ενεργούς πολίτες. Οι παθητικοί δεν θέλουν να ενημερώνονται, αλλά να παρακολουθούν τηλεοπτικές παραστάσεις. Εμάς μας ενδιαφέρουν οι πρώτοι.

Ας αρχίσουμε, λοιπόν, με το ρεπορτάζ της Le Monde
Η γαλλική έντυπη ενημέρωση περνά βαθιά κρίση, με κύμα απολύσεων και αναδιαρθρώσεων. Από τον Δεκέμβριο του 2025 έχουν ανακοινωθεί σχεδόν 1.000 περικοπές θέσεων εργασίας, πάνω σε μια μακρόχρονη καθοδική πορεία που ξεπερνά τις 10.500 χαμένες θέσεις από το 2009. Ως βασικά αίτια αναφέρονται η ψηφιακή μετάβαση, η πτώση των κυκλοφοριών και η μείωση της διαφημιστικής δαπάνης καθώς το κοινό μετακινείται στις ψηφιακές πλατφόρμες και τα social media.
Μεγάλοι όμιλοι όπως η Prisma Media και η CMI France προχωρούν σε πολύ μεγάλες μειώσεις προσωπικού, ενώ στην περιφερειακή ενημέρωση — με παραδείγματα τους Centre France και Groupe Nice-Matin — κλείνουν τοπικά γραφεία και εφαρμόζονται νέοι γύροι περικοπών. Αυτό δεν είναι μόνο οικονομικό πρόβλημα αλλά και δημοκρατικό, γιατί η συρρίκνωση των τοπικών μέσων αποδυναμώνει την ποιότητα της ενημέρωσης και τη δημόσια συμμετοχή.
Τι επιβεβαιώνεται και από ανοιχτές πηγές:
Η Prisma Media ανακοίνωσε στα τέλη Μαρτίου 2026 περικοπές που αντιστοιχούν περίπου στο 40% του προσωπικού της, κάτι που οι ενώσεις δημοσιογράφων χαρακτήρισαν εξαιρετικά βαρύ πλήγμα.
Για την CMI France, ανοιχτή αγγλόφωνη κάλυψη αναφέρει σχέδιο αναδιάρθρωσης με έως 87 θέσεις προς κατάργηση, μέσα σε ευρύτερη αναστάτωση στον όμιλο.
Για τον περιφερειακό όμιλο Centre France, δημοσίευμα του Le Parisien αναφέρει 152 καταργήσεις θέσεων, εκ των οποίων 22 δημοσιογράφοι στη La Montagne, αποδίδοντάς τες σε μεγάλες οικονομικές απώλειες και στη φθορά των πωλήσεων.
Υπάρχουν επίσης ευρύτερες ενδείξεις ότι η τοπική/περιφερειακή δημοσιογραφία στη Γαλλία αποδυναμώνεται: έκθεση των RSF αναφέρει ότι ο νομαρχιακός/τοπικός Τύπος έχει χάσει περίπου 20% των δημοσιογράφων του στην περίοδο 2013–2023.
Το άρθρο της Le Monde φαίνεται να υποστηρίζει ότι η κρίση του γαλλικού έντυπου Τύπου έχει πλέον περάσει σε φάση μαζικής κοινωνικής αποδιάρθρωσης: οι εκδότες κόβουν εκατοντάδες θέσεις, οι τοπικές συντάξεις αποψιλώνονται, και το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι «πέφτουν τα έσοδα», αλλά ότι απειλείται η ίδια η παρουσία δημοσιογραφίας σε πολλές περιοχές της χώρας. Αυτό το γενικό συμπέρασμα ταιριάζει και με τα ανοιχτά επιμέρους στοιχεία για Prisma, CMI και Centre France.
