Αρχική Blog Σελίδα 2965

Ο Τουρκο-ισραηλινός αγωγός και οι εξελίξεις στα ενεργειακά της Κύπρου

0

 
Πρόταση από OCEAN FINANCE μέσω Ε.Ε. ύψους 4,48 εκατομμυρίων ευρώ για τερματικό LNG
Το υπερσύγχρονο νορβηγικό ερευνητικό πλοίο Ramform Hyperion έφτασε χθες για να πραγματοποιήσει τρισδιάστατες σεισμικές έρευνες στην κυπριακή ΑΟΖ

Στο λιμάνι της Λεμεσού έδεσε χθες, περί τις 13:05 μ.μ., το υπερσύγχρονο ερευνητικό πλοίο Ramform Hyperion, το οποίο θα πραγματοποιήσει τρισδιάστατες σεισμικές έρευνες για τον εντοπισμό κοιτασμάτων φυσικού αερίου στην κυπριακή ΑΟΖ.

Το πλοίο ξεκίνησε το ταξίδι του προς την Κύπρο από το ναυπηγείο της Mitsubishi στο Ναγκασάκι της Ιαπωνίας στις 5 Απριλίου και, αφού πραγματοποίησε δοκιμές στη Σιγκαπούρη, κατέπλευσε στη Λεμεσό. Το Ramform Hyperion είναι προγραμματισμένο να πραγματοποιήσει σε θαλάσσια περιοχή, που περιλαμβάνει τμήματα οκτώ οικοπέδων της κυπριακής ΑΟΖ.

Το σεισμογραφικό Ramform Hyperion αποκτήθηκε από τη νορβηγική PGS (Petroleum Geo Services) έναντι $270 εκ. δολαρίων και μαζί με το Ramform Tethys, το οποίο πραγματοποίησε τους τελευταίους μήνες σεισμογραφικές έρευνες στην κυπριακή ΑΟΖ, θεωρούνται τα δύο πιο σύγχρονα και ισχυρά σεισμογραφικά στον κόσμο.
Σύμφωνα με το τεχνικό δελτίο του πλοίου, υπάρχει η δυνατότητα ταυτόχρονης λειτουργίας 14 σεισμογραφικών καλωδίων, μήκους μέχρι και 10 χιλιομέτρων έκαστο, καλύπτοντας κατά την πλεύση σεισμογραφική καταγραφή πλάτους 1.500 μέτρων.

Εν μέσω προκλήσεων
Την ίδια ώρα, η Τουρκία έχει προχωρήσει σε κλιμάκωση της έντασης, με αφορμή τις ενεργειακές εξελίξεις στην Κύπρο και την υπογραφή των συμβολαίων με διεθνείς ενεργειακούς κολοσσούς, ρίχνοντας στην επικοινωνιακή μάχη το ερευνητικό «Μπαρμπαρός», το οποίο -σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις και τις σχετικές NAVTEX- πραγματοποιεί σεισμικές έρευνες στη θαλάσσια περιοχή από τη χερσόνησο της Καρπασίας μέχρι τον κόλπο της Αμμοχώστου. Το πλοίο συνοδεύεται από το υποστηρικτικό πλοίο Bravo Supporter, ενώ την εμφάνισή τους έχουν κάνει και τουρκικά πολεμικά.

Κινητικότητα για το τερματικό
Σε μια παράλληλη εξέλιξη, τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενέκριναν την πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να επενδύσει 22,1 εκ. ευρώ στην ανάπτυξη υποδομών μεταφοράς και ενέργειας μέσω της Διευκόλυνσης «Συνδέοντας την Ευρώπη» (CEF).

Τα έργα περιλαμβάνουν δράσεις που προτείνουν την ανάπτυξη εγκαταστάσεων αποθήκευσης και τροφοδοσίας υγροποιημένου φυσικού αερίου σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να παρέχει συνολικά οικονομική στήριξη ύψους 8,8 εκατομμυρίων ευρώ.
Συγκεκριμένα, όσον αφορά την Κύπρο, η αθηναϊκή εταιρεία Ocean Finance υπέβαλε πρόταση μελέτης ύψους 4,48 εκ. ευρώ για τη δημιουργία συστήματος παροχής φυσικού αερίου στο νησί, που συνδέεται με το έργο κοινού ενδιαφέροντος που προωθεί την ανάπτυξη εγκατάστασης αποθήκης υγροποιημένου φυσικού αερίου (ΥΦΑ) στην Κύπρο.

Τα κριτήρια επιλογής
Η εν λόγω μελέτη εξετάζει, επίσης, τη δυνατότητα ανάπτυξης μιας αγοράς ΥΦΑ με τη χρήση μικρής κλίμακας δεξαμενόπλοιου ανεφοδιασμού υγροποιημένου φυσικού αερίου. Τα κριτήρια επιλογής περιλαμβάνουν την ωριμότητα των έργων, τη διασυνοριακή τους διάσταση και τον βαθμό στον οποίο μπορούν να βοηθήσουν τη ροή ενέργειας από χώρα σε χώρα. Επίσης, πρέπει να έχουν τον χαρακτηρισμό του Έργου Κοινού Ενδιαφέροντος (PCI). Η αξιολόγηση των προτάσεων θα γίνει τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο, με τις τελικές επιλογές να γίνονται στις αρχές του 2018.

Τουρκο-ισραηλινός αγωγός
Εν τω μεταξύ, σύμφωνα με δημοσίευμα της τουρκικής εφημερίδας «Χουριέτ», το Ισραήλ φαίνεται να επεξεργάζεται εκ νέου το σενάριο εξαγωγής του φυσικού αερίου από το Λεβιάθαν στην Τουρκία, σύμφωνα με εκτιμήσεις του επικεφαλής της Delek Γιόσι Άμπου, που εκφράστηκαν κατά την όγδοη ετήσια Σύνοδο Κορυφής του Ατλαντικού Συμβουλίου στην Κωνσταντινούπολη την Πέμπτη. «Προκειμένου να συμβεί αυτό, πρέπει να βεβαιωθούμε ότι υπάρχει επαρκής ζήτηση στην τουρκική αγορά».

Σύμφωνα με τον ίδιο, η ισραηλινή κυβέρνηση και ο ιδιωτικός τομέας συμβαδίζουν, ενώ μια συμφωνία με την Τουρκία θα ωφελούσε και τις δύο πλευρές μακροπρόθεσμα. «Μπορούμε να μεταφέρουμε σημαντικές ποσότητες στην Τουρκία από το 2020-21, κοντά στο 1 δις. κυβικά πόδια ημερησίως», πρόσθεσε. «Πρέπει να αναπτυχθούν εμπορικά, τεχνικά και πολιτικά τμήματα, τα οποία φυσικά χρειάζονται χρόνο.

Η κύρια πρόκληση είναι να το κάνουμε με το σωστό χρονοδιάγραμμα. Νομίζω ότι υπάρχει μια μεγάλη ευκαιρία για να φτάσουμε σε μια συμφωνία», ανέφερε, μεταξύ άλλων. Από την πλευρά του, ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Ενέργειας του Ισραήλ Shaul Meridor δήλωσε: «Θα μπορούσαμε να έχουμε φυσικό αέριο στην Τουρκία τα επόμενα τρία με τέσσερα χρόνια».
Σημερινή/infognomon

Τον Μακρόν ή την Λεπέν;

5

του Δημήτρη Μακροδημόπουλου.

Τι προσδοκούν οι Γάλλοι από τις προεδρικές εκλογές τις τελευταίες δεκαετίες; Την απάντηση στους νέους συσχετισμούς που διαμορφώθηκαν με το τέλος του Ψυχρού πολέμου στην Ευρώπη, με την ενοποίηση της Γερμανίας και τη διεύρυνση αντί της εμβάθυνσης της Ε.Ε. με την ένταξη των κρατών της Βαλτικής και της Ανατολικής Ευρώπης, κρατών δορυφόρων ιστορικά και οικονομικά του Βερολίνου. Μέχρι τότε το Παρίσι είχε το πρόσταγμα στον Γαλλογερμανικό άξονα ενώ σήμερα, βαθμιαία από τότε, έχει μεταβληθεί σε ακόλουθο του Βερολίνου και με τη συναίνεσή του νομιμοποιεί την επικυριαρχία της Γερμανίας με αντάλλαγμα κάποιες επιλεκτικές εξαιρέσεις, όπως π.χ. από το στόχο του 3% του δημοσιονομικού ελλείμματος που επιβάλλει το Σύμφωνο Σταθερότητας. “Ευτυχώς” για τη Γαλλία  που υπάρχει τη Εθνικό Μέτωπο της Μαρί Λεπέν το οποίο προβάλλουν ως “μπαμπούλα” για να συγκρατούν το εκλογικό σώμα στα “επιτρεπτά” όρια αποπροσανατολίζοντας έτσι τη δυσαρέσκειά του για την υποβάθμιση της Γαλλίας στο Ευρωπαϊκό οικοδόμημα αλλά και του βιοτικού του επιπέδου στη ,μεταψυχροπολεμική περίοδο.

Οι Γάλλοι έχουν αποδείξει μέχρι σήμερα ότι δεν είναι φιλοευρωπαϊστές στο βαθμό που τους εμφανίζουν τα ΜΜΕ. Το Σεπτέμβρη του 1992 ενώ η συντριπτική πλειοψηφία του πολιτικού κόσμου είχε ταχθεί υπέρ της ψήφισης της Συνθήκης του Μάαστριχτ, ο γαλλικός λαός, καίτοι ανυποψίαστος ακόμη για ό,τι θα ακολουθούσε με την επανένωση της Γερμανίας, καταψήφισε με ποσοστό 49% τη Συνθήκη. Μάλιστα, τον Μάιο του 2005 όταν πλέον βίωνε την ανατροπή των συσχετισμών στην Ευρώπη σε βάρος της Γαλλίας, το εκλογικό σώμα καταψήφισε σε δημοψήφισμα το Ευρωσύνταγμα με ποσοστό 54%. Ποια ήταν η απάντηση της γαλλικής πολιτικής ελίτ, η οποία στο όνομα της προστασίας της δημοκρατίας επισείει σήμερα τον κίνδυνο εκλογής της Λεπέν, στην απόρριψη του Ευρωσυντάγματος; Αντί να θέσει σε νέο δημοψήφισμα τη Συνθήκη της Λισσαβώνας, διότι υποκατάστησε το απορριφθέν Ευρωσύνταγμα, την έθεσε προς ψήφιση στο κοινοβούλιο, όπου και υπερψηφίστηκε. Η περιφρόνηση της δημοκρατίας στη Γαλλία, δεν οδήγησε στην ανάκαμψή της χώρας αλλά αντίθετα εμβάθυνε την κρίση και επιδείνωσε τη θέση της. Στην Ε.Ε. μάλιστα οδήγησε σε ολοκληρωτικές μορφές λήψης αποφάσεων από μη αιρετά όργανα (Κομισιόν, Eurogroup, Euroworking group)  που καθορίζουν το μέλλον των λαών ερήμην τους. Γιαυτό μεγιστοποιείται ο κίνδυνος τυχόν εκλογής της Μαρί Λεπέν, ώστε να προβάλλεται στον ψηφοφόρο ως κριτήριο επιλογής “το μη χείρον βέλτιστον” άσχετα τι συνιστά το “μη χείρον”, επικαλύπτοντας έτσι τη λαϊκή δυσαρέσκειά του για όσα αναφέρθηκαν. Μπορεί να απαντήσει ο Μακρόν στους νέους συσχετισμούς που διαμορφώθηκαν με το τέλος του Ψυχρού πολέμου στην Ευρώπη σε βάρος της Γαλλίας; Αναμφισβήτητα όχι, αν κρίνουμε από τον Σόιμπλε ο οποίος προεκλογικά δήλωσε πως αν ήταν Γάλλος μάλλον θα ψήφιζε τον Μακρόν, κυρίως όμως από την ανεπιφύλακτη υποστήριξη της γερμανικής καγκελαρίας, της Κομισιόν και του προέδρου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου προς το πρόσωπό του.

Οι Γάλλοι αναζητώντας το νέο που θα επανέφερε τη Γαλλία στην πρωτοπορία της Ευρώπης, ταύτισαν προφανώς τις νέες ιδέες που μπορούν να δρομολογήσουν την υπέρβαση με την ηλικία και τη νεότητα. Το ένα δεν αποκλείει το άλλο αλλά ο Εμανουέλ Μακρόν μέχρι σήμερα  δεν έδειξε κατ’ ελάχιστο ότι είναι φορέας του νέου, δεν απέδειξε σε καμιά περίπτωση ότι είναι ένα πολιτικοποιημένο άτομο ώστε να αντιμετωπίσει πολιτικά τις αντιφάσεις και τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Γαλλία στην μετά Μάαστριχτ εποχή. Αποτελεί μια ανανεωμένη εκδοχή του παλιού.

Αντίθετα η Λεπέν είναι αναμφισβήτητα πολιτικός, κληρονόμος και φορέας ιδεών που αμφισβητούν τις ιδέες που διαμόρφωσαν τα βιώματά μας. Όμως, οι φόβοι ότι αν εκλεγεί θα υλοποιήσει τις ακραίες ιδέες του πατρός Λεπέν είναι υπερβολικές. Αυτό το διαπιστώσαμε με τον Τραμπ ο οποίος παρά τις προεκλογικές του εξαγγελίες, απέτυχε να καταργήσει το obamacare ενώ αναγκάστηκε να απομακρύνει δύο στενούς συνεργάτες του σε θέματα Εθνικής Ασφάλειας, τον Στίβεν Μπάνον και τον Μάικλ Φλιν και έκανε στροφή 180 μοιρών στις σχέσεις με τη Ρωσία βομβαρδίζοντας τη Συρία. Οι δομές και οι μηχανισμοί ενός κράτους δεν καταλύονται με την εκλογή ενός πολιτικού προσώπου. Υπάρχουν και οι ασφαλιστικές δικλείδες των κοινοβουλευτικών σωμάτων. Εξ άλλου ό γαλλικός λαός γνωρίζει να μάχεται, όπως απέδειξε πρόσφατα αντιδρώντας σε νόμο του Ολάντ, αλλά και το 1968. Σήμερα αντί να προβάλλονται τα προσόντα του Μακρόν, προβάλλεται ο φόβος για τη Λεπέν. Γιαυτό οι προεδρικές αναμετρήσεις που διεξήχθησαν με κριτήριο τον φόβο των Λεπέν και όχι την αξιοσύνη των υποψηφίων οδήγησαν στην εξουσία μετριότητες με επακόλουθο την παρακμή.

Στο δίλημμα Μακρόν ή Λεπέν αρμόδιος να απαντήσει είναι ο γαλλικός λαός. Όμως εμείς οι Έλληνες, όπως και πολλοί λαοί της ΕΕ και κυρίως της Ευρωζώνης που υφιστάμεθα τις συνέπειες της γερμανικής επικυριαρχίας και του αντιδημοκρατικού τρόπου λειτουργίας της ΕΕ, θα πρέπει να αξιολογήσουμε και την άλλη όψη του νομίσματος. Μετά το Brexit, το εκλογικό αποτέλεσμα των γαλλικών προεδρικών εκλογών που θα συντάρασσε συθέμελα την ΕΕ και θα οδηγούσε στην επανίδρυσή της θα ήταν η επικράτηση της Λεπέν. Ο Franklin Delano Roosevelt έλεγε ότι «το μόνο πράγμα που πρέπει να φοβόμαστε είναι ο ίδιος ο φόβος». Ο γαλλικός λαός θα πρέπει να υπερβεί τον «φόβο του φόβου» όχι μόνον χάριν των λαών του ευρωπαϊκού περιθωρίου αλλά προκειμένου να επανέλθει η Γαλλία στην πρωτοπορία των εξελίξεων

Μακροδημόπουλος Δημήτρης

Αλεξ/πολη – κιν. 6947-771412

28-4-2017

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Oι Αλβανοί της ΠΓΔΜ: To ιστορικό υπόβαθρο του ζητήματος και η προοπτική της εθνοτικής συνύπαρξης Σλαβομακεδόνων και Αλβανών μετά τη συμφωνία της Αχρίδας

4

του Σπυρίδωνα Σφέτα, καθηγητή Ιστορίας ΑΠΘ.

  Η παρουσία των Αλβανών στην πρώην Γιουγκοσλαβία συνιστούσε ίσως το κυριότερο εθνοτικό πρόβλημα στην πολυεθνική κοινωνία της χώρας αυτής. Ενώ το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης ήταν στραμμένο, κυρίως μετά τις ταραχές του 1981, στο Κοσσυφοπέδιο, το οποίο θεωρούνταν ως πιθανή εστία ανάφλεξης στη Γιουγκοσλαβία, ελάχιστα ήταν γνωστά για τους Αλβανούς των Σκοπίων. Μετά την ανεξαρτητοποίηση της ΠΓΔΜ το 1991, την αναζωπύρωση του Μακεδονικού Ζητήματος και την αμφισβήτηση της βιωσιμότητας του νέου κράτους, το ζήτημα των Αλβανών των Σκοπίων συγκέντρωσε την προσοχή της ελληνικής και διεθνούς κοινής γνώμης. Βασική παράμετρο του Μακεδονικού Ζητήματος αποτελεί το ερώτημα κατά πόσο οι Αλβανοί μπορούν να ενταχθούν στην κρατική δομή της ΠΓΔΜ ή θα μεταβληθούν σε παράγοντα αποσταθεροποίησης στην νότιο Βαλκανική, δεδομένης της γειτνίασης της χώρας αυτής με το Κοσσυφοπέδιο και του άμεσου ενδιαφέροντος της μετακομμουνιστικής Αλβανίας για τους ομοεθνείς στην πρώην Γιουγκοσλαβία.

Στο έδαφος της ΠΓΔΜ οι Αλβανοί δεν ήταν αυτόχθονες αλλά κατά βάση επήλυδες. Μαζικές αλβανικές εγκαταστάσεις από τη Βόρειο Αλβανία στην ΠΓΔΜ σημειώθηκαν κατά την περίοδο 1780-1840. Κύρια αποστολή των εξισλαμισμένων Αλβανών ήταν η διατήρηση της τάξης προς όφελος της ακεραιότητας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η κατάπνιξη των εξεγέρσεων των χριστιανικών πληθυσμών. Με την εγκατάσταση τους οι Αλβανοί επιδόθηκαν όχι μόνο σε αγριότητες και διαρπαγή των γαιών του χριστιανικού πληθυσμού,  αλλά επέβαλαν και σε αρκετές περιπτώσεις το βίαιο εξισλαμισμό. Νέες μαζικές εγκαταστάσεις Αλβανών παρατηρήθηκαν μετά το 1878, όταν οι Σέρβοι, σύμφωνα με τις αποφάσεις του συνεδρίου του Βερολίνου, προσάρτησαν τις πόλεις Νύσσα, Πιρότ, Βράνγιε, Λέσκοβατς, οπότε ο αλβανικός πληθυσμός τους προτίμησε να μεταναστεύσει παρά να παραμείνει υπό σερβική κυριαρχία.

Στόχος του αλβανικού εθνικού κινήματος στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα ήταν η αναγνώριση της αυτονομίας των βιλαετιών Ιωαννίνων, Μοναστηρίου, Σκόδρας και Κοσόβου ως του «αλβανικού ιστορικού χώρου» από την Υψηλή Πύλη. Οι Αλβανοί, επωφελούμενοι από τις υψηλές θέσεις που κατείχαν στο οθωμανικό κράτος, οραματίζονταν ένα μεγάλο αλβανικό κράτος με αυθαίρετα κριτήρια. Καθώς ενιαίο αλβανικό κράτος δεν είχε υπάρξει στο παρελθόν, ο όρος «Αλβανία» ήταν ασαφής. Συμπαγείς αλβανικοί πληθυσμοί υπήρχαν κυρίως στο βιλαέτι της Σκόδρας. Στο βιλαέτι των Ιωαννίνων υπήρχε ελληνικός πληθυσμός με οικονομική και πολιτιστική εμβέλεια, στα βιλαέτια Κοσόβου και του Μοναστηρίου σλάβικος πληθυσμός, διεκδικούμενος από Σέρβους και Βούλγαρους. Έλληνες και Σέρβοι γενικά που είχαν εθνικά κράτη και αγωνίζονταν για την εθνική τους ολοκλήρωση ήταν ένα σοβαρό εμπόδιο για τους Αλβανούς. Μια ραγδαία κατάρρευση του οθωμανικού κράτους μπορούσε να αποβεί ολέθρια για τους Αλβανούς. Έτσι, η εξασθένιση του οθωμανικού κράτους κατά τον ιταλο-τουρκικό πόλεμο του 1911-12, η πτώση των Νεότουρκων τον Ιούλιο του 1912 και η ανάληψη της εξουσίας από τους Φιλελευθέρους, η διαφαινόμενη προσέγγιση των βαλκανικών κρατών συνετέλεσαν ώστε οι Αλβανοί να μετριάσουν τα αιτήματά τους προς τους Οθωμανούς. Παρά την επιτυχία που σημείωσε η μεγάλη αλβανική εξέγερση του 1912 στο Κόσοβο, οι Αλβανοί υπαναχώρησαν από το πάγιο αίτημα της αυτονομίας των βιλαετιών και στο νέο υπόμνημα που υπέβαλε ο Χάσαν Πριστίνα στις 9 Αυγούστου 1912, γνωστό ως τα Δεκατέσσερα Σημεία του Χάσαν Πριστίνα, περιλαμβάνονταν γενικά αιτήματα για τη διατήρηση του άγραφου νόμου των Αλβανών, την εκπλήρωση της στρατιωτικής τους θητείας μόνο σε περίοδο ειρήνης μόνο σε ευρωπαϊκά βιλαέτια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το διορισμό Αλβανών ή ατόμων που να γνωρίζουν την αλβανική ως υπαλλήλων στα βιλαέτια του Κοσόβου, των Ιωαννίνων, της Σκόρδας και του Μοναστηρίου, την αναγνώριση της αλβανικής ως επίσημης, την αναγνώριση του δικαιώματος της οπλοφορίας, την ίδρυση αλβανικών σχολείων, τη χορήγηση γενικής αμνηστίας, την αποκατάσταση υλικών ζημιών, την ίδρυση μεντρεσέδων με γλώσσα διδασκαλίας την αλβανική, την αυστηρή εφαρμογή του ιερού νόμου. Καθώς η Υψηλή Πύλη δεν απάντησε εντός 2 ημερών από την υποβολή του Υπομνήματος, οι Αλβανοί υπό την ηγεσία του Ίσα Μπολετίνι και του Μπαϊράμ Τσούρι κατέλαβαν στις 13 Αυγούστου 1912 τα Σκόπια, την πρωτεύουσα του βιλαετίου του Κοσόβου. Στις 18 Αυγούστου η Υψηλή Πύλη δέχτηκε κατά βάση τα αιτήματα των Αλβανών, αλλά με σημαντικές τροποποιήσεις και ασάφειες. Απέρριψε το αίτημα για την αναγνώριση του δικαιώματος της οπλοφορίας των Αλβανών, εξαίρεσε το βιλαέτι της Σκόρδας από τις προβλεπόμενες μεταρρυθμίσεις και δεν αποσαφήνισε τον όρο «Αλβανία». Καθώς οι κύριοι εχθροί των Αλβανών δεν ήταν οι Οθωμανοί, αλλά τα γειτονικά βαλκανικά κράτη, οι Αλβανοί  δεν συμμετείχαν στις βαλκανικές συνεννοήσεις του 1912 και στον Πρώτο Βαλκανικό Πόλεμο πολέμησαν στο πλευρό των Οθωμανών. Η ίδρυση ανεξάρτητου αλβανικού κράτους το 1913 ήταν αποτέλεσμα της δράσης της αυστριακής και ιταλικής διπλωματίας. Το βιλαέτι της Σκόρδας αποτέλεσε ένα τμήμα του αλβανικού κράτους, ενώ το Κόσοβο και οι δυτικές περιοχές της σημερινής ΠΓΔΜ, που είχαν απελευθερωθεί από το σερβικό στρατό και είχαν αλβανικό πληθυσμό, επιδικάσθηκαν στη Σερβία με την υποχρέωση των Σέρβων να αποσύρει τον στρατό της από την Αδριατική.

 

1) Το νομικό καθεστώς των Αλβανών της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας. Από τη θρησκευτική μειονότητα του Μεσοπολέμου στην εθνική μειονότητα της μεταπολεμικής περιόδου.

 

Στο βασίλειο των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων, όπου η Σερβία διαδραμάτιζε ηγεμονικό ρόλο, ζούσαν 441.000 Αλβανοί, σύμφωνα με τη στατιστική του 1921. Έχοντας ως βάση το γεγονός ότι από τους Αλβανούς έλλειπαν γενικά τα συνεκτικά στοιχεία που συγκροτούν την έννοια του έθνους (φυλετικές, γλωσσικές και θρησκευτικές διαφορές) το Βελιγράδι δεν αναγνώριζε τους Αλβανούς ως εθνική μειονότητα, αλλά ως θρησκευτική – μουσουλμανική. Για τη Σερβία που θεωρούσε το Κόσοβο και τη σερβική Μακεδονία ωε το λίκνο του σερβικού μεσαιωνικού κράτους οι Αλβανοί αποτελούσαν ξένο σώμα, χωρίς ιστορικά δικαιώματα, και λόγω της προνομιακής τους θέσης ταυτίζονταν με τους Τούρκους. Το Βελιγράδι ασκούσε μια πολύπλευρη πολιτική εκσερβισμού στη σερβική Μακεδονία, που ήταν οικονομικά και κοινωνικά από τις περισσότερο υποβαθμισμένες περιοχές της Γιουγκοσλαβίας. Η σερβοκροατική επιβλήθηκε ωε επίσημη γλώσσα, ιδρύθηκαν σέρβικα σχολεία και στα Σκόπια, που ήταν η έδρα του Τρίτου Σώματος Στρατού, το Βελιγράδι διατηρούσε τις περισσότερες χερσαίες στρατιωτικές του δυνάμεις. Έτσι οι Αλβανοί οι οποίοι στην πλειοψηφία τους ήταν αναλφάβητοι αγρότες, κτηνοτρόφοι και εργάτες. Ήταν υποχρεωμένοι να στέλνουν τα παιδιά τους σε σερβικά σχολεία.

Τρεις ήταν οι βασικοί άξονες της αλβανικής πολιτικής του Βελιγραδίου: η αγροτική μεταρρύθμιση, συνδυασμένη με έναν εποικισμό Σέρβων, η εκτόπιση των Αλβανών και η αφομοίωσή τους μέσω της εκπαίδευσης. Οι σερβικές αρχές δήμευσαν και απαλλοτρίωσαν τα κτήματα των Αλβανών μεγαλογαιοκτημόνων και τη βακουφική γη των τζαμιών, διανέμοντάς τα σε Σέρβους εποίκους, σε μια συστηματική προσπάθεια να ενισχύσουν το σερβικό στοιχείο, κυρίως στη μεθόριο με την Αλβανία και σε κεντρικά σημεία. Παράλληλα, οι Αλβανοί ενθάρρυναν ή εξαναγκάζονταν να μεταναστεύσουν στην Αλβανία και Τουρκία. Καθώς οι Σέρβοι δεν αναγνώριζαν αλβανική εθνική μειονότητα, ούτε λειτουργούσαν αλβανικά σχολεία ούτε οι Αλβανοί είχαν πολιτικές οργανώσεις. Υπήρχε μονάχα η θρησκευτική μουσουλμανική οργάνωση «Τζεμιέτ», που εκπροσωπούσε τους Αλβανούς και τους Τούρκους. Για να δικαιολογήσουν την πολιτική του εκσερβισμού των Αλβανών, οι Σέρβοι προπαγάνδιζαν τη θέση ότι οι Αλβανοί Γκέκηδες του Κοσόβου και της σερβικής Μακεδονίας είναι εξισλαμισμένοι (εξαλβανισμένοι) σερβικοί  πληθυσμοί. Παρόλο που από τα τέλη του 17ου αιώνα ήταν συχνές τέτοιες περιπτώσεις στο Κόσοβο, μια γενικευμένη είναι αβάσιμη. Για τη Σερβία που θεωρούσε το Κόσοβο και τη σερβική Μακεδονία ως το λίκνο του σερβικού μεσαιωνικού κράτους, οι Αλβανοί αποτελούσαν ξένο σώμα, χωρίς ιστορικά δικαιώματα, και ταυτίζονταν με τους Τούρκους. Οι Σέρβοι ίδρυσαν μόνο σερβικά σχολεία, αλλά υπήρχε απροθυμία από την πλευρά των Αλβανών για φοίτηση. Στις θρησκευτικές σχολές, τους μεντρεσέδες, γλώσσα διδασκαλίας ήταν η σερβοκροατική. Μόλις η οργάνωση «Τζεμιέτ» έθεσε ζήτημα ίδρυσης αλβανικών σχολείων, διαλύθηκε από τις σερβικές αρχές το 1925.

Η πολιτική εκσερβισμού των Αλβανών ήταν καταδικασμένοι σε αποτυχία. Μη έχοντας σλαβική καταγωγή, μιλώντας μια γλώσσα ακατανόητη για τους σλαβικούς λαούς της Γιουγκοσλαβίας, όντας μουσουλμάνοι στη συντριπτική τους πλειοψηφία, με χαρακτηριστικά παραδοσιακής φυλετικής οργάνωσης με βάση το Κανούν του Λεκ Ντουγκατζίν, οι Αλβανοί ήταν αδύνατο να εκσερβιστούν. Στερούμενοι μειονοτικών ζητημάτων ήταν αδύνατο να ενταχθούν στο γιουγκοσλαβικό κράτος. Σθεναρή αντίσταση στον εκσερβισμό δεν ήταν ωστόσο σε θέση να προβάλουν. Μέχρι το 1925 περιορισμένη ένοπλη αντίσταση στην πολιτική του εκσερβισμού πρόβαλλε το Κομιτάτο του Κοσόβου, στέλνοντας μικρές ένοπλες ομάδες, ληστρικού χαρακτήρα στις περισσότερες περιπτώσεις τους λεγόμενους κατσάκι που στρέφονταν κατά των σερβικών αρχών. Το αλβανικό κράτος του Αχμέτ Ζώγου δεν άσκησε καμιά συστηματική αλυτρωτική πολιτική για τους Αλβανούς της Γιουγκοσλαβίας. Με δεδομένο τον υψηλό δείκτη γεννητικότητας των Αλβανών, το κύριο ίσως επίτευγμα των Σέρβων ήταν η διατήρηση μιας σχετικής πληθυσμιακής ισορροπίας μεταξύ Αλβανών και Σέρβων στο Κόσοβο και τη γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Για παράδειγμα το 1939 Αλβανοί, Αθίγγανοι και Τούρκοι στο Κόσοβο αποτελούσαν το 65% (422.827.000), ενώ οι Σέρβοι και οι Μαυροβούνιοι το 35%. Σέρβικο σχέδιο για την υποχρεωτική μετανάστευση 40000 μουσουλμάνων οικογενειών από τη Νότιο Σερβία προς την Τουρκία δεν υλοποιήθηκε  λόγω του δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου.

