Αρχική Blog Σελίδα 2941

Η απελευθέρωση της Μοσούλης και ο αναδυόμενος ρόλος του Ιράν

0

του Μάρκου Τρούλη.

Αναμφισβήτητα, η απελευθέρωση της Μοσούλης αποτέλεσε ένα κομβικό σημείο στον πόλεμο εναντίον του Ισλαμικού Κράτους, καθώς πρόκειται για τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη του Ιράκ με ισχυρό συμβολισμό και γεωπολιτική αξία. Το Ισλαμικό Κράτος άφησε πίσω του 30.000 νεκρούς, ενώ 600.000 άνθρωποι (περίπου το ⅓ του πληθυσμού) αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πόλη. Άφησε, επίσης, τεράστιες υλικές καταστροφές πίσω του, και αυτό αποτελεί ζήτημα προς μελέτη αναφορικά με την υποθήκευση του μέλλοντος του κράτους του Ιράκ.

Τα παραπάνω συνιστούν μια ενδεικτική εικόνα του τι επικρατεί στη Μέση Ανατολή. Οι συνέπειες της δράσης των τρομοκρατών, άλλωστε, είναι πολλαπλασιαστικές αν ρίξουμε μια ματιά στην ευρύτερη γεωγραφική ζώνη της Μέσης Ανατολής.

Επί της παρούσης, στέκομαι στην αποδυνάμωση του Ιράκ εξαιτίας των εν λόγω καταστροφών, και στο βαθμό που η εν λόγω εξέλιξη συνιστά «παράθυρο ευκαιρίας» για το Ιράν.

Ο ιρανικός επεμβατισμός συνθέτει μια πραγματικότητα όπως αυτή προέκυψε μετά την αποχώρηση των αμερικανικών δυνάμεων από το Ιράκ. Οι ΗΠΑ φρόντισαν να κάνουν την αρχή κατά την εισβολή του 2003 και την επεμβατική πολιτική της δεκαετίας του 1990 δημιουργώντας τελικά ένα κενό ισχύος, το οποίο έχει σπεύσει να εκμεταλλευτεί η Τεχεράνη. Η ιρακινή ισχύς κατέρρευσε προς τέρψη του εξ Ανατολών σιιτικού καθεστώτος. Η οριστική αποδυνάμωση και αντίστοιχη υποθήκευση της ανεξαρτησίας της Βαγδάτης επήλθε μέσω της δράσης του Ισλαμικού Κράτους, και η εικόνα στην απελευθερωμένη Μοσούλη αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα.

Το Ιράν φρόντισε να παράσχει στρατιωτική βοήθεια στην επίσημη ιρακινή κυβέρνηση για την καταπολέμηση του Ισλαμικού Κράτους, ενώ πληροφορίες μιλούν και για αμεσότερη εμπλοκή του διαμέσου της αποστολής παραστρατιωτικών ομάδων. Τελικός στόχος ήταν (και είναι) η κατατριβή, ήτοι αφενός η περαιτέρω απίσχναση των συντελεστών ισχύος του Ιράκ έτσι ώστε να αυξηθεί η εξάρτησή του από το Ιράν, και αφετέρου η –αργή προκειμένου να φανούν τα αποτελέσματα της κατατριβής– εξουδετέρωση των σουνιτικών ισλαμιστικών ομάδων.

Σήμερα, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ των διεθνών ΜΜΕ, η Τεχεράνη κυριαρχεί εμπορικά στο Ιράκ με τα προϊόντα στα ράφια των μαγαζιών να είναι κυρίως ιρανικά, τα προγράμματα στην τηλεόρν ίδια πετρέλαιο. Παράλληλα, το Ιράν έχει καταφέρει να αποκτήσει έναν σημαντικό διάδρομο προς τη Μεσόγειο, και πιο συγκεκριμένα προς τη Συρία του Άσαντ. Η ιρανοσυριακή διασύνδεση συνιστά το μέγιστο διακύβευμα και για τα δύο μέρη, καθώς η μεν επιβίωση της Συρίας εξαρτάται από την ιρανική βοήθεια, ο δε διευρυμένος γεωπολιτικός ρόλος του Ιράν δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς παρουσία στη Συρία και προστασία του εκεί σιιτικού πληθυσμού.

Οι παρενέργειες όλων αυτών των εξελίξεων συμπυκνώνονται στο αυξανόμενο δίλημμα ασφαλείας του Ισραήλ.

Συνέχεια στο Pontos- News.

 

Η μακρά χρεοκοπία της μεταπολίτευσης

1

Των Δημήτρη Α. Ιωάννου και Χρήστου Α. Ιωάννου

 Η φετινή 43η επέτειος της μεταπολίτευσης είναι η 8η η οποία “γιορτάστηκε” σε καθεστώς ελεγχόμενης χρεοκοπίας. Στην πραγματικότητα, βεβαίως, η παρούσα κρίση και κατάρρευση βρίσκεται ήδη στο 10ο έτος της και οφείλεται σε κάτι περισσότερο από συγκυριακές και εξωγενείς αιτίες. Είναι η αναπόφευκτη κορύφωση μίας ιστορικής πορείας γεμάτης λάθη και αντινομίες, την οποία ακολούθησε η ελληνική κοινωνία σε όλη την μεταπολεμική περίοδο. Μίας πορείας για την οποία την ευθύνη έχουν όλοι οι Έλληνες πολίτες -και μόνον αυτοί. Η προσπάθεια να καταδειχθούν ως υπεύθυνοι για τη συλλογική ιστορική μας αποτυχία, εξωγενείς παράγοντες, είναι ανέντιμη και παραπειστική. Δεν εκφράζει τίποτε άλλο παρά την επιθυμία κάποιων να αποκρύψουν το μερίδιο της ενοχής τους, για όσα συνέβησαν, και να αρνηθούν το μερίδιο της ευθύνης που σήμερα τους αναλογεί και που θα όφειλαν να αναλάβουν για να συμμετάσχουν στην προσπάθεια ανάταξης του έθνους.

Στην πρώτη περίοδο μετά τον εμφύλιο, το καθεστώς των νικητών, πολύ γρήγορα, οικοδόμησε επί των ερειπίων της πολεμικής δεκαετίας μία κοινωνία αντιδημοκρατική, εκμεταλλευτική και άδικη. Στις προνομιούχες θέσεις της βρισκόταν μία κοινωνική μειοψηφία, που με σχεδόν βίαιο τρόπο αποσπούσε και καρπωνόταν το προϊόν της εργασίας της πλειοψηφίας του πληθυσμού. Στην γλώσσα της σύγχρονης κοινωνικής και οικονομικής θεωρίας, το καθεστώς μέσα στο οποίο έζησε η Ελλάδα στην περίοδο 1949-1974, ήταν ένα καθεστώς “απομύζησης” (extractive). Η βία και η καταστολή των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών δεν ήταν μόνο συνέπεια των “παθών του Εμφυλίου”, όπως συχνά λέγεται. Ήταν επίσης, και κυρίως, ο πολιτικός μηχανισμός εμπέδωσης των διαδικασιών μέσω των οποίων οι κοινωνικές ομάδες οι οποίες συναπάρτιζαν τον συνασπισμό της εξουσίας, διατηρούσαν την λεόντεια, ηγεμονική τους θέση στην κατανομή του ισχνού, πλεονάσματος που δημιουργούσε η ελληνική οικονομία της εποχής. Η κατάσταση αυτή, παρά την σταδιακή βελτίωση του βιοτικού επιπέδου ζωής, λόγω της δυναμικής οικονομικής ανάπτυξης, (η οποία σε πολύ μεγάλο βαθμό ήταν συνέπεια του πολύ χαμηλού σημείου εκκίνησης), ήταν μοιραίο να τροφοδοτεί κοινωνικές εντάσεις και πολιτική αστάθεια που κατέληξαν στην επιβολή της δικτατορίας.

Η μεταπολίτευση του 1974 υπήρξε προϊόν συμπυκνωμένων ανισορροπιών και ασυμμετριών μεταξύ του πολιτικού συστήματος και της κοινωνικής πραγματικότητας που είχε διαμορφωθεί μετά από μία εικοσαετία οικονομικής μεγέθυνσης, τροφοδοτημένης από διάφορες πηγές εν μέσω μίας σειράς ευτυχών για την εθνική οικονομία, συγκυριών. Δυστυχώς, όμως η ελληνική κοινωνία δεν είχε την πνευματική διαύγεια και την αυτοσυνείδηση που απαιτούνταν για να διαχειριστεί προς όφελός της και κατά τρόπο αποτελεσματικό τις δυνατότητες που της προσέφερε η έλευση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Πράγματι η περίοδος της μεταπολίτευσης ήταν μία λαμπρή ευκαιρία να μετασχηματιστούν ομαλά οι κοινωνικο-οικονομικές λειτουργίες της χώρας, από το ξεπερασμένο και καταρρεύσαν υπόδειγμα της “απομύζησης”, σε ένα νέο σύγχρονο υπόδειγμα κοινωνικής δημοκρατίας και “περιεκτικής” (inclusive) δυναμικής οικονομίας, προς όφελος όλων των πολιτών και όλων των κοινωνικών κατηγοριών. Δεν συνέβη, όμως, κάτι τέτοιο, και αυτό είναι ευθύνη όλων των πολιτικών σχηματισμών και όλων των κοινωνικών δυνάμεων της χώρας.

Εκείνο το οποίο θα έπρεπε να κάνει η μεταπολιτευτική Ελλάδα θα ήταν να οικοδομήσει ένα καθεστώς κοινωνικής ισονομίας μέσω της εξάλειψης των προνομίων των μειοψηφιών που είχαν κληρονομηθεί από την ανώμαλη μετεμφυλιακή εποχή. Θα έπρεπε να καταργηθεί κάθε είδος προσόδου που οι “νικητές” του Εμφυλίου είχαν αποδώσει στον εαυτό τους ως έπαθλο της επικράτησής τους. Και όχι μόνον αυτό! Η ίδια η έννοια της προσόδου, δηλαδή της πρόσκτησης εισοδήματος που δεν αντιστοιχεί σε αντίστοιχη παραγωγική προσπάθεια θα έπρεπε να είχε καταγγελθεί και να είχε καταστεί στην κοινή συνείδηση συνώνυμο της υπέρτατης ηθικής απαξίας! Κάτι τέτοιο, όμως, ήταν πολύ ξένο για τον βαθύ αξιακό πυρήνα της ελληνικής κοινωνίας, έτσι όπως αυτός είχε διαμορφωθεί μέσα σε μία μακρά κοινωνικο-ιστορική πορεία.

Συνέβη, λοιπόν, το ακριβώς αντίθετο εκείνου που θα έπρεπε να είχε συμβεί. Η μεταπολιτευτική Ελλάδα, (στο σύνολό της και όχι απλά κάποιες μεμονωμένες πολιτικές δυνάμεις), όχι μόνο δεν απέρριψε τις αξίες και την κοσμοαντίληψη που είχαν δια της βίας επικρατήσει ως πολιτικός κανόνας στην μετεμφυλιακή περίοδο, αλλά τις ενστερνίσθηκε ολοκληρωτικά. Με μία μικρή διαφορά, βεβαίως: θεώρησε ότι η οικονομική δημοκρατία και η κοινωνική δικαιοσύνη ισοδυναμούν με την σταδιακή παραχώρηση στο σύνολο του κοινωνικού σώματος εκείνων των προνομίων που προηγουμένως απολάμβαναν μόνο οι ολίγοι επικυρίαρχοι του μετεμφυλιακού κράτους. Έτσι, στον ελληνικό χώρο δημιουργήθηκε ένα κοινωνικό υβρίδιο τερατογένεσης: μία κοινωνία η οποία ενώ δήλωνε ότι φιλοδοξούσε να είναι κοινωνικά δίκαιη και περιεκτική (inclusive), το έκανε αυτό χρησιμοποιώντας τα “υλικά” του καταπιεστικού και εκμεταλλευτικού μετεμφυλιακού καθεστώτος, δηλαδή το έκανε με την όλο και αυξανόμενη διανομή προνομίων και προσόδων που δεν αντιστοιχούσαν σε παραγωγικό έργο. Η χώρα, έτσι, μετατράπηκε σε κάτι που μοιάζει με μία ρωμαϊκή γαλέρα στην οποία αφού οι σκλάβοι-κωπηλάτες επαναστάτησαν και πέταξαν τους Ρωμαίους αξιωματικούς στην θάλασσα κάθονται τώρα όλοι μαζί στην γέφυρα και απολαμβάνουν τα προνόμιά τους, χωρίς κανείς να κωπηλατεί, διότι δεν είναι πλέον σκλάβοι. Μόνο που η γαλέρα πολύ σύντομα, και τελείως φυσιολογικά, ξυλάρμενη, θα βρεθεί, (βρέθηκε), επάνω στα βράχια.

Η νέα ασυμμετρία που δημιουργήθηκε στην μεταδιδακτορική Ελλάδα, δεν ήταν μακροχρόνια βιώσιμη, σε αντίθεση με εκείνην της προδικτατορικής περιόδου: εκείνη, έστω και αν τροφοδοτούνταν από ένα πολύ περιορισμένο σε όγκο οικονομικό πλεόνασμα, αφορούσε μία μικρή κοινωνική μειοψηφία. ¨Ήταν ένα σύστημα που απαιτούσε πολιτική βία και καταπίεση για να συντηρηθεί και να αναπαραχθεί, αλλά οικονομικά ήταν βιώσιμο. Αντίθετα, το σύστημα που δημιουργήθηκε στην μεταπολιτευτική Ελλάδα, ήταν παράλογο και καταδικασμένο στην καταστροφή: αφορούσε πάνδημα προνόμια που δεν είχαν κανένα παραγωγικό αντίκρισμα και την παραμικρή υποστήριξη από την πραγματική ελληνική οικονομία. Ήταν ένα σύστημα που ορθώθηκε επάνω στην παράλογη και αυτοκτονική για μία κοινωνία πεποίθηση πως ή διανομή προσόδων από το κράτος σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες, πρέπει να αποτελεί το κύριο αντικείμενο της πολιτικής πρακτικής. Έτσι η χώρα γέμισε από νεαρούς συνταξιούχους, από άεργους στις ΔΕΚΟ και στο Δημόσιο, από επιδοτήσεις σε βοσκούς χωρίς ένα πρόβατο και από δαψιλώς δανειοδοτούμενους επιχειρηματίες χωρίς επιχειρήσεις αλλά με μόνιμο τραπέζι στις μεγάλες πίστες. Και επειδή αυτά το είδος οικονομικής δραστηριότητας δεν είναι συμβατό με την υγιή -παραγωγική- οικονομική ανάπτυξη, διότι αφαιρεί από αυτήν, μεν, τους δυνητικούς πόρους που θα έπρεπε να διαθέτει προς επένδυση, από τους ανθρώπους, δε, τα κίνητρα για να δραστηριοποιηθούν στην παραγωγή, η Ελλάδα έγινε μία χώρα που, (όπως με έκπληξη διαπίστωσε το ΔΝΤ), τα τελευταία 40 χρόνια, υπερδιπλασίασε μεν το εισόδημά της και πολλαπλασίασε την καταναλωτική της δυνατότητα, αλλά η μέση ετήσια αύξηση της πραγματικής παραγωγικότητας της οικονομίας της ήταν 0,1%-ίσως η χαμηλότερη του κόσμου.