Ποιος είναι ο νέος ρόλος του δημοσιογράφου
Ο ρόλος του δημοσιογράφου δεν καταργείται στη νέα εποχή της πληροφορίας. Αλλάζει ριζικά. Και αλλάζει ακριβώς επειδή άλλαξε το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινείται ο πολίτης. Κάποτε το βασικό πρόβλημα ήταν η έλλειψη πηγών. Σήμερα συμβαίνει το αντίθετο: ο ενεργός πολίτης έχει μπροστά του μια πληθώρα πληροφοριών, μέσων, ιστοσελίδων, λογαριασμών, βίντεο, αναρτήσεων και σχολίων. Μπορεί θεωρητικά να αναζητήσει τα πάντα. Δεν έχει, όμως, ούτε τον χρόνο ούτε την ψυχική διάθεση ούτε πάντοτε τα αναγκαία κριτήρια για να ξεχωρίσει τι είναι σημαντικό, τι είναι ακριβές και τι είναι σκόπιμα παραπλανητικό.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται ο νέος ρόλος του δημοσιογράφου. Όχι απλώς να μεταφέρει πληροφορίες, αλλά να τις αναζητεί, να τις ιεραρχεί, να τις διασταυρώνει, να τις ερμηνεύει και να τις παρουσιάζει με τρόπο που να υπηρετεί την ουσιαστική ενημέρωση του πολίτη.
Σε μια εποχή υπερπληροφόρησης, η αξία του δημοσιογράφου δεν έγκειται στο ότι «ξέρει πρώτος», αλλά στο ότι μπορεί να αποδείξει τι έχει πραγματικά συμβεί, να εξηγήσει γιατί έχει σημασία και να το εντάξει σε ένα ευρύτερο πλαίσιο κατανόησης.
Αυτό σημαίνει ότι ο δημοσιογράφος παύει να είναι απλώς ένας διαμεσολαβητής ανάμεσα στο γεγονός και στο κοινό του. Γίνεται ταυτόχρονα ερευνητής, ελεγκτής αξιοπιστίας, ερμηνευτής της επικαιρότητας και θεματοφύλακας της δημόσιας λογοδοσίας. Όσο αυξάνονται οι πηγές, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη για κάποιον που θα αναλαμβάνει με επαγγελματική ευθύνη να ξεχωρίζει την πληροφορία από τον θόρυβο, τη γνώση από την προπαγάνδα, το γεγονός από την κατασκευή εντυπώσεων.

Η ανάγκη αυτή καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική επειδή η ενημέρωση μετακινείται ολοένα και περισσότερο από τα παραδοσιακά μέσα προς το διαδίκτυο και τις ψηφιακές πλατφόρμες. Η νέα γενιά ενημερώνεται όλο και λιγότερο από την τηλεόραση, τις εφημερίδες και τα κλασικά δελτία ειδήσεων. Ζει μέσα σε μια συνεχή ροή περιεχομένου, όπου η είδηση συνυπάρχει με το θέαμα, η ανάλυση με την κραυγή, η πληροφορία με τη χειραγώγηση. Το μέλλον, επομένως, βρίσκεται ασφαλώς στο διαδίκτυο.
Όμως δεν θα πρόκειται απλώς για μια μεταφορά των παλαιών μέσων σε μια νέα οθόνη. Θα πρόκειται για ένα εντελώς διαφορετικό πεδίο, στο οποίο θα επιβιώσουν όσοι μπορούν να παράγουν αξιοπιστία και όχι απλώς επισκεψιμότητα.
Γι’ αυτό και ο δημοσιογράφος του άμεσου μέλλοντος θα κρίνεται πρωτίστως από την εμπιστοσύνη που εμπνέει.
Ο αναγνώστης ή ο θεατής δεν είναι πια παθητικός αποδέκτης. Είναι πιο δύσπιστος, πιο απαιτητικός και έχει απείρως περισσότερες δυνατότητες επιλογής από ό,τι στο παρελθόν. Μπορεί να εγκαταλείψει ένα μέσο ή μια δημοσιογραφική φωνή μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα. Αυτό σημαίνει ότι η εμπιστοσύνη δεν θα είναι ένα αφηρημένο ηθικό πλεονέκτημα, αλλά ο πραγματικός όρος επιβίωσης της δημοσιογραφίας.