Μετά την κατάρρευση της Γιουγκοσλαβίας στις 17 Απριλίου 1941 με βάση τη συμφωνία Ρίμπεντροπ – Τσιάνο της 24ης Απριλίου 1941 η ιταλική ζώνη κατοχής της σερβικής Μακεδονίας περιελάμβανε τις αλβανόφωνες περιοχές του Τετόβου, Γκόστιβαρ, Κίτσεβο, Ντέμπαρ, τη λίμνη της Αχρίδας και ορισμένα χωριά των Πρεσπών. Το υπόλοιπο της σερβικής Μακεδονίας τελούσε υπό βουλγαρική κατοχή. Το μεγαλύτερο μέρος του Κοσόβου (με εξαίρεση τη Μητροβίτσα και τα ορυχεία της Τρέπτσα που κατέλαβε η Γερμανία) καθώς και τμήματα του Μαυροβουνίου (Πλαβ, Γκούσινγιε, Ούλτσιν) καταλήφθηκαν από την Ιταλία. Η Βουλγαρία αρνήθηκε να αναγνωρίσει τη συνοριακή ζώνη ως οριστική και κατέβαλε προσπάθειες για την αναθεώρησή της, διεκδικώντας αλβανόφωνες περιοχές. Σημειώθηκαν συμπλοκές μεταξύ βουλγαρικού και ιταλικού στρατού. Στις 12 Αυγούστου 1941 οι ιταλικές ζώνες κατοχής του Κοσόβου, της σέρβικης Μακεδονίας και του Μαυροβουνίου προσαρτήθηκαν στην Αλβανία και μέχρι το φθινόπωρο του 1944 αποτέλεσαν τμήματα της Μεγάλης Αλβανίας. Με τη μεταβολή αυτή του καθεστώτος εγκαινιάστηκε και η επιχείρηση πλήρους αλβανοποίησης των περιοχών αυτών. Η αλβανική γλώσσα επιβλήθηκε ως επίσημη, η πολιτική διοίκηση, η αστυνομία και τα δικαστήρια στελεχώθηκαν από Αλβανούς που μεταφέρθηκαν από την Αλβανία, οι οδοί απέκτησαν αλβανικά ονόματα, τέθηκε σε ισχύ η αλβανική νομοθεσία και στα δημόσια κτίρια κυμάτιζε η αλβανική σημαία. Όλοι οι εξ αίματος Αλβανοί απέκτησαν αλβανική υπηκοότητα. Ιδρύθηκαν αλβανικά σχολεία με εκπαιδευτικό προσωπικό και εγχειρίδια από εκπαιδευτικά ιδρύματα της Αλβανίας. Το περιεχόμενο της διδασκαλίας συνίστατο κυρίως στην καλλιέργεια της μεγαλοαλβανικής εθνικής ιδεολογίας και στον εκθειασμό του φασιστικού ιδεώδους. Οι αλβανικές αρχές φρόντισαν επίσης για τη διατήρηση των αλβανικών ηθών και εθίμων. Έτσι, για παράδειγμα θεωρήθηκε ως απόδειξη εθνικής υπερηφάνειας και απελευθέρωσης να φορούν οι Αλβανοί τον παραδοσιακό λευκό σκούφο. Ο σλαβικός πληθυσμός υπήρξε θύμα εξαλβανισμού τόσο στο Κόσοβο όσο και στη γιουγκοσλαβική Μακεδονία. Πάνω από 100.000 Σέρβοι εγκατέλειψαν το Κόσοβο, ενώ οι Βουλγαρομακεδόνες από τις αλβανοκρατούμενες περιοχές μετέβησαν στη βουλγαρική ζώνη κατοχής. Αντισλαβική δράση ανέπτυξε αρχικά η αλβανική σοβινιστική οργάνωση «Μπάλι Κομπετάρ» που ιδρύθηκε το 1942 από τον Μιδάτ Φράσερι, γιο του Αβδούλ Φράσερι θεμελιωτή της Λίγκας της Πριζρένης το 1878. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας (Σεπτέμβριος 1943), όταν η Γερμανία ανέλαβε την υπεράσπιση της Ανεξαρτησίας και της Ελευθερίας της Αλβανίας, ιδρύθηκαν η Δεύτερη Λίγκα της Πριζρένης με παναλβανικά σχέδια και η επίλεκτη ταξιαρχία των SS Σκεντέρμπεη. Μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας οι Βούλγαροι, επικαλούμενοι το νόμο της 10ης Ιουνίου 1942 για τη βουλγαρική υπηκοότητα, άρχισαν να απελαύνουν Αλβανούς από την πόλη των Σκοπίων ως αντίποινα για την  τύχη του σλαβικού πληθυσμού στις δυτικές περιοχές. Οι Αλβανοί της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας και του Κοσόβου, θεωρώντας ότι απελευθερώθηκαν από τους Ιταλούς και τους Γερμανούς, δεν προσχώρησαν μαζικά στο γιουγκοσλαβικό αντιστασιακό κίνημα του Τίτο. Τον Οκτώβριο / Νοέμβριο του 1944 πρόβαλαν λυσσαλέα αντίσταση στους Γιουγκοσλάβους παρτιζάνους στο Τέτοβο και Γκόστιβαρ. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Γιουγκοσλαβίας αναγνώριζε τους Αλβανούς ως εθνική μειονότητα. Το Κόσοβο εντάχθηκε ως αυτόνομη περιοχή εντός της Σερβίας, ενώ οι Αλβανοί της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας θα συμβίωναν ως εθνική μειονότητα με τους αναγνωρισμένους ως κυρίαρχο έθνος Σλαβομακεδόνες εντός της Ομόσπονδης Γιουγκοσλαβικής Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Οι Αλβανοί των Σκοπίων  απέκτησαν εκπαιδευτικά και πολιτικά δικαιώματα, αλλά, όπως και οι Κοσοβάροι, επιδίωκαν την ίδρυση μιας ομόσπονδης αλβανικής δημοκρατίας εντός της Γιουγκοσλαβίας, δηλαδή την ισοτιμία τους με τους Σλάβους και όχι απλά το καθεστώς της μειονότητας. Οι ταραχές στο Κόσοβο το 1968 και το 1981 είχαν άμεσο αντίκτυπο και στα Σκόπια. Ο αλβανικός πληθυσμός της ομόσπονδης γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας αυξήθηκε σημαντικά και λόγω του υψηλού δείκτη γεννητικότητας των Αλβανών και λόγω της εγκατάστασης εκεί Αλβανών από το Κόσοβο. Ενώ το 1961 οι Αλβανοί της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας ανέρχονταν σε 183.108 άτομα, το 1971 έφθασαν τις 279.871 και το 1981 τις 377.726. Μετά το 1981 οι  σχέσεις Αλβανών και Σλαβομακεδόνων χαρακτηρίζονταν από ιδιαίτερη οξύτητα. Οι Αλβανοί οδηγήθηκαν σε αυτοπεριχαράκωση. Καθιερώθηκε ένα είδος “apartheid” που λειτουργούσε ως άγραφος νόμος. Μειώθηκε σημαντικά το ποσοστό εκπροσώπησης των Αλβανών στα κρατικά και κομματικά όργανα, συρρικνώθηκαν τα εκπαιδευτικά τους δικαιώματα, οι αρχές των Σκοπίων έλαβαν μέτρα κατά της υπεργεννητικότητας των Αλβανών και το σύνταγμα του 1989 χαρακτήριζε τη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας ως «το εθνικό κράτος του μακεδονικού λαού».

 

2) Από το καθεστώς της εθνικής μειονότητας στον αγώνα για ισοτιμία με τους Σλαβομακεδόνες.

 

Μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, την ανεξαρτητοποίηση της ΠΓΔΜ, τον εκδημοκρατισμό της κοινωνίας, τη μετάβαση στην οικονομία της αγοράς και την ίδρυση των πολιτικών κομμάτων το αλβανικό ζήτημα εισήλθε σε νέα φάση. Δύο ήταν αρχικά τα βασικότερα αλβανικά κόμματα, το Κόμμα της Δημοκρατικής Ευημερίας με ηγέτη τον Αβδουραχμάν Αλίτι (1990) και το Δημοκρατικό Κόμμα των Αλβανών (1997) με ηγέτη τον Άρμπεν Τζαφέρι. Καθιερώθηκε ως άγραφος νόμος η συμμετοχή αλβανικού κόμματος στην κυβέρνηση, οι Αλβανοί είχαν το δικαίωμα έκδοσης εφημερίδων και περιοδικών, ίδρυσης ιδιωτικών ραδιοφώνων και τηλεοπτικών σταθμών. Αλλά το κύριο αίτημά τους ήταν η ισοτιμία τους με τους Σλαβομακεδόνες και οι πολιτικοί τους αγώνες επικεντρώνονταν σε τρεις βασικούς άξονες: στην αναγνώριση της ισοτιμίας της αλβανικής γλώσσας και του δικαιώματος ανάρτησης της αλβανικής σημαίας, στην επαρκή εκπροσώπησή τους στις δημόσιες υπηρεσίες και το στρατό και στην αναγνώριση του αλβανικού Πανεπιστημίου στο Τέτοβο. Οι κυβερνήσεις των Σκοπίων μερικώς ικανοποίησαν ορισμένα αιτήματα των Αλβανών μετά το 1998, για παράδειγμα επιτράπηκε στους Αλβανούς βουλευτές να αγορεύουν στην αλβανική, σιωπηρά λειτουργούσε το αλβανικό Πανεπιστήμιο του Τετόβου, θέσεις αστυνομικών διευθυντών σε αλβανικές περιοχές (Τέτοβο) δόθηκαν σε Αλβανούς, επιτράπηκε η ανάρτηση της αλβανικής σημαίας, αλλά μόνο σε εθνικές γιορτές. Οι Αλβανοί, ωστόσο,  παρέμειναν ανικανοποίητοι. Παρά τις ανταγωνιστικές σχέσεις που ανέπτυξαν τα αλβανικά πολιτικά κόμματα στην εσωτερική τους πολιτική, όλα τα αλβανικά πολιτικά κόμματα τόσο στο Κόσοβο όσο και στα Σκόπια έθεσαν δύο συγκεκριμένους πολιτικούς στόχους: ανεξαρτησία του Κοσόβου και ομοσπονδοποίηση της ΠΓΔΜ. Η δυναμική που απέκτησε το αλβανικό ζήτημα μετά τις εξελίξεις στο Κόσοβο το 1998/99 επέδρασε καταλυτικά και στους Αλβανούς των Σκοπίων. Ο ένοπλος αγώνας κρίθηκε απαραίτητος για την ικανοποίηση των πολιτικών τους επιδιώξεων. Καρπός της ένοπλης σύγκρουσης του 2001 υπήρξε η συμφωνία της Αχρίδας.

 

3) Η συμφωνία της Αχρίδας. Ιστορική καμπή της εξέλιξης του αλβανικού ζητήματος στην ΠΓΔΜ.

 

H συμφωνία της Αχρίδας αποτελεί πράγματι μια ιστορική καμπή στην  εξέλιξη  του ανεξάρτητου κράτους των Σκοπίων, καθώς οδήγησε στην αλλοίωση της εσωτερικής του φυσιογνωμίας. Η ένοπλη εξέγερση των Αλβανών  στην ΠΓΔΜ το 2001 δεν έχει  ακόμα  διαλευκανθεί πλήρως,[1] ωστόσο δύο γεγονότα είναι αναμφισβήτητα: ότι η σύγκρουση Σλαβομακεδόνων και Αλβανών το 2001 στην ΠΓΔΜ ήταν αντανάκλαση της δυναμικής του ζητήματος του Κοσόβου μετά το 1999 και ότι  αμερικανικοί παράγοντες ενεπλάκησαν στην κρίση για την προώθηση μιας πολιτικής συμφωνίας με την οποία οι Αλβανοί θα αναγορεύονταν σε συνταγματικό έθνος στην ΠΓΔΜ.  [2]  Η κυβέρνηση του Georgievski  αποτράπηκε να κηρύξει πόλεμο κατά των Αλβανών  ή να δεχτεί στρατιωτική βοήθεια από την Ουκρανία ώστε να μην κατανικήσει τους Αλβανούς αντάρτες και η αναμέτρηση να παραμείνει αμφίρροπη. Όπως και στο Κόσοβο, έτσι και στην ΠΓΔΜ συγκροτήθηκε ο λεγόμενος ‘’Εθνικός Απελευθερωτικός Στρατός’’ – Ushtria Çlirimtare Kombëtare- με πολιτικό εκπρόσωπο τον Ali Ahmeti. Ο ηλικίας τότε 43 ετών Ahmeti από το Κίτσεβο ήταν άγνωστος στην ΠΓΔΜ. Έλλειπε 20 χρόνια στην Ελβετία  και έζησε αρκετό χρονικό διάστημα στο Κόσοβο. Η πρώην σοσιαλιστική γιουγκοσλαβική  κυβέρνηση τον κατηγόρησε για υπόθαλψη αλβανικού σεπαρατισμού, όπως και τον θείο του Fezli Veliu. Συμμετείχε στην ίδρυση του UÇK (Ushtria Çlirimtare e Kosovës ) και με το ψευδώνυμο ‘’ Abazi ‘’ πολέμησε γενναία στο Κόσοβο το 1999. Ως πολιτικός εκπρόσωπος του  UÇK στην ΠΓΔΜ τόνιζε ότι  η ένοπλη εξέγερση των Αλβανών αποσκοπούσε στη βελτίωση του νομικο-πολιτικού καθεστώτος  των Αλβανών στις δυτικές περιοχές της  ΠΓΔΜ, όπου οι Αλβανοί αποτελούν την πλειοψηφία.[3] Με τη διαιτησία του Αμερικανού πρέσβη στα Σκόπια, James Pardew , και του εκπροσώπου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Francois Leotard, άρχισαν  οι ειρηνευτικές  διαπραγματεύσεις μεταξύ των κυρίων σλαβομακεδονικών και αλβανικών κομμάτων. Στις 13 Αυγούστου 2001 (επέτειο της εισόδου των εξεγερμένων  Αλβανών στα Σκόπια το 1912)  υπογράφτηκε η συμφωνία   της Αχρίδας από τον Πρόεδρο της χώρας, Boris Trajkovski, τον ηγέτη της Σοσιαλδημοκρατικής Ένωσης Branko Cervenkovski (Μπράνκο Τσερβενκόφσκυ), τον ηγέτη της  VMRO-DPMNE και Πρωθυπουργό  Ljupčo Georgievski, τον αρχηγό του Δημοκρατικού Κόμματος των Αλβανών  Arben Xhafëri (Άρμπεν Τζαφέρι)  και τον αρχηγό του Κόμματος της Δημοκρατικής Ευημερίας Imer Imeri, όπως και από τους Pardew και Leotrard. Η συμφωνία περιείχε συνολικά τα εξής σημεία: 1 ) αλλαγή του προοιμίου του συντάγματος, στο οποίο αναφερόταν ότι η ‘Δημοκρατία της Μακεδονίας’’ είναι το κράτος του μακεδονικού λαού, 2) χρήση της αλβανικής γλώσσας στο Κοινοβούλιο, 3) ισοτιμία της αλβανικής  γλώσσας στους δήμους όπου οι Αλβανοί αποτελούν το 20% , 4) ανάλογη με την πληθυσμιακή τους δύναμη εκπροσώπηση των Αλβανών στη διοίκηση και την αστυνομία, 5) χορήγηση περισσοτέρων αρμοδιοτήτων στην τοπική αυτοδιοίκηση,  ένα είδος αποκέντρωσης,  6) ισοτιμία της  ‘’Μακεδονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας ‘’ με την Καθολική Εκκλησία και την Ισλαμική Ένωση, 7) χορήγηση οικονομικής βοήθειας από τη Συνδιάσκεψη των Δωρητριών Χωρών για την αποκατάσταση των ζημιών στη διάρκεια του πολέμου.

Η συμφωνία δεν υπογράφτηκε μετά από συναίνεση Αλβανών και Σλαβομακεδόνων, αλλά μετά από τις απειλές του ΝΑΤΟ ότι δεν θα αναμιχθεί στην ένοπλη σύρραξη, αν επαναληφθεί, και τις δηλώσεις των Αλβανών ότι θα ανακηρύξουν την ‘’Δημοκρατία της Ιλλυρίδας’’, δηλαδή την απόσχιση, αν δεν επιτευχθεί πολιτική συμφωνία. Το εθνοτικό χάσμα  Σλαβομακεδόνων  και Αλβανών διευρύνθηκε στη διάρκεια της σύρραξης, καθώς και οι δύο πλευρές θρήνησαν θύματα και πυρπόλησαν εκκλησίες και τζαμιά. Σλαβομακεδόνες κάτοικοι των δυτικών περιοχών της ΠΓΔΜ εγκατέλειψαν τις εστίες τους και εγκαταστάθηκαν ως πρόσφυγες στα Σκόπια. Η συμφωνία ήταν μια πολιτική νίκη των Αλβανών που αναγορεύτηκαν σε συνταγματικό έθνος, χωρίς να έχουν εξασφαλίσει μονάχα το δικαίωμα του veto. Οι Σλαβομακεδόνες παρέμειναν δύσπιστοι έναντι των Αλβανών. Υπό την σκέπη νατοϊκών δυνάμεων άρχισε στα τέλη Αυγούστου η επιχείρηση αφοπλισμού των Αλβανών ανταρτών (Essential Harvest Operation) και ολοκληρώθηκε στις 26 Σεπτεμβρίου 2001, αλλά ούτε ήταν γνωστός ο οπλισμός των Αλβανών  ούτε  είναι σίγουρο αν οι Αλβανοί παρέδωσαν τα προηγμένης τεχνολογίας όπλα τους . Η σλαβομακεδονική πλευρά είχε επίγνωση των πολιτικών επιπτώσεων  της συμφωνίας και, επικαλούμενη την ύπαρξη μουτζαχεντίν στις τάξεις των Αλβανών ανταρτών, τους οποίους στιγμάτισε ως ‘’τρομοκράτες’’,[4] προσπάθησε μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 να την τροποποιήσει. Έτσι, ο Πρόεδρος της Βουλής, Stojan Antov, κωλυσιεργούσε στην έναρξη των διαδικασιών για την επικύρωση της συμφωνίας, αλλά μετά από πίεση του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε. τελικά  υποχώρησε. Δύο ήταν τα επίμαχα σημεία των συνταγματικών αλλαγών που οι Σλαβομακεδόνες ήθελαν να αποφύγουν: η αλλαγή του προοιμίου του συντάγματος και η ισοτιμία της Ισλαμικής Ένωσης με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Στην πρώτη περίπτωση η όλη προβληματική συνίστατο στην αποφυγή του χαρακτηρισμού των Αλβανών ως ‘’λαού’’, δηλαδή ως κυρίαρχου έθνους. Μετά από μαραθώνιες συζητήσεις  η τελική φόρμουλα που εισήχθηκε είναι: ‘’ Οι πολίτες της Δημοκρατίας της Μακεδονίας, ο μακεδονικός λαός,  και οι πολίτες που κατοικούν στα όριά της και αποτελούνται από τμήματα του αλβανικού λαού, του σερβικού λαού, του βλάχικου λαού, του βοσνιακού λαού.. ‘’  Για να αποφευχθεί η εξίσωση των όρων μακεδονικός και αλβανικός λαός προτιμήθηκε η φόρμουλα ‘’ τμήμα του αλβανικού λαού’’ με την ταυτόχρονη αναβάθμιση όλων των εθνοτικών ομάδων σε λαό. Τίποτα  ωστόσο δεν μεταβάλλει το πνεύμα της συμφωνίας, έστω και εάν η έκφραση’’ τμήμα του αλβανικού λαού ‘’ μπορεί κατά το δοκούν να ερμηνευτεί από τη σλαβομακεδονική πλευρά ως ‘’αλβανική μειονότητα’’. Παρά την αντίδραση της Ορθόδοξης  Εκκλησίας των Σκοπίων  τροποποιήθηκε και το άρθρο 19 του συντάγματος που προβλέπει ότι η ‘’Μακεδονική Ορθόδοξη Εκκλησία’’, η Ισλαμική Ένωση και οι άλλες εκκλησίες  είναι ανεξάρτητες από το κράτος και ισότιμες ενώπιον του νόμου. Μετά τις αλλαγές αυτές η συμφωνία της Αχρίδας επικυρώθηκε από τη Βουλή τα μεσάνυχτα της 17ης Νοεμβρίου 2001.  Με τις συνταγματικές αυτές τροποποιήσεις η ΠΓΔΜ απώλεσε και de-jure τη σλαβική εσωτερική της ταυτότητα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία, δυσαρεστημένη από την εξίσωσή της με την Ισλαμική Ένωση, απείλησε ακόμα και με αφορισμό τους Σλαβομακεδόνες βουλευτές   που ψήφισαν την αλλαγή του άρθρου 19 του συντάγματος. Η υπόθεση θυμίζει την περίπτωση του Κογκορδάτου του Milan Stojadinović στη Γιουγκοσλαβία το 1937. Σε μια κίνηση εξευμενισμού της εκκλησίας και καθησυχασμού της κοινής γνώμης  η κυβέρνηση  Georgievski δαπάνησε ένα τεράστιο ποσό για την κατασκευή ενός πελώριου, φωταγωγημένου τη νύχτα σταυρού, που συγκρίνεται με τον σταυρό των Ku-Klux-Klan στην Αμερική ως σύμβολο ζωής. Τον Σεπτέμβριο του 2002  ο σταυρός στήθηκε  σε έναν λόφο, ορατό από την αλβανική συνοικία, και εκπέμπει ένα πολιτικό μήνυμα προς τους Αλβανούς: η ΠΓΔΜ ανήκει στην ορθόδοξη σλαβικής της πλειοψηφία. [5]

Στις 26 Σεπτεμβρίου 2001 ο ‘’ Εθνικός Απελευθερωτικός  Στρατός’’ κήρυξε αυτοδιάλυση, καθώς είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία του αφοπλισμού του. Ωστόσο, ήταν διάχυτη η πεποίθηση στους σλαβομακεδονικούς κύκλους ότι η υπόθεση του αφοπλισμού ήταν ένα φιάσκο.  Για την ένταξη των πρώην αλβανών ανταρτών στην κοινωνία και τον ομαλό πολιτικό βίο, μετά από πίεση της διεθνούς κοινότητας, η κυβέρνηση Georgievski συνέταξε νομοσχέδιο για τη χορήγηση αμνηστίας στους πρώην αλβανούς  αντάρτες που διέπραξαν αδικήματα από την 1.1.2001 μέχρι την 26η Σεπτεμβρίου 2001. Παρά τις αντιδράσεις Σλαβομακεδόνων πολιτών και τις αρνητικές γνωμοδοτήσεις Ποινικολόγων και Διεθνολόγων, το νομοσχέδιο ψηφίστηκε με οριακή πλειοψηφία στις  7 Μαρτίου 2002 από τη Βουλή και έγινε νόμος του κράτους. Από την αμνηστία εξαιρέθηκαν μονάχα τα άτομα που ενέχονταν σε εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας  και του διεθνούς δικαίου ή εμπλέκονταν σε υποθέσεις εμπορίας ναρκωτικών[6]. Μόνο μετά την ψήφιση του νόμου  κατέστη δυνατή η χορήγηση οικονομικής βοήθειας στα Σκόπια από τη Συνδιάσκεψη των δωρητριών χωρών. Για τη διατήρηση της τάξης, μετά τον αφοπλισμό των αλβανών ανταρτών, οι νατοϊκές δυνάμεις της επιχείρησης Essensial Harvest  αντικαταστάθηκαν από νέες νατοϊκές δυνάμεις υπό γερμανική διοίκηση   (Amber Fox Operation) με το πρόσχημα της παροχής προστασίας στους εκπροσώπους του Οργανισμού Ασφάλειας και Συνεργασίας της Ευρώπης. Στη διάρκεια του 2003 οι νατοϊκές δυνάμεις εγκατέλειψαν τη χώρα, στην οποία εγκαταστάθηκαν δυνάμεις του νεοδημιουργηθέντος Ευρωστρατού. Στις 15 Δεκεμβρίου 2003 ο Ευρωστρατός αντικαταστάθηκε από ευρωπαϊκές αστυνομικές δυνάμεις. Ισχυρή διεθνής στρατιωτική παρουσία δεν κρίθηκε πλέον απαραίτητη, διότι μια νέα πολεμική ανάφλεξη μετά τον αφοπλισμό των Αλβανών ανταρτών και  την επικύρωση της Συμφωνίας της Αχρίδας θεωρήθηκε απίθανη.

Τα γεγονότα του 2001 και η Συμφωνία της Αχρίδας ανέτρεψαν το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό στην ΠΓΔΜ. H VMRO-DPMNE κατηγορήθηκε από τη Σοσιαλδημοκρατική Ένωση ότι απέτυχε να  αποτρέψει την κρίση ή να τη διαχειριστεί κατά τα εθνικά συμφέροντα της χώρας. Δηλώσεις του Georgievski κατά τη διάρκεια των συγκρούσεων για την ανάγκη ενός οριστικού διαζυγίου με τους Αλβανούς και της ανταλλαγής εδαφών στιγματίστηκαν από τον Cervenkovski ως σχέδιο του Πρωθυπουργού και του συμμετέχοντος στην κυβέρνηση αλβανικού κόμματος του Xhafëri για διαμελισμό της ΠΓΔΜ. Η Σοσιαλδημοκρατική Ένωση εκμεταλλεύτηκε πολιτικά τα γεγονότα ενόψει και των βουλευτικών εκλογών του 2002. Η   μετάλλαξη της VMRO-DPMNE από εθνικιστικό κόμμα της αντιπολίτευσης σε  κυβερνητικό  κόμμα της ‘’θετικής ενέργειας’’, του ανοίγματος προς τους γείτονες και των παραχωρήσεων προς τους Αλβανούς , η συνεχιζόμενη οικονομική κρίση, η διαφθορά και σε τελευταία ανάλυση η ηθική ήττα του κόμματος το 2001 συνέβαλαν στην άνοδο της Σοσιαλδημοκρατικής Ένωσης. Στον αλβανικό πολιτικό χώρο ο Ahmeti  ήταν ο αδιαφιλονίκητος κυρίαρχος του παιχνιδιού, καθώς μπορούσε να ισχυριστεί ότι με την ένοπλη αντίσταση σε λίγους μήνες εξασφάλισε στους Αλβανούς όσα  σε 10 χρόνια δεν κατάφεραν το Δημοκρατικό Κόμμα των Αλβανών και το Κόμμα της Δημοκρατικής Ευημερίας. Μετά τη χορήγηση της αμνηστίας προσπάθησε να ενοποιήσει τα αλβανικά πολιτικά κόμματα, ιδρύοντας ένα ‘’Συντονιστικό Συμβούλιο των Αλβανών’’,  θεωρητικά με σκοπό την επιτάχυνση των προσπαθειών για την εφαρμογή της Συμφωνίας της Αχρίδας, στην ουσία όμως για να ελέγχει τον αλβανικό πολιτικό χώρο. Καθώς οι προτάσεις του απορρίφθηκαν από τα αλβανικά πολιτικά κόμματα, ο Ahmeti ίδρυσε στις 5 Ιουνίου του 2002 στο Τέτοβο νέο πολιτικό κόμμα, ‘’τη Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση’’ (Bashkimi Demokratik për Integritët). To κόμμα στελεχώθηκε από πρώην οπλαρχηγούς του UÇK, στενούς συνεργάτες του Ahmeti, όπως τους  Gëzim Ostreni, Nazmi Beqiri, Fazli Veliu, Musa Xhaferi[7] και διακήρυξε ως πολιτικό πρόγραμμα την ειρηνική συμβίωση Σλαβομακεδόνων και Αλβανών σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία  με βάση τη συμφωνία της Αχρίδας.