Η κρίση, λοιπόν, που ζούμε σήμερα, δυστυχώς, δεν είναι μία αποκλειστικά οικονομική κρίση. Την οικονομική κρίση οι κοινωνίες μπορούν, αργά ή γρήγορα, να την ξεπεράσουν και να εισέλθουν ξανά στην ατραπό της ανάπτυξης. Εδώ πρόκειται για μία βαθιά κρίση υπαρξιακού εθνικού προσανατολισμού που είναι πολύ πιο δύσκολο να ξεπερασθεί. Γιατί το πρώτο χαρακτηριστικό της, (σε συνδυασμό, μάλιστα και με την δημογραφική κάμψη), είναι ο ανθρωπολογικός εκφυλισμός της χώρας. Τελείως φυσιολογικός βεβαίως όταν δύο γενεές, τουλάχιστον, έχουν μεγαλώσει και έχουν κοινωνικοποιηθεί μαθαίνοντας ότι στόχος του πολίτη είναι να “αγωνίζεται” για να αποκτήσει προσόδους. Δηλαδή δυο γενεές Ελλήνων έμαθαν ότι σκοπός της ζωής τους είναι να πετύχουν να τους αντιμετωπίζει το Κράτος ως αναξιοπαθούντες, μιάς και στον σύγχρονο κόσμο μόνο οι αναξιοπαθούντες αμείβονται χωρίς να προσφέρουν. Κατόπιν αυτού ο συλλογικός εκφυλισμός είναι έκδηλος και ορατός σε κάθε κοινωνική εκδήλωση των πολιτών: στο πως συμπεριφέρονται στους δημόσιους χώρους, στο τι πιστεύουν, στο ποιο είναι το επίπεδο της κοινωνικής τους συνείδησης, στο πως αναζητούν τον επόμενο ηγέτη που θα τους βγάλει από τις δυσκολίες και θα τους οδηγήσει στην γη της επαγγελίας.

Το δεύτερον νοσηρό φαινόμενο, που πονάει ακόμη περισσότερο, είναι το ότι στην χώρα δεν υπάρχει αυθεντική Δημοκρατία. Βεβαίως η μεταπολίτευση επανέφερε ένα καθεστώς κοινοβουλευτικών και δημοκρατικών ελευθεριών, που πρέπει να περιφρουρήσουμε ως κόρη οφθαλμού-με αδιάλειπτο αγώνα εναντίον εκείνων που το επιβουλεύονται και το απειλούν, προερχόμενοι και από τα δύο άκρα. Αυτό όμως, παρ’ ό,τι απαραίτητο, είναι μόνο το κέλυφος της Δημοκρατίας, η ουσία της οποίας συνίσταται στο ότι αποτελεί ένα πολίτευμα που πρέπει να συγκροτείται από πολίτες οι οποίοι είναι σε θέση να ορίζουν την μοίρα τους διότι απολαμβάνουν ισοδυναμία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. (Και οι καλύτεροι πολίτες, μάλιστα, είναι εκείνοι που αισθάνονται ότι οι υποχρεώσεις τους βαρύνουν περισσότερο από τα δικαιώματά τους). Πλην όμως, ο ανθρωπολογικός τύπος του Έλληνα που δημιούργησε η μεταπολίτευση είναι εκείνος που αναγνωρίζει στον εαυτό του μόνο δικαιώματα, και ουδεμία υποχρέωση. Οι υποχρεώσεις, κατά την άποψή του, αφορούν άλλους, τρίτους, τους οποίους και δαιμονοποιεί συστηματικά, διότι συνήθως, θεωρεί, ότι δεν ανταποκρίνονται στα όσα όφειλαν να του έχουν προσφέρει. Τέτοιοι μπορεί να είναι από τους πολιτικούς που τον “ξεγέλασαν” (κάνοντάς του, βέβαια, όλα τα χατήρια), έως τον Σόιμπλε και την Μέρκελ, που “συνωμότησαν” (για να μην χρηματοδοτούν την αεργία του). Οι πολιτικές, ιδεολογικές και φιλοσοφικές πεποιθήσεις που κυριάρχησαν στην μεταπολίτευση είναι η επιτομή της υπαρξιακής και πολιτικής ετερονομίας μίας Πολιτείας. Μία Δημοκρατία, αλλά και ένα έθνος δεν μπορούν να μακροημερεύσουν με τέτοιο σαθρό αξιακό υπόβαθρο. Η αλλαγή του, το συντομότερο δυνατόν, είναι όρος επιβίωσης του έθνους.

Οι αφελείς, που εκείνο το απόγευμα της 24ης Ιουλίου 1974 ένιωσαν ελπίδες για ένα λαμπρό μέλλον που ανοιγόταν μπροστά τους, σήμερα όμως ανασκοπούν τον κοινωνικο-πολιτικό χρόνο που παρήλθε έκτοτε με πένθιμη διάθεση, έχουν -παρά την αφέλειά τους- ένα καθήκον. Ιδιαίτερα, μάλιστα, αν θεωρούν ότι το πραγματικό πνεύμα της μεταπολίτευσης ήταν εκείνη η αίσθηση ανάτασης και ευδαιμονίας, που στην συνέχεια χάθηκε μέσα στην μικροπολιτική των συμφερόντων και στην ετερονομία της καθημερινής μικρόνοιας. Έχουν το καθήκον, υπηρετώντας αυτό το πνεύμα, στην πεζή σημερινή ελληνική πραγματικότητα, να συνασπισθούν με τους νέους που δεν έζησαν εκείνες τις στιγμές αλλά επιθυμούν μία αξιοπρεπή και όχι επαιτούσα πατρίδα, και να αγωνισθούν, όπως μπορεί ο καθένας, εναντίον του ανθρωπολογικού εκφυλισμού της χώρας και εναντίον της έκπτωσης της Δημοκρατίας σε οχλοκρατία. Πράγμα που μπορεί να γίνει αν ο κάθε Έλληνας πολίτης θεωρεί καθήκον του να συγκρούεται, όπου και αν τα συναντάει, δεξιά ή αριστερά, με το ψέμα, την προσοδοθηρία, τον παρασιτισμό, την αναξιοπρέπεια και την δεισιδαιμονία. Διότι από αυτά τα πέντε δεινά συντίθεται ουσιαστικά η μάστιγα που έπληξε την χώρα, πρώτα μεταπολεμικά και στην συνέχεια μεταπολιτευτικά, και την οδηγεί στον εκφυλισμό και στην παρακμή.

* Οι κ.κ. Δημήτρης Α. Ιωάννου και Χρήστος Α. Ιωάννου είναι Οικονομολόγοι

capital.gr

ΚΥΠΡΟΣ: η Αϊσέ δεν πάει διακοπές φέτος   

0

 

Του Νίκου Ιγγλέση   http://greekattack.wordpress.com

Όσοι αναγνώστες αναρωτηθούν για τον  τίτλο του άρθρου αυτού, τους θυμίζουμε

ότι το σύνθημα για την έναρξη της τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, την 20η Ιουλίου

1974, ήταν: «Η Αϊσέ μπορεί να πάει διακοπές».

Πέρασαν 43 χρόνια από εκείνη την αποφράδα μέρα και ο εχθρός δεν έχει καταφέρει ακόμη να αλώσει το «οχυρό» που λέγεται Κυπριακή Δημοκρατία. Η τελευταία «πολιορκία» που άρχισε πριν περίπου τρία χρόνια, το 2014, με το κοινό ανακοινωθέν  Αναστασιάδη – Έρογλου, τερματίστηκε στο Κραν-Μοντάνα της Ελβετίας στις 7 Ιουλίου 2017. Μαζί με τα τουρκικά «στρατά» αποσύρθηκαν, προσώρας, και οι «πολιορκητικές μηχανές» που ακούν στα ονόματα: Έσπεν Μπαρθ Άϊντε, ειδικός σύμβουλος του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών, βρετανικός παράγοντας, Ζαν-Κλωντ Γιουνγκέρ, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Φεντερίκα Μογκερίνι, ύπατη εκπρόσωπος εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής της ΕΕ, καθώς και πολλοί άλλοι «ταλιμπάν» της παγκοσμιοποίησης που επιδιώκουν να μετατρέψουν την Κύπρο σ’ ένα α-εθνικό μόρφωμα.

Σε δραματικό αδιέξοδο βρίσκονται όσοι «εντός των τειχών» Ελλαδίτες και Κύπριοι αγωνίστηκαν, την τελευταία τριετία, όπως είχαν κάνει και το 2004 με το «Σχέδιο Ανάν», να πείσουν τους ελληνοκύπριους ότι πρέπει να παραδώσουν το ανεξάρτητο κράτος τους για να «επανενώσουν» την πατρίδα τους. Όλοι αυτοί, οι τουρκόφοβοι, τουρκόπληκτοι και τουρκόφιλοι, δε λένε ότι η επανένωση της Κύπρου, όπως μεθοδεύεται και προωθείται, θα την καταστήσει στο σύνολό της επαρχία της νέο-οθωμανικής Τουρκίας του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.

Οι παραχωρήσεις

Ο Νίκος Αναστασιάδης εκλέχτηκε πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κράτους διεθνώς αναγνωρισμένου, μέλους του ΟΗΕ, της ΕΕ, του Συμβουλίου της Ευρώπης και άλλων Διεθνών Οργανισμών και αμέσως μετά άρχισε να διαπραγματεύεται τη διάλυσή του και την αντικατάστασή του από μια Διζωνική-Δικοινοτική Ομοσπονδία. Σημειώνουμε ότι απ’ όλα τα κράτη, μόνο η Τουρκία δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία που τη θεωρεί «εκλιπούσα». Παράλληλα ο κ. Αναστασιάδης υποβάθμισε το αξίωμά του, από πρόεδρος της Δημοκρατίας σε εκπρόσωπο της ελληνοκυπριακής κοινότητας για να είναι πολιτικά ισοϋψής με τον εκπρόσωπο των Τούρκων (τουρκοκυπρίων και εποίκων) της Κύπρου. Ο οποιοσδήποτε διάλογος με την τουρκική κοινότητα θα έπρεπε να διεξάγεται από κάποιο ανώτατο κυβερνητικό στέλεχος ή το πολύ από κάποιον αρμόδιο υπουργό, αν ο στόχος ήταν να διατηρηθεί το διεθνές status της Κυπριακής Δημοκρατίας και να υπογραμμιστεί το νομικά παράνομο καθεστώς που έχουν εγκαθιδρύσει στη Βόρεια Κύπρο τα τουρκικά στρατεύματα.

Στην Πενταμερή Διάσκεψη του Κραν-Μοντάνα, που υποτίθεται ότι θα καθόριζε το μέλλον της Κύπρου, δεν παρίστατο ο άμεσα ενδιαφερόμενος, η Κυπριακή Δημοκρατία. Συμμετείχαν οι τρείς εγγυήτριες Δυνάμεις (Ελλάδα, Τουρκία, Βρετανία) και οι δύο κοινότητες (ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή). Καθ’ όλη την περίοδο των διαπραγματεύσεων και μέχρι τη λήξη της Διάσκεψης του Κραν-Μοντάνα ο πρόεδρος (της ελληνοκυπριακής κοινότητας;) Νίκος Αναστασιάδης είχε αποδεχτεί:

1.Τη διάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας και την αντικατάστασή της από μια Διζωνική-Δικοινοτική Ομοσπονδία αποτελούμενη από δύο συνιστώντα κρατίδια, ένα ελληνοκυπριακό και ένα τουρκοκυπριακό.

2.Την εκ περιτροπής προεδρία της Ομοσπονδίας, με δύο θητείες για έλληνα πρόεδρο και μία για τούρκο πρόεδρο.

  1. 3. Τη σταθμισμένη ψήφο με βάση εθνοτικά χαρακτηριστικά, δηλαδή, την κατάργηση της δημοκρατικής αρχής «ένας άνθρωπος, μία ψήφος» (one man, one vote), όπως συνέβαινε στη Νότιο Αφρική την εποχή του απαρχάϊντ.

4.Την πολιτική ισότητα μεταξύ της ελληνικής πλειοψηφίας (82%) και της τουρκικής μειοψηφίας (18%) στη διακυβέρνηση και τα όργανα της Ομοσπονδίας.

5.Το δικαίωμα της αρνησικυρίας – βέτο. Καμιά απόφαση δε θα μπορεί να ληφθεί στα όργανα της Ομοσπονδίας χωρίς τη σύμφωνη γνώμη τουλάχιστον ενός τούρκου εκπροσώπου.

6.Την παραμονή στην Κύπρο των εποίκων, περίπου 125.000 έναντι 95.000 τουρκοκυπρίων, με καθεστώς ευρωπαίου πολίτη ή μόνιμου μετανάστη, πέραν όσων έχουν ήδη λάβει «τουρκοκυπριακή ιθαγένεια». Σημειώνουμε ότι ο εποικισμός αποτελεί έγκλημα πολέμου, διότι συνιστά μέθοδο εθνοκάθαρσης (άρθρο 49 της Συνθήκης της Γενεύης του 1949).

7.Την περιορισμένη επιστροφή (όχι πάνω από 20%) των προσφύγων στις εστίες τους, ώστε να μη διαταραχθεί η εθνοτική πλειοψηφία στα συνιστώντα κρατίδια.

8.Τα σταθμισμένα δικαιώματα για τις περιουσίες μεταξύ των νόμιμων ιδιοκτητών και των σημερινών χρηστών που τις έχουν σφετεριστεί με την κάλυψη του τουρκικού στρατού. Οι παράνομοι χρήστες θα έχουν τον πρώτο λόγο στις περιουσίες των προσφύγων στο τουρκοκυπριακό κρατίδιο.

9.Την παραχώρηση των τεσσάρων ελευθεριών σ’ όλους τους τούρκους πολίτες ώστε να μπορούν να εγκαθίστανται στην Κύπρο, να αποκτούν περιουσία, να εργάζονται, να εμπορεύονται, να εισάγουν και να εξάγουν κεφάλαια και αγαθά σαν να ήταν κάτοικοι χώρας-μέλους της ΕΕ. Πρόκειται για έμμεση εισδοχή της Τουρκία των 79 εκατομμυρίων κατοίκων στην Ευρωπαϊκή Ένωση με θέσπιση πρωτογενούς δικαίου.

10.Τη διάλυση της κυπριακής εθνοφρουράς και τη δημιουργία ενός αφοπλισμένου κράτους που δε θα μπορεί να ασκήσει το νόμιμο δικαίωμα της άμυνας έναντι οποιασδήποτε εξωτερικής απειλής.

Οι συνέπειες

Όλα αυτά και πολλά άλλα που έγιναν αποδεκτά από την ελληνική πλευρά στο όνομα της «λύσης τώρα», οδηγούν στην εγκαθίδρυση ενός μη λειτουργικού και βιώσιμου μορφώματος το οποίο για να πάρει οποιαδήποτε σημαντική απόφαση θα πρέπει να έχει τη σύμφωνη γνώμη της Άγκυρας. Η ψήφος της νέας Ομοσπονδίας στον ΟΗΕ, την ΕΕ και άλλους Διεθνείς Οργανισμούς θα είναι σύμφωνη με τα τουρκικά συμφέροντα, διαφορετικά η Κύπρος θα είναι αναγκασμένη να απέχει. Επίσης πρέπει να σημειώσουμε ότι η Τουρκία δεν αναγνωρίζει ότι τα νησιά δικαιούνται Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ)  και άρα η Κύπρος, όπως και αυτά του Αιγαίου «κάθονται» πάνω στην υφαλοκρηπίδα της Ανατολίας. Κατά συνέπεια διεκδικεί τις θαλάσσιες περιοχές μέχρι την ΑΟΖ της Αιγύπτου. Μόνο μία ανεξάρτητη, από την τουρκική επικυριαρχία Κύπρος, με βάση τη διεθνή Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας, μπορεί να αποτελέσει τον κυματοθραύστη της νέο-οθωμανικής γεωοικονομικής επέκτασης στην Ανατολική  Μεσόγειο.