Και η εμπιστοσύνη δεν κερδίζεται με γενικόλογες διακηρύξεις. Κερδίζεται με διαφάνεια, συνέπεια, τεκμηρίωση, καθαρό διαχωρισμό είδησης και γνώμης, καθώς και με την ειλικρίνεια να αναγνωρίζονται τα λάθη όταν αυτά συμβαίνουν.
Εδώ, όμως, ανακύπτει και μια κρίσιμη προϋπόθεση. Η δημοσιογραφία δεν μπορεί να επιτελέσει αυτόν τον ρόλο αν δεν ασκείται επαγγελματικά. Δεν αρκεί να αναγνωρίζουμε θεωρητικά τη σημασία της. Ο δημοσιογράφος πρέπει να έχει τον χρόνο, τα μέσα και την οικονομική δυνατότητα να εργαστεί σοβαρά. Πρέπει να αμείβεται με τρόπο που να του επιτρέπει να ζει από τη δουλειά του, να διατηρεί την ανεξαρτησία του και να μην καθίσταται ευάλωτος σε εξαρτήσεις, πιέσεις ή εκβιασμούς.
Όπου η δημοσιογραφία απογυμνώνεται από επαγγελματικούς όρους άσκησης, αργά ή γρήγορα εκφυλίζεται είτε σε φθηνή αναπαραγωγή περιεχομένου είτε σε μηχανισμό εξυπηρέτησης συμφερόντων.
Στην Ελλάδα το πρόβλημα αυτό είναι ακόμη πιο οξύ, επειδή η κρίση εμπιστοσύνης προς τα ΜΜΕ συνδυάζεται με παλιές παθογένειες: διαπλοκή, εξαρτήσεις από επιχειρηματικά και πολιτικά κέντρα, σύγχυση ανάμεσα στην ενημέρωση και στην προπαγάνδα. Ωστόσο, η απάντηση σε αυτή την πραγματικότητα δεν μπορεί να είναι η συλλήβδην απαξίωση των δημοσιογράφων. Αντιθέτως, η κοινωνία οφείλει να απαιτήσει καλύτερη δημοσιογραφία, περισσότερη διαφάνεια και θεσμικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας. Διότι χωρίς ενημέρωση δεν υπάρχει δημοκρατία. Και χωρίς επαγγελματίες που να μπορούν να ελέγχουν την εξουσία, να αποκαλύπτουν τις αντιφάσεις της και να δίνουν στους πολίτες τεκμηριωμένη εικόνα της πραγματικότητας, η δημοκρατία αδειάζει από το περιεχόμενό της.
Μέσα σε αυτό το νέο τοπίο, ο δημοσιογράφος δεν αρκεί να «βρει το κοινό του» με όρους αγοράς. Οφείλει να συγκροτήσει μια σχέση εμπιστοσύνης με μια κοινότητα πολιτών, χωρίς όμως να μετατρέπεται σε προμηθευτή βεβαιοτήτων και προκαταλήψεων. Δεν είναι δουλειά του να χαϊδεύει τις απόψεις του κοινού του, αλλά να το ενημερώνει με τρόπο που να το καθιστά ικανότερο να κατανοεί τον κόσμο και να κρίνει ελεύθερα. Η αποστολή του δεν είναι να επιβεβαιώνει ταυτότητες, αλλά να υπηρετεί την αλήθεια των γεγονότων και το δημόσιο συμφέρον.
Την ίδια στιγμή, η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης και των αυτοματοποιημένων συστημάτων επεξεργασίας περιεχομένου δεν καταργεί τη δημοσιογραφία, αλλά την υποχρεώνει να επαναπροσδιορίσει το ιδιαίτερο βάρος της. Ό,τι είναι μηχανικό, επαναληπτικό και εύκολα συνοψίσιμο θα γίνεται όλο και περισσότερο από αλγορίθμους.
Όμως το πρωτογενές ρεπορτάζ, η ανθρώπινη κρίση, η ηθική ευθύνη, η επιτόπια έρευνα, η επαλήθευση πηγών και η απόδοση νοήματος στα γεγονότα παραμένουν ανθρώπινο έργο. Ο δημοσιογράφος του μέλλοντος θα είναι λιγότερο απλός μεταφορέας ειδήσεων και περισσότερο υπεύθυνος εγγυητής της αξιοπιστίας τους.