Στις εκλογές της 15ης Σεπτεμβρίου 2002 ο συνασπισμός ‘’Μαζί για τη Μακεδονία’’ (Zaedno za Makedonija), του οποίου ηγήθηκε η Σοσιαλδημοκρατική Ένωση, κέρδισε το 40, 46%  των ψήφων και 59 έδρες (σε σύνολο 120 εδρών στη Βουλή), ο συνασπισμός της VMRO-DPMNE με το Φιλελεύθερο Κόμμα το 24,4% και 34 έδρες, η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση το 11,85% των ψήφων και 16 έδρες, περιορίζοντας το ποσοστό όλων των άλλων αλβανικών κομμάτων στο 7,5 % και σε 9 έδρες. Οι εκλογές διεξήχθηκαν με την παρουσία  παρατηρητών του ΟΑΣΕ, χωρίς σοβαρά επεισόδια.[8]

Κατά τον άγραφο νόμο που ισχύει στην ΠΓΔΜ, η συμμετοχή αλβανικού κόμματος στην κυβέρνηση θεωρείται απαραίτητη για την σταθερότητα της χώρας. Παρά την προέλευσή της από τους αντάρτες του UÇK, η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση ως το ισχυρότερο αλβανικό κόμμα δεν μπορούσε να αποκλειστεί από τις διαβουλεύσεις για το σχηματισμό κυβέρνησης, καθόσον το Δημοκρατικό Κόμμα των Αλβανών του Xhafëri ως άλλοτε πολιτικός εταίρος της  VMRO-DPMNE αποκλειόταν εκ προοιμίου, ενώ η αριθμητική δύναμη του Κόμματος της Δημοκρατικής Ευημερίας ήταν  ευκαταφρόνητη. Έτσι,  τον Οκτώβριο του 2002 ο Cervenkovski συγκρότησε  με τον Ahmeti κυβέρνηση συναπισπισμού. Η Σοσιαλδημοκρατική Ένωση κράτησε τα σημαντικά Υπουργεία Αμύνης, Εξωτερικών και Εσωτερικών, ενώ η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση τα Υπουργεία Δικαιοσύνης, Μεταφορών, Παιδείας και Υγείας. Στις 31 Οκτωβρίου 2002 η κυβέρνηση Cervenkovski έλαβε ψήφο εμπιστοσύνης στη Βουλή. Ο Ahmeti, τον οποίο σλαβομακεδονικοί εθνικιστικοί είχαν απειλήσει με δολοφονία, αν τολμούσε να εισέλθει στη Βουλή, για  ευνόητους λόγους δεν έλαβε χαρτοφυλάκιο . Ωστόσο, οι απειλές δεν πραγματοποιήθηκαν και μέχρι σήμερα ο Ahmeti κινείται ανενόχλητα στη χώρα. Οι επίλεκτες σλαβομακεδονικές αστυνομικές δυνάμεις,  οι επιλεγόμενοι  Λέοντες, που είχαν ειδικευτεί στον πόλεμο κατά ‘’Αλβανών τρομοκρατών’’, διαλύθηκαν τον Ιανουάριο του 2003.

Μετά την ήττα της η VMRO-DPMNE υπέστη ένα κύμα διώξεων από τη Σοσιαλδημοκρατική Ένωση στο όνομα της ‘’κάθαρσης’’. Στην ουσία επρόκειτο για μια συστηματική προσπάθεια εξόντωσης της αντιπολίτευσης, που θυμίζει τα πολιτικά και κομματικά πάθη της Ελλάδας του ‘ 50 και ’60.  Τέθηκε ζήτημα ηγεσίας του κόμματος και  ως νέος αρχηγός εκλέχτηκε o Nikola Gruevski τον Μάιο του 2003 .O Georgievski ίδρυσε νέο κόμμα, τη VMRO-Narodna,  και έτσι η εσωτερική διάσπαση επισφραγίστηκε και τυπικά. Το ίδιο σκηνικό διαγράφτηκε και στον αλβανικό πολιτικό χώρο, όπου το κόμμα του Ahmeti, ως κόμμα εξουσίας και με την αίγλη της στρατιωτικής και πολιτικής νίκης στην κρίση του 2001, ουσιαστικά περιθωριοποίησε τα άλλα αλβανικά πολιτικά κόμματα, καθιστώντας τον άλλοτε ισχυρό άνδρα Arben Xhafëri έναν ήσσονος σημασίας πολιτικό αντίπαλο. Ως ηγέτες της αντιπολίτευσης τόσο o Gruevski όσο και ο Xhafëri ανέπτυξαν μια εθνικιστική ρητορική (σλαβομακεδονική και αλβανική αντίστοιχα)  για εσωτερική πολιτική κατανάλωση.

Βασική αποστολή της νέας κυβέρνησης- πέρα από τους σταθερούς στόχους της ένταξης στο ΝΑΤΟ και την Ε.Ε.- ήταν η εφαρμογή της Συμφωνίας της Αχρίδας.   Ωστόσο, οι Αλβανοί διαπραγματεύονταν πλέον από θέση ισχύος, θέτοντας σε ομηρία τη σλαβομακεδονική πλευρά και επισείοντας τον κίνδυνο επανάληψης των συγκρούσεων, αν δεν ικανοποιούνταν τα αιτήματά τους.  Έτσι, οι Αλβανοί όχι μονάχα ερμήνευσαν με τη δική τους λογική τους όρους της Συμφωνίας, αλλά έθεσαν και νέα αιτήματα, πέραν του πλαισίου της Συμφωνίας.  Καθώς το Υπουργείο Παιδείας δόθηκε σε Αλβανό, τον Ιούλιο του 2003 η κυβέρνηση αποφάσισε τη νομιμοποίηση  και την κρατικοποίηση του Πανεπιστημίου του Τετόβου. Η νομιμοποίηση δεν προβλεπόταν στη Συμφωνία της Αχρίδας, αλλά, κατά την αλβανική  λογική, απέρρεε από μια ελεύθερη ερμηνεία του νέου προοιμίου του συντάγματος.  Παρά τις επισημάνσεις Πανεπιστημιακών από τον σλαβομακεδονικό ακαδημαϊκό χώρο ότι το Πανεπιστήμιο του Τετόβου θα διαδραματίσει για την αλβανική υπόθεση το ρόλο του Πανεπιστημίου της Πρίστινας στη δεκαετία του ‘ 70 ως φυτώριο αλβανικού εθνικισμού το νομοσχέδιο ψηφίστηκε στις 21 Ιανουαρίου 2004. Έτσι, στο Τέτοβο υπάρχουν σήμερα δύο Πανεπιστήμια, το κρατικό αλβανικό και το ιδιωτικό  ευρωπαϊκό, το South-East European University, γνωστό ως Πανεπιστήμιο του  Max van der Stoel. Τα δύο Πανεπιστήμια έχουν αναπτύξει ανταγωνιστικές σχέσεις.[9]

Τον Οκτώβριο του 2003 η κυβέρνηση μείωσε σε 10 από τα 15 έτη τον απαιτούμενο χρόνο παραμονής στην ΠΓΔΜ προκειμένου να αποκτήσει κάποιος την υπηκοότητα.  Έτσι, ‘’νομιμοποιήθηκαν’’ ταχύτερα πολλοί Αλβανοί που είχαν διεισδύσει παράνομα στη χώρα μετά το 1991 . Μετά από καθυστέρηση ενός περίπου έτους δημοσιεύτηκαν την 1η Δεκεμβρίου του 2003 τα επίσημα αποτελέσματα της απογραφής πληθυσμού που διεξήχθηκε στο πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου του 2002. Σε σύνολο 2.022,547 κατοίκων  οι Σλαβομακεδόνες αποτελούσαν το 68, 8% και οι Αλβανοί το 25,1%. Παρόλο που οι Αλβανοί διατείνονταν ότι συνέθεταν  το 29% του πληθυσμού, δεν αμφισβήτησαν δημόσια τα αποτελέσματα, καθώς δεν επιθυμούσαν να δημιουργήσουν επιπρόσθετα  προβλήματα κατά τη διαδικασία εφαρμογής της Συμφωνίας της Αχρίδας. Σε σύγκριση με τα αποτελέσματα της απογραφής του 1994 οι Αλβανοί ήταν αυξημένοι κατά 68.000 και οι Σλαβομακεδόνες μονάχα κατά 2.000. Έτσι, άρχισε μια έντονη συζήτηση στους σλαβομακεδονικούς κύκλους για το αν η αύξηση του αριθμού των Αλβανών οφειλόταν στον υψηλό δείκτη γεννητικότητάς τους ή στην εγκατάσταση Κοσοβάρων και Αλβανών από τη Νότιο Σερβία. Η αισιόδοξη πλευρά υποστήριξε ότι απογράφτηκαν Αλβανοί από το Κόσοβο, χωρίς να έχουν αποκτήσει ακόμα τη ‘’μακεδονική’’ υπηκοότητα, ενώ οι Σλαβομακεδόνες που ζουν στο εξωτερικό αγνοήθηκαν. Η απαισιόδοξη πλευρά τόνισε  τον υψηλό δείκτη γεννητικότητας των Αλβανών και προέβλεψε μελλοντικά σταδιακή ανατροπή της πληθυσμιακής ισορροπίας. Το ζήτημα αποσχόλησε σοβαρά και την Ακαδημία Επιστημών και Τεχνών των Σκοπίων. Το Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών της Ακαδημίας διοργάνωσε  στις 2 Ιουνίου 2005  επιστημονική ημερίδα με θέμα τις δημογραφικές μεταβολές στην ΠΓΔΜ υπό το φως των αποτελεσμάτων της απογραφής του 2002. Οι σύνεδροι απέδωσαν τις δημογραφικές μεταβολές  σε πολλούς παράγοντες: στον υψηλό δείκτη γεννητικότητας των Αλβανών, που υπερβαίνει το ποσοστό θνησιμότητας, στην υπογεννητικότητα των Σλαβομακεδόνων, που δεν εξισορροπεί το ποσοστό της θνησιμότητας, στη μετανάστευση  Σλαβομακεδόνων (και Αλβανών) στο εξωτερικό, στην εγκατάσταση Αλβανών από το Κόσοβο και τη Νότιο Σερβία στην ΠΓΔΜ, όπως και στις πολιτικές πιέσεις που ασκήθηκαν σε διάφορες εθνοτικές ομάδες, κυρίως στους Μουσουλμάνους Τορμπέσηδες, να δηλωθούν ως Αλβανοί.[10] Με βάση τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν μετά από τριετή έρευνα στατιστικολόγων η σλαβομακεδονική πλευρά το 1990 κατέγραψε  35.401 γεννήσεις και 14.643 φυσικούς θανάτους, το 2000 29.308 γεννήσεις και 17.253 φυσικούς θανάτους και το 2002 27.761 γεννήσεις και 17.962 φυσικούς θανάτους. Δημογραφική έκρηξη παρατηρήθηκε κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα λόγω της εισροής Αλβανών. Για παράδειγμα τα Σκόπια το 1948 αριθμούσαν 110.623, το 1971  325.000 και το 2002  467.257  Αλβανούς κατοίκους. Το Γκόστιβαρ το 1948 είχε 12.585, το 1971 27.214 και το 2002 49.545 Αλβανούς κατοίκους. Το Κίτσεβο το 1948 είχε 8.761, το 1971 16.810 και το 2002 30.138 Αλβανούς κατοίκους. Το Κουμάνοβο το 1948 είχε 36.193 , το 1971 67.687 και το 2002 103.205 Αλβανούς  κατοίκους. Το Τέτοβο το 1948 είχε 21.598 , το 1971 43.565 και το 2002 70.841 Αλβανούς κατοίκους.[11] Η τελική διαπίστωση των συνέδρων ήταν ότι οι Αλβανοί είναι ένα νέο σχετικά έθνος, ενώ οι Σλαβομακεδόνες υπεισέρχονται στο στάδιο της δημογραφικής γήρανσης.  Κατά τη διάρκεια της ημερίδας προκάλεσαν σκεπτικισμό οι προτάσεις του Ilija Aceski, Καθηγητή Κοινωνικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο των Σκοπίων, τις οποίες ο ίδιος χαρακτήρισε ως ‘’μέτρα κατά του φυλετικού διαχωρισμού.’’ Έμμεσα, αλλά σαφώς πρότεινε φορολογικές ελαφρύνσεις και κρατικές επιχορηγήσεις σε οικογένειες Σλαβομακεδόνων που ζουν σε περιοχές με αλβανική πλειοψηφία ώστε να έχουν κίνητρα να παραμείνουν εκεί. Αντίθετα, εισηγήθηκε την παύση των κρατικών επιδομάτων και της δωρεάν ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης σε πολύτεκνες αλβανικές οικογένειες που δεν μπορούσαν να αντεπεξέλθουν στις  οικονομικές ανάγκες.[12] Ήταν μια απειλή προς τους Αλβανούς να μειώσουν τον δείκτη γεννητικότητάς τους. Οι προτάσεις του, που θύμιζαν την πολιτική του κομμουνιστικού καθεστώτος των Σκοπίων έναντι των Αλβανών  στα τέλη της δεκαετίας του ‘80, σχολιάστηκαν δυσμενώς στον Τύπο ως αναχρονιστικές, προκάλεσαν την οργή των Αλβανών και δεν λήφθηκαν υπόψη από την κυβέρνηση.

Σχετικά με τη  συμμετοχή των Αλβανών στη δημόσια διοίκηση και το στρατό προβλέφθηκε το 20 % των υπαξιωματικών στο στρατό να αποτελείται από Αλβανούς, ενώ 400 δημόσιες θέσεις προορίστηκαν  για τους Αλβανούς. Το μεγάλο ωστόσο ζήτημα , που προκάλεσε έντονες αντιπαραθέσεις, ήταν ο νόμος για την αναδιάταξη των δήμων. Η συμφωνία της Αχρίδας προέβλεπε ότι εντός ενός έτους από την ολοκλήρωση της απογραφής θα μεταβάλλονταν τα όρια των δήμων. Η μεταβολή θα γινόταν με βάση τα αποτελέσματα της απογραφής και τις διατάξεις του σχετικού νόμου για την τοπική αυτοδιοίκηση. Στην αναδιάταξη των δήμων θα συμμετείχαν οι τοπικές και κρατικές αρχές, όπως και η διεθνής  κοινότητα. Ο σχετικός νόμος για την τοπική αυτοδιοίκηση ψηφίστηκε  στις 24 Ιανουαρίου 2002 και προέβλεπε  γενικά τη μεταβίβαση αρμοδιοτήτων από την κεντρική εξουσία στους δήμους σε θέματα οικονομίας, υγείας, παιδείας, δημοτικής αστυνομίας στο πλαίσιο της αποκέντρωσης, αλλά τα κριτήρια που καθορίστηκαν  για τη συγκρότηση ενός δήμου ήταν γεωγραφικά, οικονομικά, επικοινωνιακά ή κριτήρια εσωτερικής υποδομής. Πουθενά δεν αναφέρθηκε εμφατικά ότι τα κριτήρια έπρεπε να ήταν εθνοτικά. Ο νόμος προέβλεπε  επίσης τη συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων που αφορούσαν τους δήμους, όπως και τη γνωμοδότηση του συνταγματικού δικαστηρίου. Σύμφωνα με  αποτελέσματα  της απογραφής  δήμοι που ήταν υπερτροφικοί ή συρρικνωμένοι  θα έπρεπε να διχοτομηθούν ή να συνενωθούν με άλλους δήμους[13]. Ωστόσο, στο νομοσχέδιο που δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 2004 τα κριτήρια που λήφθηκαν υπόψη για την αναδιάταξη των δήμων ήταν αποκλειστικά εθνοτικά.  Προβλεπόταν, για παράδειγμα,  η ένταξη αλβανικών χωριών στο δήμο της Στρούγκας και του Κίτσεβο ώστε οι Αλβανοί να έχουν πληθυσμιακή υπεροχή και να εκλέγουν άνετα τους δημάρχους. Με τις προτεινόμενες συγχωνεύσεις  οι Αλβανοί θα αποτελούσαν στη Στρούγκα το 54,75% του πληθυσμού, ενώ οι Σλαβομακεδόνες το 34, 58%, στο Κίτσεβο οι Αλβανοί θα ανέρχονταν σε 31.000 και οι Σλαβομακεδόνες θα συρρικνώνονταν σε 21.000 κατοίκους  Για να μην αναγνωριστεί η ισοτιμία της αλβανικής γλώσσας στην πόλη των Σκοπίων αρχικά η κυβέρνηση προσπάθησε να αποτρέψει αναδιάταξη στο δήμο των Σκοπίων, που θα μπορούσε να ανεβάσει το ποσοστό των Αλβανών στο 20%.

Η συζήτηση του νομοσχεδίου στη Βουλή άρχισε στις 11 Φεβρουαρίου 2004, αλλά δεν ολοκληρώθηκε λόγω των εσωτερικών  πολιτικών εξελίξεων στην ΠΓΔΜ μετά τον απροσδόκητο θάνατο του Προέδρου Trajkovski στις 26 Φεβρουαρίου 2004. Η προσοχή του πολιτικού κόσμου στράφηκε στις επικείμενες  προεδρικές εκλογές, μετά την απόφαση του Πρωθυπουργού Cervenkovski να διεκδικήσει την Προεδρία. Στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών στις 14 Απριλίου  2004 κανένας  υποψήφιος δεν κέρδισε την απόλυτη πλειοψηφία, αλλά στον δεύτερο γύρο ο Cervenkovski με την αμέριστη υποστήριξη του κόμματος του Ahmeti κατήγαγε περιφανή νίκη έναντι του αντιπάλου του της VMRO-DPMNE  Šasko Kedev με 62%. Στις 13 Μαΐου 2004  o Cervenkovski ανέλαβε τα καθήκοντά του ως Πρόεδρος της χώρας. Στα τέλη Μαΐου σχηματίστηκε νέα κυβέρνηση με Πρωθυπουργό τον τραπεζίτη (Βλάχο στην καταγωγή)  Hari Kostov. Πολλοί υπολόγιζαν ότι ο νέος Πρωθυπουργός θα ανόρθωνε την παραπαίουσα οικονομία της χώρας και με σκωπτική διάθεση οι πολίτες συνέκριναν τον Kostov με τον Harry Potter. Το ζήτημα της αναδιάταξης των δήμων επανήλθε στην επικαιρότητα, αλλά λόγω της υποστήριξης που παρείχε ο Ahmeti στη Σοσιαλδημοκρατική Ένωση για την εκλογή του Cervenkovski οι Αλβανοί επέβαλαν τους δικούς τους όρους στο νομοσχέδιο. Το πολιτικό μήνυμα του Ahmeti  προς τον  Kostov στις 14.8.2004  ήταν σαφές: αν ο Πρωθυπουργός δεν δεχτεί  το αλβανικό αίτημα για ‘’αλβανοποίηση’’ της Στρούγκας και του Κίτσεβο και  για την αναγνώριση της ισοτιμίας της αλβανικής γλώσσα στα Σκόπια, η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση θα αποχωρήσει από την κυβέρνηση[14]. Έτσι, η αναδιάταξη των δήμων στα Σκόπια, τη Στρούγκα και το Κίτσεβο  σχεδιάστηκε κυρίως με εθνοτικά κριτήρια μετά από ισχυρές αλβανικές πιέσεις. Συμφωνήθηκε στο δήμο των Σκοπίων  να συγχωνευτούν οι αλβανικές περιοχές του Κόντοβο και του Τσαΐρ ώστε οι Αλβανοί να υπερβούν το 20% του πληθυσμού και να αναγνωριστεί η ισοτιμία της αλβανικής γλώσσας. Στον δήμο της Στρούγκας  να συγχωνευτούν  οι αγροτικές περιοχές της ενδοχώρας, πλην της Βεβτσάνης. Ο δήμος του Κίτσεβο να παραμείνει στα τωρινά όρια μέχρι το 2008 και κατόπιν να συγχωνευτούν οι περιοχές Οσλομόϊ, Ζάγιας, Ντρούγκοβο και Βρανεστίνιτσα. Το νομοσχέδιο προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων στα Σκόπια και τη Στρούγκα, καθώς οι Σλαβομακεδόνες  δεν είχαν αμφιβολία ότι η νέα πραγματικότητα θα οδηγούσε στη de-facto διχοτόμηση της χώρας. Εκφράστηκαν φόβοι ότι οι Σλαβομακεδόνες θα μεταβάλλονταν σε μειονότητα στη χώρα τους και θα έχαναν τις θέσεις εργασίας στους δήμους που θα περιέρχονταν στους Αλβανούς . Με την υποκίνηση της αντιπολίτευσης άρχισαν να συγκεντρώνονται υπογραφές για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος . Παρά το τεταμένο κλίμα, στις 11 Αυγούστου 2004 η Βουλή με οριακή πλειοψηφία 61 ψήφων (σε σύνολο 120 βουλευτών) ψήφισε το νομοσχέδιο. Έξι Σλαβομακεδόνες βουλευτές του κυβερνώντος  συνασπισμού διαφοροποιήθηκαν από την επίσημη γραμμή και καταψήφισαν το νομοσχέδιο. Η ψήφιση του νομοσχεδίου χαιρετίστηκε από την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ ως ένα θετικό βήμα για την ένταξη της ΠΓΔΜ  στους οργανισμούς αυτούς. Ωστόσο, οι δυναμικές κινητοποιήσεις της αντιπολίτευσης συνεχίστηκαν και συγκεντρώθηκαν 180.000 υπογραφές. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε τελικά στις αρχές Σεπτεμβρίου  να ορίσει την 7η Νοεμβρίου 2004 ως ημέρα διεξαγωγής του δημοψηφίσματος. Οι Αλβανοί απείλησαν ότι σε περίπτωση επιτυχίας του δημοψηφίσματος θα διοργάνωναν αντιδημοψήφισμα  για  την απόσχισή τους από την ΠΓΔΜ.  Η κυβέρνηση  κάλεσε τους πολίτες σε αποχή, επισημαίνοντας ότι η τυχόν απόρριψη του νόμου θα έφραζε το δρόμο της ΠΓΔΜ  προς την Ε.Ε. Δεν δίστασε   να εκτοξεύσει ακόμα και απειλές στους πολίτες  (απώλεια εργασίας κλπ.). Έτσι, το μένος των Σλαβομακεδόνων πολιτών κατά του νέου νόμου άρχισε σταδιακά να υποχωρεί λόγου του αδιεξόδου. Στο φορτισμένο αυτό κλίμα η αναγνώριση της ΠΓΔΜ από τις Ηνωμένες Πολιτείες με το συνταγματικό της όνομα ‘’Δημοκρατία της Μακεδονίας’’ στις  4 Νοεμβρίου 2004 επέδρασε καταλυτικά στην αποτυχία του δημοψηφίσματος. Την ημέρα της διεξαγωγής του δημοψηφίσματος, στις 7  Νοεμβρίου 2004, στις κάλπες   προσήλθαν μονάχα 436.202 πολίτες ( ήταν απαραίτητη η συμμετοχή 854.769 ψηφοφόρων, δηλαδή το 50%,  για να είναι έγκυρο το δημοψήφισμα) . Από τους ψηφίσαντες  οι 409.886 καταψήφισαν το νόμο.

Η απόφαση της Αμερικής να αναγνωρίσει την ΠΓΔΜ με το συνταγματικό της όνομα δεν αποτέλεσε έκπληξη. Ήδη στις  30 Ιουνίου 2003 η Αμερική είχε υπογράψει με την ΠΓΔΜ συμφωνία για τη μη έκδοση Αμερικανών στρατιωτών στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, στην οποία η ΠΓΔΜ αναφέρθηκε ως ‘’Δημοκρατία της Μακεδονίας’’. Έκπληξη προκάλεσε στην Ελλάδα ο άκομψος τρόπος και η συγκεκριμένη χρονική στιγμή της αναγνώρισης, αλλά για την Αμερική υπήρχαν ορισμένοι παράγοντες που δεν μπορούσαν να αγνοηθούν. 1) η αναγνώριση θα απέτρεπε την καθολική συμμετοχή στο δημοψήφισμα και κατά συνέπεια ο νέος νόμος για την αποκέντρωση θα μπορούσε να τεθεί σε ισχύ. Είχε ασκηθεί από τα κυβερνητικά κόμματα και την αστυνομία τρομοκρατία για το μποϋκοτάζ του δημοψηφίσματος,  και η αναγνώριση έδωσε τη χαριστική βολή. Τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή η Αμερική δεν επιθυμούσε ταραχές στα Σκόπια, που αναπόφευκτα θα ξεσπούσαν, αν ο νόμος για την αποκέντρωση καταψηφιζόταν στο δημοψήφισμα.  Οι Αλβανοί θα προχωρούσαν σε αντιδημοψήφισμα για την απόσχιση και η χώρα θα προσέφευγε  σε πρόωρες εκλογές. H ατμόσφαιρα  ηλεκτρίστηκε   και από την πολιτική πλατφόρμα για την αυτοδιάθεση των Αλβανών που είχε επεξεργαστεί το ‘’Παγκόσμιο Συμβούλιο των Αλβανών’’ στη Δίβρα στις 27 Οκτωβρίου 2004[15].  Επιστροφή της αντιπολίτευσης στην εξουσία δεν ήταν επιθυμητή από τους Αμερικανούς τη συγκεκριμένη περίοδο. 2) Σε σημαντική μερίδα των Σλαβομακεδόνων ήταν διάχυτη η πεποίθηση  ότι η Αμερική υπέθαλπε τον αλβανικό σεπαρατισμό. Η κρίση του 2001 είχε δημιουργήσει στα Σκόπια ένα αντιαμερικανικό και φιλορωσικό  κλίμα. Με την αναγνώριση η Αμερική προσπάθησε να  αντιστρέψει αυτό το κλίμα. 3) Η αναγνώριση ήταν και μια ανταμοιβή στην ΠΓΔΜ για τη συστράτευσή της στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας. Οι επίλεκτες αστυνομικές δυνάμεις, οι Λέοντες, σήμερα μάχονται στο Ιράκ. 4) Η ΠΓΔΜ είναι ένα αμερικανικό προτεκτοράτο. Στα τέλη Δεκεμβρίου 2004, λίγες εβδομάδες μετά την αναγνώριση της ΠΓΔΜ από την Αμερική,   υπογράφτηκε η Συμφωνία μεταξύ Βουλγαρίας, ΠΓΔΜ  και Αλβανίας  για την κατασκευή του αγωγού Μπουργκάς- Αυλώνας, έργο της αμερικανικής εταιρείας AMBO (Albanian-Macedonian –Bulgarian  Oil pipeline). Ο αγωγός αυτός είναι ανταγωνιστικός του αγωγού Μπουργκάς –Αλεξανδρούπολης, στην κατασκευή του οποίου συμμετέχουν και ρωσικές εταιρείες.  Η κατασκευή του αγωγού Μπουργκάς-Αυλώνας δεν έχει αρχίσει ακόμα (λόγω της κυβερνητικής κρίσης στη Βουλγαρία το 2005 και των επικείμενων προεδρικών εκλογών,  της επιθυμίας της Αλβανίας να αντικατασταθεί η Αυλώνα ως τουριστικός χώρος με άλλο αλβανικό λιμάνι), αλλά η AMBO δεν έχει παραιτηθεί από το σχέδιο. Αντίθετα, η κατασκευή του αγωγού Μπουργκάς –Αλεξανδρούπολης ίσως καταστεί προβληματική. Κωλυσιεργεί  το κόμμα του Axmed Dogan στη Βουλγαρία και ίσως ασκούνται και αμερικανικές πιέσεις στη βουλγαρική κυβέρνηση να ματαιώσει την κατασκευή του, δεδομένου ότι βασική αρχή της αμερικανικής πολιτικής είναι η απεξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό πετρέλαιο.

Η αναγνώριση της ΠΓΔΜ από την Αμερική δημιούργησε ένα κλίμα ευφορίας και πανηγυρισμών στα Σκόπια.[16]Ο Πρόεδρος Cervenkovski  και ολόκληρος ο πολιτικός κόσμος της χώρας  χαιρέτισαν το γενναίο βήμα της Αμερικής ως έμπρακτη απόδειξη του ενδιαφέροντος της Ουάσιγκτον για τη σταθερότητα της ΠΓΔΜ. [17] Η Αμερική χαρακτηρίστηκε ως στρατηγικός εταίρος της ΠΓΔΜ  που έχει συμφέροντα στη νευραλγική περιοχή των Βαλκανίων. Ο Vladimir Gligorov, γιος του πρώην  Προέδρου Kiro Gligorov και σύμβουλος του τωρινού Προέδρου Cervenkovski,   απέδωσε την απόφαση της Αμερικής σε 3 κυρίως λόγους: στην πρόθεση της Ουάσιγκτον να υπονομευτεί το δημοψήφισμα, στο ενδιαφέρον της Αμερικής για τη σταθερότητα της ΠΓΔΜ και στην ανάγκη ανταμοιβής της ΠΓΔΜ για τη συμμετοχή της στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας.[18] Από τον αλβανικό πολιτικό χώρο την αναγνώριση των Σκοπίων από την Αμερική επικρότησαν η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση και το Κόμμα της Δημοκρατικής Ευημερίας.

Ωστόσο, οι πανηγυρισμοί επισκιάστηκαν σύντομα από την αιφνίδια παραίτηση της κυβέρνησης Kostov.  Η κωλυσιεργία των Αλβανών στο κυβερνητικό έργο, η εξάρτηση των Αλβανών υπουργών από τον Ahmeti, η εμπλοκή του Αλβανού υπουργού Agron Buxhaku (αλλά και Σλαβομακεδόνων  υπουργών ) σε οικονομικά σκάνδαλα προκάλεσαν κυβερνητική κρίση. Νέα κυβέρνηση σχημάτισε τον Δεκέμβριο ο Vlado Bučkovski (Βλάντο Μπουτσκόφσκυ), ο αρχηγός της Σοσιαλδημοκρατικής Ένωσης, μετά την μεταπήδηση του Cervenkovski στην Προεδρία. Είναι γενικά πολιτικός χαμηλών τόνων,  ενδοτικός,  και απολαμβάνει της εύνοιας των Αμερικανών.   Η νέα κυβέρνηση βρέθηκε αντιμέτωπη με την κρίση του Κόντοβο. Ένοπλες ομάδες Κοσοβάρων υπό τον κατηγορούμενο για εγκλήματα πολέμου Agim Krasniqi κατέλαβαν το χωριό Κόντοβο, κοντά στην πόλη των Σκοπίων, και απαίτησαν τη χορήγηση  αμνηστίας. Μόνο μετά από αργόσυρτες διαπραγματεύσεις με κυβερνητικούς εκπροσώπους  και την προσωπική παρέμβαση του Ahmeti  και του Πρωθυπουργού του Κοσόβου  Ramush Haradinaj η ομάδα αποσύρθηκε από το χωριό, αλλά παρέμεινε άγνωστος ο τόπος μεταφοράς του οπλισμού.