Από κάποιους αναλυτές και δημοσιογραφούντες οι παραχωρήσεις του κ. Αναστασιάδη  θεωρήθηκαν ανεπαρκείς για να επιτευχθεί η «λύση τώρα» στην οποία τόσα  είχαν επενδύσει οι ίδιοι και οι πάτρωνες τους. Μάλιστα ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της εθνομηδενιστικής ηγεσίας του «κομμουνιστικού»  ΑΚΕΛ  ζήτησε όλες αυτές οι παραχωρήσεις να κρατηθούν ως «διαπραγματευτικό κεκτημένο» για την επόμενη προσπάθεια κατάλυσης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι άνθρωποι αυτοί δεν τα παρατούν ποτέ!.

Η ελληνική κυβέρνηση, από την πλευρά της, ακολουθώντας την πάγια γραμμή των τελευταίων χρόνων, που συμμερίζεται και η – φιλοευρωπαϊκή – αντιπολίτευση, ότι δηλαδή η Κύπρος αποφασίζει και η Ελλάδα στηρίζει και συμπαρίσταται, επέδειξε ενδιαφέρον μόνο για τη διεθνή πλευρά του Κυπριακού, δηλαδή, για τα εγγυητικά και παρεμβατικά δικαιώματα που πηγάζουν από τις Συνθήκες Ζυρίχης-Λονδίνου του 1959, που εγκαθίδρυσαν την Κυπριακή Δημοκρατία. Ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς με τη σύμφωνη γνώμη του κ. Αναστασιάδη ζήτησε  την κατάργηση των εγγυητικών και παρεμβατικών δικαιωμάτων και από τις τρείς εγγυήτριες Δυνάμεις και την αποχώρηση, με βάση ένα χρονοδιάγραμμα, των τουρκικών στρατευμάτων. Επίσης πρότεινε τη δημιουργία  μιας πολυεθνικής αστυνομικής δύναμης, με τη συμμετοχή και της Τουρκίας, που θα ελέγχει την εφαρμογή της συμφωνίας. Η Τουρκία αρνήθηκε να παραιτηθεί των δικαιωμάτων που θεωρεί ότι της δίνουν οι Συμφωνίες του 1959 και έτσι η Διάσκεψη του Κραν-Μοντάνα  έληξε χωρίς αποτέλεσμα. Η Κυπριακή Δημοκρατία, ως η δεύτερη ελληνική κρατική οντότητα, σώθηκε για ακόμα μια φορά.

Η τουρκική αλαζονεία

Η προσωρινή διάσωση της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν οφείλεται σε κάποια ευφυή πολιτική στρατηγική της ελληνικής πλευράς – αν υπήρχε δε θα είχαμε φτάσει ούτε στο Μον-Πελεράν ούτε στο Κραν-Μοντάνα – αλλά στην αλαζονεία, την πλεονεξία και την πολιτική «μυωπία»  της ηγεσίας των νέο-Οθομανών της Άγκυρας. Ο Νίκος Αναστασιάδης, ως εκπρόσωπος της ελληνοκυπριακής κοινότητας, έδωσε όλες τις παραμέτρους που θα καθιστούσαν την Τουρκία όχι μόνο νόμιμη κυρίαρχο της κατεχόμενης ζώνης στο Βορρά, αλλά και επικυρίαρχη σ’ όλη την εδαφική έκταση της Κύπρου  νομιμοποιώντας παράλληλα, με ελληνική υπογραφή, τα αποτελέσματα της παράνομης εισβολής και κατοχής. Χαρακτηριστικό της ανυπαρξίας οποιασδήποτε «κόκκινης γραμμής» κατά τις διαπραγματεύσεις είναι ότι ο υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου Ιωάννης Κασουλίδης μετά τη λήξη της Διάσκεψης του Κραν-Μοντάνα επανέλαβε (12-7-17) παλιότερη δήλωσή του ότι: «Μηδέν τουρκικός στρατός και μηδέν τουρκικές εγγυήσεις δεν είναι θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς αλλά τουρκική   προπαγάνδα». Αυτός ο άνθρωπος που «εκφράζει» την κυπριακή διπλωματία παραμένει ακόμη στη θέση του.

Από την πλευρά της η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε να αποφύγει τις «κακοτοπιές» και να μην εμπλακεί με την εσωτερική πτυχή του κυπριακού προβλήματος. Πρόκειται για μέγα λάθος. Πρώτον γιατί η Ελλάδα είναι εγγυήτρια χώρα όχι μόνο της ανεξαρτησίας αλλά και του συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Την κατάλυση της συνταγματικής τάξης, με το πραξικόπημα του 1974, επικαλέστηκε η Τουρκία για να εισβάλλει στην Κύπρο. Δεύτερον γιατί η Ελλάδα, ως εθνικό κέντρο, δεν μπορεί απλά να ακολουθεί, να στηρίζει, να συμπαραστέκεται και να συμπορεύεται, αλλά πρέπει να ηγείται, να καθοδηγεί και να δίνει στρατηγικό όραμα σ’ όλο τον Ελληνισμό, διαφορετικά δεν είναι εθνικό κέντρο, είναι δορυφόρος. Τρίτον και σημαντικότερο γιατί η επίτευξη, μέσω της εσωτερικής πτυχής, του γεωπολιτικού ελέγχου ολόκληρης της Κύπρου από την Άγκυρα μεταβάλλει  δραματικά τους συντελεστές ισχύος μεταξύ  Ελλάδας  και Τουρκίας.

Ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς επικέντρωσε την πολιτική του στην κατάργηση των εγγυητικών και παρεμβατικών δικαιωμάτων καθώς και στην αποχώρηση των στρατευμάτων κατοχής προκειμένου, όπως είπε, η Διζωνική – Δικοινοτική Ομοσπονδία να γίνει ένα «κανονικό» κράτος. Μόνο που «κανονικό» κράτος  με εναλλαγή του προέδρου του βάσει εθνοτικών κριτηρίων, με σταθμισμένη ψήφο, με βέτο της μειοψηφίας και χωρίς δυνατότητα άμυνας δεν υπάρχει. Η Τουρκία θα μπορούσε να παραιτηθεί από τα δικαιώματα των Συμφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου  και αυτό δε θα την εμπόδιζε να παρέμβει μελλοντικά στην αφοπλισμένη Κύπρο, με αφορμή την προστασία της τουρκικής μειονότητας ή την προάσπιση ζωτικών στρατηγικών συμφερόντων της. Σήμερα η Τουρκία, χωρίς να έχει βάσει κάποιας Συνθήκης  εγγυητικά – επεμβατικά δικαιώματα, έχει εισβάλλει στο Ιράκ και τη Συρία. Όλα, στις διακρατικές σχέσεις, είναι θέμα συσχετισμού ισχύος.

Από την ανάλυση που προηγήθηκε συνάγεται το συμπέρασμα ότι πιο σημαντικό από τις εγγυήσεις και τα επεμβατικά δικαιώματα είναι η πολιτική ανεξαρτησία ή όχι του κράτους επί του οποίου αυτά μπορούν να ασκηθούν. Αν υπάρξει τουρκική εισβολή στη σχεδιαζόμενη  Διζωνική – Δικοινοτική  Ομοσπονδία, η τελευταία δε θα μπορεί να την καταγγείλει στον ΟΗΕ και σ’ άλλους Διεθνείς Οργανισμούς ούτε να ζητήσει τη βοήθεια άλλων κρατών, της Ελλάδας συμπεριλαμβανομένης. Σε περίπτωση επέμβασης στο έδαφος ή στην ΑΟΖ της, η κυβέρνηση της ομοσπονδιακής Κύπρου δε θα μπορεί να αποφασίσει, λόγω του βέτο, αν θα πρόκειται για εχθρική ή φιλική ενέργεια της Τουρκίας. Τόσο απλά είναι τα πράγματα. Αν η Κύπρος επιβίωσε, έστω και ακρωτηριασμένη, μετά την εισβολή του 1974 αυτό οφείλεται στην ύπαρξη μιας διεθνώς αναγνωρισμένης ελληνοκυπριακής κυβέρνησης στη Λευκωσία.

Νέα Στρατηγική

Ο Ελληνισμός οφείλει να γνωρίζει ότι οι «πολιορκητές» της Κυπριακής Δημοκρατίας, αργά ή γρήγορα, θα επανέλθουν. Τώρα υπάρχει ένα «παράθυρο ευκαιρίας» για να οργανωθεί η ελληνική άμυνα στη βάση μιας νέας στρατηγικής. Οι πολιτικοί σε Ελλάδα και Κύπρο πρέπει άμεσα να σταματήσουν να «μηρυκάζουν»  το αφήγημα της Διζωνικής – Δικοινοτικής Ομοσπονδίας που εξυπηρετεί τα γεωπολιτικά συμφέροντα της Τουρκίας  και αναβαθμίζει  την κατεχόμενη ζώνη σε κρατικό μόρφωμα. Ήδη έχει γίνει μεγάλη πολιτική και διπλωματική ζημιά και θα χρειαστεί πολύς κόπος και προσπάθεια για να αντιστραφούν τα πράγματα.

Το Κυπριακό δεν είναι διακοινοτική διαφορά, μεταξύ ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων, αλλά πρόβλημα εισβολής και κατοχής κυπριακού εδάφους από μια άλλη χώρα, την Τουρκία. Οι οποιεσδήποτε συνομιλίες σε διμερές ή διεθνές επίπεδο πρέπει να γίνονται μόνο με τον εισβολέα, προκειμένου αυτός να αποσύρει τα στρατεύματά του και να συμμορφωθεί με τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών. Παράλληλα θα πρέπει να γίνονται όλες οι πολιτικο-διπλωματικές κινήσεις, ιδιαίτερα σε σχέση με την ΕΕ, που θα αυξάνουν το κόστος της Τουρκίας από την παραμονή των στρατευμάτων της στην Κύπρο.

Οι οπαδοί της «λύσης τώρα»  θα αντιτάξουν ότι με μια τέτοια στρατηγική το Κυπριακό δε θα λυθεί ποτέ γιατί η Τουρκία δεν πρόκειται να υποχωρήσει από τα σημερινά κεκτημένα της ούτε να απεμπολήσει τις αξιώσεις της. Σύμφωνα με τη λογική τους πρέπει να είμαστε ευέλικτοι και να υποχωρούμε, μόνο που κάποια στιγμή αυτό που θα συμβεί δε θα είναι η λύση αλλά η ολοκληρωτική παράδοση. Πρέπει να τονίσουμε ότι η σημερινή κατάσταση δεν ικανοποιεί κανέναν αλλά είναι προτιμότερη από μια κακή – τουρκική λύση. Μπορεί να μη θέλουμε ο κατοχικός στρατός να ελέγχει το 36,2% του κυπριακού εδάφους αλλά πολύ περισσότερο δε θέλουμε η Τουρκία να θέσει υπό τον γεωπολιτικό έλεγχό της το 100% της Κύπρου. Μήπως αυτό θέλουν οι  οπαδοί της «λύσης τώρα»;

Η νέο-οθωμανική Τουρκία φιλοδοξεί  να καταστεί ηγεμονική-περιφερειακή δύναμη στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, γι’ αυτό, αργά ή γρήγορα, θα έρθει σε σύγκρουση  με όλες ή ορισμένες από τις μεγάλες δυνάμεις καθώς και με άλλες κρατικές οντότητες της ευρύτερης περιοχής όπως το Ισραήλ, η Αίγυπτος και το Ιράν.  Ουδείς απ’ όλους αυτούς επιθυμεί τη γεωπολιτική γιγάντωση της σουνιτικής Τουρκίας. Τότε θα είναι η ιστορική ευκαιρία για τον Ελληνισμό να ανατρέψει το σημερινό συσχετισμό ισχύος και γι’ αυτό πρέπει να προετοιμαζόμαστε από τώρα. Πρέπει να έχουμε υπομονή και ποτέ να μη βάζουμε την υπογραφή μας για να νομιμοποιήσουμε τα  τετελεσμένα του εχθρού. Η Αϊσέ δεν πρέπει να πάει διακοπές ποτέ ξανά!

Πόσο κοντά βρισκόμαστε στον ολοκληρωτισμό; Το ερώτημα είναι ποιος κυβερνά τις Ηνωμένες Πολιτείες…

0

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

File Photo: US President Donald J. Trump (2-R) and First Lady Melania Trump (2-L) walk out of the South Portico behind a US Marine, before the arrival of President of South Korea Moon Jae-in and his wife Kim Jeong-suk at the White House in Washington, DC, USA, 29 June 2017. EPA, MICHAEL REYNOLDS JULY 27, 2017

«Υπήρχαν πάντα δύο CIA. Η κανονική, που αναλύει την πραγματικότητα για να ενημερώσει την ηγεσία των ΗΠΑ και η … άλλη, που φτιάχνει την πραγματικότητα που χρειάζεται για να δικαιολογηθεί μια πολιτική».

Ο άνθρωπος που μας τα λέει αυτά δεν είναι τυχαίος. Πρώην ανώτερος αναλυτής της CIA, ο Ray McGovern ήταν ο άνθρωπος που ενημέρωνε πέντε διαδοχικούς Αμερικανούς Προέδρους για αυτά που έπρεπε να γνωρίζουν για το τι έκανε και τι σχεδίαζε η Μόσχα.

Οι ΗΠΑ είναι μια παγκόσμια υπερδύναμη, με τη δυνατότητα να καταστρέψει τον πλανήτη σε μερικές ώρες. Το ποιος ελέγχει πραγματικά το κράτος αυτό, το πως και από ποιόν παίρνονται για παράδειγμα αποφάσεις όπως η επίθεση κατά της Συρίας του Άσαντ ή οι απειλές πολέμου κατά της Βορείου Κορέας τον περασμένο Απρίλιο, είναι ένα θέμα ζωτικής, παγκόσμιας σημασίας. Πολύ περισσότερο σε μια εξαιρετικά χαοτική διεθνή κατάσταση, όπου τίποτα δεν μοιάζει σταθερό, όπου έντονες φήμες κάνουν λόγο για πιθανό νέο πόλεμο στον Λίβανο, ενώ δεν μπορεί να αποκλεισθεί νέο πραξικόπημα στην Τουρκία ή άλλες, πολύ «απρόβλεπτες» εξελίξεις στην Ανατ. Μεσόγειο.

Την ίδια στιγμή, οι σχέσεις των δύο πυρηνικών υπερδυνάμεων είναι σε ένα από τα χειρότερα σημεία της ιστορίας τους και δεν υφίσταται το πλαίσιο και οι κώδικες συνεννόησης του Ψυχρού Πολέμου μεταξύ τους.

