Αρχική Blog Σελίδα 2694

Greece-Cyprus-Israel EastMed gas pipeline reaches Washington

0

EPA-EFE/JIM HOLLANDER

Israeli Prime Minister Benjamin Netanyahu (C) with Greek Prime Minister Alexis Tsipras (L) and Cypriot President Nicos Anastasiades during the 5th Israel-Greece-Cyprus Summit in Beersheba, in the Negev Desert, Israel, 20 December 2018.

US hot on deal bringing energy to EU, bracing Turkey

Greece, Cyprus, and Israel will reportedly sign an intergovernmental agreement for the EastMed gas pipeline in Tel Aviv on 20 March in the presence of US Secretary of State Mike Pompeo, in a sign of support from Washington for the project that is expected to transfer gas from the East Mediterranean Israeli and Cypriot fields across Greece and onto Italy.

Pompeo’s presence in the signing of the EastMed pipeline also sends a signal to Turkey and Russia about Washington’s willingness to protect its interests in the region.

“It is quite important as it signifies political support to the three countries, seen by the US as its friends in the region, but also as contributing to regional stability and security,” Natural Hydrocarbons Company CEO Charles Ellinas told New Europe on 14 March. “As such, it is also a signal to both Turkey and Russia that the US is standing by the three countries. But I do not believe it extends to anything more than just political support,” he said, adding that it also signifies support for the East Med gas pipeline as an alternative to Russian gas supplies to Europe.

Offshore gas discoveries in Cyprus, Egypt, and Israel, which are transforming perspectives for the Eastern Mediterranean, including plans for the EastMed pipeline, were discussed during a panel on 13 March in Houston’s CERA Week 2019 with Cyprus’ Energy, Commerce and Industry Minister Yiorgos Lakkotrypis, Greece’s Environment and Energy Minister George Stathakis, Israel’s Energy Minister Yuval Steinitz and Egypt’s Petroleum and Mineral Resources Minister Tarek El Molla.

On 14 March, Italian energy major ENI announced a new gas discovery under evaluation in the Nour exploration prospect located in the Nour North Sinai Concession, in the Eastern Egyptian Mediterranean, about 50 kilometres North of the Sinai peninsula.

“Even though ENI has not announced size, it has been rumoured to be substantial, with the lowest estimate being 10 trillion cubic feet. But it could be more,” Ellinas said. “Coming on the back of the Exxon Mobil discovery of Glaucus it is really good news for the East Med and maintains Egypt’s lead in the region, reinforcing its growing LNG (liquefied natural gas) exports,” Ellinas said, adding that with new licensing rounds just announced by Egypt, the potential for more discoveries increases.

The announcement of US energy giant Exxon Mobil on 28 February that it has made the world’s third-biggest natural gas discovery in two years off the coast of Cyprus in the Eastern Mediterranean at the Glaucus-1, the potential for more discoveries offshore Cyprus in the planned drillings and the exploration bids in the Exclusive Economic Zones in Greece and Egypt have fuelled plans for the export of hydrocarbons from the region to Europe, including the EastMed pipeline.

Ellinas, who is skeptical about the project, reiterated his argument that the EastMed gas pipeline is a political project with little chance of being built because of commercial reasons. “It is expensive and the gas it plans to carry is also expensive. By the time it arrives in Europe it will not be able to find buyers as it will not be able to compete with other gas supplies, on price,” Ellinas said.

Another potential massive challenge is if Italy does not allow landing of the EastMed pipeline. “Whoever the owners would be, they would need to secure a different route, for example north through the Balkans. Not only this would delay the project, but also it would increase costs even further. However, the Italian position may change, especially with a change of government,” he said, stressing that whatever happens, the question of whether it is commercially viable remains paramount.

https://www.neweurope.eu/article/greece-cyprus-israel-eastmed-gas-pipeline-reaches-washington/

Μπορεί ο Πούτιν να διορθώσει την οικονομία της Ρωσίας;

0
Γιατί η στασιμότητα είναι η νέα κανονικότητα
Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν απευθύνεται στην Ομοσπονδιακή Συνέλευση στη Μόσχα, τον Φεβρουάριο του 2019. IKHAIL KLIMENTYEV / KREMLIN VIA REUTERS.
Περίληψη:

Έχουν περάσει πέντε χρόνια από την επιβολή του πρώτου γύρου κυρώσεων και την κατάρρευση της τιμής του πετρελαίου, και για τους περισσότερους Ρώσους τα πράγματα έχουν βελτιωθεί ελάχιστα. Οι τιμές του πετρελαίου είναι περίπου διπλάσιες από τις χαμηλότερες του 2015. Η οικονομία αναπτύσσεται πάλι, αν και αργά. Ωστόσο, οι απλοί Ρώσοι δεν αισθάνονται καλύτερα. Στην πραγματικότητα, αισθάνονται χειρότερα.

Ο CHRIS MILLER είναι επίκουρος καθηγητής της Νομικής και Διπλωματικής Σχολής Fletcher, διευθυντής του Προγράμματος Ευρασίας στο Foreign Policy Research Institute και συγγραφέας του βιβλίου με τίτλο Putinomics: Power and Money in Resurgent Russia [1].

Η «κραυγαλέα ασέβεια» προς την κυβέρνηση της Ρωσίας μπορεί τώρα να οδηγήσει κάποιον στην φυλακή, σύμφωνα με έναν νέο νόμο [2] που πέρασε τον νομοθετικό σώμα της χώρας. Ανησυχώντας ότι οι Ρώσοι είναι όλο και περισσότερο διατεθειμένοι να επικρίνουν το κράτος ή να διαμαρτυρηθούν εναντίον του, η κυβέρνηση σφίγγει τα λουριά.

Η δημόσια στήριξη για το Κρεμλίνο και για τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντιμίρ Πούτιν έχει βυθιστεί τους τελευταίους μήνες. Η δημοτικότητα της κυβέρνησης είχε κορυφωθεί μετά την προσάρτηση του ουκρανικού εδάφους της Κριμαίας από την Ρωσία το 2014, εκτοξεύοντας τα ποσοστά έγκρισης του Πούτιν στο σχεδόν 80%, όπου παρέμεινε για περίπου πέντε χρόνια. Ωστόσο, αυτή η πολιτική μαγεία φθίνει. Κατά τους τελευταίους έξι μήνες, τα ποσοστά του Πούτιν [3] έχουν βουλιάξει. Είναι αλήθεια ότι η πιο πρόσφατη δημοσκόπηση του Levada Center, ενός ανεξάρτητου ρωσικού οργανισμού δημοσκοπήσεων, υποδηλώνει ότι το 64% των Ρώσων εξακολουθεί να εγκρίνει το έργο του Πούτιν ως προέδρου. Ωστόσο, αυτός είναι ο μικρότερος αριθμός από το 2013, όταν ο Πούτιν επέστρεψε στην προεδρία εν μέσω αντικαθεστωτικών διαδηλώσεων.

ΟΙ ΚΟΥΦΙΕΣ ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΡΕΜΛΙΝΟΥ

Οι πολίτες της Ρωσίας είναι απαισιόδοξοι σχετικά με την πολιτική, εξαιτίας της οικονομίας της χώρας. Η Ρωσία πέρασε μια μίζερη πενταετία. Το 2014, δύο εξωτερικές κρίσεις έπληξαν την χώρα. Πρώτον, οι τιμές του πετρελαίου κατέρρευσαν, πέφτοντας από τα 100 δολάρια το βαρέλι το 2014 σε μόλις 30 δολάρια το βαρέλι στις αρχές του 2016, μειώνοντας τη μεγαλύτερη ρωσική πηγή εσόδων από εξαγωγές. Δεύτερον, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη επέβαλαν σκληρές οικονομικές κυρώσεις που ανάγκασαν τις ρωσικές επιχειρήσεις να μειώσουν τις επενδύσεις και αύξησαν το κόστος δανεισμού σε ολόκληρη την οικονομία. Καθώς το ρούβλι βούλιαξε, οι επενδύσεις και η κατανάλωση μειώθηκαν επίσης.