Στα τέλη του 2004 οι περισσότεροι νόμοι που σχετίζονταν με τη Συμφωνία της Αχρίδας είχαν ψηφιστεί. Αλλά η Συμφωνία της Αχρίδας ήταν ένα πλαίσιο με αρκετές ασάφειες στις διατάξεις της. Έτσι, άφηνε στους Αλβανούς περιθώρια περαιτέρω διεκδικήσεων. Καθώς το Δημοκρατικό Κόμμα των Αλβανών και το Κόμμα της Δημοκρατικής Ευημερίας είχαν πολιτικά περιθωριοποιηθεί, έθεταν ριζοσπαστικά αιτήματα  σε μια επίδειξη υπέρμετρης εθνικοφροσύνης,  στην οποία τους Xhafëri και Abdurrahman Ηaliti  συναγωνιζόταν  και το κόμμα του Αhmeti,  αλλά με μια σκόπιμη διγλωσσία, ώστε να μην αμφισβητηθεί η νομιμοφροσύνη του.   Ενόψει των επικείμενων δημοτικών εκλογών το Δημοκρατικό Κόμμα των Αλβανών και το Κόμμα της Δημοκρατικής Ευημερίας τόνισαν ότι θα αναλάβουν πρωτοβουλία για την αλλαγή του συντάγματος ώστε να πραγματοποιηθεί η ‘’περιφερειοποίηση’’ της χώρας[19]. Αν και δεν αποσαφήνισαν τον όρο ‘’περιφερειοποίηση’’,  προφανώς εννοούσαν τη συνένωση των αλβανικών δήμων σε μια ευρεία περιφέρεια. Αμέσως ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Δημοκρατικής Ένωσης για την Ολοκλήρωση, Rafis Aliti, δήλωσε ότι το κόμμα του θα στηρίξει την πρωτοβουλία. Αλλά, καθώς ο όρος ‘’περιφερειοποίηση’’ μπορούσε να ερμηνευτεί  ως de-facto απόσχιση, η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση  ως σύνολο απέρριψε την πρόταση και χαρακτήρισε  τις δηλώσεις του Aliti ως προσωπικές.[20]

Το ότι η Συμφωνία της Αχρίδας δεν κατάφερε να εξαλείψει το εθνοτικό χάσμα Αλβανών και Σλαβομακεδόνων επισημάνθηκε  στην έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κατά του ρατσισμού και της International Crisis Group τον Φεβρουάριο του 2005. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά του ρατσισμού  ανέφερε στην έκθεσή της ότι,  παρόλο που η Συμφωνία της Αχρίδας συνιστά βελτίωση της θέσης των Αλβανών, με τις συγκρούσεις του 2001 καταστράφηκαν οι γέφυρες επικοινωνίας  και αυξήθηκε η αμοιβαία εχθρότητα και δυσπιστία. Οι πολιτικοί ηγέτες, οι διανοούμενοι, οι θρησκευτικοί αρχηγοί εμμένουν σε θέσεις που διαιωνίζουν το εθνοτικό μίσος, ενώ είναι ανύπαρκτες από τη βάση οι κινήσεις πολιτών.[21] Η International Crisis Group επισήμανε ότι η ΠΓΔΜ δεν είναι ώριμη για αποκέντρωση, ότι το  εθνοτικό χάσμα παραμένει αγεφύρωτο, ότι η κυβερνητική υποστήριξη της αποκέντρωσης είναι ρητορική παρά πρακτική, ότι η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση πρέπει να διαβεβαιώσει τους Σλαβομακεδόνες για την ισοτιμία τους με τους Αλβανούς στους αλβανικούς δήμους, ότι η κυβέρνηση επιβιώνει όχι λόγων εσωτερικής συνοχής και πολιτικής δύναμης, αλλά λόγω έλλειψης εναλλακτικής  λύσης[22]. Έρευνα πεδίου που πραγματοποιήθηκε δύο χρόνια μετά την υπογραφή της συμφωνίας της Αχρίδας από το International Center for Minority Studies and Intercultural Relations της Σόφιας διαπίστωσε το αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ Αλβανών και Σλαβομακεδόνων. Οι Σλαβομακεδόνες πολίτες διακατέχονταν από σκεπτικισμό, μοιρολατρία, απάθεια και αδιαφορία για το πολιτικό τους  μέλλον. Οι Αλβανοί, αντίθετα, από αυτοπεποίθηση και αισιοδοξία, πιστεύοντας ότι το μέλλον τούς ανήκει από κάθε άποψη- δημογραφική, πολιτική, οικονομική, κοινωνική.[23]

Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί η βασιμότητα των απαισιόδοξων αυτών εκτιμήσεων. Μετά το 2001 νομιμοποιήθηκε το apartheid, τέθηκαν διαχωριστικές γραμμές, οι Αλβανοί διαγράφουν με μεθοδικότητα τις περιοχές που de-facto επιδιώκουν να ‘’αποσχίσουν’’ και δεν χαλιναγωγούνται από κανέναν εξωτερικό παράγοντα. Η πολυπολιτισμικότητα είναι στην ουσία νεκρό γράμμα.  Τα σύνορα μεταξύ Κοσόβου και ΠΓΔΜ είναι  διάτρητα και η επικοινωνία των Αλβανών σε όλα τα επίπεδα εφικτή. Οι Αλβανοί πολιτικοί δεν συμμετέχουν στις επίσημες γιορτές των Σλαβομακεδόνων, ούτε στην εθνική γιορτή της 2ης Αυγούστου, επετείου της εξέγερσης του Ίλιντεν (1903) και της ίδρυσης του κράτους των Σκοπίων (1944).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι  οι Σλαβομακεδόνες πολίτες δυσαρεστήθηκαν από την ενδοτική πολιτική της Σοσιαλδημοκρατικής Ένωσης στην αντιμετώπιση του αλβανικού προβλήματος. Η δυσαρέσκεια εκφράστηκε στις δημοτικές εκλογές του Μαρτίου του 2005.  Παρά τις σοβαρές  παρατυπίες και τη νοθεία που σημειώθηκαν και στους δύο γύρους των δημοτικών εκλογών, η VMRO-DPMNE κέρδισε τους σημαντικότερους δήμους (Στίπ, Βέλες, Στρώμνιτσα, Ρέσνα, Κοτσάνη, Γευγελή, Κρίβα Παλάνκα,  Ντέλτσεβο, Βίνιτσα),  συμπεριλαμβανομένου και του δήμου των Σκοπίων, όπου ο ανεξάρτητος, αλλά υποστηριζόμενος από την αντιπολίτευση επιχειρηματίας Trifon Kostovski  εκτόπισε από τον πρώτο γύρο με μεγάλη διαφορά τον  Risto Penov. Η Σοσιαλδημοκρατική Ένωση κέρδισε συνολικά 36 δήμους, η VMRO-DPMNE  21 δήμους και η VMRO-Narodna Partija του Georgievski  3 δήμους.[24] Στον αλβανικό πολιτικό χώρο η Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση συνέτριψε από τον πρώτο γύρο τον συνασπισμό του Δημοκρατικού Κόμματος των Αλβανών με το Κόμμα της Δημοκρατικής Ευημερίας, αλλά με εκτεταμένη νοθεία και τρομοκρατία. Οι Xhafëri και Haliti  απαίτησαν την ακύρωση του πρώτου γύρου των εκλογών. Καθώς το αίτημά τους δεν έγινε δεκτό, τα δύο αλβανικά κόμματα της αντιπολίτευσης  απείχαν από το δεύτερο γύρο των εκλογών. [25] Έτσι, ο Αhmeti μονοπώλησε  τη νίκη. Το κόμμα του κέρδισε 15 δήμους, μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνονται οι δήμοι της Δίβρας, του Γκόστιβαρ, του Τετόβου, του Αρατσίνοβο και της επίμαχης Στρούγκας, όπου οι Σλαβομακεδόνες προτίμησαν να  μποϋκοτάρουν τις εκλογές παρά να προβούν σε μαζικές διαδηλώσεις. Η εκτίμηση των παρατηρητών του ΟΑΣΕ ήταν ότι οι εκλογές  διεξήχθηκαν σε ειρηνικό κλίμα, αλλά δεν ήταν αδιάβλητες. [26] Αντιδρώντας στην όλη εκλογική διαδικασία, ο Xhafëri κήρυξε αποχή του κόμματός του από τις εργασίες της Βουλής κατά τακτά χρονικά διαστήματα.

Μετά τις δημοτικές εκλογές ένα άλλο ζήτημα που έγινε αντικείμενο αντιπαραθέσεων μεταξύ Σλαβομακεδόνων και Αλβανών ήταν αυτό των συμβόλων του κράτους. Παρερμηνεύοντας μια διάταξη της Συμφωνίας της Αχρίδας για τον καθορισμό των συμβόλων των εθνοτήτων, στελέχη της Δημοκρατικής Ένωσης για την Ολοκλήρωση, διακρίνοντας τα εθνικά από τα κρατικά σύμβολα, επισήμαναν την    ανάγκη αλλαγής της κρατικής σημαίας των Σκοπίων, του κρατικού ύμνου και καθορισμού νέας σημαίας για τους Σλαβομακεδόνες, θεωρώντας ωστόσο αυτονόητο ότι για τους Αλβανούς της ΠΓΔΜ ισχύει η σημαία του Σκεντέρμπεη, η σημαία του αλβανικού έθνους και κράτους.[27] Ταυτόχρονα, έχοντας ως βάση το νόμο για την ισοτιμία της αλβανικής γλώσσας, απαίτησαν η αλβανική σημαία να αναρτάται σε κάθε περιοχή που οι Αλβανοί αποτελούν το 20%.  Την ίδια άποψη υποστήριξε και ο Xhafëri. Η Σοσιαλδημοκρατική Ένωση, ερμηνεύοντας κατά γράμμα τη σχετική διάταξη, αρνήθηκε κάθε συζήτηση για αλλαγή της σημαίας, του εθνικού ύμνου και του εθνοσήμου της χώρας,[28] ενώ η VMRO απαίτησε οι Αλβανοί της ΠΓΔΜ να αναρτούν μια σημαία διαφορετική από αυτή του αλβανικού κράτους. Μετά από αμοιβαίες υποχωρήσεις τελικά καταρτίστηκε  ένα νομοσχέδιο που προέβλεπε η επίσημη αλβανική σημαία να αναρτάται στα δημαρχεία των δήμων, όπου οι Αλβανοί αποτελούν την απόλυτη πλειοψηφία,  καθημερινά και για όλο το χρόνο,  δίπλα στην κρατική σημαία. Αν σε έναν μικρό δήμο οι Τούρκοι ή οι Αθίγγανοι αποτελούσαν την πλειοψηφία,  θα κυμάτιζε η τουρκική σημαία ή  μια συμβολική σημαία των Αθιγγάνων, δίπλα στην κρατική σημαία. [29] Με την αποχή της αντιπολίτευσης  το νομοσχέδιο ψηφίστηκε στις 15 Ιουλίου 2005. [30] Η αλβανική σημαία  μπορεί πλέον  να αναρτάται  επίσημα σε 16 δήμους, αλλά αναγκαστικά δίπλα στην  επίσημη κρατική σημαία των Σκοπίων. Ωστόσο, οι Αλβανοί καταστρατηγούν  συχνά το νόμο και αναρτούν μονάχα την αλβανική σημαία. Προκλητική υπήρξε για παράδειγμα η στάση του κόμματος του Ahmeti  κατά τη διεξαγωγή του πρώτου του συνεδρίου τον Νοέμβριο του 2005. Στο συνεδριακό χώρο αναρτήθηκε μονάχα η αλβανική σημαία και ανακρούστηκε μόνο ο αλβανικός εθνικός ύμνος, με αποτέλεσμα οι Σλαβομακεδόνες πολιτικοί που είχαν προσκληθεί στο συνέδριο να εγκαταλείψουν προκλητικά την αίθουσα, χαρακτηρίζοντας αντισυνταγματική την όλη διαδικασία. [31] Με την επίσημη καθιέρωση των συμβόλων των διαφόρων εθνοτήτων αλλοιώθηκε και τυπικά η εθνική φυσιογνωμία της χώρας. Την 1η Ιουλίου 2004  τέθηκε επίσημα σε εφαρμογή ο νόμος για την αποκέντρωση, αλλά η αποκέντρωση προχωρεί με αργούς ρυθμούς λόγω έλλειψης κτιριακών εγκαταστάσεων, υπαλληλικού προσωπικού και οικονομικών πόρων.

Κατά τις εκτιμήσεις Αλβανών πολιτικών αναλυτών η Συμφωνία της Αχρίδας  συνιστά επαναφορά του συντάγματος του 1974 με το οποίο οι Αλβανοί είχαν αναγνωριστεί ισότιμο συνταγματικό έθνος. Αλλά τότε υπήρχε ένα ενιαίο κράτος,  η Σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία , στην οποία τα εσωτερικά σύνορα ήταν διοικητικά. Σε περίπτωση αποσχιστικών κινήσεων των Αλβανών της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας ήταν  τότε δεδομένη η βοήθεια των Σέρβων προς τους Σλαβομακεδόνες . Με τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας  και τη δημιουργία εθνικών κρατών οι Αλβανοί του Κοσόβου, της ΠΓΔΜ,  όπως  και οι Σέρβοι της Κράϊνας, μεταβλήθηκαν σε μειονότητα. Ωστόσο, οι  Αλβανοί στην ΠΓΔΜ δεν αυτοθεωρούνται μειονότητα. Αναγνωρίστηκαν ως συνταγματικό έθνος, αλλά μακροπρόθεσμα  επιδιώκουν την ισοτιμία τους με τους Σλαβομακεδόνες, κινούνται προς την κατεύθυνση της ομοσπονδοποίησης της ΠΓΔΜ  και θέτουν νέα αιτήματα- αναγνώριση της ισοτιμίας της αλβανικής γλώσσας και στο στρατό, θέσπιση της Αντιπροεδρίας, καθιέρωση της 13ης Αυγούστου ως εθνικής γιορτής, όπως και της 28ης Νοεμβρίου, ημέρας της ίδρυσης του αλβανικού κράτους to 1912. Στην πρόταση του Bučkovski να καθιερωθεί η 24η Μαΐου,  ημέρα των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, ως εθνική γιορτή στην ΠΓΔΜ, οι Αλβανοί αντιπρότειναν και την καθιέρωση της 7ης Μαρτίου, επετείου της ίδρυσης του πρώτου αλβανικού σχολείου στην Κορυτσά το 1887 το οποίο, ως γνωστόν, είχε κλείσει σύντομα λόγω έλλειψης  μαθητών. (Οι οθωμανικές αρχές του Αβδούλ  Χαμίτ Β΄ είχαν επιτρέψει την ίδρυση  του σχολείου υπό τον όρο να μη φοιτούν μουσουλμάνοι Αλβανοί. Αλλά καθώς οι ορθόδοξοι Αλβανοί προτιμούσαν  τη φοίτηση σε ελληνικά σχολεία, στο πρώτο αλβανικό σχολείο φοιτούσαν   μουσουλμάνοι Αλβανοί, κάτι ασυμβίβαστο με  την πανισλαμική ιδεολογία του Αβδούλ Χαμίτ Β’. Όταν το 1912/13 η Αυστροουγγαρία ίδρυσε το ανεξάρτητο αλβανικό κράτος-οι Αλβανοί ποτέ  δεν είχαν ζητήσει ανεξαρτησία-δεν υπήρχε ούτε ένα αλβανικό σχολείο). Επωφελούμενοι από την αποκέντρωση, αποφάσισαν να ιδρύσουν στο Τέτοβο μνημείο για τα θύματα του Balli Kombëtar στη σύγκρουσή του με τους Σλαβομακεδόνες παρτιζάνους το Νοέμβριο του 1944. Στο Αρατσίνοβο έχουν ήδη ανεγείρει μνημείο για τα θύματα του UÇK κατά τις συγκρούσεις του 2001.[32] Στην πρόθεση των Σλαβομακεδόνων να ανεγείρουν το άγαλμα του Φιλίππου του Β΄ και του Μεγάλου Αλεξάνδρου, οι Αλβανοί απειλούν  με την ανέγερση του ανδριάντα του Σκεντέρμπεη στο Τσαΐρ και οι Τούρκοι του Ατατούρκ.[33] Στην Ισλαμική Ένωση (Bashkësia Islame)  έχουν διεισδύσει ισλαμικά φονταμενταλιστικά στοιχεία  που χρησιμοποιούν την ασυλία της θρησκευτικής αυτής οργάνωσης για ‘’ξέπλυμα βρώμικου χρήματος’’.[34] Στην όλη υπόθεση ενεπλάκη και ο πρώην μουφτής των Σκοπίων Ζenu Berisha, ενώ ο αρχιμουφτής της Ισλαμικής Ένωσης, Ulema Arif Emini, λόγω των πιέσεων ισλαμικών κύκλων,   εξαναγκάστηκε σε παραίτηση.[35]   Τον Αύγουστο του 2005 ο Krasniqi και η ομάδα του, συνδεδεμένοι με τους  φονταμενταλιστικούς αυτούς κύκλους,  κατέλαβαν πάλι το Αρατσίνοβο, όπου λειτουργεί σχολή ισλαμικών σπουδών για τους Αλβανούς, και απαίτησαν τηλεσιγραφικά τη χορήγηση αμνηστίας.  Φοβούμενος μια ένοπλη σύγκρουση με τις  ένοπλες αλβανικές ομάδες ο Πρωθυπουργός της χώρας αμνήστευσε τον Krasniqi κατά έναν σκανδαλώδη τρόπο.

Ένα μεγάλο μέρος των Αλβανών του Κοσόβου και της ΠΓΔΜ ζει στο πνεύμα της ύστερης οθωμανικής περιόδου και οραματίζεται την αναβίωση του Βιλαετίου του Κοσόβου με πρωτεύουσα τα Σκόπια. Οι Αλβανοί, των οποίων η εθνική ταυτότητα    είναι αδιαφιλονίκητη, γνωρίζουν τις εγγενείς αδυναμίες των Σλαβομακεδόνων-ευάλωτη και αμφισβητούμενη ταυτότητα από τα γειτονικά κράτη, ατολμία και αναποφασιστικότητα της αστυνομίας και του στρατού να συγκρουστεί  μετωπικά με τους Αλβανούς, ηττοπάθεια και συμβιβαστική διάθεση της πολιτικής ηγεσίας. Η σλαβομακεδονική πλευρά ικανοποιεί πολλά αιτήματα των Αλβανών και, το σπουδαιότερο, διαχωρίζει πλέον το αλβανικό ζήτημα της ΠΓΔΜ από το πρόβλημα του Κοσόβου. Η σημερινή κυβέρνηση, σε πλήρη αντίθεση με το παρελθόν,  δεν θεωρεί ότι ένα  ανεξάρτητο Κόσοβο συνιστά απειλή για τη σταθερότητα της περιοχής, εφόσον εκεί επικρατήσουν δημοκρατικοί θεσμοί και επέλθει συμφωνία μεταξύ της ΠΓΔΜ και των Κοσοβάρων για την οριστική οροθέτηση του Κοσόβου με την ΠΓΔΜ. Την ίδια άποψη εκφράζουν και οι Αλβανοί πολιτικοί ηγέτες του Κοσόβου. Ο νέος Πρόεδρος  του Κοσόβου, Fatmir Sejdiu, εκτιμά ότι μετά την ανεξαρτητοποίηση της πρώην αυτής σερβικής επαρχίας θα διευθετηθεί και η οροθέτηση του Κοσόβου με την ΠΓΔΜ, το μόνο ζήτημα που εκκρεμεί  στις σχέσεις  Σκοπίων και Πρίστινας.  Ο Hasim Thaçi δεν θεωρεί ότι ένα ανεξάρτητο Κόσοβο θα επηρεάσει την ΠΓΔΜ, η οποία οδεύει προς τον ‘’εξευρωπαϊσμό.’’

Τα αλβανικά κόμματα της αντιπολίτευσης, δυσαρεστημένα από την περιθωριοποίησή τους, επικρίνουν τον Ahmeti για  τον τρόπο εφαρμογής της Συμφωνίας της Αχρίδας. Ο Xhafëri ετοιμάζει την έκδοση της ‘’Λευκής Βίβλου των γεγονότων του 2001’’ για να αποδείξει ότι η κρίση του 2001 σκηνοθετήθηκε από τους Cervenkovski  και Ahmeti  απλά για να ανέλθουν  στην εξουσία και όχι για τη βελτίωση της θέσης των Αλβανών[36]. Η Συμφωνία της Αχρίδας, πάντα κατά την αλβανική αντιπολίτευση, εφαρμόζεται κατά κωμικό τρόπο. Για παράδειγμα στη Βουλή, όταν ένας Αλβανός βουλευτής αγορεύει απλά με την κομματική του ιδιότητα, μπορεί να χρησιμοποιεί την αλβανική γλώσσα, ενώ ως υπεύθυνος μιας μικτής κοινοβουλευτικής επιτροπής πρέπει να αγορεύει στη σλαβομακεδονική. Όλα τα επίσημα έγγραφα (κυβερνητικά, προεδρικά  υπουργικά, κοινοβουλευτικά κλπ.) συντάσσονται μονάχα στη σλαβομακεδονική. Στους  δημόσιους οργανισμούς απασχολείται μονάχα το 11% των Αλβανών και όχι το 25%, ανάλογα με την πληθυσμιακή δύναμη των Αλβανών, ενώ στο στρατό, στο δικαστικό σώμα, στην αστυνομία, στην κρατική ασφάλεια το ποσοστό των Αλβανών ανέρχεται μονάχα σε 4-5%.[37] Παρά την οικονομική αποκέντρωση,  οι σημαντικοί τομείς της δημόσιας οικονομίας ελέγχονται από την κεντρική εξουσία, ενώ φαινόμενα διαφθοράς κυριαρχούν στο κυβερνητικό στρατόπεδο.[38]

Η κριτική του Xhafëri στον Ahmeti  πρέπει να αποδοθεί και σε λόγους εσωτερικής πολιτικής κατανάλωσης και κομματικής εκμετάλλευσης. Ο Αλβανός ηγέτης της αντιπολίτευσης στην ουσία απαιτεί την ομοσπονδοποίηση της χώρας. Αυτή η εθνικιστική ρητορική της αντιπολίτευσης εξαναγκάζει τη Δημοκρατική Ένωση για την Ολοκλήρωση να διολισθαίνει σε ριζοσπαστικές θέσεις, αλλά με μια προσχηματική διγλωσσία. Ο απώτερος στόχος των Αλβανών είναι κοινός-ομοσπονδοποίηση  και απόσχιση, αν ευνοήσουν οι διεθνείς συγκυρίες. Και τα κυβερνητικά κόμματα κατηγορούν τη VMRO-DPMNE και το κόμμα του Xhafëri ότι στην κρίση του 2001 επιδίωξαν τη διάλυση του κράτους. Αλλά και   ο Ahmeti , όντας στην αντιπολίτευση μετά τις εκλογές της 5ης Ιουλίου 2006, καταφεύγει στην προηγούμενη εθνικιστική ρητορική του   Xhafëri. Απαιτεί από την κυβέρνηση    Gruevski, στην οποία συμμετέχει το κόμμα του Xhafëri, την αναγνώριση της αλβανικής γλώσσας ως επίσημης σε όλα τα επίπεδα, τη συνταξιοδότηση των οικογενειών των μαχητών του UÇK που έπεσαν στο πεδίο της μάχης  και τη συμμετοχή στις κυβερνήσεις του αλβανικού κόμματος που αναδεικνύεται πρώτο στις εκλογές. Για ένα περίπου χρόνο το κόμμα του Ahmeti  απείχε από τις εργασίες της Βουλής σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη μη συμμετοχή  του στην κυβέρνηση  Gruevski

Η αλβανοφοβία των Σλαβομακεδόνων, αλλά και η ανάγκη προβολής μιας ‘’ευρωπαϊκής’’ εικόνας προς τα έξω,  εκφράστηκε και στην πολιτικοποιημένη σλαβομακεδονική ιστοριογραφία, όπου προβάλλονται οι δήθεν κοινοί απελευθερωτικοί αγώνες των Σλαβομακεδόνων  και των Αλβανών στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού αιώνα.[39] Ιστορικά πρόκειται για μια πολύ περιορισμένης εμβέλειας προπαγανδιστική δράση Βουλγαρομακεδόνων και Αλβανών για την προώθηση μεταρρυθμίσεων στα βιλαέτια των ευρωπαϊκών κτήσεων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στην εξέγερση του Ίλιντεν (1903)  οι Αλβανοί δεν συμμετείχαν, παρά μονάχα ως λαθρέμποροι όπλων, ενώ και κατά τη μεγάλη αλβανική εξέγερση του 1912 οι Βουλγαρομακεδόνες κομιτατζήδες δεν συνεργάστηκαν με τους Αλβανούς.[40]  Στα σχολικά εγχειρίδια προστέθηκαν πολλά γεγονότα της αλβανικής ιστορίας, αλλά εντελώς περιγραφικά και ενημερωτικά, ενώ τα επίμαχα ζητήματα του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι δυτικές περιοχές της γιουγκοσλαβικής Μακεδονίας εντάχθηκαν στη ‘’Μεγάλη Αλβανία’, αναφέρονται περιθωριακά. Περισσότερο καταδικάζεται η πολιτική της φασιστικής Ιταλίας και της Ναζιστικής Γερμανίας, ενώ οι Μπαλίστες δεν κατονομάζονται.[41] Ιδιαίτερα εξαίρονται τα πολιτιστικά επιτεύγματα των Αλβανών στη Σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία [42],  ενώ αποσιωπάται πλήρως το αλβανικό ζήτημα.  Επειδή οι μνήμες των ένοπλων συγκρούσεων του 2001 είναι ακόμα νωπές στις νέες γενιές και δηλητηριάζουν τις  σχέσεις  Αλβανών και Σλαβομακεδόνων μαθητών, η Επιτροπή του Ελσίνκι για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και το Κέντρο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Διευθέτησης Κρίσεων χρηματοδότησε την έκδοση μιας μπροσούρας με τίτλο ‘’Η κατανόηση της σύγχρονης ιστορίας’’, με σκοπό τη ‘’λύση των παρεξηγήσεων’’.   Στη συγγραφή της συμμετείχαν 25 καθηγητές από 24 σλαβομακεδονικά και αλβανικά σχολεία μέσης εκπαίδευσης. Δεν πρόκειται για καρπό ιστορικής έρευνας. Ούτε αναζητήθηκαν τα αίτια της σύγκρουσης ούτε κατονομάσθηκαν πρόσωπα και γεγονότα ούτε αποδόθηκαν ευθύνες σε κάποια πλευρά.. Απλά  αναφέρθηκε ότι συγκρούστηκε ο UÇK με τις δυνάμεις  ασφαλείας των Σκοπίων και ότι ένα μέρος του αλβανικού πληθυσμού υποστήριξε τον UÇK, ενώ ένα μέρος των Σλαβομακεδόνων τις δυνάμεις ασφαλείας. Ιστορικοί και στρατιωτικοί αναλυτές των Σκοπίων χαρακτήρισαν τη μπροσούρα περισσότερο  ως ψυχολογικό βάλσαμο παρά ως  ιστορική μελέτη.[43] Διαφορετική είναι η άποψη του Αλβανού Ιστορικού Muzafer Bislimi, δημάρχου του  Aračinovo και επιστημονικού συνεργάτη του Ινστιτούτου Εθνικής Ιστορίας των Σκοπίων. Κατά τη γνώμη  του το ευρωπαϊκό μοντέλο απαιτεί να μην υπάρχουν στα  σχολικά εγχειρίδια πολλές λεπτομέρειες και απαριθμήσεις για να διευκολύνονται οι μαθητές. Η  ανάλυση και η διαφώτιση των γεγονότων είναι έργο της επιστήμης.[44] Με άλλα λόγια,  σε περιοχές όπου υπάρχουν εθνοτικά προβλήματα, στους μαθητές δεν πρέπει να καλλιεργείται  ένα προβληματισμός ούτε να θίγονται στα σχολικά  εγχειρίδια ζητήματα σχετικά με τη βαριά κληρονομιά του παρελθόντος.

Αναμφίβολα, οι Σλαβομακεδόνες έχουν επίγνωση του αλβανικού κινδύνου. Καθώς το κράτος δεν έχει εσωτερική συνοχή, αναζητούν σανίδα σωτηρίας στην ένταξη στο ΝΑΤΟ και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο ΝΑΤΟ δεν πρόκειται να ενταχθούν πριν από το 2008, ενώ με την κρίση που διέρχεται η Ευρώπη δεν μπορεί να προβλεφθεί το χρονικό πλαίσιο της  ένταξης της ΠΓΔΜ  στην Ε.Ε.  Λόγω των παραχωρήσεων των Σλαβομακεδόνων προς τους Αλβανούς, αλλά και της αναγνώρισης της ΠΓΔΜ από την Αμερική ως ‘’Δημοκρατία της Μακεδονίας’’, η κυβέρνηση των Σκοπίων παραμένει αδιάλλακτη στην επίλυση του    ζητήματος της ονομασίας που εκκρεμεί στις σχέσεις ΠΓΔΜ και Ελλάδας. Οι Σλαβομακεδόνες βλέπουν  μια συμβιβαστική λύση στο όνομα ( Νέα Δημοκρατία της Μακεδονίας, Δημοκρατία της Μακεδονίας–Σκόπια) ως αμφισβήτηση της εθνικής τους ταυτότητας. Καθώς η εσωτερική φυσιογνωμία του κράτους έχει αλλοιωθεί, απορρίπτουν μια επιπλέον αλλοίωση και της εξωτερικής του φυσιογνωμίας. Η Ελλάδα δεν επιθυμεί να μεταβάλει την ταυτότητα του σλαβικού πληθυσμού της ΠΓΔΜ. Επιδιώκει να οροθετήσει τον ελληνισμό από τον σλαβισμό στον ευρύτερο χώρο της Μακεδονίας.  Στην ουσία πρόκειται για την εξεύρεση  μιας σύνθετης ονομασίας εντός των Ηνωμένων Εθνών.  Μέχρι σήμερα η διαμεσολαβητική προσπάθεια του Nimitz  εξυπηρέτησε την αμερικανική πολιτική. Η αναγνώριση της ΠΓΔΜ από την Αμερική προκάλεσε πικρία στην Ελλάδα και ενίσχυσε την αδιαλλαξία των Σκοπίων. Παρά τις διαβεβαιώσεις  της Ουάσιγκτον ότι θα σεβαστεί την απόφαση του ΟΗΕ επί της ουσίας δεν άλλαξε τίποτα. Για τους Αλβανούς το ζήτημα του ονόματος δεν είναι ουσιαστικό και παραμένουν μάλλον  ουδέτεροι στη διένεξη της Ελλάδας με την ΠΓΔΜ. Ωστόσο, ιδιαίτερα κατηγορηματικός είναι ο Xhafëri, ο οποίος, έχοντας μια φιλοσοφική και ιστορική κατάρτιση,  απορρίπτει τον ‘’μακεδονισμό’’ ως ιστορική έννοια και τον θεωρεί πολιτική σύμβαση. Αναγνωρίζει ότι στη διεθνή ιστορική επιστήμη η Ελλάδα είναι δικαιωμένη και φοβάται μήπως υπό την  επιρροή του ελληνικού λόμπυ στο εξωτερικό  τα Σκόπια  χάσουν τη μάχη με την Ελλάδα για το όνομα, μήπως η Ελλάδα επιβάλει τη διάκριση Αρχαίων και Νέων Μακεδόνων και τελικά καθιερωθεί ο όρος ’’ Σλαβομακεδονία’’  πράγμα που δεν συμφέρει τους Αλβανούς.[45] Στο εσωτερικό της χώρας οι Αλβανοί χρησιμοποιούν τον όρο ‘’Σλαβομακεδόνες’’ αντί για ‘’Μακεδόνες’’ για τους Σλάβους κατοίκους της ΠΓΔΜ,  αλλά οι ίδιοι ως  μη Σλάβοι  δεν επιθυμούν το κράτος διεθνώς να ονομάζεται ‘’Δημοκρατία της Σλαβομακεδονίας’’.