Από το Commentary στους Νεοσυντηρητικούς

Στη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου αίφνης, ένα ιδεολογικό ρεύμα γύρω από το περιοδικό Commentary, εργαζόταν συστηματικά για να υπερμεγενθύνει τη «σοβιετική απειλή», παραποιώντας τα στοιχεία γύρω από το σοβιετικό οπλοστάσιο για να υπονομεύσει όλα τα σχέδια ύφεσης και κάποιας συνεννόησης μεταξύ των υπερδυνάμεων και να προετοιμάσει αν ήταν δυνατό, ακόμα και ένα αιφνιδιαστικό πρώτο πλήγμα εναντίον των Σοβιετικών.

Ήταν πραγματικά πρόσωπα, οι εκπρόσωποί του, που ενέπνευσαν τον σκηνοθέτη Στάνλευ Κούμπρικ στην κλασική παρωδία του, μεγαλοφυή ανατομία της ψυχολογίας της πυρηνικής αντιπαράθεσης, το «Dr. Strangelove» («ΣΟΣ Πεντάγωνο καλεί Μόσχα», στα ελληνικά).

Στα καθ΄ ημάς, πολλοί εκτιμούν ότι διάφορα γεγονότα όπως η επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας του 1967 στην Ελλάδα και ιδίως το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου και η τουρκική εισβολή στην Κύπρο, το 1974, υπό τη γενική διεύθυνση του Χένρι Κίσσινγκερ, ήταν επίσης έργο μιας ριζοσπαστικής «φράξιας» στο εσωτερικό της υπερδύναμης. Τα προβλήματα ιδίως του Νίξον με το Watergate επέτρεψαν στον Κίσσινγκερ να «ασχοληθεί» με την Κύπρο χωρίς ουσιαστικό έλεγχο και με τα αποτελέσματα που γνωρίζουμε.

Πάντα βέβαια, υπήρχε και το plan Β της Αυτοκρατορίας. Η χρήση δηλαδή της απειλής για να οδηγήσει τους αντιπάλους της στις επιθυμητές από την ίδια αντιδράσεις. Λέγοντας ότι θα πατήσει ένα κουμπί και θα εξαφανίσει την «Αυτοκρατορία του Κακού», ο Ρήγκαν δημιουργούσε, όπως ξέρουμε εκ των υστέρων, τις συνθήκες για να επηρεαστούν προς την επιθυμητή κατεύθυνση οι σοβιετικοί μεταρρυθμιστές, μια στρατηγική που απέδωσε απρόβλεπτα ακόμα και για τους εμπνευστές της αποτελέσματα, προκαλώντας την τελική κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης.

Αυτή, λένε ορισμένοι μελετητές του, είναι και η αγαπημένη μέθοδος του Χένρι Κίσσινγκερ, του δολοφόνου της Κύπρου, που είναι και σήμερα μια πολύ ισχυρή φιγούρα στην αμερικανική εξωτερική πολιτική και στις διεθνείς υποθέσεις.

Χρησιμοποιεί ενσυνειδήτως την παραφροσύνη και τον παραλογισμό για να «ζαλίσει» και να τρομάξει τους αντιπάλους του, φέρνοντάς τους στο σημείο που εκείνος επιθυμεί. Ενα «μοντέλο» που είδαμε να εφαρμόζεται τον περασμένο Απρίλιο, άγνωστο ποίου τη εμπνεύσει, από τον Πρόεδρο Τραμπ, με τον βομβαρδισμό του Άσαντ και τις έμμεσες ή άμεσες πολεμικές απειλές κατά της Ρωσίας, της Κορέας και της Κίνας.

Πολλοί περίμεναν ότι η πτώση της ΕΣΣΔ, το 1989-91, θα οδηγούσε σε παρακμή τέτοια ρεύματα, σε ένα είδος «Τέλους της Ιστορίας», περιλαμβανομένων των μεγάλων αντιπαραθέσεων που Εικοστού Αιώνα, δίκης Καντιανής «Διαρκούς Ειρήνης». Το αντίθετο όμως συνέβη. Η εξαφάνιση του «Μεγάλου Εχθρού», απλώς οδήγησε σε αποχαλίνωση αυτά τα ρεύματα, που επανεμφανίζονται με τη μορφή του Νεοσυντηρητισμού και που τα βρίσκει κανείς και πάλι παρόντα και κυρίαρχα στην αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Ένας Ιμπεριαλισμός της Καταστροφής

Τα σχέδια των Νεοσυντηρητικών είναι γνωστά και δημοσιοποιημένα εδώ και δεκαετίες. Περιλαμβάνουν την αλλαγή καθεστώτος σχεδόν όλων των κρατών της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Κορέας, ενώ στην πορεία προσετέθησαν και οι «επιχειρήσεις» κατά της Ρωσίας, βαθιά στο εσωτερικό της πρ. ΕΣΣΔ (Γεωργία το 2008, Ουκρανία το 2013). Ούτως ή άλλως όμως, και ευθύς εξ αρχής, τα σχέδια αυτά αν ήταν άμεσα ένας πόλεμος κατά του ισλαμικού κόσμου, εμμέσως πλην σαφώς ήταν και μια άσκηση πλανητικής αυτοκρατορικής εξουσίας, με αποδέκτες τη Μόσχα, το Πεκίνο και … όλους τους υπόλοιπους.

Πας μη μεθ? ημών, καθ’ ημών, ήταν το δόγμα του Μπους του νεότερου. Η κατίσχυση των νεοσυντηρητικών στην Ουάσιγκτον, αλλά και άλλα διεθνή κέντρα όπως το Παρίσι (που χρησιμοποιήθηκε ιδιαιτέρως για την εκστρατεία κατά της Λιβύης) επέτρεψε να μπουν σε εφαρμογή τα σχέδια αυτά, με αποτέλεσμα την ολοσχερή ή μερική καταστροφή του Αφγανιστάν, του Ιράκ, της Λιβύης, της Συρίας, της Υεμένης, του Σουδάν, του Μαλί κλπ., τους πολέμους σε Γεωργία και Ουκρανία και την καταστροφή των σχέσεων ΕΕ και Ρωσίας.

Η αντίθεση μέρους του αμερικανικού και ισραηλινού «βαθέος κράτος», του Ομπάμα και του Πούτιν, επέτρεψαν μόνο να αποτραπεί ένας πόλεμος κατά του Ιράν, που θα εξελισσόταν πιθανότατα σε πυρηνικό, όπως και μια αμερικανική μαζική στρατιωτική επέμβαση στη Συρία.

«Παρακράτος» στην υπερδύναμη!

Αυτά όλα έγιναν δυνατά με διάφορα μέσα και ένα από αυτά ήταν η διείσδυση του νεοσυντηρητικού «Κόμματος του Πολέμου», ο «εισοδισμός» του στον ίδιο τον κυβερνητικό και κρατικό μηχανισμό των ΗΠΑ.

Oι νεοσυντηρητικοί δημιούργησαν ένα κανονικό «παρακράτος» στο εσωτερικό του αμερικανικού κράτους. Ο ίδιος ο αρχηγός της CIA George Tennet, αναγνώρισε, καταθέτοντας στην Επιτροπή Ενόπλων Δυνάμεων της Γερουσίας ότι «μια ειδική ομάδα πληροφοριών στο Πεντάγωνο έκανε ιδιωτικά μπρήφινγκ προ του πολέμου στο Ιράκ σε ανώτερους αξιωματούχους του Λευκού Οίκου, για τις υποτιθέμενες σχέσεις του Ιράκ με την Αλ Κάιντα, χωρίς να το γνωρίζει ο Διευθυντής της CIA”.

Οπως σημείωσε ο δημοσιογράφος Greg Miller των Los Angeles Times (9.3.2004), «η αποκάλυψη αυτή υποδεικνύει ότι ένα αμφιλεγόμενο γραφείο στο Πεντάγωνο έπαιξε μεγαλύτερο ρόλο από ότι προηγουμένως γινόταν κατανοητό στο να διαμορφώσει τις απόψεις της κυβέρνησης για τους υποτιθέμενους δεσμούς του Ιράκ με το τρομοκρατικό δίκτυο πίσω από τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου και παρέκαμψε τα συνήθη κανάλια για να υποστηρίξει μια υπόθεση που ερχόταν σε σύγκρουση με τα συμπεράσματα της CIA”.

Η δύναμη αυτών των μηχανισμών απεδείχθη ισχυρότατη και διαχρονική. Αν και ο Ομπάμα εξελέγη και εξαιτίας της προσπάθειας ενός τμήματος του αμερικανικού και διεθνούς κατεστημένου να περιορίσει τον νεοσυντηρητικό εξτρεμισμό, μόνο μερικά τα κατάφερε.

Ο ίδιος ομολόγησε ότι οι επιφυλάξεις του δεν ήταν αρκετές για να μην γίνει η επέμβαση στη Λιβύη, χάρη σε μια συμμαχία της Υπουργού Εξωτερικών Κλίντον και του Νικολά Σαρκοζί, ενώ δεν μπόρεσε να κλείσει, όπως είχε ο ίδιος ανακοινώσει ότι θα κάνει, το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Γκουαντάναμο, σύμβολο για πολλούς του επερχόμενου παγκόσμιου ολοκληρωτισμού.

Κέντρα παραεξουσίας

Μετά την εκλογή Τραμπ όλα αυτά ήρθαν ξανά δραματικά στην επικαιρότητα, καθώς η επίθεση κατά της Συρίας του Άσαντ και οι απειλές κατά της Ρωσίας και του Ιράν, όπως και οι απειλές κατά της Βορείου Κορέας, που είναι εμμέσως και απειλές κατά της Κίνας έδειξαν ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια αναζωπύρωση του νεοσυντηρητικού προγράμματος σε μια ακόμα πιο ρηξικέλευθη και επικίνδυνη εκδοχή του.

Επανεμφάνιση των «παρακέντρων εξουσίας». Όσο πιο «ριζοσπαστικό» είναι το «πρόγραμμα», τόσο πιο μεγάλη είναι και η ανάγκη να παρακάμπτονται οι συνήθεις μηχανισμοί λήψης αποφάσεων. Μια πληθώρα αποκαλυπτικών δημοσιευμάτων από δημοσιογράφους και αναλυτές εγνωσμένου κύρους στις ΗΠΑ, αλλά και βετεράνους των μυστικών υπηρεσιών των ΗΠΑ, αρχίζουν να ρίχνουν ένα μάλλον ανησυχητικό φως στους μηχανισμούς που παίρνουν τις κρίσιμες αποφάσεις εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής και ιδίως στον ρόλο του ειδικού προεδρικού συμβούλου για μεσανατολικά θέματα και γαμπρού του Προέδρου Τραμπ Jared Kushner.

«Ξέρει τίποτα για τις χώρες με τις οποίες ασχολείται;» ο Kushner, διερωτάται χαρακτηριστικά το πολύ γνωστό αμερικανικό περιοδικό The Nation. Αλλά ακόμα πιο αποκαλυπτικό είναι το άρθρο του έγκυρου και κριτικού αναλυτή Μάντσεν (ΕΔΩ), σύμφωνα με τον οποίο ο Kushner υποστηρίζει μια ισχυρή νεοσυντηρητική ομάδα που λειτουργεί στον Λευκό Οίκο και που είναι υπεύθυνη τόσο για τις κατηγορίες εναντίον του Άσαντ ότι δήθεν χρησιμοποίησε χημικά όπλα τον Απρίλιο, όσο και για τις πρόσφατες προειδοποιήσεις της Ουάσιγκτον στη Συρία, το Ιράν και τη Ρωσία να μη χρησιμοποιήσουν χημικά, όπως δήθεν σχεδιάζουν, που προκάλεσαν την πολύ έντονη διάψευση και αντίδραση της Δαμασκού και της Μόσχας.

Σημειωτέον ότι δεν έχει εμφανισθεί καμία απόδειξη για τη βασιμότητα όλων αυτών των ισχυρισμών. (ΕΔΩ) Σύμφωνα με τον Mandsen, ο ίδιος ο υπουργός Εξωτερικών Tillerson είναι έξαλλος με τον Kushner αλλά και με τον επιτελάρχη του Λευκού Οίκου Reince Priebus, γιατί κανείς δεν τον ενημέρωσε για αυτές τις κατηγορίες και προειδοποιήσεις, ούτε και για τα στοιχεία στα οποία υποτίθεται ότι βασίζονται πριν εκδοθούν.

Σύμφωνα πάντα με το άρθρο η νεοσυντηρητική ομάδα κυρίως δρα μέσω του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας (NSC), με επικεφαλής τον υπεύθυνο πληροφοριών του Ezra Cohen-Watnick και τον Derek Harvey, τον άνθρωπο του NSC για τη Μέση Ανατολή και στενό συνεργάτη του στρατηγού Petraeus.

H ομάδα αυτή χρησιμοποιεί την πρέσβειρα των ΗΠΑ στον ΟΗΕ Nikki Haley ως δημόσια εκπρόσωπό της, συχνά παρακάμπτει τον ίδιο τον McMaster και αναφέρεται απευθείας στον Kushner.

Ο Cohen-Watnick συνδέεται, σύμφωνα με το άρθρο, στενά με τον «αρχιερέα» του νεοσυντηρητισμού» Frank Gaffney και τον David Horowitz, στενό συνεργάτη του συμβούλου του Τραμπ και ενός από τους στενότερους συμμάχους του Kushner στον Λευκό Οίκο, τον Stephen Miller.

Τον Cohen-Watnick τον έφερε ο Flynn στο NSC, αλλά παρέμεινε εκεί και μετά από αυτόν παρόλο που ο McMaster ήθελε να τον αντικαταστήσει, λόγω της υποστήριξης που είχε και από τον Kushner, αλλά και επίσης από τον Miller και τον σύμβουλο του Τραμπ Sebastian Gorka.

To άρθρο του Madsen χαρακτηρίζει επίσης παράξενους τους δεσμούς του Miller με τον Αμερικανό νεοναζιστή Richard Spencer και του Gorka με ηγετικά στελέχη των Ούγγρων νεοναζιστών, τη στιγμή μάλιστα που διατηρούν και ισχυρούς δεσμούς με έντονα αντιμουσουλμάνους και σιωνιστές νεοσυντηρητικούς όπως οι Cohen-Watnick, Gaffney και Horowitz.

Τα σχέδια του «νεοσυντηρητικού πυρήνα φαίνεται ότι περιλαμβάνουν, κατά το άρθρο, τη συνέχιση των προσπαθειών να πληγούν από τους Αμερικανούς συριακοί στρατιωτικοί στόχοι αλλά και να επεκταθεί το «πρόγραμμα» εναντίον της Χεζμπολά, των Ιρανών Φρουρών της Επανάστασης, ακόμα και ρωσικών μονάδων στη Συρία! Στη συνέχεια, οι αμερικανικές δυνάμεις θα πλήξουν δυνάμεις της Χεζμπολά νοτίως του ποταμού Λιτανί. Το άρθρο προβλέπει επίσης την κρίση με το Κατάρ που σημειώθηκε στο μεταξύ.

Αλλά δεν είναι μόνο ο έλεγχος του μηχανισμού λήψης αποφάσεων που ελέγχεται από Κύριος Οίδε ποιές δυνάμεις. Μια άλλη υπόθεση, ανέδειξε την πραγματικότητα ενός βαθμού ελέγχου, από αφανή κέντρα, των αμερικανικών και βρετανικών ΜΜΕ που δεν έχει ιστορικό προηγούμενο.