Γι’ αυτό και τα συλλογικά όργανα των δημοσιογράφων οφείλουν να αντιμετωπίσουν εγκαίρως τη μετάβαση. Η σταδιακή εγκατάλειψη των παραδοσιακών μέσων και η μετατόπιση στο ψηφιακό περιβάλλον δεν είναι ένα ζήτημα που μπορεί να αφεθεί στην τύχη ή να λυθεί εκ των υστέρων. Χρειάζεται στρατηγική για τα εργασιακά, για την επαγγελματική κατοχύρωση, για τη δεοντολογία, για την παρουσία της δημοσιογραφίας στο νέο περιβάλλον, πριν οι εξελίξεις παγιωθούν και καταστούν μη αναστρέψιμες. Το ενδιαφέρον για το μέλλον των μέσων ενημέρωσης και για τον ρόλο του δημοσιογράφου πρέπει να ενεργοποιείται από νωρίς, όχι όταν πλέον οι αποφάσεις έχουν ληφθεί από άλλους.



Εντόπισα στην ενδιαφέρουσα περιγραφική ανάλυση για το μέλλον του δημοσιογραφικού επαγγέλματος-το προτιμούσα λειτουργήματος – την φράση
”Υποτίθεται ότι στις δημοκρατίες ο πολίτης κρίνει κατά βούληση ,αφού προηγουμένως έχει ενημερωθεί”.
Σήμερα στην ελληνική κοινωνία (αυτή μας ενδιαφέρει πρωτίστως) υπάρχουν και το υποτίθεται και ο ανενημέρωτος πολίτης , γιαυτό και η αυξανόμενη γεωμετρικώς απουσία πολιτών με κριτικό πνεύμα και η ένταξή τους στα καλούμενα αντισυστημικά πολιτικά και κοινωνικά δημιουργήματα.
ΟΜΩΣ, οι όσοι σημερινοί έγκριτοι δημοσιογράφοι -που δέχθηκαν επί των αλήστου μνήμης ”αριστεροπροοδευτικών” κυβερνήσεων -το σύνθημα ” ΔΗΜΟΣΙΟΑΓΡΑΦΟΙ ΑΛΗΤΕΣ ΡΟΥΦΙΑΝΟΙ ”,ας αναρωτηθούν πόσοι από τους από τότε απαξιωμένους και τους σημερινούς δημοσιογράφους είναι ικανοί κα επαρκείς στις γνώσεις ,για ενημέρωση των πολιτών -οι περισσότεροι των οποίων είναι ξενόγλωσσοι και με πανεπιστημιακά πτυχία και ”παίζουν στα χέρια” το διαδίκτυο και γνωρίζουν πολλά για την τεχνητή νοημοσύνη-.
Εν τω μεταξύ περίσσεψαν και στην Ελλάδα οι αυτόκλητοι αναλυτές επί παντός δημοσιογραφικού θέματος , που ”ανεπαισθήτως” υποκαθιστούν τους ”χαύνοντες” πολλές φορές” αυτοαποκαλούμενους νέους και δυστυχώς και παλαιούς δημοσιογράφους .
Ο δημοσιογράφος μετουσιώνει την δια βίου μάθηση και επιδιώκει να έχει φίλους σε κάθε επάγγελμα για να ενημερώνεται σε λεπτομέρειες και από αυτούς.
Χρειαζόταν αναλυτές για τα οικονομικά θέματα ο πανάξιος γηραιός δημοσιογράφος κ. Γιάννης Μαρίνος;;;.
Υ.Γ Θα υπάρξει ”δημογραφικό πρόβλημα’ στους δημοσιογράφους και οι μόνοι που θα επιβιώσουν τελικά θα είναι οι αθλητικογράφοι ι οποίοι θα εξακολουθήσουν να ”ενημερώνουν” τα ”κοπάδια” των -”κολλημένων με την μπάλα” (ιδίως)- νεαρών πάσης ηλικίας.