Μετά από αμερικανικές πιέσεις προς τους Ευρωπαίους, η ΠΓΔΜ έλαβε τελικά το καθεστώς της υποψήφιας προς ένταξη χώρας στη σύνοδο του Δεκεμβρίου του 2005, αλλά παραμένει άγνωστο πότε θα λάβει ημερομηνία έναρξης ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Θα  ισχύει περαιτέρω η επωνυμία  FYROM  εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αναμένεται η  επίλυση  του ζητήματος της ονομασίας κατά τη διαδικασία ένταξης της ΠΓΔΜ.  Μια τέτοια όμως τροπή των πραγμάτων ενέχει τον κίνδυνο της αναγνώρισης της ΠΓΔΜ από διάφορα ευρωπαϊκά κράτη, καθώς η Ευρώπη δεν έχει συνοχή και διέρχεται εσωτερική κρίση.                                                                 Ανεξάρτητα από την έκβαση της μάχης για το όνομα ή το βαθμό της εξωτερικής προστασίας και βοήθειας προς την ΠΓΔΜ, το κράτος αυτό θα παραμείνει  χωρίς εσωτερική συνοχή, προσωρινό αμερικανικό προτεκτοράτο. Αν το Κόσοβο ανεξαρτητοποιηθεί,  όπως επιδιώκουν όλοι οι Αλβανοί,  το  αλβανικό πρόβλημα στην ΠΓΔΜ θα οξυνθεί περισσότερο και από την Ευρώπη δεν πρέπει να αναμένονται μαγικές λύσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ευρώπη δεν έχει συγκεκριμένη βαλκανική πολιτική-πέρα από τα γνωστές διακηρύξεις για τα κριτήρια ένταξης- και άγεται από την Αμερική, βρισκόμενη προ τετελεσμένων γεγονότων. Το ζήτημα του Κοσόβου είναι για τους Αλβανούς ζήτημα δημιουργίας ενός νέου ομοιογενούς βιώσιμου αλβανικού κράτους (με την ενσωμάτωση και της κοιλάδας του Πρέσεβο),    ικανού να παίξει κάποιο ρόλο στη νέα βαλκανική πραγματικότητα. Η ανεξαρτησία του Κοσόβου ή η διχοτόμηση του Κοσόβου θα επιδράσει καταλυτικά στην ΠΓΔΜ και  οι     εσωτερικές  αντιθέσεις του κρατιδίου  ίσως οξυνθούν.   Πολιτειολόγοι  και διεθνολόγοι της ΠΓΔΜ στο πλαίσιο ερευνητικού προγράμματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Ευρω-Βαλκανικού Ινστιτούτου της χώρας πρότειναν τη συνηθισμένη συνταγή για την ‘’απόσβεση του παρελθόντος: εκδημοκρατισμό της κοινωνίας,  έγκαιρη διάγνωση των προβλημάτων, εγκαινίαση του διαλόγου μέσω μη κυβερνητικών οργανώσεων.[46] Αλλά η διάγνωση ήταν σαφής και έγκαιρη: Η δυναμική που απέκτησε ο αλβανικός παράγοντας μετά το 1999 σαφώς δεν θα περιοριζόταν στο Κόσοβο, αλλά θα διαχεόταν και στην ΠΓΔΜ και στο Μαυροβούνιο, όπου οι Αλβανοί στήριξαν τον Τζουκάνοβιτς και τώρα ίσως θέσουν ζήτημα εδαφικής αυτονομίας (Ούλτσιν, Πλαβ, Γκούσινγιε). [47]

Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Μowrer εισήγαγε τον όρο’’ βαλκανιοποίηση της Ευρώπης.’’ [48] Ξεκινώντας από την ίδρυση των ‘’προβληματικών’’ βαλκανικών κρατών με την προϊούσα συρρίκνωση και διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ο Mowrer  εννοούσε τα ανομοιογενή,  μικρά και μη βιώσιμα   κράτη που αναδύθηκαν μετά τη διάλυση της Αυστρο-Ουγγαρίας και τον ακρωτηριασμό της Γερμανίας. Τα κράτη αυτά βρίσκονταν σε εχθρικές σχέσεις με τους γείτονές τους και   θα μεταβάλλονταν σε θύματα των μηχανορραφιών των Μεγάλων Δυνάμεων. Έτσι,  η ίδια η Ευρώπη είχε μετατραπεί σε μια πυριτιδαποθήκη, εκτιμούσε ο Αμερικανός δημοσιογράφος. Τα κράτη που αναδύθηκαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως η Πολωνία, η Ρουμανία, η Τσεχοσλοβακία και η Γιουγκοσλαβία , δεν ήταν μικρά. Είχαν βέβαια προβλήματα εσωτερικής εμπέδωσης, αλλά ήταν κυρίως η ιταλική επεκτατική πολιτική και ο γερμανικός αναθεωρητισμός που οδήγησαν στην κατάρρευση της Ευρώπης του Μεσοπολέμου. Ειδικά η ίδρυση της Γιουγκοσλαβίας το 1918 και η επανασύστασή της το 1945 σε ομοσπονδιακή βάση είχε την υποστήριξη των Μεγάλων Δυνάμεων. Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου Σέρβοι πολιτικοί εκτιμούσαν ότι λόγω της θέσης των Βαλκανίων μεταξύ Ανατολής και Δύσης μεταπολεμικά δεν θα έπρεπε θα ισχύσει η αρχή της ισορροπίας μεταξύ μικρών κρατών που θα εξέφραζαν τα συμφέροντα των Μεγάλων Δυνάμεων και θα μετέτρεπαν τα Βαλκάνια σε εστία νέου πολέμου. Η δημιουργία ενός ισχυρού νοτιοσλαβικού κράτους κρίθηκε ως βασικός παράγοντας για την ειρήνη στα Βαλκάνια. Άλλωστε μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο καθιερώθηκε επίσημα και ο όρος ‘’Νοτιοανατολική Ευρώπη’’.  Για την επανασύσταση  της Γιουγκοσλαβίας είχαν ήδη συμφωνήσει το 1941 οι Άγγλοι και οι Σοβιετικοί. Μια πραγματική ‘’βαλκανιοποίηση’’ συντελείται  σήμερα ως σύνδρομο της παγκοσμιοποίησης.  Η Γιουγκοσλαβία δεν άντεξε τη δοκιμασία της Ιστορίας , αλλά, αν  η απόσχιση της Σλοβενίας δεν δημιούργησε προβλήματα στους Σέρβους ή σε τελική ανάλυση οι Κροάτες μπορούσαν να επικαλεστούν το ιστορικό και κρατικό δίκαιο για την ανεξαρτητοποίηση της Κροατίας, η περίπτωση της ανεξαρτησίας του Κοσόβου  αποτελεί παραβίαση των αρχών του διεθνούς δικαίου για μια σειρά γνωστών λόγων. Και αν ακόμα de-jure ισχύσει ότι ένα ανεξάρτητο Κόσοβο δεν θα έχει το δικαίωμα της ένωσης με την Αλβανία ή με τμήματα άλλου κράτους, στην πράξη σήμερα οι Αλβανοί έχουν δημιουργήσει ομοιογενείς αλβανικές περιοχές και αισθάνονται ως μια ενότητα, παρά τις διαφορές τους.   Μια ευρωπαϊκή λύση του ζητήματος του Κοσόβου θα ήταν η εφαρμογή του μοντέλου του Νοτίου Τυρόλου.  Η  περαιτέρω αποδυνάμωση της Σερβίας μετά την πτώση του Μιλόσεβιτς,   η εφαρμογή στην ουσία  της αυστριακής πολιτικής των αρχών του 20ού αιώνα ‘’ Serbien muss sterbien’’ από τη σύγχρονη υπερδύναμη ,  δεν αποτελεί την καλύτερη επιλογή για τη σταθερότητα της περιοχής. Μετά την ανεξαρτησία του Μαυροβουνίου και  του Κοσόβου ίσως οι  Μουσουλμάνοι στο Σαντζάκι και οι Ούγγροι της Βοϊβοδίνας θέσουν ζήτημα αυτονομίας, ενώ οι Βόσνιοι Σέρβοι θα φανούν απρόθυμοι να ενταχθούν στους θεσμούς του δυσλειτουργικού κράτους της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και θα προχωρήσουν στη διοργάνωση δημοψηφίσματος.. Παραμένει ανοικτό το ερώτημα  αν πιθανή  ένταξη των  βαλκανικών κρατών στην Ευρωπαϊκή Ένωση θα σημάνει αναγκαστικά και την ‘’αποβαλκανιοποίησή’’ τους, αν σε ένα υπερκρατικό, υπερεθνικό συλλογικό μόρφωμα λόγω της ισχύος της διαπλεκόμενης οικονομίας  τα σύνορα θα καταστούν συμβολικά και οι εθνοτικές συγκρούσεις θα αμβλυνθούν. Κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το μέλλον της Ευρώπης και το χρονοδιάγραμμα  της συνολικής ένταξης των Βαλκανίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Μέχρι σήμερα η Ευρώπη παραμένει μια οικονομική ζώνη, χωρίς σύνταγμα, χωρίς προσδιορισμένη ταυτότητα και χωρίς την ανάλογη πολιτική  βαρύτητα στη διεθνή σκηνή.  Στην παγκοσμιοποιημένη  οικονομία οι ανταγωνισμοί είναι ισχυροί, η κοινωνική ισορροπία κινδυνεύει να ανατραπεί και με την ιδιωτικοποίηση των πάντων χάνεται ο παραδοσιακός χαρακτήρας του ευρωπαϊκού κράτους ως παράγοντα εξισορρόπησης του δημοσίου και του ιδιωτικού συμφέροντος. Με άλλα λόγια, ο  ‘’εκσυγχρονισμός ‘’ των Βαλκανίων μετά το 1989 δεν έχει επιφέρει την αναμενόμενη ευημερία ώστε να ατονήσουν τα εθνικά ζητήματα. Ανεξάρτητα από το μέλλον των Βαλκανίων στην Ευρώπη, ο  βαλκανικός χώρος δεν θα πάψει να αποτελεί  την οικονομική περιφέρεια της Ευρώπης και ως ζωτικός χώρος ένα νέο   πεδίο ανταγωνισμών των  Μεγάλων Δυνάμεων που έχουν συγκεκριμένα συμφέροντα, όταν ευνοούν την ίδρυση νέων κρατών ή αποδυναμώνουν τα υπάρχοντα.                                                                                      

Η εκτίμηση Ρώσων ειδικών για τα Βαλκάνια είναι ότι με τον κατακερματισμό  της Γιουγκοσλαβίας και κυρίως την αναβάθμιση του αλβανικού παράγοντα πρόκειται στην ουσία για τη διαμόρφωση νέων γεωπολιτικών δεδομένων, ευνοϊκών για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και της Σοβιετικής Ένωσης η εξασθένιση της Σερβίας και η απομόνωση της Ρωσίας είναι οι βασικοί στόχοι των Αμερικανών και η επέκταση  του ΝΑΤΟ προς ανατολάς ερμηνεύεται με αυτή την παράμετρο από Ρώσους στρατιωτικούς αναλυτές. Παρά τη σταυροφορία της Αμερικής κατά του ‘’Ισλάμ’’, στο βαλκανικό χώρο  οι Αμερικανοί χρησιμοποιούν  το ισλαμικό χαρτί κατά των Ορθόδοξων Σλάβων και έτσι προλειαίνουν το έδαφος για τη διείσδυση της Τουρκίας. Η Ευρώπη επικρίνεται από τη Ρωσία λόγω της αδυναμίας της να  αντιληφθεί τη νέα γεωπολιτική σκακιέρα και της έλλειψης πολιτικών ηγετών με οράματα και διορατικότητα.  Καθώς σήμερα έχει μεταβληθεί ριζικά η μορφή του πολέμου και οι χερσαίες στρατιωτικές  επιχειρήσεις έχουν δευτερεύουσα σημασία,  η αποκατάσταση ‘’της παλιάς ισορροπίας του τρόμου’’ είναι εφικτή με  την απόκτηση της σύγχρονης  τεχνολογίας του ‘’ηλεκτρονικού και πληροφορικού πολέμου’’. Έτσι εξηγείται από τους Ρώσους η επιδίωξη αρκετών κρατών να αποκτήσουν πυρηνικά όπλα και προς την κατεύθυνση αυτή εργάζεται πυρετωδώς η Ρωσία, ταυτόχρονα με την οικονομική της ανασυγκρότηση η οποία σήμερα πραγματοποιείται με ταχύτατους ρυθμούς .  Οι Ρώσοι εκτιμούν ότι προς το παρόν  πρέπει να διατηρήσουν οικονομικές και πολιτιστικές σχέσεις με τα Βαλκάνια και αργότερα να ασκήσουν πολιτική επιρροή. [49]

Θεωρώντας το ζήτημα του Κοσόβου καταλύτη για μια σειρά αποσταθεροποιητικών  εξελίξεων η Ρωσία τάσσεται κατά μιας βεβιασμένης και προαποφασισμένης  λύσης, υπερτονίζοντας το ενδιαφέρον της για τα Βαλκάνια.[50] Σε περίπτωση παραβίασης του διεθνούς δικαίου και ανεξαρτησίας του Κοσόβου ο Πούτιν απειλεί με την απόσχιση της Υπερδνειστερίας, της Αμπχαζίας, της Νότιας Οσετίας κλπ. [51] Κανένας ίσως δεν μπορεί να προβλέψει τις εξελίξεις, αλλά σημασία έχει ίσως ένα πράγμα- ότι τα ψυχροπολεμικά αντανακλαστικά έχουν ήδη αρχίσει να λειτουργούν, αλλά με τους σύγχρονους όρους.                                 

 

     

[1] Σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Ali Ahmeti, πρωταγωνιστής των γεγονότων του 2001, δήλωσε ότι θα αποκαλύψει τα έγγραφα για τη σύρραξη του 2001 όταν η ΠΓΔΜ ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση.  Κατά την κρίση του, μια πρόωρη αποκάλυψη θα αποτελούσε οπισθοδρόμηση και θα επιδρούσε αρνητικά στη μελλοντική πορεία της χώρας. Βλ. Utrinski Vesnik (εφημ.Σκοπίων), 11-12.2.2006.

 

[2] Για τα γεγονότα του 2001 και την εμπλοκή  εξωτερικών παραγόντων βλ. Sp.Sfetas, ‘’Krizata v Skopje. Ohridskoto sporazumenie i posledovatelnoto razvitie (Mart 2001-Juli 2002)’’,  Makedonski Pegled 4 (2002),  σ. 41-56. Για την κρίση στo Kόσοβο και τη διάχυσή της στην ΠΓΔΜ βλ. Sv. Škariќ , Pravoto, Silata i Mirot. Makedonija i Kosovo, Σκόπια  2002. Για τις ιστορικές διαστάσεις  του αλβανικού προβλήματος στην ΠΓΔΜ βλ. Σπυρίδων Σφέτας-Κυριάκος Κεντρωτής, Οι Αλβανοί των Σκοπίων, Θέματα εθνοτικής συνύπαρξης , Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, Θεσσαλονίκη  1995. Επίσης βλ. M.Stamova, Albanskijat Văpros na Balkanite (1945-1981), Veliko Tărnovo 2005.

[3]  Βλ. V. Latifi, Macedonian unfinished crisis: Challenges in the Process of Democratization and Stabilization, Σκόπια 2003, σ. 152-153.

[4] Για τις  σχέσεις του UÇK με τη διεθνή τρομοκρατία βλ. I.Babanovski, ONA teroristička paravojska vo Makedonija, Σκόπια 2002. Ωστόσο, η εγκυρότητα των πληροφοριών του δημοσιογράφου δεν μπορεί πάντα να αποδειχτεί.    

[5] βλ.Cl.Nicolet, ‘’Makedonien am Scheideweg zwischen Einheit und Spaltung ‘’,   Südosteuropa Mitteilungen  5-6 (2002),  σ.59

[6]  βλ. Kl. Schrameyer, ’’ Das makedonische Amnestiegesetz vom 7.März 2002’’,  Südosteuropa Mitteilungen 3 (2002), σ.67-70.  

[7] βλ. V.Latifi, ό,π., σ. 155.

[8] Βλ. D.Lega, ‘’Parlamentswahlen und Regierungsbildung in Makedonien’’, Südosteuropa, 4-5(2002), σ. 202.

[9] βλ. Latifi, ό.π.,  σ.217-222..

[10] βλ.Dnevnik, (εφ. Σκοπίων),  3.6.2005,

[11] βλ. Utrinski Vesnik (εφ.των Σκοπίων), 3.6.2005.

[12] βλ. http: //www, Radio Free Europe/Radio Liberty, Balkan Report , 19.6.2005-Macedonia: A political pact to regulate demography ?

[13] βλ. Kl.Schrameyer, ’’ Makedonien: das neue Gesetz  über die territoriale Organisation und das Referendum vom 7. November 2004’’,  Südosteuropa Mitteilungen 1(2005),σ.16.  

[14] βλ.Kl.Schrameyer,  ό.π., σ.17.

[15] Dnevnik, 29.10.2004.

[16]  Nova Makedonija (εφ. των  Σκοπίων) ,  5.11.2004.  

[17] Nova Makedonija, 6+7. 2004.

[18]  Nedeljni Telegraf  (σερβ.εφημ..),  10.11.2004.

[19]  Dnevnik, 9.2.2005.

[20] Utrinski Vesnik, 11.5.2005.

[21] Utrinski Vesnik, 15.2.2005.

[22] Utrinski Vesnik, 25.2.2005.

[23] βλ. A. Zhelyazkova, ‘’Macedonia in April 2003. Diagnosis: Cancer with galloping metastasis’’, στο συλλογικό έργο Problems of multiethnicity in the Western Balkans, edited by Antonina Zhelyazkova, International Center for Minority Studies and Intercultural Relations, Σόφια 2004, σ. 188-206.  

[24] Utrinski Vesnik, 12.4.2005.

[25] Utrinski Vesnik 28.3.2005.,

[26] Utrinski Vesnik, 12.4.2005.

[27] Dnevnik, 16/17.4.2005.

[28] Dnevnik, 19.4.2005.

[29] Utrinski Vesnik, 28-29.5.2005.

[30] Dnevnik, 16.7.2005.

[31] Dnevnik, 23.11.2005.

[32]  Dnevnik, 2.7.2005.

[33] Utrinski Vesnik, 1.11.2005.

[34] Dnevnik, 9.8.2005. 

[35]  ‘’Tensionet përfshinjë Bashkësinë Islame në republikën fqinjë. Një mjekër për Maqedoninë,’’ Klan (αλβ.περ.), 6.8.2005.

[36]  βλ. ‘’Dritëhije e Ohrit në Librin e bardhë’’, Shqip( μην.αλβ.περ.) 39(2005), σ.26-28.

[37] Αυτόθι.

[38] Αυτόθι.

[39] βλ. K.Todorova, Makedonsko-albanski vrski 1878-1903,   Σκόπια 2002.

[40] Για την αλβανική εξέγερση του 1912 βλ. τη νέα τεκμηριωμένη με αυστριακές, σερβικές,  βουλγαρικές και αλβανικές πηγές μελέτη του Razim Abduli, Albanskoto Osloboditelnoto Dviženie 1911–1912, Tom II, Σκόπια 2003, σ. 159-467. Πρόκειται για έκδοση του Ινστιτούτου Εθνικής Ιστορίας, στο οποίο  μετά τη συμφωνία της Αχρίδας απασχολούνται Αλβανοί και Τούρκοι Ιστορικοί.

[41] βλ.Istorija za Οsmo Οdelenie ( συλλογικό έργο των V. Velkovski, H.Sejdi, Ar.Aljademi, D.Risteska, G. Pavlovski ) ,  Skopje 2005, σ. 96-97 και 106.  Στο αντίστοιχο αλβανικό εγχειρίδιο προστέθηκαν πολλά γεγονότα της ‘’σλαβομακεδονικής ιστορίας’’, αλλά και εδώ τα επίμαχα ζητήματα αποσιωπούνται. Αναφέρεται μονάχα ότι κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν ιδρύθηκε η ‘’Μεγάλη Αλβανία’’ ως ιταλικό προτεκτοράτο,  οι Αλβανοί στις κατακτηθείσες περιοχές για πρώτη φορά απέκτησαν σχολεία στη μητρική τους γλώσσα,  ανέλαβαν την διοίκηση και ότι στα ονόματα των μη Αλβανών δόθηκε αλβανική κατάληξη. Γίνεται λόγος για  ‘’γενοκτονία’’ και την εκδίωξη των Τσάμηδων από την Ελλάδα. Οι ταραχές του 1981 στο Κόσοβο και τα Σκόπια παρουσιάζονται ως κινήσεις των Αλβανών για περισσότερα δικαιώματα και για εκδημοκρατισμό της κοινωνίας βλ. Historia për Klasën VII (επιμ. έκδ. Jovo Stefanovski),  Σκόπια 2005, σ. 80,  88, 120, 122.                     

[42] βλ. Istorija za Osmo Odelenie,  ό, π.,  σ. 130-131.  

[43] βλ. Dnevnik, 13.1.2006.

[44] βλ. Večer(εφημ.Σκοπίων), 14+15.1.2006.

[45] ‘’Makedonija ќe ja zagubi bitkata za imeto so Grcija!”, Dnevnik, 22-24.4.2005. Σε τηλεοπτική αναμέτρηση μεταξύ του Ahmeti και του  Xhafëri για το μέλλον της χώρας , ο πρώτος δήλωσε  ότι θεωρεί τη ‘’Μακεδονία’’ πατρίδα του , όπως τη θεωρούσαν και οι πρόγονοί του. Απαντώντας ο Xhafëri  δήλωσε ότι δεν θεωρεί τη ‘’Μακεδονία’’ ως δική του πατρίδα , αν δεν ικανοποιηθούν τα αιτήματα των Αλβανών και , όσον αφορά τους προγόνους του,  δήλωσε ειρωνικά ότι  αυτοί σίγουρα δεν αισθάνονταν τη ‘’Μακεδονία’’ ως πατρίδα τους, διότι  τότε Μακεδονία  δεν υπήρχε.  βλ. Dnevnik, 3.3.2006.        

 

[46] βλ. Spravuvanje so konfliktnoto minalo. Zašto i kako da se stori toa? (επιμ. έκδοσης Biljana Bankovska) , Εuro Balkan Press, Σκόπια 2006.

[47]  Mέχρι σήμερα οι Αλβανοί του Μαυροβουνίου (50.000, 7,2% του πληθυσμού του Μαυροβουνίου) έχουν εξασφαλίσει το δικαίωμα ανάρτησης της αλβανικής σημαίας, της χρήσης της αλβανικής γλώσσας ως πρώτης επίσημης, όπου αποτελούν την πλειοψηφία, και ως δεύτερης επίσημης, όπου αποτελούν μειονότητα,  4 έδρες στη Βουλή σε κομματική βάση και 4 έδρες σε εθνική βάση. Έτσι, με 8 έδρες μπορούν να επηρεάζουν τις πολιτικές εξελίξεις, ενισχύοντας πάντοτες τις ‘’αντισερβικές πολιτικές δυνάμεις’’ του Μαυροβουνίου. Στην Παιδαγωγική Σχολή 100 Αλβανοί φοιτητές σπουδάζουν την  αλβανική γλώσσα, η κρατική τηλεόραση εκπέμπει καθημερινά ειδήσεις στην αλβανική, υπάρχουν δύο ιδιωτικές αλβανικές τηλεοράσεις και εφημερίδες, ενώ αναμένονται επενδύσεις Αλβανών της διασποράς στο Μαυροβούνιο. βλ. ‘’ Shqiptarët në shtetin më të ri të Europës, Shqip, 47( 2006), σ. 12–14.  

[48]  P.S. Mowrer,  Balkanized Europe. A Study in Political Analysis and Reconstruction, Νέα Υόρκη 1921.    

[49] Για τα ζητήματα αυτά που στη Ρωσία ερμηνεύονται ως διδάγματα της γιουγκοσλαβικής  κρίσης βλ. Al. Manačinskij, Jugoslavija. Prigovor Vynesen, Κίεβο 2005.   Μετά από μια περίοδο περιπέτειας και αναζήτησης  προσανατολισμού η Ρωσία υπό την Προεδρία του Πούτιν έχει διαμορφώσει ορισμένους άξονες της εσωτερικής της και της εξωτερικής της πολιτικής.  1) Η διευθυνόμενη δημοκρατία. Το κράτος πρέπει να παραμένει  ισχυρό και  αλώβητο είτε από τη φιλελεύθερη οικονομία είτε από υπέρμετρους δημοκρατικούς θεσμούς . Είναι χαρακτηριστική η σχετική δήλωση του Πούτιν.’’ Στη χώρα μας το κράτος, οι θεσμοί του και οι  δομές του έπαιζαν πάντα σημαντικό ρόλο στη ζωή του λαού μας. Το ισχυρό κράτος δεν είναι ανωμαλία για τον Ρώσο, δεν είναι κάτι που πρέπει να καταπολεμήσει,  αλλά, αντίθετα, είναι πηγή  και εγγύηση της τάξης, η πρωτοβουλία και η ισχυρή κινητήριος δύναμη για οποιαδήποτε αλλαγή. Μάθαμε να εκτιμάμε τα αγαθά της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου, της ατομικής και πολιτικής ελευθερίας. Ταυτόχρονα, οι άνθρωποι είναι απογοητευμένοι από την φανερή εξασθένιση της κρατικής εξουσίας. Η κοινωνία απαιτεί την αποκατάσταση του κράτους ως διευθυντικού και ρυθμιστικού παράγοντα στο βαθμό που αυτό είναι εφικτό με βάση τις παραδόσεις και τη σημερινή κατάσταση της χώρας ’’, 2) το δόγμα των προληπτικών πληγμάτων  και η χρήση πυρηνικών για αποτροπή επίθεσης, αν τα άλλα μέσα αποδειχτούν αναποτελεσματικά. 3) η δημιουργία ενός πολυπολικού κόσμου . Η Ρωσία κινείται  σε έναν ασιατικό και σε ένα ευρωπαϊκό άξονα. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για μια στενή στρατιωτική και οικονομική συνεργασία με την Κίνα, την Ινδία και το Ιράν για τη μείωση της αμερικανικής επιρροής στην Κεντρική Ασία και την Άπω Ανατολή . Στη δεύτερη περίπτωση πρόκειται για την ενεργειακή εξάρτηση της Ευρώπης από το ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο. βλ. P.Dimitrova,’’ Rusija meždu iztoka i zapada. Vănšnopolitičeski strategii na praga na XXI vek.’’ , στο συλλογικό έργο   Problemăt Iztok- Zapad. Prevăplăštenija v novo i naj’- novoto vreme. (επιμ. έκδοσης  T.Stoilova, V.Atanasova, R.Čukova) ,  Institut po Istorija ,  Σόφια 2005, σ. 257-263.  Στην εξαγωγή του αμερικανικού μοντέλου της δημοκρατίας και της ελεύθερης οικονομίας ο Πούτιν απαντά ότι η ελεύθερη οικονομία, όπως εφαρμόζεται,  δεν επιφέρει αναγκαστικά ευημερία, αλλά μάλλον οξύνει τις κοινωνικές αντιθέσεις, ενώ  η παρακολούθηση ακόμα και της ιδιωτικής  ζωής των ‘’επικίνδυνων’’ πολιτών   με τη σύγχρονη τεχνολογία της Δύσης συνιστά αυτοκτονία της ίδιας της δυτικής δημοκρατίας.                  

[50] βλ. τις δηλώσεις του πρέσβη της Ρωσίας στο Βελιγράδι  Al. Aleksejev,” Balkan  je naša interesna sfera. Nezavisnost Kosova bila bi presedan!” , Nedeljni Telegraf, 7.6.2006.

[51] βλ. Nin (σερβ. περ.) , 13.7.2006.

Το καζάνι βράζει

0

του Παντελή Σαββίδη.

Η Εργατική Πρωτομαγιά, που τιμάται τη Δευτέρα, αποτελούσε στο παρελθόν ευκαιρία για τη δημόσια προβολή των εργατικών αιτημάτων, τα οποία υπήρξαν εποχές που και δίκαια ήταν και βοήθησαν σε κάποιας μορφής κοινωνική κινητικότητα στην Ευρώπη και στην εξισορρόπηση κοινωνικών ανισοτήτων. Αν και την ώθηση των πολιτικών μεταβολών στη γηραιά ήπειρο την έδωσαν περισσότερο τα προτάγματα της εξέγερσης του 1968, τα οποία δεν μπορούσαν να αποτελέσουν μονοκομματικό πρόγραμμα.