Ο δημοσιογράφος Σέιμουρ Χέρς, ο άνθρωπος που αποκάλυψε τη σφαγή του Μάι Λάι στο Βιετνάμ, παγκόσμια γνωστός και τιμημένος με το βραβείο Πούλιτζερ, θεωρείται περίπου συνώνυμο της εγκυρότητας, το κατ’ εξοχήν παράδειγμα των λαμπρότερων παραδόσεων της αμερικανικής ερευνητικής δημοσιογραφίας.

Ο Σέιμουρ Χερς υποστήριξε ότι όλη η ιστορία για χρήση πρόσφατα χημικών όπλων από τον ‘Ασαντ, που δικαιολόγησε την επίθεση των ΗΠΑ κατά της Συρίας, δεν στέκεται και υποστήριξε μετά από έρευνα ότι το όλο περιστατικό οφείλεται σε συμβατικό βομβαρδισμό θέσεων τζιχαντιστών, που έπληξε δικό τους απόθεμα χημικών ουσιών που διεσπάρησαν στο περιβάλλον.

Μπορεί να είναι σωστή ή μπορεί να μην είναι η έρευνα του Χερς. Κι όμως. Κανένα αμερικανικό ή βρετανικό main stream έντυπο δεν βρέθηκε να θέλει να δημοσιεύσει μια τέτοια έρευνα, για ένα τόσο κεντρικό θέμα, από τον κορυφαίο Αμερικανό ερευνητή δημοσιογράφο, που αναγκάστηκε να τη δημοσιεύσει τελικά στη γερμανική Welt. Είναι ίσως η πιο κραυγαλέα ένδειξη πόσο κοντά βρισκόμαστε στον ολοκληρωτισμό. Να σημειώσουμε επίσης, ότι τα φαινόμενα αφανών κέντρων που καθορίζουν την αμερικανική πολιτική δεν περιορίζεται στην εξωτερική πολιτική. Κατά το περιοδικό Nation, ο Πρόεδρος Τραμπ έχει περιβάλει ουσιαστικά με εξουσίες «Πρωθυπουργού» για την οικονομία τον επικεφαλής της Goldman Sachs (γνωστό και από την ανάμειξή του στο ελληνικό) Γκάρι Κον, ενώ οι αδερφοί Κοχ φαίνονται οι εμπνευστές της πολιτικής του για τον κλίμα, που συνιστά, για πολλούς επιστήμονες, τεράστια απειλή για την επιβίωση της ζωής στον πλανήτη μετά τον 21ο αιώνα (και εφόσον τη γλυτώσουμε από τα πυρηνικά!)

Ο Δημήτρης Κωνσταντακόπουλος είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας. Διετέλεσε ειδικός συνεργάτης στο Γραφείο του Πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου με αντικείμενο της σχέσεις Ανατολής-Δύσης και τον έλεγχο των εξοπλισμών.

Πηγή: Πόσο κοντά βρισκόμαστε στον ολοκληρωτισμό; Το ερώτημα είναι ποιος κυβερνά τις Ηνωμένες Πολιτείες… http://mignatiou.com/2017/07/poso-vriskomaste-konta-ston-oloklirotismo-to-erotima-ine-pios-kiverna-tis-inomenes-polities/

Is Turkey Becoming Another Iran?

0

by Uzay Bulut
The Gatestone Institute
July 20, 2017

http://www.meforum.org/6837/is-turkey-becoming-another-iran

Students of an Imam Hatip high school in Ankara, Turkey.

Turkey has recently been in the news for various developments that include, among other matters, its record number of jailed journalists, the destruction of Kurdish towns and forced displacement of thousands of Kurds, the dismissal or suspension of thousands of government employees for political reasons, the arrest of thousands of citizens for allegedly “organizing” last year’s failed coup, the creeping conversion of the Hagia Sophia Basilica-museum into a mosque, and the seizure of Assyrian Christian lands, churches and cemeteries by the government.

One additional trend begging the media’s attention is the determined Islamization of the Turkish educational system. Here is a short list of some of the latest developments in Turkish schools and their curricula:
Turkey to stop teaching evolution in secondary schools as part of new national curriculum

Evolution will no longer be taught in Turkish secondary schools after being described as a “controversial subject” by the government. The head of the education ministry’s curriculum board, Alpaslan Durmuş, said a section on Darwinism would be cut from biology classes from 2019.

“We have excluded controversial subjects for students at an age unable yet to understand the issues’ scientific background,” he told a seminar in Ankara, according to Hurriyet Daily News.
“Jihad” in compulsory school curricula

So the question naturally arises what exactly will Turkish schoolchildren be taught instead. The answer is “jihad.”

 

Minister of National education Ismet Yilmaz unveiled new “jihad” curricula in January.

Turkey is in the process of including the concept of jihad in compulsory school curricula. According to a statement issued in January by the Turkish Ministry of National Education, Turkish textbooks will be teaching “jihad” as a “value” in classes at Imam Hatip middle schools (schools that offer an Islamic curriculum to pupils).

At a press conference, Ismet Yilmaz, the minister of national education, explained the details of the new curricula to the press. According to the newspaper Cumhuriyet, jihad will be taught in seventh grade while pupils study the fundamentals of “tawhid” (oneness of God) and wahdat (Islamic unity) civilization.”

In eighth grade, jihad will also be taught under the title “Struggling on the Path to Allah: Jihad” under the chapter called “Worshipping Allah.”

1.5 million Imam Hatip students across Turkey

Enrollment in Imam Hatip schools has surged from 60,000 to 1,500,000 since the AKP came to power in 2002.

Under Turkish president Recep Tayyip Erdogan’s Justice and Development Party (AKP), the number of Imam Hatip schools has ballooned from 500 to 3,500, with enrollment surging from 60,000 to 1,500,000 since the AKP first came to power in 2002.

The first Imam Hatip schools in Turkey were opened in 1924 during the rule of the Republic’s first president, Mustafa Kemal Ataturk, as vocational schools to train government-employed imams and Islamic scholars.

“All schools shall have masjids (mosques)”

The Ministry of National Education has also declared that for schools and other educational centers to be opened in Turkey, they have to have a washroom where people can perform ablution before reciting their prayers [salah] five times a day, as well as two masjids [mosques] — one for males and the other for females.

More Islamic classes, less art and philosophy

The Ministry of National Education has also increased class hours for the mandatory course in “religion, culture and morality” and decreased art and philosophy classes to one hour per week. The Ministry also repealed the “Regulations on Fine Arts Education,” which were enacted in 2008 “to give primary and secondary school students with special talents the necessary education to prepare them for the fine arts schools.”

Secularism, positivism “problems of faith”

The new curricula prepared by the Ministry of National Education to be studied at Turkish schools also describe “secularism, positivism, deism, agnosticism, atheism, nihilism, Satanism, reincarnation and false prophethood” as “problems of faith.”

…

Turkey seems to be evolving into a Sunni, perhaps more dangerous, version of Iran’s Islamic Republic.

With more Islamization of the Turkish educational system will come the segregation of women and men and the deterioration of women’s rights; more pressure and hostility to non-Muslim communities; more violent anti-Semitism; more anti-Western and anti-Israel bigotry, as well as more sympathy with, and even active participation in, jihad. These developments will automatically create less stability and less safety both in Turkey and throughout the Middle East as well as Europe.

Given the political developments in Turkey for more than a decade, the country seems to be fast-forwarding to be the second — and possibly even a more dangerous version of — the Islamic Republic of Iran.

Uzay Bulut, a Turkish journalist and political analyst, is a fellow at the Middle East Forum.

Israel, Turkey Continue War of Words: ‘The Days of the Ottoman

0

After Israel’s Foreign Ministry spokesman calls Erdogan’s comments on Temple Mount ‘unfounded,’ Turkish counterpart points to 50 years of ‘East Jerusalem occupation’

 

 

The war of words between Israel and Turkey continued Wednesday as Israel’s Foreign Ministry spokesman responded to a statement published earlier in the day by the Turkish Foreign Ministry. The Turkish statement criticized Israel’s response to comments made by Turkish President Recep Tayyip Erdogan on Tuesday over the Temple Mount crisis.
On Tuesday, Israeli Foreign Ministry Spokesman Emmanuel Nahshon had described Erdogan’s claim that Israel was trying to take the Al-Aqsa Mosque from Muslims under the guise of fighting terrorism as “wacky, unfounded and distorted.” Nahshon added that “the days of the Ottoman Empire are long gone.”
Turkish Foreign Ministry Spokesman Huseyin Muftuoglu responded Wednesday by stating: “As the Israeli occupation in East Jerusalem, West Bank and Gaza completed its 50th year, it is clear that the efforts to disregard the fact that East Jerusalem is under occupation will not contribute to the attainment of peace and stability in the region as well as the resolution of the Palestinian-Israeli conflict.”

Muslim worshipers argue with Israeli police forces outside the Lions Gate in Jerusalem’s Old City, near the Temple Mount, July 20, 2017.Emil Salman

In response, Nahschon shot back “The days of the Ottoman Empire have passed. It’s absurd that the Turkish government, which occupies Northern Cyprus, brutally represses the Kurdish minority and jails journalists, lectures Israel, the only true democracy in the region.”
The Turkish statement noted that under Ottoman rule, members of various religions were able to live in peace and were free to worship their god of choice.
“In this context, Jews would be expected to know best and appreciate the unique tolerance during the Ottoman era. Today, in the Republic of Turkey, freedom of faith and worship are also safeguarded by the state,” Muftuoglu said.
Referring to the crisis that erupted between Israel and the Palestinians after Israeli forces installed metal detectors at the entrances to the Temple Mount, Muftuoglu added that “the responsibility that rests with Israel is to urgently make common sense prevail, go back to the status quo at Haram al-Sharif and lift all the restrictions on the freedom of worship.” Haram al-Sharif is the term often used by Muslims for the Al-Aqsa Mosque and the surrounding compound.
Earlier Wednesday, Erdogan said that while Israel had made the right decision to remove the metal detectors, the measure was insufficient. “We refuse to be silent about the situation at Al-Aqsa Mosque,” Erdogan said.
Israel made the decision to install the metal detectors at the entrances to the site as a security measure following an attack in which three Israeli Arabs shot dead two Israeli policemen.
As an act of civil protest, Palestinian worshippers refused to walk through the metal detectors, and over the course of the following week held their prayers outside the Temple Mount compound instead. The government resisted the pressure and clashes erupted between Palestinian protesters and Israeli security forces, with tensions echoing throughout the Arab world.

 

Turkish President Tayyip Erdogan (left) and Israeli Prime Minister Benjamin Netanyahu, 2017. Handout/AFP, Olivier Fitoussi

Barak Ravid
Haaretz Correspondent
http://www.haaretz.com

Παραμύθια και νταούλια τέλος

0

 Σχόλιο του “Βήματος”.

Η έξοδος της Ελλάδας στις αγορές μετά από τρία επώδυνα χρόνια είναι ένα ακόμα βήμα για την επιστροφή της χώρας στην  ομαλότητα. Χρειάζονται βέβαια πολλά βήματα ακόμα και κυρίως συνέπεια, για να μπορέσει να έχει  συνέχεια και κυρίως ουσία η χθεσινή έξοδος.

Το κλείσιμο της τρίτης αξιολόγησης άνοιξε ένα παράθυρο ελπίδας που επιβάλλεται να αξιοποιηθεί με αποφασιστικότητα, για να μπορέσουν επιτέλους η οικονομία αλλά και η κοινωνία να αντικρίζουν το μέλλον με καλύτερες προοπτικές.

Είναι ευθύνη και υποχρέωση της κυβέρνησης να υπηρετήσει αυτή την προοπτική, τη μοναδική που μπορεί να δώσει διέξοδο στη χώρα.

Γιατί δεν ξεχνάμε ότι χάθηκε πολύτιμος χρόνος και προστέθηκαν πολλαπλά βάρη στους πολίτες με ευκαιριακούς πειραματισμούς, με τυχοδιωκτικές πολλές φορές επιλογές.

Η κυβέρνηση μπορεί να πανηγυρίζει σήμερα, αλλά όλοι θυμόμαστε τους παραλογισμούς που επικρατούσαν με τα νταούλια που θα παίζαμε για να χορεύουν οι αγορές.

Χρειάστηκαν νέα μνημόνια και δραματικές επιβαρύνσεις επιχειρήσεων και πολιτών για να φτάσουμε σήμερα να ανακαλύψουμε πόσο χρήσιμο είναι να μπορούμε να δανειζόμαστε από αυτές τις επάρατες αγορές.

Χρειάστηκε να περάσουν τρία χρόνια για να μάθουν στην πλάτη μας ο κ.Τσίπρας και τα στελέχη του την τέχνη του κυβερνάν για να μπορέσουμε να δανειστούμε και πάλι, έστω με όρους που απέχουν πολύ από τις συνθήκες που επικρατούν στις διεθνείς αγορές.

Μια ματιά στα επιτόκια, με τα οποία δανείζονται χώρες που είχαν ανάλογα προβλήματα με τα δικά μας, είναι αρκετή για να αντιληφθούν οι κυβερνώντες το μέγεθος της ευθύνης τους.

Αυτό το πρώτο βήμα που έγινε, για να έχει συνέχεια, χρειάζεται να πιστέψουν όλοι σε αυτή την πολιτική και κυρίως να υλοποιήσουν με συνέπεια τις δεσμεύσεις που έχουν αναλάβει.

Είναι υποχρέωση του πρωθυπουργού να επιβάλλει σε όλα τα στελέχη του την αντίληψη ότι έχουν τελειώσει τα παραμύθια, οι ιδεοληψίες και οι εσωκομματικές σκοπιμότητες.

Αρκετά έχουμε πληρώσει ως τώρα τις ανακολουθίες, τα πισωγυρίσματα και την έλλειψη πολιτικής βούλησης να εφαρμόσουν αυτά που έχουν συμφωνήσει για να μπορέσει επιτέλους η χώρα να γυρίσει σελίδα.
“Το Βήμα”

Φιλελευθερισμός και δημοκρατία στην Δύση

2

Ποιό από τα δύο βρίσκεται υπό απειλή;

Η παγκόσμια φιλελεύθερη τάξη υποσκάπτει την υπόσχεση μιας μορφής δημοκρατικής ζωής που ξεπερνά τον τοπικό χαρακτήρα και την διάσπαση μιας ανθρώπινης φυλής που χωρίζεται λιγότερο ή περισσότερο παράλογα στα έθνη-κράτη. Δυστυχώς, το φιλελεύθερο όνειρο της «παγκόσμιας δημοκρατίας» υπ’ αυτή την παραπλανητική έννοια είναι σήμερα λιγότερο ευρέως διαδεδομένο από όσο μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, όταν φαινόταν τόσο προορισμένο να πραγματοποιηθεί.

Ο JAMES POULOS είναι συντάκτης στο American Affairs και ο συγγραφέας της τέχνης του βιβλίου με τίτλο The Art of Being Free [1] (St. Martin’s, 2017).