Τέτοιας μορφής εξεγέρσεις, αυθόρμητες και πηγάζουσες από τις λαϊκές ανάγκες, θέτουν αιτήματα που είναι ώριμα να αποδεχθούν οι κοινωνίες και οι πολιτικές εξουσίες – πιεζόμενες, φυσικά.

Μιλάμε για μη καθοδηγημένες εξεγέρσεις που αναδεικνύουν βιαίως αιτήματα ώριμα στη λαϊκή συνείδηση αλλά στα οποία αντιστέκεται η καθεστηκυία τάξη και προσπαθούν να τα εκμεταλλευτούν οι κομματικοί ινστρούχτορες. Αυτές οι εξεγέρσεις πόρρω απέχουν από εκδηλώσεις τύπου «Ανένταχτων» στην Ελλάδα.

Τα προτάγματα αυτών των εξεγέρσεων υλοποιούνται σταδιακά και βοηθούν στη συνειδητοποίηση ευρύτερων κοινωνικών στρωμάτων που δεν περιορίζονται μόνο σε όσα από αυτά τα κοινωνικά στρώματα έχουν στραμμένο τον προσανατολισμό τους στην Αριστερά. Άλλωστε, η κλασική Αριστερά που γνωρίζαμε, και ο ιστορικός διαχωρισμός Δεξιάς-Αριστεράς, έχουν αρχίσει να εκλείπουν εδώ και καιρό.

Μια νέα κοινωνική διαίρεση διαμορφώνεται: των ωφελημένων και των χαμένων από την παγκοσμιοποίηση.

Ο Ελβετός κοινωνιολόγος και πολιτικός επιστήμονας Hanspeter Kriesi υποστηρίζει πως υπάρχει μια νέα κοινωνική διάσπαση που αντικαθιστά τον παραδοσιακό διαχωρισμό μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών. Από τη μια πλευρά είναι τα αστικά (με την έννοια της διαβίωσης στα αστικά κέντρα) κοινωνικά στρώματα που βασίζονται στις υπηρεσίες και έχουν πολιτική ιδεολογία –κυρίως φιλελευθερισμό–, και από την άλλη οι χαμένοι της παγκοσμιοποίησης, κατά κύριο λόγο εκτός αστικού χώρου, που βασίζονται στη μεταποίηση και τη συντηρητική ιδεολογία.

Επιπλέον, πρόσθετο στοιχείο που διαμορφώνει τη νέα πόλωση είναι η αποτυχία της υπέρβασης του εθνικού κράτους, κύρια επιλογή της παγκοσμιοποίησης. Τα εκλογικά αποτελέσματα στην Ευρώπη υποδηλώνουν μια εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων στην ύπαρξη και την ισχυροποίηση του εθνικού κράτους παρά στο χυλό υπερεθνκών μορφωμάτων που δεν μπορούν να προστατεύσουν τις κοινωνίες από τις σύγχρονες απειλές.

Κωδικοποιώντας, λοιπόν, θα επισημάναμε πέντε καταλυτικές αλλαγές:

  • Υπέρβαση της παραδοσιακής ρήξης Αριστεράς- Δεξιάς.
  • Ανάδυση της νέας αντίθεσης ωφελημένων και χαμένων της παγκοσμιοποίησης.
  • Αμφισβήτηση της οικονομικής «ανοικτότητας».
  • Επιστροφή στον προστατευτισμό.
  • Τάση επιστροφής στην ασφάλεια του εθνικού κράτους.

Τι σημαίνουν οι καταλυτικές αυτές κοινωνικές μεταβολές; Ο πολιτικός λόγος εκδηλώσεων όπως η Εργατική Πρωτομαγιά ήταν προσανατολισμένος κάθε χρόνο στην αναπαραγωγή των κλασικών μαρξιστικών στερεοτύπων, τα οποία εδώ και χρόνια αποδεικνύονται, πλέον, αναχρονιστικά. Χαρακτηριστικό παράδειγμα οι τελευταίες γαλλικές εκλογές, όπου οι Γάλλοι εργαζόμενοι και συγκεκριμένα τα πλέον προλεταριακά στοιχεία από τις βιομηχανικές περιοχές του βορρά υποστήριξαν την Μαρίν Λεπέν.

Μάλλον θα έχουν χάσει τον ύπνο τους οι μαρξιστές θεωρητικοί ή θα εγκαλούν τους εργαζομένους για απουσία ταξικής συνείδησης. Είναι έτσι όμως, ή όποιος μένει αγκυλωμένος σε δόγματα κάνει θεολογία και όχι πολιτική;

Και αυτήν τη χρονιά την Εργατική Πρωτομαγιά θα ακούσουμε μεγάλα λόγια από τους κομματικούς εγκάθετους και τους ινστρούχτορες, αλλά επί της ουσίας ο λαϊκός κόσμος, ο κόσμος της εργασίας, θα περιθωριοποιείται ολοένα και περισσότερο. Ο κόσμος αυτός επιδεικνύει μια ανεξήγητη παθητικότητα στις αντιδράσεις του. Ή έχει χειραγωγηθεί ή περιήλθε σε κατάθλιψη ή το καζάνι βράζει.

Μια από τις πετυχημένες φράσεις του Μάρξ ήταν: «η βία είναι η μαμή της ιστορίας». Το αύριο της ανθρωπότητας δεν θα το χαρίσει κανείς. Θα προκύψει ως ανάγκη που θα εκφραστεί, βιαίως αναγκαστικώς, στους δρόμους.

Στον Τιτανικό της ελληνικής Αριστεράς αυτό δεν έχει γίνει ακόμη συνείδηση. Ούτε όμως η Ελλάδα θα είναι η μήτρα αυτής της εξέγερσης. Το καζάνι βράζει και η έκρηξή του θα γίνει ξαφνικά.

Δείγμα γραφής του κ. Μητσοτάκη.

21

Όσοι γνωρίζουν το παρασκήνιο της υπόθεσης  ΣΕΚΑΠ, απόρησαν από την αντίδραση του κ. Μητσοτάκη στην τροπολογία που έφερε στη βουλή η κυβέρνηση. Και απόρησαν, διότι το παρασκήνιο εκτυλίχθηκε επι ημερών Ν.Δ. με πρωταγωνιστή υψηλά, πολύ υψηλά, ιστάμενο κυβερνητικό αξιωματούχο.

Με πολύ λίγα λόγια, οι ιδιοκτήτες της εταιρείας θέλησαν να την πουλήσουν. Ενδιαφέρθηκαν επιχειρηματίες γειτονικής χώρας και ο υψηλά ιστάμενος παράγων, προφανώς εκτιμώντας την ευαισθησία του θέματος,  παρακάλεσε τον Ιβάν Σαββίδη να δείξει ενδιαφέρον για την εξαγορά της.

Ο κ. Σαββίδης απάντησε πως αν και δεν τον ενδιαφέρει η εταιρεία θα την εξαγοράσει για τους προφανείς λόγους που επικαλέστηκε ο παράγων. Του είπε να αποτιμήσουν το κόστος της για όλα τα χρωστούμενα της εταιρείας, να του πουν το τίμημα και να τελειώσει η υπόθεση. Τα πράγματα δρομολογήθηκαν όπως συμφωνήθηκαν. Το τίμημα κατεβλήθη.

Όμως, εδώ είναι Ελλάδα, όχι Βαλκάνια, τα Βαλκάνια προχώρησαν.

Πριν από λίγο καιρό οι αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες  πληροφόρησαν τον Ιβάν Σαββίδη για οφειλές της εταιρείας από την εποχή των παλαιών ιδιοκτητών. Αυτές, δηλαδή, τις οφειλές, για τις οποίες είχε πει στον παράγοντα να συνεκτιμήσει το ελληνικό κράτος και να τις καταβάλει ο επιχειρηματίας  όταν την εξαγόρασε.

Γνωρίζοντας η κυβέρνηση τα όσα συμφωνήθηκαν, έφερε στη βουλή τροπολογία που να ρυθμίσει το θέμα και να αποκαθιστά την αξιοπιστία του ελληνικού κράτους.

Και για την τροπολογία αυτή αντέδρασε με τον έντονο, μάλιστα, τρόπο που αντέδρασε ο κ. Μητσοτάκης.

Το ερώτημα είναι γιατί; Ο κ. Μητσοτάκης δεν γνώριζε όλα αυτά που είναι παγκοίνως γνωστά; Και αν δεν τα γνώριζε, γιατί δεν τον ενημέρωσε ο κ. Σαμαράς;

Τι παίζεται σε βάρος, άλλη μια φορά, των εθνικών συμφερόντων;

 

«Με τον καιρό οι συννεφιές παύγουσι κι οι αντάρες»

0

Του Στέλιου Παπαθεμελή*

 Στην Κρήτη όπου ως γνωστόν πλεονάζουν οι Μανώληδες, λένε χαριτολογώντας ή λογοπαικτώντας ότι «ο Μανώλης με τα λόγια χτίζει ανώγια και κατώγια». Στην Γαλλία κάποιος γάλλος “Μανόλης”, ο Εμμανουέλ Μακρόν, πρώτευσε στον α΄ γύρο  και όπως διαμορφώνονται τα πράγματα οδεύει τροπαιούχος στον τελικό. Ένας κατά τεκμήριο αμερόληπτος ομοεθνής του, ο Thomas Piketty, συγγραφέας του πολυσυζητημένου «Το κεφάλαιο στον 21ο αιώνα», κατά δήλωσή του ακομμάτιστος, σχολιάζει: «Ο Μακρόν βοηθήθηκε πολύ από τα ΜΜΕ, αλλά και από τους χρηματοδότες του. Κατάφερε με αυτόν τον τρόπο να απογαλακτισθεί από την κυβερνητική του θητεία [υπουργός οικονομικών του τρισαποτυχημένου Ολλάντ] και να ενσαρκώσει την ανανέωση».

Ο Μακρόν είναι υπάλληλος. Δεν είναι ηγέτης. Υπάλληλος του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος. Τραπεζίτης του οίκου Ρότσιλντ. Καλωσόριστος του γερμανικού διδύμου Μέρκελ – Σόϊμπλε. Η Γαλλία με την ταπεινωτική συνθηκολόγηση Σαρκοζί και την πρόσδεσή της στο άρμα του Βερολίνου στη μοιραία συνάντηση της Ντοβίλ την άνοιξη του 2010 (από κει το λογοπαίγνιο «Μερκοζί») παρητήθη οιασδήποτε ηγετικής πρωτοβουλίας ανάμεσα στις χώρες του Ευρωνότου. Και λόγω της παροιμιώδους νωθρότητας του Ολλάντ που διεδέχθη τον Σαρκοζί συνεχίζει να κινείται ως υποταχτικός της γερμανικής πρωτοκαθεδρίας.

Το πανηγύρι που στήθηκε στο Βερολίνο για την πρωτιά του Μακρόν και την εκτός εκλογικού παιχνιδιού θέση των Λεπέν – Μελανσόν, δείχνει ότι ο αυριανός Γάλλος πρόεδρος δεν πρόκειται να αναλάβει πρωτοβουλίες τερματισμού της βαρβαρότητας της δημοσιονομικής λιτότητας και του δυσώνυμου Συμφώνου Σταθερότητας.

Ωστόσο μυρίστηκαν και αυτοί που αναθεμάτιζαν ως τώρα τον πατριωτισμό ότι αυτός «πουλάει» και διαγκωνίζονται τώρα ποιος θα τον πρωτοεπικαλεσθεί! Και ο Μακρόν, αν και δεδομένος εκπρόσωπος της εθνομηδενιστικής μετανεοτερικότητας, εν όψει του τελικού γύρου μιλάει για πατριωτισμό! Πάντως σε αντίθεση με τους αντιπάλους των Λεπέν και Μελανσόν, που περιέλαβαν στα προγράμματά τους σοβαρά μέτρα κοινωνικής πολιτικής, ο Μακρόν το απέφυγε. Και ένα μέτρο φορολογικής ελάφρυνσης το γενίκευσε επί δικαίους και αδίκους, πλουσίους και φτωχούς.

Πάντως οι γαλλικές εκλογές επιβεβαίωσαν τη δράση των υπογείων ρευμάτων της ιστορίας, που σηματοδοτεί μια εθνοκεντρική πλειοψηφία (εκτιμάται ότι στο β΄ γύρο θα καταγραφεί εντονότερα και από το μέγεθος της αποχής), η οποία απορρίπτει το κυρίαρχο μοντέλο του γερμανικού ηγεμονισμού. Η νέα κοινωνική πλειοψηφία αξιώνει μιαν άλλη Ευρώπη, αυτήν των λαών, των εθνών και της αλληλεγγύης.

Κοντολογίς η Ευρώπη του Μακρόν δεν είναι η Ευρώπη που προσδοκούν οι ταλαίπωροι λαοί της ηπείρου, αλλά η απευκταία συνέχεια της σημερινής…

Ακούσαμε το σχετλιαστικόν επιφώνημα του Ντόναλντ Τραμπ: «Η Ελλάδα! Βρίσκονται σε τόσο άθλια κατάσταση εκεί. Είναι φρικτό!». Η θετική συναισθηματική έκρηξη του Προέδρου, θα έχει νόημα αν συνοδευτεί από έργα στήριξης. Εμείς ξέρουμε και αυτός ας μάθει το σοφόν του Δημοκρίτου: «Κίβδηλοι και αγαθοφανέες οι λόγω μεν άπαντα, έργω δε ουδέν έρδοντες»(απ.82). Κάλπηδες δηλαδή και υποκριτές είναι όσοι με τα λόγια κάνουν τα πάντα και με έργα τίποτε!

Αργήσαμε να καταγγείλουμε τις αθλιότητες του περιβόητου νορβηγού πράκτορα Άϊντα που αλωνίζει στην Κύπρο ως λομπίστα της Τουρκίας και κατά σύστημα υπονομευτή της κυπριακής υπόθεσης. Αλλά κάλλιο αργά παρά ποτέ.

 

Η Κυβέρνηση πανηγυρίζει για το πρωτογενές  σούπερ – πλεόνασμα 6 δισ. ευρώ! Δεν μας λέγει όμως από πού προήλθε. Φυσικά από την κοχλάζουσα υπερφορολόγηση. Αφαίμαξη πολιτών μέχρι της τελευταίας ρανίδας του αίματός τους, «ματωμένο πρωτογενές πλεόνασμα».

Με στοιχεία του Μαρτίου: Άνεργοι 1.068.293, εξ ων 506.447 μακροχρονίως. Επτά στους δέκα ανήκουν στη παραγωγικότερη ηλικιακή φάση 25 έως 54 ετών, αλλά μόνον ένας στους οκτώ δικαιούται το υποτυπώδες επίδομα ανεργίας.

Στις σύγχρονες κοινωνίες,  κοινωνίες της αφθονίας για τους λίγους και στυγνής φτώχειας για τους πολλούς, προκαλεί φρίκη το άκουσμα των αριθμών. Πάρτε ανάσα: Από τις αρχές του 2000 οι εκατομμυριούχοι αυξήθηκαν κατά 155% και οι δισεκατομμυριούχοι κατά 216%! Τα 9,3 τρισ. δολ. των υπερπλουσίων είναι «κρυμμένα» σε φορολογικούς παραδείσους. Αυτά γλιτώνουν φόρους 3,5 τρισ. δολ. ετησίως. Ο πλούτος 7,37 τρισ. δολ. ελέγχεται από 2.397 Κροίσους. Σε κατάλογο των πλουσιότερων ανθρώπων του κόσμου (28/3/17) εντοπίζουμε τον πρώτο τη τάξει Μπιλ Γκέϊτς, ιδρυτή της Microsoft (85,7 δισ. δολ.). Διαβάζουμε γι’  αυτόν τα εξής άκρως ενδιαφέροντα διά πάντα γονέα και δάσκαλο: Οι Γκέϊτς απαγορεύουν στα παιδιά τους τη χρήση συσκευών τεχνολογίας ατελείωτες ώρες, τα επέτρεψαν κινητό μετά το 14ο  έτος. Τα μικρά το απαιτούσαν από το δημοτικό, επειδή έβλεπαν να έχουν οι συνομήλικοί τους. Μάθημα άριστον για τους δικούς μας παιδαγωγούς και γονείς.

Στο μεταξύ θρηνούμε στους δρόμους της χώρας εκατόμβες συνανθρώπων μας, θυμάτων σε τροχαία εγκλήματα (όχι ατυχήματα). Είμαστε πρωταθλητές Ευρώπης – τι θλιβερό πρωτείο! – στα τροχαία! Με έμφαση στα δίτροχα, όπου θύματα, ή δράστες νέα παιδιά 18 έως 24 ετών.

Υπάρχει όμως πάντοτε και το αισιόδοξο μήνυμα. Αυτή τη φορά από τον Ερωτόκριτο του Κορνάρου (Γ,1635): «Με τον καιρό οι συννεφιές παύγουσι κι οι αντάρες / κι΄ ευχές μεγάλες γίνονται με τον καιρό οι κατάρες».

 

 

 

*Πρόεδρος Δημοκρατικής Αναγέννησης

 

E-mail: [email protected], [email protected]

 

Το πράγμα, η λέξη και ο κόσμος

1

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ.

Την Τετάρτη το βράδυ παρουσιάσθηκε στη Στοά Βιβλίου, στην Αθήνα, το βιβλίο του Φώτη Καγγελάρη: “Το πράγμα, η λέξη και ο κόσμος”. Το κείμενο που ακολουθεί είναι τα όσα είπε κατά την παρουσίαση ο Παντελής Σαββίδης ο οποίος συμμετείχε στο πάνελ.

Είναι το τρίτο βιβλίο του κ. Καγγελάρη που ο συγγραφέας μου κάνει την τιμή να με συμπεριλάβει στο πάνελ των παρουσιαστών και, ομολογώ, πως έγινα πολύ σοφότερος διαβάζοντάς το.

Τον ευχαριστώ πολύ.

Μπορούμε να πούμε ότι ο κ. Καγγελάρης, είναι από τους σημαντικότερους σύγχρονους διανοητές της Ελλάδας, και επειδή για να αποκτήσει αξιοπιστία κάποια παρουσίαση πρέπει να διαθέτει και το τεκμήριο της κριτικής στάσης, η μόνη κριτική την οποία θα μπορούσα να κάνω στον συγγραφέα, είναι ότι δεν συμμετέχει όσο επιβάλλουν οι καιροί, στη διαμόρφωση της δημόσιας σφαίρας, στο δημόσιο λόγο. Βεβαίως, ο αντίλογος θα μπορούσε να είναι η σημερινή εκδήλωση αλλά, δεν αρκεί. Ίσως, όμως, να μην ευθύνεται ο ίδιος. Για να συμμετάσχεις κάπου πρέπει να σου δίνεται το ανάλογο βήμα.

ΓΕΝΙΚΑ

Το βιβλίο που παρουσιάζουμε σήμερα «Το πράγμα, η λέξη και ο κόσμος» είναι εξαιρετικό για αναγνώστες του δικού μου επιπέδου γνώσεων για το αντικείμενο που πραγματεύεται.

Έννοιες της ψυχανάλυσης και της φιλοσοφίας καθώς και ο καθοριστικός ρόλος της τέχνης στην αντίληψη του πραγματικού και του συμβολικού, γίνονται κατανοητές με σαφήνεια από τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου, έτσι που ο αναγνώστης εξοικειωμένος μ αυτές, μπορεί και αντιλαμβάνεται και τα επόμενα.

Το βιβλίο αποτελείται από ξεχωριστά αυτοτελή κείμενα, τα οποία, όμως, έχουν μια συνέχεια. Και είναι τακτοποιημένα στη θέση τους στη ροή του βιβλίου.

Έχουν παρουσιαστεί, δε, σε συνέδρια, διδασκαλίες ή ομιλίες.

Ο συγγραφέας ομολογεί την πρόθεσή του από τον πρόλογο του βιβλίου: τα κείμενα αποτελούν μια πρόταση για συζήτηση για τη θέση και την ταυτότητα του ανθρώπου στον ραγδαία μεταβαλλόμενο πλανήτη την εποχή της παγκοσμιοποίησης, της «Εννοιολογικής τέχνης» -αναλύεται πολύ καλά  τι σημαίνει εννοιολογική τέχνη- της λήξης του Μεταμοντερνισμού.

Στο σημείο αυτό η άποψη του συγγραφέα έχει ενδιαφέρον, διότι ο μετα- μετα μοντερνισμός, στον οποίο, από ό,τι καταλαβαίνω αποδέχεται ότι εισήλθαμε, είναι κάτι που διαλύει το άτομο και τις κοινωνίες,  ακόμη περισσότερο ή, αφού διαπίστωσε την επικινδυνότητα της μεταμοντέρνας διάλυσης, επιστρέφει στη σύνθεση και την παράδοση;

Και αν επιστρέφει, μετά το φόβο που προκάλεσε, με ποια μορφή επιστρέφει; Θα προκαλέσει την ίδια φρίκη και θα φέρει τον ίδιο αυταρχισμό όπως και η αποκορύφωση της νεωτερικότητας με τους καταστροφικούς πολέμους και τα αυταρχικά καθεστώτα;

Ερωτήματα προς διερεύνηση που κάνουν το βιβλίο ιδιαιτέρως ενδιαφέρον, με την εμβρίθεια που παρουσιάζει το θέμα και την αναλυτική ικανότητα που διακρίνει τον κ. Φώτη Καγγελάρη.

Ο οποίος, πιστεύει, ότι κάτω από την πίεση της αγοράς από την μια και την πίεση διατήρησης του εαυτού από την άλλη, επαναπροσδιορίζεται η σχέση με τον εαυτό και τον άλλο.

ΝΑ ΑΝΤΙΣΤΑΘΟΥΜΕ

Θα μπορούσε, λέει ο Καγγελάρης, ο τίτλος του βιβλίου να είναι «να αντισταθούμε». Νομίζω πως έχει δίκαιο. Και είναι η ώρα. Περισσότερη παθητικότητα θα μας ρίξει στα τάρταρα.

Οι προϋποθέσεις είναι έτοιμες για μια νέα εξέγερση. Νομίζω πως επιταχύνονται με τις πολιτικές εξελίξεις στη χώρα στην οποία, πριν από 50 χρόνια, είχαμε την τελευταία σημαντική έκρηξη που προκάλεσε μια  επιταχυνόμενη κοινωνική ώθηση, τη Γαλλία.

Η δύναμη της έκρηξης, δηλαδή, τα πολιτικά και κοινωνικά προτάγματα που παρήγαγε, εκτονώθηκε και κάτι νέο κυοφορείται.

Διανοητές σαν τον κ. Καγγελάρη και βιβλία σαν και αυτό που παρουσιάζομαι σήμερα, μπορούν να αποτελέσουν τον καταλύτη αυτής της νέας έκρηξης και, το κυριότερο, της νέας πρότασης. Διότι εκεί πάσχουμε. Στην πρόταση.

Είναι ο ίδιος που γράφει: «η ανάδυση ενός ραγδαία μεταβαλλόμενου, πολιτικά, πλανήτη, το τέλος της αφήγησης και της Μετανεωτερικότητας, θέτουν εκ νέου το ερώτημα της σχέσης του υποκειμένου με την επιθυμία του και, άρα, με την ταυτότητά του: τι θέλει και τι πενθεί;

Τι πραγματικά θέλουμε;

ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ

Το βιβλίο περιλαμβάνει δεκαέξι διαφορετικά κεφάλαια στα οποία είναι αδύνατον να αναφερθούμε αναλυτικά. Καθώς το διάβαζα, όμως, μπορώ να σας πω πως ξεχώρισα ορισμένα σημεία του.

Το πρώτο είναι ο καθοριστικός ρόλος του κενού στη δημιουργία και την αναπαραγωγή του κόσμου.

Δεν ξέρω αν υπάρχει μια αλληλοπληροφόρηση μεταξύ ανθρωπιστικών και φυσικών επιστημών αλλά, μπορώ να σας πω, πως και η φυσική επιστήμη θεωρεί πως ο κόσμος δημιουργήθηκε από μια γιγαντιαία κβαντική διακύμανση του κενού.

Και εκεί, όπως και στην ανάλυση του κενού που κάνει ο κ. Καγγελάρης, το κενό, δεν θεωρείται κάτι που δεν περιλαμβάνει τίποτε.

Το σύμπαν, επίσης περιέχει μια απειρία σωματιδίων τα οποία δημιουργήθηκαν από ενέργεια. Αλλά, το σύνολο της ενέργειας (αρνητικής και θετικής) στο σύμπαν είναι μηδέν. Δηλαδή;

Όλα, αυτά κάπου συνδέονται.

Η αναφορά στο κενό είναι ο κοινός τόπος όλων των κεφαλαίων του βιβλίου. Δεν υπάρχει καμιά ανάπτυξη χωρίς αναφορά σ αυτό.

Αλλά τι είναι το κενό;

Το κενό δεν ορίζεται. Ορίζει. Είναι σαν την παύση στη μουσική.

Από αυτήν την ιδιότητά του αναδύεται το «πραγματικό».

Η κατάσταση, δηλαδή, εκείνη, η προλογική, όπου το «πράγμα» δεν έχει ακόμα φονευτεί  για να δώσει τη θέση του στη «λέξη». Είναι ο τόπος της ανεξέλεγκτης παρόρμησης, του χάους, της τρέλας, της διάλυσης.

Και ερχόμαστε στο συμβολικό. Το πραγματικό, που είναι ασύλληπτο, γίνεται προσπάθεια να προσεγγιστεί με το συμβολικό. Τη λέξη και την εικόνα.

Η τάξη, η ιεραρχία, η εθιμοτυπία, η τελετουργία, συγκροτούν το «συμβολικό» άξονα, είναι η ίδια η άμυνα έναντι στη βία, το χάος, την αγριότητα, το ανεξέλεγκτο πάθος, τη διάλυση, που προέρχονται από το «πραγματικό».

-Όλα είναι θέμα νοήματος, για το συγγραφέα.

–Τι είναι το νόημα;

-Ο τρόπος που συλλαμβάνει ο άνθρωπος τον εαυτό του. Το νόημα προκύπτει από το κενό, το ασύλληπτο, το πράγμα. Το πράγμα, το συλλαμβάνουμε με νόημα και το νόημα ποτέ δεν είναι πλήρες.  Στο νόημα πάντα κάτι μένει απέξω.

Αυτό που στο νόημα μένει απέξω είναι το κενό το οποίο κενό χρειάζεται διαχείριση.

Είναι το κενό, λοιπόν, που μένει εκτός σημασίας και συλλαμβάνει η τέχνη.

Η διαχείριση του κενού γίνεται με την τέχνη. Κάθε τέχνη είναι τρόπος διαχείρισης του κενού και

Ιστορία της τέχνης είναι ο διαφορετικός τρόπος διαχείρισης του κενού ανά τους αιώνες.

Το έργο τέχνης ανασυγκροτεί το κενό.

Ο άνθρωπος αγωνιά έναντι του κενού, γιατί τον παραπέμπει σε ένα κενό νοήματος, τον φέρνει αντιμέτωπο με τη χωρίς νόημα ζωή του, έναντι του οποίου κενού σκηνοθετεί καταστάσεις που προκύπτουν από τις επιθυμίες του.

Ο Λακάν λέει ότι η τέχνη, η θρησκεία, η φιλοσοφία είναι τρόποι διαχείρισης του κενού του «πράγματος»

Η θρησκεία θεμελιώνεται στην απόπειρα αποφυγής του κενού του πράγματος.

Η φιλοσοφία στη διαχείριση του κενού ως κατοχή της αλήθειας.

Η δε τέχνη θεμελιώνεται στο κενό του «πράγματος».

Ο συγγραφέας αναρωτιέται στο βιβλίο του για τη σχέση τρέλας και τέχνης, θεωρώντας την τρέλα φυσιολογική κατάσταση αλλά, κυρίως αναρωτιέται αν αυτό που συμβαίνει με το έργο τέχνης, δηλαδή, μια ανασυγκρότηση του κενού και ταυτόχρονα απόκρυψη του «πράγματος», συμβαίνει γενικότερα με την όρασή μας.

Αν, δηλαδή, βλέπουμε για να μη δούμε πέρα του ορατού, αν η όραση είναι δομημένη στο επιτρεπτό και στο «κατά το δυνατόν».

Μήπως δεν βλέπουμε παρά ό,τι μας επιτρέπει να είμαστε «φυσιολογικοί»;  Μήπως, υπάρχει ένας κίνδυνος στο να δούμε περισσότερα;

Μήπως, κάποιες φορές η εικόνα αντί να επιφέρει μια ρήξη στο ορατό για να δούμε πέρα από αυτό, τίθεται στην υπηρεσία μια πολιτικής σκοπιμότητας;

Αφού η εικόνα είναι, όπως αναλύει, ένα υποκατάστατο και ισοδύναμο πραγματικότητας, μήπως αλλάζοντας εικόνες, νομίζουμε ότι αλλάζουμε και πολιτική;

Η κοινωνική αλλαγή αντικαθίσταται με αλλαγή εικόνων, η πολιτική επιλογή είναι επιλογή εικόνας.

Μήπως αυτό κάνει, άραγε, τον Μπάρτ να λέει: «Πάρτε πίσω τις εικόνες σας, δώστε μας τις επιθυμίες μας»;

Το βιβλίο ξεκινά με ένα άρθρο το οποίο ο κ. Καγγελάρης μου έκανε την τιμή να μου στείλει και να δημοσιεύσω σε ένα ιστολόγιο που διαχειρίζομαι και το οποίο λέγεται «Ανιχνεύσεις». Μέχρι στιγμής από τότε που δημοσιεύτηκε, έχει περίπου 30.000 χτυπήματα. Τέχνη και τρέλα.

Όλα τα κείμενα κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη διότι, ενώ έχουν έναν κοινό στόχο, την αναζήτηση της σχέσης του ανθρώπου με την επιθυμία του, περιλαμβάνουν κάτι διαφορετικό και ιδιαίτερα ενδιαφέρον.

Είναι εκπληκτικό το κείμενο για την Ιαπωνία και τον πολιτισμό της. Μέσα σε 20 σελίδες αναλύεται επιτυχώς, η φύση, ο πολιτισμός, η κοινωνική δομή και οι ιδιαιτερότητες μιας χώρας και ενός πολιτισμού για τον οποίο λίγα γνωρίζουμε στη χώρα μας.

Και επειδή πρέπει να τελειώσω, επισημαίνω το κείμενο για το πώς ο νεοκλασικισμός μπορεί να αποτελέσει τρόπο υπέρβασης της μετανεωτερικότητας.

Θα τελειώσω με κάτι που και ο συγγραφέας χρησιμοποιεί στο βιβλίο. Αυτό που λέει ο Βίγκενστάιν για τον Τρατάκτους: «Αυτό το βιβλίο είναι γραμμένο από δύο μέρη. Αυτό που διαβάσατε και αυτό που δεν έχω γράψει. Και αυτό που δεν έχω γράψει είναι το πιο σημαντικό».

Το ίδιο ισχύει και με τη δική μου παρουσίαση.

Ευχαριστώ πολύ.

Η επιστροφή των εθνών-κρατών στην Ευρώπη

0

Το θετικό της κρίσης της ΕΕ

Περίληψη:

Σε μια Ευρώπη με ανανεωμένα έθνη-κράτη, οι χώρες θα συνεχίσουν να σχηματίζουν συμμαχίες με βάση τα κοινά συμφέροντα και τις ανησυχίες για την ασφάλεια. Αναγνωρίζοντας την αδυναμία της ΕΕ, ορισμένα κράτη το έχουν ήδη πράξει.

Ο JAKUB GRYGIEL είναι βασικός συνεργάτης στο Κέντρο Ανάλυσης Ευρωπαϊκής Πολιτικής (Center for European Policy Analysis).

Η Ευρώπη βρίσκεται σήμερα στην δίνη της χειρότερης πολιτικής κρίσης της [1] μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σε όλη την ήπειρο, παραδοσιακά πολιτικά κόμματα έχουν χάσει την ελκυστικότητά τους καθώς λαϊκιστικά, ευρωσκεπτικιστικά κινήματα έχουν προσελκύσει ευρεία υποστήριξη. Οι ελπίδες για την ευρωπαϊκή ενότητα φαίνεται να γίνονται όλο και πιο χλωμές μέρα με τη μέρα. Η κρίση του ευρώ [2] έχει εκθέσει βαθιά ρήγματα μεταξύ της Γερμανίας και υπερχρεωμένων νότιων ευρωπαϊκών χωρών [3] όπως η Ελλάδα και η Πορτογαλία. Η Γερμανία και η Ιταλία έχουν συγκρουστεί σε θέματα όπως οι συνοριακοί έλεγχοι και οι τραπεζικοί κανονισμοί. Και στις 23 Ιουνίου, το Ηνωμένο Βασίλειο έγινε η πρώτη χώρα στην ιστορία που ψήφισε για να αποχωρήσει από την ΕΕ -ένα εκπληκτικό χτύπημα στην Ένωση.

Ταυτόχρονα, καθώς οι εσωτερικές πολιτικές της έχουν εκτροχιαστεί, η Ευρώπη αντιμετωπίζει σήμερα νέους εξωτερικούς κινδύνους. Στα ανατολικά, μια ρεβανσιστική Ρωσία -αφού εισέβαλε στην Ουκρανία και προσάρτησε την Κριμαία- διαγράφεται δυσοίωνα. Στον νότο της Ευρώπης, η κατάρρευση πολλών κρατών έχει οδηγήσει εκατομμύρια μεταναστών προς βορράν και δημιούργησε πρόσφορο έδαφος για ισλαμιστές τρομοκράτες. Οι πρόσφατες επιθέσεις στο Παρίσι και στις Βρυξέλλες έχουν δείξει ότι αυτοί οι εξτρεμιστές μπορεί να χτυπήσουν στην καρδιά της ηπείρου.

Αυτό το χάος έχει υπογραμμίσει το κόστος του να αγνοούνται οι γεωπολιτικές μάχες που περιβάλλουν την Ευρώπη. Ωστόσο, η ΕΕ, που πλήττεται σοβαρά από την κρίση του ευρώ και τις διαφωνίες για το πώς να κατανεμηθούν οι πρόσφυγες, φαίνεται ότι δεν είναι πλέον ισχυρή ή αρκετά ενωμένη για να αντιμετωπίσει την εγχώρια αναταραχή ή τις απειλές για την ασφάλεια στα σύνορά της. Εθνικοί ηγέτες σε όλη την ήπειρο έχουν ήδη γίνει εσωστρεφείς, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο καλύτερος τρόπος για την προστασία των χωρών τους είναι μέσω της μεγαλύτερης κυριαρχίας, όχι της λιγότερης. Πολλοί ψηφοφόροι φαίνεται να συμφωνούν.

Όπως καθιστά οδυνηρά σαφές η ιστορία της Ευρώπης, μια επιστροφή στον επιθετικό εθνικισμό θα μπορούσε να είναι επικίνδυνη, όχι μόνο για την ήπειρο, αλλά και για τον κόσμο. Ωστόσο, μια Ευρώπη ανανεωμένων διεκδικητικών εθνών-κρατών θα ήταν προτιμότερη από την ασύνδετη, αναποτελεσματική και αντιλαϊκή ΕΕ του σήμερα. Υπάρχει καλός λόγος να πιστεύουμε ότι οι ευρωπαϊκές χώρες θα κάνουν καλύτερη δουλειά στον έλεγχο της Ρωσίας [4], την διαχείριση της μεταναστευτικής κρίσης, και της καταπολέμησης της τρομοκρατίας από μόνες τους, από όσο έχουν κάνει υπό την αιγίδα της ΕΕ.

ΟΛΟΕΝΑ ΚΑΙ ΜΑΚΡΥΤΕΡΗ ΕΝΩΣΗ

Στα χρόνια μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, πολλοί Ευρωπαίοι ηγέτες δόμησαν ένα πειστικό επιχείρημα ότι μόνο μέσα από την ενότητα θα μπορούσε η ήπειρος να ξεφύγει από το αιματηρό παρελθόν της και να εγγυηθεί την ευημερία. Κατά συνέπεια, το 1951, το Βέλγιο, η Γαλλία, η Ιταλία, το Λουξεμβούργο, οι Κάτω Χώρες και η Δυτική Γερμανία δημιούργησαν την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα. Κατά την διάρκεια των επόμενων δεκαετιών, η οργάνωση αυτή μεταμορφώθηκε στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα και, τελικά, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, και τα μέλη της αυξήθηκαν από έξι χώρες στις 28. Στην πορεία αυτή, καθώς ο φόβος του πολέμου υποχωρούσε, οι Ευρωπαίοι ηγέτες άρχισαν να μιλούν για την εναρμόνιση όχι απλώς ως μια δύναμη για την ειρήνη αλλά και ως έναν τρόπο που θα επιτρέψει στην Ευρώπη να σταθεί μαζί με την Κίνα, την Ρωσία και τις Ηνωμένες Πολιτείες ως μια μεγάλη δύναμη.

Εκείνοι που προωθούσαν την ΕΕ υποστήριξαν ότι τα οφέλη της συμμετοχής -μια ολοκληρωμένη αγορά, κοινά σύνορα, και ένα διακρατικό νομικό σύστημα- ήταν αυτονόητα. Με αυτή την λογική, η επέκταση της Ένωσης προς ανατολάς δεν θα απαιτούσε βία ή πολιτικό εξαναγκασμό˙ θα χρειαζόταν απλά υπομονή, αφού τα μη μέλη κράτη θα αναγνώριζαν αμέσως τα θετικά της ιδιότητας του μέλους και θα εντάσσονταν όσο συντομότερα μπορούσαν. Και για πολλά χρόνια, αυτή η λογική υλοποιείτο καθώς οι χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης έτρεχαν να ενταχθούν στην Ένωση μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης. Οκτώ χώρες -η Τσεχική Δημοκρατία, η Εσθονία, η Ουγγαρία, η Λετονία, η Λιθουανία, η Πολωνία, η Σλοβακία και η Σλοβενία- έγιναν μέλη το 2004˙ η Βουλγαρία και η Ρουμανία ακολούθησαν το 2007.

Στην συνέχεια, ήρθε η κρίση στην Ουκρανία. Το 2014, ο ουκρανικός λαός βγήκε στους δρόμους και ανέτρεψε τον διεφθαρμένο πρόεδρό του, Βίκτορ Γιανουκόβιτς, αφότου εκείνος ακύρωσε απότομα μια νέα οικονομική συμφωνία με την ΕΕ. Αμέσως μετά, η Ρωσία εισέβαλε και προσάρτησε την Κριμαία, και έστειλε αμέσως στρατιώτες και πυροβολικό στην ανατολική Ουκρανία, επίσης. Οι ηγέτες της ΕΕ ήλπιζαν ότι οι οικονομικές αντιπαροχές θα αύξαναν αναπόφευκτα τις συμμετοχές στην Ένωση και θα έφερναν την ειρήνη και την ευημερία σε ένα όλο και μεγαλύτερο κοινό. Αλλά αυτό το όνειρο αποδείχθηκε ότι δεν ταιριάζει με τα τανκς της Ρωσίας και τα λεγόμενα μικρά πράσινα ανθρωπάκια.

Το τέχνασμα της Μόσχας, από μόνο του, δεν αρκεί για να παραλύσει την ΕΕ. Αλλά σύντομα χτύπησε μια άλλη κρίση, και αυτό έσπρωξε την Ένωση σχεδόν στο σημείο της διάλυσής της. Το 2015, πάνω από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες -σχεδόν οι μισοί από αυτούς δραπέτες από τον εμφύλιο πόλεμο στην Συρία- εισήλθαν στην Ευρώπη, και από τότε, πολλοί περισσότεροι ακολούθησαν. Από νωρίς, αρκετές χώρες, κυρίως η Γερμανία και η Σουηδία, αποδείχθηκαν ιδιαίτερα φιλόξενες, και οι ηγέτες των κρατών αυτών επέκριναν θυμωμένα εκείνους τους γείτονές τους που προσπάθησαν να κρατήσουν τους μετανάστες έξω [από τα σύνορά τους]. Πέρυσι, αφότου η Ουγγαρία κατασκεύασε έναν φράχτη από αγκαθωτό συρματόπλεγμα κατά μήκος των συνόρων της με την Κροατία, η Γερμανίδα καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ καταδίκασε την κίνηση ως υπενθυμιστική του Ψυχρού Πολέμου, και ο Γάλλος υπουργός Εξωτερικών Λοράν Φαμπιούς είπε ότι αυτό δεν έδειχνε «σεβασμό στις κοινές αξίες της Ευρώπης». Αλλά νωρίς φέτος, πολλοί από αυτούς τους ίδιους ηγέτες άλλαξαν τον τόνο τους και άρχισαν να πιέζουν τις χώρες στα σύνορα της Ευρώπης [5] να αυξήσουν τα μέτρα ασφαλείας τους. Τον Ιανουάριο, αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προειδοποίησαν την Ελλάδα ότι, αν δεν κατάφερε να βρει τον τρόπο να σταματήσει την ροή των προσφύγων, θα την αποβάλλουν από τον χώρο Σένγκεν, την ελεύθερη διαβατηρίων ζώνη εντός της ΕΕ.

Συνειδητά ή όχι, οι Ευρωπαίοι πολιτικοί που υποστηρίζουν τα ανοιχτά σύνορα έχουν αποτύχει να δώσουν προτεραιότητα στους δικούς τους πολίτες έναντι των αλλοδαπών. Οι προθέσεις αυτών των ηγετών μπορεί να είναι ευγενείς, αλλά αν ένα κράτος αδυνατεί να περιορίσει την προστασία του σε μια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων -τους πολίτες του- η κυβέρνησή του κινδυνεύει να χάσει τη νομιμοποίησή της. Πράγματι, ο βασικός δείκτης μέτρησης της επιτυχίας μιας χώρας είναι το πόσο καλά μπορεί να εξασφαλίσει τους ανθρώπους της και τα σύνορά της από εξωτερικές απειλές, είτε πρόκειται για εχθρικούς γείτονες, την τρομοκρατία, είτε την μαζική μετανάστευση. Σε αυτόν τον τομέα, η ΕΕ και οι υποστηρικτές της αποτυγχάνουν. Και οι ψηφοφόροι το έχουν παρατηρήσει. Οι Βρετανοί απηύθυναν μια ισχυρή μομφή στο [ευρωπαϊκό] μπλοκ τον Ιούνιο όταν ψήφισαν για να εγκαταλείψουν την ΕΕ με μια διαφορά 52% με 48%, αγνοώντας τις προειδοποιήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, της Τράπεζας της Αγγλίας, και του Υπουργείου Οικονομικών του Ηνωμένου Βασιλείου ότι κάτι τέτοιο θα σπείρει οικονομική καταστροφή. Στην Γαλλία, σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα του Pew, το 61% του πληθυσμού έχει δυσμενείς απόψεις για την ΕΕ˙ στην Ελλάδα, το 71% του πληθυσμού συμμερίζεται αυτές τις απόψεις.

Στο παρελθόν, όταν η Ευρώπη δεν αντιμετώπιζε καθόλου πιεστικές απειλές ασφαλείας -όπως ήταν στο μεγαλύτερο μέρος των τελευταίων δύο δεκαετιών- τα μέλη της ΕΕ μπορούσαν να αντέξουν να επιδιώκουν πιο υψηλόφρονες στόχους, όπως η διάλυση των συνόρων στο εσωτερικό της Ένωσης. Τώρα που οι κίνδυνοι έχουν επιστρέψει, όμως, και η ΕΕ έχει δείξει ότι είναι ανίκανη να τους αντιμετωπίσει, οι εθνικοί ηγέτες της Ευρώπης πρέπει να εκπληρώσουν το πιο βασικό καθήκον τους: Να υπερασπιστούν τους δικούς τους.

ΠΙΣΩ ΣΤΑ ΒΑΣΙΚΑ

Οι αρχιτέκτονες της ΕΕ δημιούργησαν ένα κεφάλι χωρίς σώμα: Έχτισαν μια ενιαία πολιτική και διοικητική γραφειοκρατία, αλλά όχι μια ενωμένη ευρωπαϊκή χώρα. Η ΕΕ φιλοδοξεί να ξεπεράσει τα έθνη-κράτη, αλλά το μοιραίο ελάττωμά της υπήρξε η μόνιμη αποτυχία της [6] να αναγνωρίσει την επιμονή των εθνικών διαφορών και την σημασία της αντιμετώπισης των απειλών στα σύνορά της.

Μια συνέπεια αυτής της παράβλεψης είναι η άνοδος των πολιτικών κομμάτων που στοχεύουν στην αποκατάσταση της εθνικής αυτονομίας, συχνά δελεάζοντας τα ακροδεξιά, λαϊκίστικα, και μερικές φορές ξενοφοβικά αισθήματα. Το 2014, το Κόμμα Ανεξαρτησίας του Ηνωμένου Βασιλείου (UK Independence Party, UKIP) [7] κέρδισε την λαϊκή ψήφο στις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο -η πρώτη φορά από το 1906 που οποιοδήποτε κόμμα στο Ηνωμένο Βασίλειο είχα επικρατήσει επί των Εργατικών και των Συντηρητικών σε πανεθνικές εκλογές. Τον περασμένο Δεκέμβριο στην Γαλλία, το ακροδεξιό Εθνικό Μέτωπο της Marine Le Pen κέρδισε τον πρώτο γύρο των περιφερειακών εκλογών της χώρας˙ στην συνέχεια, τον Μάρτιο στην Γερμανία, ένα δεξιό ευρωσκεπτικιστικό κόμμα, το «Εναλλακτική για την Γερμανία», κέρδισε σχεδόν το 25% των ψήφων στην Σαξονία-Άνχαλτ. Και τον Μάιο, ο Norbert Hofer, ένας υποψήφιος από το ακροδεξιό Κόμμα της Ελευθερίας, έχασε για πολύ λίγο τις προεδρικές εκλογές της Αυστρίας. (Το Συνταγματικό Δικαστήριο της Αυστρίας αργότερα ακύρωσε το αποτέλεσμα, επιβάλλοντας μια επανάληψη των εκλογών που διεξήχθησαν τον Οκτώβριο).

Μερικά από αυτά τα κόμματα έχουν επωφεληθεί από την ενθουσιώδη υποστήριξη της Ρωσίας, στο πλαίσιο της εκστρατείας της για να αγοράσει επιρροή στην Ευρώπη. Μέχρι πρόσφατα, η Μόσχα μπορούσε να στηρίζεται σε Ευρωπαίους ηγέτες που ήταν φιλικοί προς την Ρωσία, συμπεριλαμβανομένου του πρώην καγκελάριου της Γερμανίας, Γκέρχαρντ Σρέντερ, και του πρώην πρωθυπουργού της Ιταλίας, Σίλβιο Μπερλουσκόνι. Αλλά τώρα, καθώς νέα κόμματα παίρνουν την θέση των καθιερωμένων, το Κρεμλίνο χρειάζεται καινούργιους εταίρους. Έχει δώσει χρήματα στο Εθνικό Μέτωπο, και το Κογκρέσο των ΗΠΑ ζήτησε από τον James Clapper, τον διευθυντή των αμερικανικών Υπηρεσιών Πληροφοριών, να διερευνήσει τους δεσμούς του Κρεμλίνου με άλλα περιθωριακά κόμματα, συμπεριλαμβανομένης της Χρυσής Αυγής στην Ελλάδα και του Jobbik στην Ουγγαρία [8]. Ωστόσο, τα εν λόγω κόμματα θα εφορμούσαν, ακόμη και χωρίς ρωσική υποστήριξη. Πολλοί Ευρωπαίοι έχουν απογοητευτεί με τους πολιτικούς οι οποίοι υποστήριξαν την ένταξη στην ΕΕ, τα ανοιχτά σύνορα, και την σταδιακή διάλυση της εθνικής κυριαρχίας˙ έχουν μια βαθιά και διαρκή επιθυμία να επαναβεβαιώσουν την υπεροχή του έθνους-κράτους τους.

Φυσικά, οι περισσότεροι από τους ευρωσκεπτικιστές πολιτικούς της Ευρώπης [9] δεν επιδιώκουν να διαλύσουν την Ένωση εντελώς˙ στην πραγματικότητα, πολλοί από αυτούς συνεχίζουν να βλέπουν την δημιουργία της ως μια ιστορική νίκη για την Δύση. Όντως, όμως, θέλουν μεγαλύτερη εθνική αυτονομία στην κοινωνική, οικονομική και εξωτερική πολιτική, ιδιαίτερα σε απάντηση των παρατραβηγμένων εντολών της ΕΕ για τη μετανάστευση και την απαίτηση για επίμαχους νόμους σε ολόκληρη την ήπειρο, για θέματα όπως η άμβλωση και ο γάμος [ομοφυλοφίλων]. Πολλοί στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, πίεσαν για μια βρετανική έξοδο από την ΕΕ, ή αλλιώς για το Brexit, λόγω της απογοήτευσης με τον αριθμό των βρετανικών νόμων που έχουν έρθει από τις Βρυξέλλες και όχι από το Westminster [στμ: Το βρετανικό κοινοβούλιο].

Το στοίχημα κατά της [εθνικής] κυριαρχίας απέτυχε. Αλλά η αναβίωση της κυριαρχίας έχει φέρει στο μυαλό πολλές σκοτεινές μνήμες του εθνικισμού που δύο φορές έφερε την ήπειρο στο χείλος του αφανισμού. Πολλοί παρατηρητές ανησυχούν τώρα ότι η ευρωπαϊκή πολιτική αρχίζει να μοιάζει με εκείνη της δεκαετίας του 1930, όταν οι λαϊκιστές ηγέτες ξερνούσαν μίσος για να εκβιάσουν την υποστήριξη σε αυτούς. Τέτοιοι φόβοι δεν είναι παντελώς αβάσιμοι. Η έντονη ξενοφοβία του αυστριακού Κόμματος Ελευθερίας υπενθυμίζει τις πρώτες μέρες του φασισμού. Ο αντισημιτισμός έχει αυξηθεί σε ολόκληρη την Ευρώπη, ξεφυτρώνοντας σε κόμματα που καλύπτουν όλο το ιδεολογικό φάσμα, από το Εργατικό Κόμμα στο Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι το Jobbik της Ουγγαρίας. Και στην Ελλάδα, ορισμένα μέλη του ριζοσπαστικού κόμματος της αριστεράς, ΣΥΡΙΖΑ, έχουν υποστηρίξει την αποχώρηση της Ελλάδας από το ΝΑΤΟ, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του αυξανόμενου αντιαμερικανισμού που θα μπορούσε να υπονομεύσει τα θεμέλια της ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Ωστόσο, η επιβεβαίωση της εθνικής κυριαρχίας δεν προϋποθέτει επιθετικό εθνικισμό. Η υποστήριξη για το Brexit στο Ηνωμένο Βασίλειο, για παράδειγμα, ήταν λιγότερο μια έκφραση εχθρότητας απέναντι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες από όσο ήταν μια επιβεβαίωση του δικαιώματος του Ηνωμένου Βασιλείου να αυτο-κυβερνάται. Η επιστροφή σε έθνη-κράτη συνεπάγεται όχι εθνικισμό, αλλά πατριωτισμό, ή αυτό που ο Τζορτζ Όργουελ ονόμαζε «αφοσίωση σε ένα συγκεκριμένο τόπο και έναν συγκεκριμένο τρόπο ζωής». Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι μια από τις μεγαλύτερες απειλές που αντιμετώπιζε η Ευρώπη στον εικοστό αιώνα ήταν διεθνικής φύσης: Ο κομμουνισμός, που χώριζε την ήπειρο για 45 χρόνια και οδήγησε στον θάνατο εκατομμύρια ανθρώπους.

ΠΕΡΑΝ ΤΗΣ ΕΕ

Μια επανεθνικοποίηση της Ευρώπης μπορεί να είναι η καλύτερη ελπίδα της ηπείρου για ασφάλεια. Οι ιδρυτές της ΕΕ πίστευαν ότι το σώμα θα μπορούσε να εγγυηθεί μια σταθερή και ευημερούσα Ευρώπη, και για μια στιγμή, φάνηκε να το κάνει. Αλλά σήμερα, παρ’ όλο που η ΕΕ έχει δημιουργήσει πλούτο μέσω της κοινής αγοράς, αποτελεί όλο και περισσότερο μια πηγή αστάθειας. Η κρίση του ευρώ έχει εκθέσει την αδυναμία της Ένωσης να επιλύσει τις συγκρούσεις μεταξύ των μελών της: Οι Γερμανοί ηγέτες είχαν ελάχιστα κίνητρα για να αντιμετωπίσουν τις ανησυχίες των Ελλήνων, και το αντίστροφο. Η ΕΕ πάσχει επίσης από αυτό που το γερμανικό Ομοσπονδιακό Συνταγματικό Δικαστήριο ονόμασε «δομικό δημοκρατικό έλλειμμα». Από επτά θεσμικά της όργανα, μόλις το ένα -το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο- εκλέγεται άμεσα από τον λαό, και δεν μπορεί να δημιουργήσει νομοθεσία. Τέλος, η πρόσφατη κυριαρχία της Γερμανίας εντός της ΕΕ έχει αποξενώσει μικρότερα κράτη, όπως η Ελλάδα και η Ιταλία.

Εν τω μεταξύ, η ΕΕ απέτυχε να διατηρήσει την Ευρώπη ασφαλή. Από το 1949, η Ευρώπη στηρίχθηκε στο ΝΑΤΟ -και, ειδικότερα, στις Ηνωμένες Πολιτείες- για να εξασφαλίσει τα σύνορά της. Οι αναιμικές αμυντικές δαπάνες των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών έχουν μόνο αυξήσει την εξάρτησή τους από την φυσική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών στην Ευρώπη. Η ΕΕ είναι απίθανο να δημιουργήσει δικό της στρατό, τουλάχιστον στο άμεσο μέλλον, καθώς τα μέλη της έχουν διαφορετικές στρατηγικές προτεραιότητες και λίγη επιθυμία να παραχωρήσουν στρατιωτική κυριαρχία στις Βρυξέλλες.

Πολλοί από τους υποστηρικτές της ΕΕ εξακολουθούν να επιμένουν ότι σε περίπτωση που [η Ένωση] εκλείψει, η αναρχία θα καταπιεί την ήπειρο. Το 2011, ο Γάλλος υπουργός Ευρωπαϊκών Υποθέσεων, Jean Leonetti, προειδοποίησε ότι η αποτυχία του ευρώ θα μπορούσε να οδηγήσει την Ευρώπη στην «διάλυση». [10] Τον Μάιο, ο [τότε] Βρετανός πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον υποστήριξε ότι μια έξοδος της Βρετανίας από την ΕΕ θα αυξήσει τον κίνδυνο πολέμου. Αλλά όπως έγραψε το 1940 ο Αμερικανός θεολόγος Reinhold Niebuhr, «ο φόβος της αναρχίας είναι λιγότερο ισχυρός από τον φόβο ενός συγκεκριμένου εχθρού». Σήμερα, οι αναγνωρίσιμοι εχθροί που έχουν προκύψει γύρω από την Ευρώπη, από την Ρωσία μέχρι το αυτοαποκαλούμενο Ισλαμικό Κράτος (επίσης γνωστό ως ISIS), φαίνονται πολύ πιο ανησυχητικοί για τους περισσότερους ανθρώπους από όσο το δυναμικό χάος που θα προκύψει από την διάλυση της ΕΕ. Η ελπίδα τους είναι ότι οι επιμέρους χώρες θα παράσχουν το είδος της ασφάλειας που οι Βρυξέλλες δεν μπορούν.

ΕΙΔΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ

Από την πλευρά των Ηνωμένων Πολιτειών, το ξέφτισμα της ΕΕ παρουσιάζει μια σοβαρή πρόκληση -όχι όμως ανυπέρβλητη. Στις δεκαετίες μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η Ουάσιγκτον προσπάθησε να ανασχέσει την Σοβιετική Ένωση, όχι μόνο μέσω της πυρηνικής αποτροπής και μιας αρκετά μεγάλης στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη, αλλά και με την προώθηση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Μια ενωμένη ήπειρος, έλεγε το σκεπτικό, θα κατεύναζε την Ευρώπη, θα ενίσχυε τις οικονομίες των συμμάχων των ΗΠΑ, και θα τους ενθάρρυνε να συνεργαστούν με την Ουάσιγκτον για να αποκρούσουν την σοβιετική απειλή. Σήμερα, όμως, οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάζονται μια νέα στρατηγική. Επειδή η ΕΕ δεν φαίνεται πλέον να ανταποκρίνεται στο καθήκον της προστασίας των συνόρων της ή να είναι ανταγωνιστική γεωπολιτικά, μια μεγαλύτερη αμερικανική πίεση στην Ευρώπη για να εναρμονιστεί απλά θα αποξενώσει τον αυξανόμενο αριθμό των Ευρωπαίων που έχουν γυρίσει την πλάτη τους στην ΕΕ.

Η Ουάσιγκτον δεν χρειάζεται να φοβάται την διάλυση της ΕΕ. Τα πλήρως κυρίαρχα ευρωπαϊκά κράτη μπορεί να αποδειχθούν πιο έμπειρα από την Ένωση στο να αποκρούουν τις διάφορες απειλές στα σύνορά τους. Όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, η ΕΕ δεν είχε καμία απάντηση εκτός από κυρώσεις και αόριστες εκκλήσεις για περισσότερο διάλογο. Τα ευρωπαϊκά κράτη που συνορεύουν με την Ρωσία είχαν βρει λίγη διαβεβαίωση [για την ασφάλειά τους] στην Ένωση, γεγονός που εξηγεί γιατί έχουν ζητήσει την βοήθεια των δυνάμεων του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ. Ωστόσο, εκεί που έχει αποτύχει η ΕΕ, οι μεμονωμένες χώρες μπορεί να τα πάνε καλύτερα. Μόνο ο πατριωτισμός έχει το είδος του ισχυρού και λαϊκού δέλεαρ που μπορεί να κινητοποιήσει τους πολίτες της Ευρώπης να επανεξοπλιστούν έναντι των απειλητικών γειτόνων τους. Οι άνθρωποι είναι πολύ πιο πρόθυμοι να αγωνιστούν για την χώρα τους -για την ιστορία τους, το έδαφός τους, την κοινή θρησκευτική τους ταυτότητα- από όσο είναι για ένα αφηρημένο περιφερειακό όργανο που δημιουργήθηκε από διατάγματα. Μια δημοσκόπηση από το Pew το 2015 διαπίστωσε ότι στην περίπτωση μιας ρωσικής επίθεσης, περισσότερο από το ήμισυ των Γάλλων, των Γερμανών και των Ιταλών δεν θα θελήσουν να υπερασπιστούν το ΝΑΤΟ -και επομένως πιθανότατα έναν σύμμαχο στην ΕΕ.

Η επιστροφή των εθνών-κρατών δεν χρειάζεται να οδηγήσει την Ευρώπη στο να επανέλθει σε ένα άναρχο συνονθύλευμα από κυβερνήσεις που φιλονικούν. Η αυξημένη αυτονομία δεν θα σταματήσει τα κράτη της Ευρώπης από το να εμπορεύονται ή να διαπραγματεύονται το ένα με το άλλο. Ακριβώς όπως κάτι το υπερεθνικό δεν εγγυάται την αρμονία, η [εθνική] κυριαρχία δεν προϋποθέτει την εχθρότητα μεταξύ των εθνών.