Σε μια στιγμή έντονης αβεβαιότητας και αλλαγών σε όλο τον κόσμο, οι Δυτικοί φιλελεύθεροι (σε γενικές γραμμές) επανέρχονται στα τυπικά, επικεντρώνοντας τους φόβους τους σε μια καταστροφική εσωτερική σύγκρουση [2] αντί σε μια εξωτερική απειλή. Κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και αμφότερων των Παγκόσμιων Πολέμων, οι φιλελεύθεροι είδαν τον πραγματικό εχθρό της Δύσης να προέρχεται μέσα από την ίδια την Δύση: Ο βάρβαρος Χαν είχε ορμήσει από την ιδιοφυΐα της γερμανικής κουλτούρας για την τέχνη, την λογοτεχνία, την επιστήμη και την θεολογία˙ ο άθεος Σοσιαλιστής σύρθηκε από τον φλοιό του ευρωπαϊκού πολιτισμού που άφησε πίσω του ο πόλεμος των τάφρων˙ και μια διεθνής ελίτ διανοουμένων υπέκυψε στην αυταπάτη ότι ο Μαρξ, ο Λένιν και ίσως ακόμη και ο Στάλιν είχαν λύσει το πρόβλημα της κοινωνικής προόδου. Όπως παρατήρησε ο Φρανκ Γουόρεν στο [βιβλίο του] Liberalism and Communism [3], δεν μεγάλωσαν όλα τα κατεστημένα της Δύσης πεπεισμένα ότι η επιστήμη ήταν δημοφιλής και η ελευθερία όχι. Αλλά η μόδα ήταν απογοητευτική. «Έχω δει το μέλλον, και λειτουργεί», ανέφερε περίφημα ο Lincoln Steffens από την σοβιετική ΕΣΣΔ, κρίνοντας «την έννοια της ελευθερίας» απλώς ως «λάθος, το επακόλουθο μιας μέθης [hangover] από την δική μας Δυτική τυραννία».

25072017-1.jpg

Μια τεράστια αμερικανική σημαία στο Μάντσεστερ του Νιου Χάμσαϊρ, τον Ιούνιο του 2017. BRIAN SNYDER / REUTERS
————————————————————————-

Σήμερα, το ίδιο μοτίβο σκέψεων επεκτάθηκε με φυσικό τρόπο στην άνοδο των δεξιών εθνικιστικών και λαϊκιστικών κινημάτων [4] σε ολόκληρη την Δύση, όπως σηματοδοτούνται από τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Donald Trump [5]. Και για μια ακόμη φορά, οι Δυτικοί φιλελεύθεροι κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, χαρακτηρίζοντας τα κινήματα αυτά ως εσωτερικές απειλές για την δημοκρατική τάξη της Δύσης και όχι μόνο για τον φιλελευθερισμό. Σε ένα άρθρο των New York Times [6] τον Δεκέμβριο, οι καθηγητές Διακυβέρνησης του Χάρβαρντ, Steven Levitsky και Daniel Ziblatt κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι «η αμερικανική δημοκρατία δεν βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο κατάρρευσης» αλλά «τα προειδοποιητικά σημάδια είναι πραγματικά» -όπως δείχνουν οι μελέτες τους. «Ο κίνδυνος που αντιμετωπίζουμε», επιμένουν, «δεν είναι απλά ένας πρόεδρος με ανελεύθερες τάσεις» αλλά «η εκλογή ενός τέτοιου προέδρου όταν οι δικλείδες ασφαλείας που προστατεύουν την αμερικανική δημοκρατία» -όπως ο κανόνας της νόμιμης πολιτικής αντιπολίτευσης, που υποτίθεται ότι απορρίφθηκε από την ανερχόμενη Δεξιά- «δεν είναι πλέον τόσο σίγουρες».

Παρ΄ όλο που η ιστορία έχει δείξει ότι ανησυχίες όπως αυτές είναι σπάνια, αν όχι ποτέ, παράλογες, στην συγκεκριμένη περίπτωση διατρέχουν τον κίνδυνο ενός σοβαρού εννοιολογικού σφάλματος, λαθεύοντας την ισχυρή νέα αντίσταση στην σημερινή παγκοσμιοποιημένη αλλά παραπαίουσα νεοφιλελεύθερη τάξη ως σαν μια επίθεση στα θεμέλια της πολιτικής δημοκρατίας [7]. Αντί να ελπίζει ή να προσπαθεί να καταστρέψει την δημοκρατική διακυβέρνηση, ο νέος Δεξιός εθνικισμός επικεντρώνεται στην αποδυνάμωση των χαρακτηριστικών της φιλελεύθερης τάξης που, όπως πολλοί φιλελεύθεροι παραδέχονται με υπερηφάνεια, μειώνουν την δύναμη και το κύρος που έχουν οι εθνικές πολιτικές. Σίγουρα, τα πραγματικά περιγράμματα αυτών των γραμμών μάχης μπορεί να συγκαλυφθούν από την αναπτυσσόμενη βάσανο σχετικά με το εύρος της κακοήθους ρωσικής επιρροής στις εκλογές του 2016 στις ΗΠΑ. Αλλά οι φιλελεύθεροι δεν θα πρέπει να αγνοήσουν το γεγονός ότι οι εθνικιστές αντίπαλοί τους στην Δεξιά ζητούν γενικά περισσότερη και όχι λιγότερη δημοκρατική διακυβέρνηση και αντιτίθενται στην παγκόσμια φιλελεύθερη τάξη λόγω των τρόπων με τους οποίους απογοητεύει τις αμερικανικές φιλοδοξίες που χαρακτηρίζουν την δημοκρατική ζωή. Η πολιτική δημοκρατία δεν είναι ακριβώς το δημιούργημα του φιλελευθερισμού, όπως οι φιλελεύθεροι είναι πλέον τόσο έτοιμοι να πιστέψουν ότι είναι. Με το να πείθουν τον εαυτό τους διαφορετικά, οι υπερασπιστές της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης ενέδωσαν πολύ εύκολα στον φόβο μιας συστημικής δημοκρατικής κατάρρευσης.

Υπάρχουν, βεβαίως, λόγοι ανησυχίας για την υγεία της φιλελεύθερης δημοκρατίας στην Δύση. Ένα αυξανόμενο σύνολο αποδεικτικών στοιχείων υποδηλώνει μια ασυνήθιστα απότομη στροφή των γενεών από κανόνες, όπως η ελευθερία του λόγου και η χρηστή διακυβέρνηση, που οι Δυτικοί φιλελεύθεροι έχουν από καιρό εκλάβει ως γενικά «δημοκρατικούς». Για περισσότερο από μια δεκαετία, ο γνωστός δείκτης του Freedom House παρουσίασε πτώση χρόνο με τον χρόνο για τα «πολιτικά δικαιώματα, τις πολιτικές ελευθερίες, ή και τα δύο» σε χώρες σε όλο τον κόσμο. Νέες μελέτες από τους πολιτικούς επιστήμονες Yascha Mounk και Roberto Stefan Foa δείχνουν ότι μόλις το ένα τρίτο των Αμερικανών της χιλιετίας [8] -δηλαδή, εκείνων που γεννήθηκαν από το 1980 και μετά- πιστεύουν ότι είναι «ουσιώδες» να ζουν σε ένα δημοκρατικό καθεστώς. «Οι νεώτερες πληθυσμιακές ομάδες στις μακρόχρονες δημοκρατίες της Δύσης δεν δίνουν απλώς λιγότερη σημασία στην ζωή σε μια δημοκρατία», ανέφεραν οι Mounk και Foa στην Washington Post [9], αλλά «ένα μεγαλύτερο ποσοστό από αυτούς απορρίπτει επίσης ανοιχτά τους δημοκρατικούς θεσμούς». Όμως, ενώ αποδίδουν το αυξανόμενο αντιδημοκρατικό αίσθημα σε μια «ανελεύθερη» μετατόπιση αυτών των πληθυσμιακών ομάδων, αναγνωρίζουν ότι στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο Ηνωμένο Βασίλειο «η ενέργεια αυτή εκδηλώθηκε κυρίως ως ενθουσιώδης υποστήριξη προς τους λαϊκίστικους υποψήφιους της Αριστεράς» και την αντίθεσή τους προς τον Donald Trump και το Brexit. Το κυριότερο αποδεικτικό στοιχείο του αυξανόμενου αντιδημοκρατικού «ανελευθερισμού» είναι η αυξανόμενη στήριξη σε έναν «ισχυρό ηγέτη», ο οποίος φυσικά είναι απολύτως συμβατός με μια λαχτάρα για έναν φιλελεύθερο πρόεδρο ο οποίος κυβερνά ανεξάρτητα από τις δημοκρατικές επιθυμίες των αντιδραστικών αδαών. Το ότι γίνεται όλο και πιο δύσκολο να είσαι και φιλελεύθερος και δημοκρατικός, είναι πολύ χειρότερα νέα για τον φιλελευθερισμό από όσο για την δημοκρατία.

25072017-2.jpg

Νέοι άνθρωποι διαδηλώνουν κατά της ψήφου για το Brexit, στο Λονδίνο, τον Ιούνιο του 2016. DYLAN MARTINEZ / REUTERS
———————————————————-

Ωστόσο, υπάρχει μια ανησυχητική πτυχή σε αυτό το διευρυνόμενο χάσμα ανάμεσα στον φιλελευθερισμό και την δημοκρατία -ακόμα και για τους συντηρητικούς φιλελεύθερους, οι οποίοι ανέκαθεν έβλεπαν την ανεξέλεγκτη και απεριόριστη δημοκρατία με βαθιά καχυποψία και μερικές φορές με ξεκάθαρο φόβο. Εάν αντιμετωπίσει την επιλογή της μη-φιλελεύθερης δημοκρατίας από τη μια πλευρά και του μη δημοκρατικού φιλελευθερισμού από την άλλη, ο σημερινός συντηρητικός της κυρίαρχης τάσης δεν έχει τύχη. Υπάρχει όμως ένα σωτήριο παράδοξο για τους φιλελεύθερους, συμπεριλαμβανομένων των συντηρητικών: Επί τουλάχιστον περίπου διακόσια χρόνια, γνωρίζουμε ότι η δημοκρατική ζωή είναι εξαιρετικά καλά προετοιμασμένη για να στείλει τους πολίτες πίσω στην πηγή κάποιου βαθμού πολιτικού φιλελευθερισμού. Στο βιβλίο Democracy in America [10], ο Alexis de Tocqueville επεσήμανε ότι η αυξημένη απομόνωση και ασημαντότητα που βιώνουν οι πολίτες σε μια δημοκρατική εποχή τους ενθαρρύνει να πιστεύουν ότι οι δημοκρατικοί στόχοι, όπως η γενική ισότητα και η εθνική ενότητα, μπορούν να προωθηθούν από τον μόνο θεσμό που είναι αρκετά ισχυρός για να καλύψει ολόκληρη την κοινωνία: Το κράτος. «Έτσι κάθε μέρα καθιστά την άσκηση της ελεύθερης υπηρεσίας του ανθρώπου λιγότερο χρήσιμη και λιγότερο συχνή», γράφει για το φιλελεύθερο «κηδεμονευτικό» κράτος προς το οποίο οι δημοκρατίες είναι τόσο ικανές να παρασυρθούν˙ «περιβάλλει την θέληση μέσα σε μια πιο περιορισμένη κλίμακα και βαθμιαία κλέβει από τον άνθρωπο όλες τις χρησιμότητες του εαυτού του. Η αρχή της ισότητας έχει προετοιμάσει τους ανθρώπους για αυτά τα πράγματα˙ έχει προδιαθέσει τους ανθρώπους να τα υπομείνουν και συχνά να τα βλέπουν ως οφέλη».

Όταν το ίδιο το κράτος φαίνεται να παραπατά, οι δημοκρατικοί λαοί τείνουν να πιστεύουν ότι η λύση είναι να το ενισχύσουν, ακόμη και με κόστος για την ανεξαρτησία τους (μια δυναμική που εκτυλίσσεται τώρα στην Γαλλία, με τα σχέδια του προέδρου Emmanuel Macron [11] για μια πιο «αυτοκρατορική» κυβέρνηση που συρρικνώνει το νομοθετικό Σώμα και τερματίζει την ανεπίσημη υποχρέωση του προέδρου να είναι διαθέσιμος στον Τύπο). Η πολιτική ελευθερία, ή η πρακτική της κατανεμημένης, κοινής αυτοδιοίκησης, περιορίζεται ως ένα μέσο για πιο σημαντικούς δημοκρατικούς σκοπούς. Ο Tocqueville παρατήρησε ότι «πάρα πολλοί άνθρωποι» είναι «αρκετά ευχαριστημένοι» με τον συμβιβασμό «μεταξύ διοικητικού δεσποτισμού και κυριαρχίας του λαού˙ και πιστεύουν ότι έχουν κάνει αρκετά για την προστασία της ατομικής ελευθερίας όταν την έχουν παραδώσει στην εξουσία του έθνους γενικότερα». Η εθνικιστική εξέγερση στην Δεξιά αναδύθηκε από την απώλεια της πίστης στην δύναμη του συντηρητικού φιλελευθερισμού να τραβήξει την δημοκρατική κουλτούρα των Ηνωμένων Πολιτειών μακριά από την γοητεία της πνιγηρής φιλελεύθερης διοίκησης.

Αλλά, οι νέοι εθνικιστές και οι κατ’ όνομα συμπατριώτες τους στα Δεξιά τείνουν να διχάζονται σχετικά με τα θετικά σημεία της εγκατάλειψης του φιλελευθερισμού στο όνομα της δημοκρατίας. Η σχέση μεταξύ πολιτικού φιλελευθερισμού και πολιτικής ελευθερίας καθίσταται ολοένα και πιο ασαφής. Η απομείωση της πολιτικής ελευθερίας είναι πιο δυσάρεστη στους «κλασικούς» φιλελεύθερους όπως οι Αμερικανοί συντηρητικοί και οι ελευθεριακοί [libertarians], οι οποίοι υπερασπίζονται την «περιορισμένη κυβέρνηση» απ’ όσο στους «σύγχρονους» φιλελεύθερους ή προοδευτικούς, οι οποίοι ευνοούν την χρήση της κυβέρνησης για την επίτευξη φιλελεύθερων στόχων. Από αυτή την άποψη, το πιο ανησυχητικό χάσμα που αντιμετωπίζει το σημερινό φιλελεύθερο κατεστημένο δεν είναι μεταξύ φιλελευθερισμού και δημοκρατίας, αλλά μεταξύ του πολιτικού φιλελευθερισμού της Δυτικής παγκόσμιας τάξης και της πολιτικής ελευθερίας [εντός] της τάξης των ΗΠΑ. Γιατί αν ο Tocqueville έχει δίκιο ότι η δημοκρατική ζωή ωθεί ακόμα και τους υπέρ της ελευθερίας λαϊκιστές στην αγκαλιά του φιλελεύθερου έθνους-κράτους, δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι οι δυσαρεστημένοι δημοκράτες μπορούν επίσης να συμφιλιωθούν με μια φιλελεύθερη τάξη, [που είναι] παγκόσμια στην εμβέλεια και την ταυτότητά της. Οι φιλελεύθεροι πρέπει να κατανοήσουν ότι η διεθνής, θεσμική ποικιλία του φιλελευθερισμού που έχει αγκυρώσει την μεταπολεμική τάξη, είναι υπό επίθεση από την Δεξιά επειδή έχει σταματήσει να προσφέρει τα εθνικά αγαθά της πολιτικής ταυτότητας, της κοινωνικής αλληλεγγύης, της οικονομικής σταθερότητας και της πολιτιστικής συνοχής που ακόμη κι ένα αντιδημοκρατικό φιλελεύθερο έθνος-κράτος μπορεί να προσφέρει. Και στον βαθμό που οι φιλελεύθεροι των ΗΠΑ θεωρούνται περιφρονητικοί και εχθρικοί σε αυτά τα αγαθά, και αυτοί επίσης, θα παραμείνουν υπό επίθεση.