Σε μια Ευρώπη με ανανεωμένα έθνη-κράτη, οι χώρες θα συνεχίσουν να σχηματίζουν συμμαχίες με βάση τα κοινά συμφέροντα και τις ανησυχίες για την ασφάλεια. Αναγνωρίζοντας την αδυναμία της ΕΕ, ορισμένα κράτη το έχουν ήδη πράξει. Η Τσεχική Δημοκρατία, η Ουγγαρία, η Πολωνία, και η Σλοβακία, για παράδειγμα –που κανονικά είναι μια ασύνδετη ομάδα- ένωσαν τις δυνάμεις τους για να αντιταχθούν στα σχέδια της ΕΕ που θα τους ανάγκαζαν να δεχθούν χιλιάδες πρόσφυγες.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες, από την πλευρά τους, χρειάζονται έναν καλύτερο εταίρο στην Ευρώπη από ό, τι ήταν η ΕΕ. Καθώς η Ένωση διαλύεται, οι λειτουργίες του ΝΑΤΟ στην διατήρηση της σταθερότητας και την αποτροπή εξωτερικών απειλών θα αυξηθούν –ενισχύοντας τον ρόλο της Ουάσιγκτον στην ήπειρο. Χωρίς την ΕΕ, πολλές ευρωπαϊκές χώρες, απειλούμενες από την Ρωσία και συγκλονισμένες από τη μαζική μετανάστευση, κατά πάσα πιθανότητα θα επενδύσουν πιο έντονα στο ΝΑΤΟ, την μόνη συμμαχία ασφαλείας που υποστηρίζεται από [στρατιωτικές] δυνάμεις και, επομένως, ικανή να προστατεύσει τα μέλη της.

Ήρθε η ώρα για τους ηγέτες των ΗΠΑ και την πολιτική τάξη της Ευρώπης να αναγνωρίσουν ότι η επιστροφή στα έθνη-κράτη στην Ευρώπη δεν είναι απαραίτητο να καταλήξει σε τραγωδία. Αντίθετα, η Ευρώπη θα είναι σε θέση να καλύψει τις πιο πιεστικές προκλήσεις της ασφάλειάς της μόνο όταν εγκαταλείψει την φαντασία της ηπειρωτικής ενότητας και αγκαλιάσει τον γεωπολιτικό πλουραλισμό της.

Copyright © 2016 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/return-europe-s-nation-st…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.foreignaffairs.com/reviews/2015-12-14/european-disunion
[2] https://www.foreignaffairs.com/anthologies/2015-06-24/europe-s-monetary-…
[3] https://www.foreignaffairs.com/articles/greece/2015-07-07/pain-athens
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2016-06-13/natos-next-act
[5] http://www.spiegel.de/international/europe/frontex-s-fabrice-leggeri-no-…
[6] https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2012-08-16/crisis-europe
[7] http://www.nytimes.com/2016/07/05/world/europe/nigel-farage-ukip-brexit….
[8] https://www.foreignaffairs.com/articles/europe/2015-09-20/europes-hungar…
[9] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-kingdom/2016-06-08/conser…
[10] http://www.thelocal.fr/20111208/1978

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Το νέο πολιτικό τοπίο στην Ευρώπη μετά τις γαλλικές εκλογές

0

Μια επιλογή μεταξύ Ανοικτού και Κλειστού

Περίληψη:

Αντί για τον κλασικό διαχωρισμό μεταξύ Δεξιάς και Αριστεράς που βασίστηκε στον βαθμό παρέμβασης του κράτους στην οικονομία, τώρα υπάρχει ένα νέο ρήγμα, ανάμεσα στην «ανοικτότητα» και τον «προστατευτισμό» απέναντι στα στοιχεία της παγκοσμιοποίησης.

Ο CARLO INVERNIZZI ACCETTI είναι επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο City University of New York (City College).

Τα αποτελέσματα του πρώτου γύρου των γαλλικών προεδρικών εκλογών χαιρετίστηκαν με ένα αμήχανο μείγμα απογοήτευσης και ανακούφισης: Απογοήτευση ότι κανένας από τους υποψηφίους των δύο κύριων κομμάτων -οι κυβερνώντες κεντροαριστεροί Σοσιαλιστές και οι ιστορικοί αντίπαλοί τους, οι κεντροδεξιοί Ρεπουμπλικανοί- δεν προχώρησε στον δεύτερο γύρο, και ανακούφιση ότι ο υποψήφιος που τώρα ευρέως προβλέπεται ότι θα κερδίσει την προεδρία στις 7 Μαΐου είναι ο κεντρώος ευρωπαϊστής Εμμανουέλ Μακρόν. Το δυσοίωνο σενάριο μιας αναμέτρησης μεταξύ των δύο αντισυστημικών «λαϊκιστών» υποψηφίων -της αντιμεταναστευτικής και αντιευρωπαϊκής Marine Le Pen, και του αντικατεστημένου και ενάντιου στην λιτότητα Jean-Luc Melenchon- απέτυχε να υλοποιηθεί.

Στην πραγματικότητα, τα αποτελέσματα αυτά επιβεβαιώνουν τις τάσεις που γίνονται όλο και πιο οικείες υπό το πρίσμα άλλων πρόσφατων εκλογικών αποτελεσμάτων στην Ευρώπη. Η κατάρρευση των παραδοσιακών κύριων κομμάτων και η συνεχιζόμενη επανευθυγράμμιση γύρω από έναν νέο άξονα πολιτικού ανταγωνισμού, ο οποίος υποστηρίζει το άνοιγμα υπέρ του εμπορίου, της μετανάστευσης και των φιλελεύθερων κοινωνικών αξιών εναντίον των υποστηρικτών του «κλεισίματος» ή της «προστασίας» από αυτά, δεν είναι τίποτε νέο. Θεμελιώθηκε με την ψήφο του Brexit στο Ηνωμένο Βασίλειο, από την πολύ στενή νίκη της ακροαριστεράς εναντίον της ακροδεξιάς στις αυστριακές προεδρικές εκλογές και από τα κέρδη του Κόμματος Ελευθερίας του Geert Wilders κατά τις πρόσφατες βουλευτικές εκλογές στην Ολλανδία. Αντί να συνεχίσουμε να εκφράζουμε είτε απογοήτευση είτε ανακούφιση από τα αποτελέσματα, είναι πλέον καιρός να εκτιμήσουμε το γεγονός ότι στην Ευρώπη εμφανίζεται ένα νέο πολιτικό τοπίο.

Η διαδικασία αυτή δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως κρίση για τους υπάρχοντες δημοκρατικούς θεσμούς. Μπορεί απλά να αντικατοπτρίζει τις υποκείμενες αλλαγές στις σύγχρονες κοινωνίες, οι οποίες [αλλαγές] από μόνες τους θα ήταν ένα υγιές σημάδι της ικανότητας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας να προσαρμόζεται στις μεταβαλλόμενες κοινωνικές συνθήκες. Ο Ελβετός κοινωνιολόγος και πολιτικός επιστήμονας Hanspeter Kriesi προσπάθησε να συλλάβει την ώθηση αυτών των αλλαγών περιγράφοντας μια νέα κοινωνική διάσπαση που ισχυρίζεται ότι αντικαθιστά -ή τουλάχιστον υπερκαλύπτει- τον παραδοσιακό διαχωρισμό μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών. Το νέο χάσμα περιβάλλει ένα επικρατούν αστικό, βασισμένο στις υπηρεσίες και φιλελεύθερο εκλογικό σώμα των νικητών της παγκοσμιοποίησης, κατά ενός κατά κύριο λόγο μη αστικού, βασισμένου στην μεταποίηση και συντηρητικού εκλογικού σώματος των λεγόμενων χαμένων της παγκοσμιοποίησης.

Εάν συμβαίνει αυτό, δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η παγκοσμιοποίηση -ευρέως κατανοητή ως η ώθηση για περισσότερη υπερεθνική ολοκλήρωση, διεθνές εμπόριο, μετανάστευση και φιλελεύθερες κοινωνικές αξίες- αναδεικνύεται ως ο βασικός άξονας της πολιτικής διαμάχης, εις βάρος της προηγούμενης διχοτόμησης μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, η οποία βασίστηκε στην διαφωνία σχετικά με τον βαθμό συμμετοχής του κράτους στην οικονομία. Το ερώτημα που παραμένει είναι εάν οι νέες πολιτικές ευθυγραμμίσεις θα είναι σε θέση να ανταποκρίνονται επαρκώς στις κοινωνικές απαιτήσεις που θέτει η παγκοσμιοποίηση.

Από την μια πλευρά, ο ανταγωνισμός μεταξύ ενός κόμματος υπέρ του ανοίγματος και ενός κόμματος υπέρ του κλεισίματος έχει το πλεονέκτημα να έχει προκαλέσει μια συζήτηση σχετικά με τα πλεονεκτήματα της παγκοσμιοποίησης. Πριν, η παγκοσμιοποίηση παρουσιάστηκε ως αναπόφευκτη και απλώς εκτός του πεδίου των δικαιολογημένων πολιτικών συζητήσεων. Από την άλλη πλευρά, τόσο το κόμμα της «ανοικτότητας» όσο και το κόμμα του «κλεισίματος» φαίνονται έντονα ακατάλληλα για την αντιμετώπιση του πιο σημαντικού πολιτικού προβλήματος που έχει θέσει η παγκοσμιοποίηση τις τελευταίες δεκαετίες: Την αυξανόμενη ανισότητα τόσο στην κοινωνική θέση όσο και στην ζωή μεταξύ των «νικητών» και των «ηττημένων» από την διαδικασία. Και η «ανοικτότητα» όσο και η «κλειστότητα» απλώς επαναβεβαιώνουν αυτόν τον κοινωνικό διαχωρισμό, χωρίς να προσφέρουν κανένα μέσο γεφύρωσης ή εξομάλυνσής του.

Το εάν οι δημοκρατικοί θεσμοί θα βρουν νέα ζωή ή θα υπονομευθούν από τους συνεχιζόμενους κοινωνικούς και πολιτικούς μετασχηματισμούς εξαρτάται ως εκ τούτου από την ικανότητα των νέων κομμάτων είτε να καταστήσουν την παγκοσμιοποίηση πιο συμμετοχική, είτε την αντιστροφή της λιγότερο αποκλειστική.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/france/2017-04-25/french-electio…

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Τα γαλλικό έργο έχει 4 Πράξεις : αποτελέσματα και  προοπτικές

0

Eric Gazon  Οικονομολόγος, [email protected]                                       

Αλκης Καλλιαντζίδης Οικονομολόγος [email protected]

1ο συμπέρασμα : οι δημοσκοπήσεις αλλά και τα exit pols έπεσαν μέσα. Μερίδα των ψηφισάντων δεν παραπλάνησε του δημοσκόπους, όπως έγινε σε άλλες χώρες τελευταία π.χ. στις ΗΠΑ, στην Ολλανδία, κλπ.. Τώρα να δούμε αν προβλέπουν ορθά την συντριπτική επικράτηση του  Emmanuel Macron που το βράδυ των εκλογών κυμαινόταν από 62 έως και 64% του εκλογικού σώματος. Εδώ θα παίξει σημαντικό ρόλο το ποσοστό της αποχής των Γάλλων ψηφοφόρων, των δυσαρεστημένων από την μη εκλογή στον 1ο γύρο του δικού τους υποψηφίου αλλά και αυτών που θα παρακούσουν τη γραμμή του κόμματός τους για καταψήφιση της Le Pin. Η μόνη δυνητική, αλλά όχι σίγουρη, συγγενική δεξαμενή ψηφοφόρων προς την Le Pin θα μπορούσε να είναι οι ψηφοφόροι του εθνικιστή   Dupont-Aignan ο οποίος έλαβε το 4,7% των ψήφων, αλλά δεν διευκρίνισε ακόμα αν την στηρίζει ή όχι.

Το 2ο εδραίο συμπέρασμα είναι ότι στις εκλογές της 23ης Απριλίου δεν είχαμε παρά μόνο τα αποτελέσματα της 1ης Πράξης του συνολικού εκλογικού έργου το οποίο περιλαμβάνει 4 Πράξεις : τον 1ο και τον 2ο γύρο (στις 7 Μαΐου) των προεδρικών εκλογών, τον 1ο και 2ο γύρο των βουλευτικών εκλογών που θα λάβουν χώρα στις 11 και 18 Ιουνίου αντίστοιχα στη Γαλλία.

Το 3ο εξόφθαλμο συμπέρασμα είναι ο εξοστρακισμός των αποκληθέντων δεικτικά συστημικών κομμάτων από τον 2ο γύρο των προεδρικών εκλογών : του Σοσιαλιστικού (που έλαβε μόλις 6,35%)  και του δεξιού Ρεπουμπλικανικού (που έλαβε το

όχι ευκαταφρόνητο 19,9%) και η ανεπιφύλακτη γραμμή που έδωσαν από το βράδυ των εκλογών προς τους ψηφοφόρους τους , οι κ.κ. Hamon και Fillon αντίστοιχα, να υποστηρίξουν τον Emmanuel Macron στον 2ο γύρο. Όπως έκαναν άλλωστε και εκατοντάδες μεμονωμένα στελέχη της Δεξιάς, του Κέντρου, της παρούσας κυβέρνησης, του Κομμουνιστικού Κόμματος, του νυν προέδρου Hollande, κλπ. Η μόνη ηχηρή παραφωνία , μέχρι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, ήταν αυτή του Jean Luc Mélénchon. Κι ας προέρχεται από τα σπλάχνα των Σοσιαλιστών επί 30 σχεδόν χρόνια με βουλευτικούς και υπουργικούς θώκους, χάρη σε αυτούς!

Το 4ο συμπέρασμα είναι ότι τα εν λόγω δυο κόμματα (και ιδιαίτερα το Ρεπουμπλικανικό) θα επιχειρήσουν να επανακτήσουν το χαμένο πολιτικό έδαφος στις επικείμενες βουλευτικές εκλογές στις οποίες θα κριθεί η όποια κοινοβουλευτική πλειοψηφία του Macron ή της Le Pin. Άρα δεν αποκλείεται το σενάριο ο εκλεχθείς Πρόεδρος να μην κατορθώσει να αποκτήσει την απαραίτητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία για να μπορέσει να κυβερνήσει κι έτσι να γίνει αναγκαία η ανεπιθύμητη ή η επιθυμητή «Συγκατοίκηση» άλλης πολιτικής κατεύθυνσης Προέδρου και άλλης πολιτικής κατεύθυνσης Κοινοβουλευτικής Πλειοψηφίας. Κάτι που συνέβη ήδη δυο φορές στο παρελθόν μεταξύ Mitterant και Chirac και μεταξύ Chirac και Lionel Jospin. Τον κίνδυνο ή το ευτύχημα (αν οι Γάλλοι θελήσουν την διακομματική Συναίνεση) της «Συγκατοίκησης» τον διατρέχουν θεωρητικά και πρακτικά και ο Macron και η Le Pin. Ο μεν 1ος διότι δεν προλαβαίνει να έχει πίσω του ένα κλασικού τύπου κόμμα, έχει όμως ένα αντισυστημικό ρεύμα 260.000 περίπου φίλων. Η δε 2η διότι θα πρέπει να κάνει μια απίστευτη εκλογική ανατροπή που δεν κατέστη όμως δυνατή στις 23 Απριλίου, κι η οποία θεωρητικά δεν μπορεί να αποκλειστεί βέβαια στη συνέχεια. Θα δούμε λοιπόν κατά πόσο οι Γάλλοι αποφάσισαν οριστικά να το πάνε μέχρι το τέρμα. Δηλαδή να δώσουν στον εκλεχθησόμενο Πρόεδρό τους και την αναγκαία κοινοβουλευτική πλειοψηφία και όχι να τον οδηγήσουν στην «Συγκατοίκηση» για να εξισορροπήσουν έτσι την μεγάλη συνταγματική εξουσία που εξ ορισμού θα διαθέτει.

Το 5ο συμπέρασμα για τις προεδρικές εκλογές ήταν το ανακουφιστικό ουφ που έβγαλαν όλες οι φιλοευρωπαϊκές δυνάμεις στην Γαλλία, στις Βρυξέλλες, στον κόσμο και στις χρηματαγορές. Όμως τα πάντα θα πρέπει να επιβεβαιωθούν στον 2ο γύρο. Να εκλεγεί δηλαδή ο Emmanuel Macron με συντριπτική διαφορά, ώστε ο ακροδεξιός και ο ακροαριστερός Λαϊκισμός να ηττηθούν καθαρά. Διαφορετικά λένε πολλοί Αναλυτές η  Le Pin θα εκλεγεί στις προεδρικές εκλογές του 2022 (αν δεν εκλεγεί τώρα), αφού εξοικείωσε ήδη αναίμακτα το γαλλικό εκλογικό σώμα με αυτήν την προοπτική. Κάτι που δεν είχε καταφέρει ο πατέρας της το 2002! Μάλιστα πιο φρέσκες δημοσκοπήσεις ανεβάζουν τις επιδόσεις της σε πάνω από το 40% των προτιμήσεων, ιδιαίτερα στις αγροτικές και ημι-αγροτικές περιοχές της Γαλλίας (σε 19.000 περίπου τέτοιους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτευσε, ενώ ο Macron σε 7.200 περίπου αστικές περιοχές).

Πώς διαμορφώνονται οι προοπτικές εν όψει της 2ης Πράξης που έχουν μπροστά τους οι δυο προκριθέντες υποψήφιοι Πρόεδροι ;

Η Marine Le Pin εξακολουθεί να κάνει κινήσεις αποτίναξης της βαρύτατης ρετσινιάς της ακροδεξιάς, της ξενοφοβικής, της στυλοβάτριας του εθνικού οικονομικού προστατευτισμού και της εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση και του ευρώ. Κάτι που εξακολουθεί να φοβίζει ακόμα τεράστια μερίδα των Γάλλων ψηφοφόρων. Για αυτό και το παίζει ότι είναι κοντά στο Λαό και απόμακρη από τις γαλλικές ελίτ, τις οποίες χρεώνει στον αντίπαλό της. Παραιτήθηκε προσωρινά από την αρχηγία του κόμματός της, δίχως να ορίσει αντικαταστάτη, στη λογική ότι είναι υπεράνω του στείρου κομματισμού…

O Emmanuel Macron έχει μεν τον ούριο άνεμο στα πανιά του, αφού κατόρθωσε, μέσα σε ένα μόνο χρόνο, να περάσει σε μεγάλο μέρος των Γάλλων ψηφοφόρων το σύνθημα «ούτε Δεξιά, ούτε Αριστερά, Εμπρός», όμως έχει κι αυτός τα τρωτά του σημεία. Πρώτον να μην παρασυρθεί από την ίδια την επιτυχία του στον 1ο γύρο (αλαζονεία της επιτυχίας). Δεύτερον να μάθει να ακούει με μαεστρία τους πάντες (δίχως να ταυτίζεται με αυτούς), ακόμα και τους πρώην πολιτικούς του φίλους, όπως ο Γραμματέας του Parti socialiste, Jean-Christophe Cambadélis. Γιατί όπως προείπαμε θα χρειαστεί συμμάχους για να κερδίσει και την αναγκαία κοινοβουλευτική πλειοψηφία τον Ιούνιο. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι σε 265 εκλογικές περιφέρειες σήμερα οι Σοσιαλιστές διαθέτουν βουλευτές. Αν τους αγνοήσει τελείως, αποστασιοποιούμενος από αυτούς, θα διατρέξει τον εξής κίνδυνο : οι Σοσιαλιστές να παρουσιάσουν τους δικούς τους υποψηφίους, ο Mélénchon τους δικούς του, ο ίδιος τους δικούς του, οι Ρεπουμπλικάνοι τους δικούς τους, το Εθνικό Μέτωπο τους δικούς του και οι Οικολόγοι τους δικούς τους. Ποιος θα κερδίσει σε αυτήν την περίπτωση ; Πιθανότατα οι Ρεπουμπλικάνοι και η Marine Le Pin. Άρα μετέωρος Πρόεδρος, Συγκατοίκηση, ενδεχομένως και πολιτική αστάθεια…

Ας μην ξεχνάμε λοιπόν ότι το γαλλικό έργο έχει άλλες 3 Πράξεις. Δεν τελείωσε ακόμα.

 

 

 

Emmanuel Macron Is Everything America’s Democrats Are Not

0
 (Photo by Sylvain Lefevre/Getty Images)

The unlikely front-runner to be France’s next president proves the problem with liberalism is the messenger, not the message.

Emmanuel Macron Is Everything America’s Democrats Are Not

Whatever you think of France’s centrist establishment, you have to hand it to them: They took the threat of populism seriously. So seriously, in fact, that they dumped an incumbent president, created a totally fictitious party, and hitched their star to an unknown, telegenic 39-year-old whose defining biographical characteristic is that he married his high school French teacher. The idea was to give some revolutionary sheen to a centrist platform, and, barring some unforeseen catastrophe in Round 2, it seems to have worked. Emmanuel Macron, a globalist nobody, is well-positioned to become the next president of France, and perhaps even the next interim leader of the free world — at least until a new American president is sworn in.

Macron’s success raises the question of whether center-left regimes are foundering under the weight of an unpopular platform or simply unpopular leaders. Although crucial blocs of voters in many countries undoubtedly favor retreating from global institutions like NATO and the European Union, it’s not clear whether such views actually command a majority in any country, perhaps not even in the United Kingdom, where multiple surveys indicate that most voters, faced with a weakening pound, wish Brexit had failed.

In France, the doomed Socialist Party machine of President François Hollande and his former prime minister Manuel Valls, instead of clinging to vanity and suffering defeat at the hands of Marine Le Pen’s National Front brownshirts, concluded that fascism could be stopped in its tracks, but only through drastic action: dismantling the party system, committing suicide as a ruling class, and effectively endorsing a younger spokesman with a full head of hair.

The New York Times recently glossed Macron as someone with the “profile” of an “insider” but the “policies” of an “outsider.” The truth is closer to the opposite. Macron successfully branded himself as an outsider while boosting an agenda that differs little from his predecessor. Most impressively, Macron managed to co-opt the millenarian, apocalyptic rhetoric of his opponents on the extreme right and the extreme left. In his victory speech after the first round, Macron spoke of “changing the face” of France and smashing “the system that was incapable of dealing with the problems of our country for more than 30 years.” He told his supporters that they were “an image of renewal,” and he identified the main “challenge” for France as “turning the page of our political life.” While Macron adopted a platform that is incrementalist — loosening labor market restrictions, increasing public spending, strengthening the EU — he adopted a register that is revolutionary.

English-language publications typically translate En Marche!, the name of Macron’s centrist coalition, as “forward,” but “forward” fails to convey the name’s explosive, eschatological ring. “En Marche” means not simply “forward” — a slogan that, à la benighted Republican presidential candidate Jeb Bush’s Jeb!, might suggest continuity with the old regime — but something closer to “turned on” or “on the march.” It’s not that Macron has fooled voters into thinking he’s a bomb-thrower — they know perfectly well that he’s pushing a neoliberal agenda. Macron might not sound totally believable when he calls for smashing the system, but change-hungry voters still appreciate the feeling of being targeted. Authenticity isn’t the only thing rewarded in politics; effort is rewarded, too.

Exactly how successful Macron’s gambit will be won’t become clear until after the parliamentary elections in June, when En Marche! will have its hands full trying to field a slate of electable candidates for an imaginary party. Macron’s most important objective, though, has already been accomplished. If polls are to be believed — and they are — fascism, Thatcherism, or Communard hologramism aren’t likely to come to the Elysée Palace.

It’s hard not to draw an unfavorable comparison between the center-left strategy in France and the center-left strategy in the United States, where leaders of the Democratic Party are mostly digging in, apparently unwilling to contemplate a hard reboot of personnel. Democratic Party regulars are fired up, but the party’s leaders, who remain unpopular, seem to be having difficulty capitalizing on that enthusiasm. Trump, by all accounts, has had a miserable first 100 days in office, with innumerable controversies and no major accomplishments. Nevertheless, some analysts say his approval ratings, in the low 40s, are consistent with narrow re-election. The Republican Party, which controls the entire federal government and most levers of power in the states, is deeply unpopular, but the Democratic Party, which controls nothing, is even less popular, according to some polls. The irony is that the Democratic Party’s platform on issues like health care, education, and immigration is as popular — and as progressive — as it’s ever been.

There are many reasons why Democrats had a poor showing in 2016, but an important reason is that they were represented by septuagenarian leaders who had been wounded, over a period of decades, by billions of dollars of negative advertising. Fair or unfair, those ads hit their mark. Hillary Clinton, Harry Reid, and Nancy Pelosi remain historically unpopular figures.

Macron’s success suggests an obvious move. When leaders are unpopular, get new ones.

Macron’s success suggests an obvious move. When leaders are unpopular, get new ones. For individuals, unpopularity can accumulate over time, but it isn’t transitive. After all, no Democratic politician in the United States (except possibly Anthony Weiner) is nearly as unpopular as Hollande. And yet Macron, whom Le Pen calls Hollande’s “baby,” and who served as Hollande’s economy minister, is well on his way to replacing his old boss. Just because voters have come to hate Pelosi doesn’t mean they’d hate Rep. Keith Ellison of Minnesota. Pelosi, in particular, has had a good run — her shepherding of Obamacare will go down as a historic accomplishment — but it’s time for her to resign.Center-left globalism, however you judge its record at improving living standards for people in the developed world, is a coherent ideology with a reasonably popular message. It has had some political superstars associated with it — Barack Obama, Tony Blair — and some political duds — Hollande, Al Gore, Gordon Brown. Ironically, given globalists’ reputation for pragmatism, most globalist leaders who become unpopular are loath to take the pragmatic step of giving up office in the service of their ideology.

This is a mistake, particularly when confronting adversaries like the Kremlin or the GOP, which has focused its electoral strategies on the politics of personal destruction. Although America’s Republicans have won the popular vote in a presidential contest only once in the past 25 years, their performance has been extraordinary when you consider that they’ve never pursued an agenda that commanded anywhere near majority support. Democrats complain about dirty tricks and unfair attacks, but instead of constantly litigating the truth before the court of popular opinion, which turns out not to be a court at all, they’d do better to hand over the scalps of the leaders Republicans have maimed and cycle through to new people with thinner track records.

Photo credit: SYLVAIN LEFEVRE/Getty Images

Emmanuel Macron Is Everything America’s Democrats Are Not

Open Letter to the prime minister of Greece

0
 REUTERS/Alkis Konstantinidis

APRIL 25TH, 2017 CHRISTOS PANAYIOTIDES CM REGULAR COLUMNIST

Greek Prime Minister Alexis Tsipras

Οn April 23, 2017, the Cyprus daily Phileleftheros reported that Greek foreign minister Nicos Kotzias has sent a ‘complaint-letter’ to UN Secretary-General Antonio Guterres in which reference was made to inappropriate actions and to inappropriate behaviour on the part of his special adviser, Espen Barth Eide.

The newspaper then stated that, “according to its sources”, the letter underlined the fact that the named official of the United Nations is promoting Turkish demands and, in particular, the demand that Turkish citizens in Cyprus should enjoy the four freedoms that apply throughout the European Union. The newspaper further added that Kotzias described Eide as a “lobbyist of Turkey” and complained to the UN secretary-general that Eide is acting as an adviser to Turkey and is promoting Turkey’s positions within the United Nations. In fact, the paper clarified that Kotzias was indirectly suggesting that Eide may not have acted on his own but on instructions from the UN secretary-general. The newspaper ended its report by spelling out that Eide, “in collaboration with the bureaucracy in Brussels, the United States and Britain”, is seeking to confine the Turkish demand (in respect of “the four freedoms”) to Cyprus, so that it becomes acceptable to the remaining member states of the European Union; an approach that will inevitably isolate Cyprus from the rest of the EU.

The Phileleftheros report concluded “that these activities of Mr Eide are known to Nicosia but, nevertheless, the Cyprus government publicly supports the UN official, as evidenced by the fact that President Anastassiades has stated, very recently, that he appreciates the work carried out by the UN official whom he supports”.

Mr Prime Minister

Phileleftheros (which happens to be the newspaper with the largest circulation in Cyprus) has raised extremely serious questions, which have given rise to enormous concerns amongst the Greek Cypriots. In particular:

1 The allegations of the Greek foreign minister are very serious and if confirmed place the Greek Cypriots, for the umpteenth time, in the lion’s den. Kotzias is, in no uncertain terms, presented as saying that the United Nations, the European Union, the United States and Britain are plotting with Turkey at the expense of Cyprus. If this is the case, why has your minister failed to brief you on this issue and to propose, in consultation with the president of Cyprus, practical steps that could be taken to mitigate the problem? If he has done so, have you considered the need to inform all Greeks in a documented and clear-headed manner that we are in a tight corner? What purpose does the dispatching of a letter (to those who the letter suggests are the perpetrators of this underground plotting against Cyprus) serve?

2.The specific issue, which appears to be the basis of the accusations levied by Kotzias, are “the four freedoms”. It is obviously inconceivable to grant “the four freedoms” to the 80 million citizens of Turkey. In contrast, granting these rights to a limited number of settlers who within the framework of an agreement will be allowed to stay in Cyprus is both logical and fair. Can you please reliably advise us what the Turkish side is demanding in this respect so that we can form our own opinion on the subject?

3.From the publication of the Cypriot newspaper, it transpires that there is a clear disagreement between your minister and the government of Cyprus. Because the issue is of the utmost national importance, I consider it my duty to mention the fact that rumours are circulating in Cyprus that your minister is serving alien interests, which aim at undermining the prospects of re-uniting Cyprus and at supporting the completion of the turkification of the occupied part of the island. I hold the view that you have an obligation to pacify our concerns and to assure us that you have satisfied yourself, beyond any reasonable doubt, that these are malicious rumours, which do not contain any element of truth.

If you are not in a position to provide the Greek Cypriots with the required assurances, then you must forthwith ask your minister to resign. In any case, you need to ensure that your minister understands the realities of the Cyprus problem, namely that the situation is developing into a national tragedy for which Greece carries enormous responsibilities. The room for errors and improvisations has been exhausted.

Yours very truly,

Christos P Panayiotides, Retired Certified Public Accountant

Christos Panayiotides is a regular columnist writing in the Cyprus Mail and Alithia

http://cyprus-mail.com/2017/04/25/open-letter-prime-minister-greece/