Δυστυχώς, μια βαθιά έλλειψη ενημέρωσης σχετικά με αυτές τις δυναμικές είναι πολύ συνηθισμένη ανάμεσα στους κορυφαίους φιλελεύθερους των ΗΠΑ. Ο Ben Rodes, ο πρώην σύμβουλος εξωτερικής πολιτικής του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα, έγραψε στο Tweeter στις 6 Ιουλίου [12] ότι «Στον παγκόσμιο ανταγωνισμό μεταξύ των φιλελεύθερων αξιών και των αντιδημοκρατικών κινήσεων, η ρητορική του Trump εγείρει ερωτήματα σχετικά με την πλευρά στην οποία βρίσκονται οι ΗΠΑ». Από μια άποψη, όλοι γνωρίζουν τι εννοούσε ο Rodes: Η απροθυμία του Trump να χαρακτηρίσει την Ρωσία του Βλάντιμιρ Πούτιν ως ιδεολογικό και πολιτιστικό εχθρό αποτελεί σκάνδαλο για τους φιλελεύθερους, επειδή ένα καθεστώς τόσο αυταρχικό όσο της Μόσχας δεν μπορεί ποτέ να είναι φιλικό προς την Δύση. Αλλά σε ένα άλλο επίπεδο, ο υπερήφανος ισχυρισμός ότι ο φιλελευθερισμός και η δημοκρατία πορεύονται χέρι-χέρι, μοιάζει σαν πράξη ηθελημένης τύφλωσης στον απόηχο των ετών του Ομπάμα, όταν πολλοί φιλελεύθεροι εξέφραζαν δίκαιη αγαλλίαση όταν η εκτελεστική εξουσία ανέλαβε την διακυβέρνηση για το κλίμα, την μετανάστευση και άλλα ζητήματα με τα ίδια της τα χέρια. Αυτές οι ενέργειες υπογράμμισαν το πόσο η ιστορία της μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 εποχής ήταν μια ιστορία ανεξέλεγκτου αντιδημοκρατικού φιλελευθερισμού, από τους ακήρυχτους απελευθερωτικούς πολέμους στο Αφγανιστάν, το Ιράκ, την Λιβύη και την Συρία μέχρι την κινητοποίηση της ομοσπονδιακής γραφειοκρατίας ως εμπροσθοφυλακής της κοινωνικής δικαιοσύνης. Οι φιλελεύθεροι, υπόδουλοι σε αυτά τα επιτεύγματα, και στα μέσα [που βρίσκονται] πίσω από αυτά [τα επιτεύγματα], είναι κακώς τοποθετημένοι για να δομήσουν την υπόθεση ότι οι πολιτικοί τους αντίπαλοι είναι η πραγματική απειλή για την δημοκρατία.

Από την άλλη πλευρά, είναι λογικό ότι όσο περισσότερο οι πιο πολλοί Αμερικανοί φιλελεύθεροι είναι πρόθυμοι να κάνουν ουσιαστικές παραχωρήσεις στους εθνικιστές σε θέματα όπως οι εμπορικές διαπραγματεύσεις, οι υποδομές, η αγροτική ανάπτυξη, η σταθερότητα των μισθών και των τιμών, και ο ρυθμός της μετανάστευσης, τόσο λιγότερο θα πρέπει να μετριάσουν την εσωτερική ατζέντα τους. Ωστόσο, το πρόβλημα παραμένει ότι η παγκόσμια φιλελεύθερη τάξη μπορεί να μην επιβιώσει, εκτός αν κάνει εξίσου σημαντικές παραχωρήσεις, όπως η μείωση του ρόλου των οργανώσεων της «παγκόσμιας διακυβέρνησης», η συγκράτηση της επιρροής των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και η περιστολή του εύρους των στρατιωτικών επιχειρήσεων, προς τα εκλογικά σώματα στα Δεξιά και τα Αριστερά που πιστεύουν ότι η Δυτική τάξη ως σύνολο έχει γίνει υπερβολικά φιλελεύθερη με την αντιδημοκρατική έννοια. Παρά την πίεση αυτή, οι Αμερικανοί φιλελεύθεροι σήμερα είναι γενικά απρόθυμοι να παραιτηθούν από την ιδέα μιας παγκόσμιας φιλελεύθερης τάξης που περιλαμβάνει τις Ηνωμένες Πολιτείες. Σε τελική ανάλυση, η τάξη αυτή, όπως υπογράμμισε ο Μπαράκ Ομπάμα, υποσκάπτει την υπόσχεση μιας μορφής δημοκρατικής ζωής που ξεπερνά τον τοπικό χαρακτήρα και την διάσπαση μιας ανθρώπινης φυλής που χωρίζεται λιγότερο ή περισσότερο παράλογα στα έθνη-κράτη. Δυστυχώς, το φιλελεύθερο όνειρο της «παγκόσμιας δημοκρατίας» υπ’ αυτή την παραπλανητική έννοια είναι σήμερα λιγότερο ευρέως διαδεδομένο από όσο μετά την πτώση της Σοβιετικής Ένωσης, όταν φαινόταν τόσο προορισμένο να πραγματοποιηθεί. Εάν οι φιλελεύθεροι θέλουν πραγματικά μια μάχη σε αυτό το μειονεκτικό έδαφος, να είστε σίγουροι: Θα την αποκτήσουν.

Copyright © 2017 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2017-07-21/liberal…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.amazon.com/Art-Being-Free-Tocqueville-Ourselves/dp/1250077184
[2] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2017-04-17/america…
[3] https://www.amazon.com/Liberals-Communism-Decade-Revisted-Morningside/dp…
[4] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2016-10-17/populis…
[5] https://www.foreignaffairs.com/articles/united-states/2016-10-06/trump-a…
[6] https://www.nytimes.com/2016/12/16/opinion/sunday/is-donald-trump-a-thre…
[7] https://www.foreignaffairs.com/reviews/review-essay/2017-04-17/democracy…
[8] http://www.journalofdemocracy.org/sites/default/files/Foa%26Mounk-27-3.pdf
[9] https://www.washingtonpost.com/news/wonk/wp/2016/12/08/yes-millennials-r…
[10] https://www.amazon.com/dp/0140447601/ref=sxts_sxwds-tsp_1?pf_rd_m=ATVPDK…
[11] https://www.reuters.com/article/us-france-politics-idUSKBN19O1AN
[12] https://twitter.com/brhodes/status/883025170801213440

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Ο Λαφαζάνης, ο Βαρουφάκης και το κακό συναπάντημα

0

του Παναγιώτη Μπαϊλακτάρη.

Ο βόρβορος που έχει αμοληθεί τις τελευταίες ημέρες είναι ανεπανάληπτος. Μόνο διεστραμμένος νους θα μπορούσε να φανταστεί ό,τι έχουν εξεμέσει πρώην υπουργοί και επί χρόνια πολιτικά πρόσωπα. Συγχρόνως, προκαλούν τρόμο οι αποκαλύψεις. Και το περιεχόμενό τους, αλλά και οι προοπτικές ανομίας και κατάλυσης της Δημοκρατίας.

Ο Παναγιώτης Λαφαζάνης σε πρόσφατη συνέντευξή του αποκαλύπτει ότι το σχέδιο που κατάστρωνε η Πρώτη Φορά Αριστερά βασιζόταν σε τρεις πυλώνες. Στην εθνικοποίηση της Τράπεζας της Ελλάδος, σε χρήματα που υποτίθεται θα λάμβανε η χώρα από τη Ρωσία ως προκαταβολή για την κατασκευή αγωγού και στην προμήθεια πετρελαίου από τη Βενεζουέλα.

Μάλιστα, ο ίδιος ο Λαφαζάνης τα δήλωσε αυτά με χαρακτηριστική ευκολία, προφανώς θεωρώντας ότι θα τον αποθεώσουν τα καταπονημένα και απογοητευμένα «πλήθη». Ούτε καν του έχει περάσει από το μυαλό, πως αυτά που αποκάλυψε κάλλιστα επιβεβαιώνουν υπόνοιες για σχεδιασμό και οργάνωση πραξικοπήματος. Εξέλιξη, την οποία ούτε η αντιπολίτευση, αξιωματική και ελάσσονα, φαίνεται να αντιλαμβάνεται. Διότι, εάν εθνικοποιούσαν την Τράπεζα της Ελλάδος, ποιός θα μεριμνούσε για την καταβολή μισθών, συντάξεων και αμυντικών δαπανών; Το νέο νόμισμα που θα έκοβαν; Αυτό το νόμισμα που δεν θα είχε καμία απολύτως αξία;

Ή για την ακρίβεια, θα είχε την αξία του αέρα, όπως και τα περίφημα IOU; Και τις κοινωνικές διαμαρτυρίες πώς θα τις καθυπέτασσαν; Με την Αστυνομία και τον Στρατό; Επίσης, για να λάβουν το ποσό των 5 δις από τη Ρωσία, πιστεύει κάποιος ότι αυτό δεν θα συνδεόταν με μιας άλλης μορφής Μνημόνιο με τη Μόσχα, η οποία έτσι θα «έδενε τον γάϊδαρό της»; Υπάρχει λογικός άνθρωπος, ο οποίος να νομίζει ότι η Ρωσία θα έδινε 5 δις στην Ελλάδα, ως προκαταβολή, για ένα έργο, του οποίου η αποπεράτωση θα ήταν τόσο αμφίβολη, όσο και η διαπραγμάτευση του Τσίπρα; Αλήθεια, υπάρχει κάποιος που δεν φαντάζεται πόσο χειροπόδαρα θα έδεναν τη χώρα, αποπειρώμενοι συγχρόνως και γεωπολιτικό αναπροσανατολισμό;

Η Ελλάδα, χώρα μέλος της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, θα άλλαζε μονομιάς γεωπολιτικό στρατόπεδο αζημίως; Έπειτα, ποιά ακριβώς Βενεζουέλα θα μας προμήθευε πετρέλαιο; Η χώρα, η οποία μαστίζεται από τη φτώχεια και τις αναταραχές του λαού της εναντίον ενός τυράννου; Και εντάξει, ας υποθέσουμε ότι η Βενεζουέλα είχε συμφωνήσει – πιστή στα ιδεώδη του κομμουνισμού και της ενίσχυσης των χρήσιμων ηλίθιων – να στέλνει πετρέλαιο στην Ελλάδα, ουδείς εκ των κυβερνώντων δεν είχε δει τις Συμπληγάδες, τις οποίες θα περνούσε η Βενεζουέλα; Και όλοι αυτοί διεκδίκησαν και θα συνεχίσουν να διεκδικούν τη ψήφο του λαού; Χωρίς να ντρέπονται;

Από την άλλη μεριά, ο Γιάννης Βαρουφάκης (να με συμπαθά, αλλά καταντά πληκτική η αναγραφή του ονόματός του με ένα ν) έχει θέσει στο στόχαστρό του την κυβέρνηση και προσωπικά κάποια επιφανή μέλη της. Η λογική λέει, πως Τσίπρας, Παππάς, Φλαμπουράρης κ.λπ. δεν πρέπει να κοιμούνται τα βράδυα. Η πιθανότητα να ξημερώνει κάθε ημέρα με νέες αποκαλύψεις που να τους αφορούν πρέπει να τους εμποδίζει.

Ο Βαρουφάκης, λοιπόν, ήδη από την εισαγωγή του βιβλίου του προειδοποιεί απειλητικά όποιον τολμήσει να τον αμφισβητήσει, πως έχει καταγραφές με το κινητό του, σημειώσεις και δι’ άλλων τρόπων διατηρημένες μνήμες. Επί της ουσίας, οι σχολαστικοί τρόποι με τους οποίους ο ίδιος ισχυρίζεται ότι διαφυλάσσει την ακρίβεια των όσων γράφει είναι ανατριχιαστικοί, εάν σκεφτούμε ότι το καθήκον του δεν ήταν…κατασκοπικό, αλλά να διαχειρίζεται τα οικονομικά της χώρας μας.

Σημειωτέον εν προκειμένω, ότι οι καταγραφές που υπαινίσσεται ότι έχει κάνει και αφορούν δημόσια πρόσωπα δεν απαγορεύονται! Όμως, ο Βαρουφάκης που έχει ξεμπροστιάσει Τσίπρα, Παππά και Φλαμπουράρη και τους εμφανίζει ούτε λίγο ούτε πολύ, συμμο(ή –ω-)ρία, δεν θα σταματήσει. Όσο θα τολμούν να του απαντούν, τόσο εκείνος θα τους ξεγυμνώνει.

Γιατί, τί άλλο είναι η παράθεση της προτροπής του Παππά, ότι υπάρχουν και πιο «δραστικές λύσεις», ώστε να απομακρυνθεί από τη θέση του ο Στουρνάρας;

Όπως και να’ χει, είναι γεγονός, ότι η αναμόχλευση αυτών των γεγονότων αυτήν την περίοδο, αντικειμενικά δεν βλάπτει μόνο τα κυβερνητικά πρόσωπα, αλλά αυτή καθ’ εαυτή την προσπάθεια (την όποια) κάνει η χώρα.

Σε κάθε περίπτωση, εκτός από Λαφαζάνηδες, Τσίπρηδες, Παππάδες και Βαρουφάκηδες, υπήρχαν και υπάρχουν κι άλλα ακατάλληλα πρόσωπα στην πολιτική ζωή της χώρας μας. Πρόσωπα, τα οποία δεν έκαναν όχι για υπουργοί ή βουλευτές, αλλά ούτε για τη σημαντική θέση του κλητήρα.

Όλη αυτή τη σάρα, τη μάρα και το κακό συναπάντημα, την εκλέγει ο λαός, διότι το σύστημα εξουσίας είναι έτσι διαμορφωμένο, ώστε να επικρατούν οι φελλοί, οι ανίκανοι και όσοι έρπουν. Γι’ αυτό έχουμε φτάσει στο μη παρέκει της καταστροφής…

 

«Οι πρωτο-καταιγίδες στη Δημοτικότητα του Emmanuel Macron»

1

Του Αλκη Καλλιαντζίδη  Οικονομολόγου [email protected]  www.kalkis.eu

Στις 9 Ιουλίου 2017 έγραφα στις Ανιχνεύσεις πως ένας Γάλλος αναλυτής είπε στο κανάλι France 24 : «οι Γάλλοι είναι μεν υπέρ των επαναστάσεων, είναι όμως κατά των επαναστατικών αλλαγών που πρέπει να τις συνοδεύουν και τους αφορούν» ! http://www.anixneuseis.gr/?p=170927. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των πρόσφατων εκλογών τους, προεδρικών και βουλευτικών, σχηματικά απέρριψαν τον δικομματισμό Δεξιάς-Αριστεράς, που κυριάρχησε από το 1958 μέχρι το 2017 στα πλαίσια της αποκαλούμενης 5ης Δημοκρατίας, απέκλισαν από την εξουσία την Marine Le Pin και τον Jean–Luc Mélenchon, ως ακραίους, και έδωσαν (έστω και δια της αποχής ή της αρνητικής ψήφου τους) μια καθαρότατη κοινοβουλευτική πλειοψηφία στον Emmanuel Macron για να τους κυβερνήσει απερίσπαστος για τα επόμενα 5 χρόνια.

Τρείς μήνες μετά, η παραπάνω ρήση του αναλυτή φαίνεται μάλλον να επιβεβαιώνεται από τα αποτελέσματα της δημοσκόπησης της περασμένης Κυριακής 23-07-2017 που διεξήγαγε ο φορέας δημοσκοπήσεων Ifop για λογαριασμό της εφημερίδας Le journal du  dimanche. Τι έδειξαν ; «Μια πτώση κατά 10 μονάδες σε σχέση με τον Ιούνιο, ή κατά 8 μονάδες από την εκλογή του Macron στην προεδρία της Δημοκρατίας. Η αντιπαράθεση των τελευταίων ημερών σχετικά με τον προϋπολογισμό των ενόπλων δυνάμεων ή το μη προσδιορισμένο επακριβώς χρονοδιάγραμμα των φορολογικών μεταρρυθμίσεων, έχουν βυθίσει τη δημοτικότητά του, η οποία μετριέται κάθε μήνα από το Ifop. Μόνο το 54% των Γάλλων είναι πλέον ικανοποιημένο από τη δράση του. Και η πτώση αυτή θα μπορούσε να συνεχιστεί, λόγω της άσκησης της εξουσίας, αλλά και των μέτρων που ανακοινώθηκαν και αυτών που θα έρθουν στο μέλλον. Θα πρέπει να επηρεάσουν άμεσα τα αποτελέσματα  των δημοσκοπήσεων». Αυτή είναι η μετριοπαθής σύνοψη της πτώσης από  τους δημοσκόπους.

Ιδού ορισμένοι λόγοι. επιθετικοί, που επικαλείται ο Laurent Joffrin στο editorial της ηλεκτρονικής αριστερής εφημερίδας Libération στις 23-07-2017 που εμπεριέχουν και στοιχεία ειρωνείας, όπως :

@ «Μήπως ο νέος πολιτικός κόσμος μοιάζει τόσο πολύ με τον παλιό», διερωτάται ρητορικά και ειρωνικά ο χρονογράφος ; «Από την εκλογή τους, οι στρατιώτες πεζικού του κόμματος Εμπρός υπόσχονται την έλευση μιας ριζικά νέας δημοκρατίας. Εν τω μεταξύ, πέντε υπουργοί παραιτήθηκαν λόγω περισσότερο ή λιγότερο ανορθολογικών χρηματοδοτήσεων».

@ «Οι υπεσχημένοι μειωμένοι Φόροι  αυξήθηκαν σε μια ομιλία του πρωθυπουργού Edouard Philippe και στη συνέχεια μειώθηκαν  σε μια επεξήγηση του Προέδρου» (παλινωδία κατά τον αρθρογράφο).

@ «Ο παραιτηθείς Αρχηγός του Επιτελείου των Ενόπλων Δυνάμεων διαμαρτυρήθηκε  ενάντια στις περικοπές (850 εκατ. Ευρώ), αντίθετες με τις προεκλογικές υποσχέσεις, πριν τη σχετική διόρθωση από τον Emmanuel Macron για να κατευναστεί η οργή των στρατιωτικών».

@ «Κατηγορούν – εν συντομία – την ομάδα Macron ότι είναι μια κυβέρνηση του γαλλικού χρηματιστηριακού δείκτη  CAC 40. Μάλλον πρόκειται για κυβέρνηση της «παραφωνίας 40».

@ «Η ανακοίνωση από την κυβέρνηση, για μια μείωση κατά 5 ευρώ το μήνα του ατομικού βοηθήματος για τη στέγαση (PLA) δεν θα σταματήσει την ταραχή». «Εντοπίζουμε μάλλον  σε αυτή την απόφαση το χέρι ενός ζηλωτή τεχνοκράτη, αποφασισμένου  να βρει οικονομίες  παντού, ακόμα και στις τσέπες των φτωχών που χάνουν 60 ευρώ το χρόνο, μια οριακή προσπάθεια στα μάτια της αφ’υψηλού Γαλλίας, πολύ πιο επώδυνη όμως για τα χαμηλά εισοδήματα».

@ «Φανταζόμαστε τι θα λέγαμε για το πολιτικό δίδυμο Hollande-Ayrault,  υποτιθέμενα σύμβολα του παλιού κόσμου, μετά από μια τέτοια διαδοχή παλινωδιών …».

@ «Μέχρι τώρα, τα κυβερνητικά σφαιρίδια έπεφταν στον σκουπιδοτενεκέ της μετεκλογικής αδιαφορίας. Τα προβλήματα γλιστρούσαν επί του Προέδρου  ως σταγόνες λαδιού σε μια σόμπα που δεν κολλάει. Η επεισοδιακή παραίτηση του στρατηγού Villiers τερμάτισε την ασυλία. Η  κοινή γνώμη δεν τα εκτιμά αυτά».

@ «Ο λογαριασμός βαρέων βαρών  που είχε δημιουργηθεί από τον Ολάντ, ο οποίος  λαμβάνει υπόψη του τη σκληρότητα της δουλειάς μιας καριέρας για να ρυθμίσει την ηλικία συνταξιοδότησης (γνωρίζοντας ότι το προσδόκιμο ζωής αλλάζει εντελώς, ανάλογα με το αν δουλεύουμε σε καλές ή κακές συνθήκες) μειώθηκε κατά τέσσερα βασικά κριτήρια».

Ο Laurent Joffrin, παραδέχεται παρά ταύτα ότι : «Δεν είναι παρά μια μεμονωμένη  δημοσκόπηση. Πρέπει να περιμένουμε κι άλλες έρευνες για να μετρήσουμε την αρχή της μη ανοχής. Ο Macron απέδειξε την ικανότητά του να διορθώνει τις αστοχίες του».

Από την πλευρά του ο Cédric Pietralunga στην ηλεκτρονική εφημερίδα Le Monde γράφει, μεταξύ άλλων, στις 24-07-2017 : «Αν και το ντεμπούτο του νέου προέδρου είχε εκτιμηθεί, ιδίως αναφορικά με τις διεθνείς κινήσεις του (όπως π.χ. η σημερινή συνάντησή του στο Παρίσι με τους 2 αρχηγούς της Λιβύης!), αυτό δεν φαίνεται αρκετό την ώρα των πρώτων μέτρων. Και η βουτιά φαίνεται γρήγορη».

Ο γράφων δεν είναι δημοσκόπος. Έγραφε όμως στις Ανιχνεύσεις στις 15-07-2017

http://www.anixneuseis.gr/?p=171209 : «Αν θέλει ο Emmanuel Macron να επιτύχει, η κυβέρνησή του οφείλει να προσδιορίσει το χρονοδιάγραμμα των μεταρρυθμίσεων που έχει εξαγγείλει και να το τηρήσει απαρέγκλιτα . Και επίσης να μη χάσει τον ρυθμό των μεταρρυθμίσεων αυτών, τώρα που τα αντιπολιτευτικά κόμματα τα έχουν χαμένα. Μόνον έτσι θα ενισχύσει την εμπιστοσύνη των Γάλλων και των επενδυτών, ημεδαπών και αλλοδαπών. Οι ψηφοφόροι του, 20.000.000 περίπου κι όχι μόνο, θέλουν να δουν ότι οι δεσμεύσεις, π.χ. ενάντια στην οικογενειοκρατία, τηρούνται. Και θα πρέπει να δοθούν σαφή μηνύματα από την αρχή. Διαφορετικά το πουλάκι θα πετάξει, η απογοήτευση θα αντικαταστήσει την σημερινή προσδοκία και οι απανταχού καλοθελητές θα δικαιωθούν στο ότι ο Macron είναι ένας αχυράνθρωπος των ομίλου  Rothschild» και τίποτα περισσότερο».

Σήμερα διαπιστώνω ότι ο Macron έχει τρια μέτωπα ανοιχτά και σκληρά σε εξέλιξη, δίχως άλλη περίοδο χάριτος :

Α) την άρνηση των βουλευτών της αντιπολίτευσης να χάσουν το προνόμιο για την «αντιπροσωπευτική αποζημίωση δαπανών της λαϊκής τους εντολής» (IRFM) ύψους 5840 ευρώ μεικτά το μήνα ανά βουλευτή, που μέχρι τώρα δαπανιόταν με μια βέβαιη αοριστία και αδιαφάνεια αλλά και δεν φορολογούνταν. Στο εξής θα ελέγχεται αυτή η αποζημίωση με παραστατικά. Τα άλλα 2 κονδύλια που καταβάλλονται από την Εθνοσυνέλευση στους αιρετούς είναι η βουλευτική τους αποζημίωσης 7 209,74 ευρώ μεικτά το μήνα και οι  αποδοχές των συνεργατών τους 9.618 ευρώ το μήνα, σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η ηλεκτρονική έκδοση των Alternatives Economiques στις 21-07-2017.

Β) τα συνδικάτα που ετοιμάζουν τις πρώτες αντιδράσεις τους στις 12 Σεπτεμβρίου αναφορικά με τη μεταρρύθμιση του ισχύοντος «κώδικα εργασίας» επί δεκαετίες για να μη χάσουν τα κεκτημένα τους οι εργαζόμενοι.

Γ) τους αιρετούς  της αυτοδιοίκησης που καλούνται να χάσουν 13 δις από τις λειτουργικές τους δαπάνες σε βάθος πενταετίας και τον έλεγχο του «Φόρου κατοίκισης» που μέχρι τώρα τον επιβάλουν και τον εισπράττουν οι ίδιοι, ως τοπικό φόρο.

Είναι φανερό ότι ο Μακρόν θέλει να εξοικονομήσει πόρους από παντού για να καταφέρει επιτέλους η Γαλλία να ελέγξει το δημόσιο έλλειμμά της και συνακόλουθα το δημόσιο χρέος της που ανέρχεται σε 2,21 τρις ευρώ. Να καταστήσει τη γαλλική οικονομία πιο ανταγωνιστική, κι άρα πιο βιώσιμη. Να ρίξει την ανεργία στο 7% από το 10% που την παρέλαβε. Να σταθεί ισάξια απέναντι στη Γερμανία στα πλαίσια του γαλλο-γερμανικού άξονα στην Ευρώπη για να μπορέσει να θέσει με αξιώσεις τις κοινοτικές αλλαγές που προτείνει.

Για να τα επιτύχει, πρέπει να σπάσει αυγά τώρα. Θα προχωρήσει, παρά την μεγάλη πτώση της δημοτικότητας του ο Μακρόν ; Θα του το επιτρέψουν οι Γάλλοι επαναστάτες που είναι κατά των επαναστατικών αλλαγών που τους αφορούν ; Η απαντήσεις προσεχώς…

 

 

 

 

 

Another Turkish Ambassador Confronts Me

0

Ambassador Süleyman Gökçe was among the first to arrive for the event.

In February, Turkey’s ambassador to Israeltold this author to stay away from his country; at least he did so diplomatically. In June, Turkey’s ambassador to Bulgaria treated me in a remarkably rude and undiplomatic manner.

The occasion was a talk I gave, “On Turkey and Erdoğan – a partner or a threat,” for the Center for Balkan and Black Sea Studies think tank in Sofia. After mentioning my connections to and affection for Turkey, I explained that strongman President Recep Tayyip Erdoğan’s inability to reconcile three competing priorities — Islam, Turkey, and Erdoğan — and the resulting contradictions are likely to doom his regime. By the end of the event, Amb. Süleyman Gökçe confirmed that prediction.

He came early, sat in the front row, and jumped up when the question period began. Ominously saying of me, “we know him very well in Turkey,” he went on to accuse me of cherry-picking facts and being an essentialist and an Orientalist. My record of “distortion, deflection, and delusion” prompted him to say, “I do not agree with any of the points you have raised.”


My reply to the ambassador concluded by asking him twice if he could assure my safety going to Turkey. He twice ignored the question. Then he stomped out of the room. That did not quite end his distress, however.Gökçe’s threats took two forms: first, stating that no one with a Ph.D. credentials “should have the freedom” to forward allegations such as mine; second, accusing me of espousing the views of the “Fethullah Gülen Terror Organization” – Erdoğan-speak for the non-terrorist Hizmet movement founded by Fethullah Gülen, Erdoğan’s once-close ally whose members he now hounds, ostracizes, purges, and jails.

Repairing to Twitter, he responded to eight old tweets of mine concerning Turkey, replying dutifully to each of them, calling me “extremist,” “marginal,” “pathetic,” and “biased.” When I replied that “Erdoğan has turned his diplomats into clowns,” Gökçe lashed out with yet more insulting tweets.

This incident offers several insights.

The CBBSS panel, from the left: Steven Hayward, Daniel Pipes, Alex Alexiev, Daniel Mitov.

Petty intimidation is not normal diplomatic practice. In my own experience, regimes far worse than Turkey’s are cleverer. Saddam Hussein sent an ambassador to Washington, Nizar Hamdoon, who advanced his monstrous leader’s interests through politeness, self-criticism, and logic. The Islamic Republic of Iran recently hosted this analyst on three of its media in one week: the English-language television (Press TV), the English-language newspaper (Tehran Times), and the Arabic-language news service (MehrNews). Erdoğan’s incompetence in this arena is doing him great damage.

Gökçe’s antics put off others too. A fellow panelist at the Sofia event, journalist and scholar Steven Hayward, wrote that his “was an astonishing performance from someone in a formal diplomatic post.” Ilian Vassilev, the former Bulgarian ambassador to Moscow, also present at the event, called Gökçe’s behavior “highly irregular.” Eric Edelman, a former U.S. ambassador to Turkey, characterized this show as “all-too typical” of Erdoğan’s diplomacy.

Gladstone’s 1876 text.

Richard Pipes, a professor of Russian history (and my father), asked if Soviet diplomats ever harassed him like this during the Cold War, replied, “No, never. They simply ignored my public appearances in the West. And in the USSR when I spoke they disagreed politely.”

Gökçe’s behavior in Sofia brought to mind British Prime Minister William Gladstone‘s celebrated “bag and baggage” speech of 1876, regarding what were known as the “Bulgarian horrors”:

Let the Turks now carry away their abuses in the only possible manner, namely, by carrying off themselves. Their Zaptiehs and their Mudirs, their Bimbashes and their Yuzbashis, their Kaimakans and their Pashas, one and all, bag and baggage, shall, I hope, clear out from the [Bulgarian] province they have desolated and profaned.

Gladstone updated might read:

Let the Turks now carry away their abuses in the only possible manner, namely, by carrying off themselves. Their Diyanet and their TIKA, their DOST and their THY, their Erdoğan and their Ambassadors, one and all, bag and baggage, shall, I hope, clear out from the country they would again desolate and profane.

Sending an ambassador to demean and threaten an analyst at a private educational event is the non-violent equivalent of Erdoğan’s bodyguards beating up peaceful demonstrators in Washington. Both are integral parts to suppressing dissent against an increasingly megalomaniacal leader. Erdoğan’s officious diplomats inadvertently make enemies for the regime, bringing closer the day when, bag and baggage, they will wear out their already frayed welcome.

by Daniel Pipes
The Gatestone Institute

 

http://www.meforum.org/6823/another-turkish-ambassador-confronts-me

Daniel Pipes (DanielPipes.org, @DanielPipes) is president of the Middle East Forum.

“Putain, il est chiant lui !” : la gaffe de François de Rugy

0

En pleine séance dans l’Hémicycle, le président de l’Assemblée nationale a eu un écart de langage au perchoir, alors que son micro était allumé.