14032019-1.jpg

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν απευθύνεται στην Ομοσπονδιακή Συνέλευση στη Μόσχα, τον Φεβρουάριο του 2019. IKHAIL KLIMENTYEV / KREMLIN VIA REUTERS
————————————————————————

Τότε, οι ηγέτες της Ρωσίας μπορούσαν, κάπως δικαιολογημένα, να κατηγορούν τις εξωτερικές δυνάμεις για την οικονομική ύφεση. Η Ρωσία δεν ελέγχει τις τιμές του πετρελαίου, οι οποίες διαμορφώνονται σε μια παγκόσμια αγορά. Και οι κυρώσεις ήταν αποτέλεσμα της αντιπαράθεσης με την Δύση. Εάν εγκρίνετε την προσάρτηση της Κριμαίας -όπως έκαναν οι περισσότεροι Ρώσοι- τότε δεν θα μπορούσατε να κατηγορήσετε τον Πούτιν για τις κυρώσεις. Οι Δυτικοί οικονομικοί περιορισμοί ήταν το κόστος της επαναβεβαίωσης του αναστήματος της Ρωσίας στην παγκόσμια σκηνή.

Τώρα έχουν περάσει πέντε χρόνια από την επιβολή του πρώτου γύρου κυρώσεων και την κατάρρευση της τιμής του πετρελαίου, και για τους περισσότερους Ρώσους τα πράγματα έχουν βελτιωθεί ελάχιστα. Οι τιμές του πετρελαίου είναι περίπου διπλάσιες από τις χαμηλότερες του 2015. Η οικονομία αναπτύσσεται πάλι, αν και αργά. Ωστόσο, οι απλοί Ρώσοι δεν αισθάνονται καλύτερα. Στην πραγματικότητα, αισθάνονται χειρότερα. Προσαρμοσμένα στον πληθωρισμό, τα διαθέσιμα εισοδήματα των νοικοκυριών μειώθηκαν τα τελευταία πέντε χρόνια. Δεν είναι περίεργο που οι Ρώσοι αρχίζουν να κάνουν ερωτήσεις. Κάθε χρονιά ήταν χειρότερη από την προηγούμενη.

Η κυβέρνηση δεν βοηθάει. Πέρυσι, εισήγαγε μια αμφιλεγόμενη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση που θα αυξήσει [4] την ηλικία συνταξιοδότησης από τα 55 στα 60 για τις γυναίκες και από τα 60 στα 65 για τους άνδρες στις επόμενες αρκετές δεκαετίες. Καθώς η κοινωνία γερνά γρήγορα και το συνταξιοδοτικό της σύστημα υποχρηματοδοτείται, η ρωσική κυβέρνηση δεν έκανε λάθος με το να πιστεύει ότι κάτι έπρεπε να αλλάξει. Ωστόσο, οι περισσότεροι Ρώσοι βασίζονται κυρίως στις κυβερνητικές συντάξεις για το εισόδημα της συνταξιοδότησής τους, επομένως αυτή η αλλαγή θα είναι σκληρό χτύπημα. Και σε αντίθεση με τις κυρώσεις, οι αυξήσεις των ορίων συνταξιοδότησης δεν μπορούν να αποδοθούν στο ΝΑΤΟ.

Οι Ρώσοι σε ολόκληρη την χώρα ήταν δυσαρεστημένοι με την αναγγελθείσα αύξηση της ηλικίας συνταξιοδότησης. Κάποιοι κατέβηκαν στους δρόμους [5], αν και ο αριθμός των διαδηλωτών δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλος. Το Κρεμλίνο μετά τις αλλαγές στην συνταξιοδότηση επέβαλλε και αύξηση του φόρου προστιθέμενης αξίας από 18% σε 20%, το κόστος του οποίου θα μεταφερθεί άμεσα στους καταναλωτές. Και αυτό θα πλήξει τα εισοδήματα των νοικοκυριών, καθιστώντας τους Ρώσους πιο φτωχούς.

Στην ετήσια ομιλία του [6] προς την Ρωσική Ομοσπονδιακή Συνέλευση στα τέλη Φεβρουαρίου, ο Πούτιν διαβεβαίωσε τους Ρώσους ότι θα έκανε τα πράγματα καλύτερα. Αναφέρθηκε στην εξωτερική πολιτική, αλλά το μεγαλύτερο μέρος της ομιλίας επικεντρώθηκε στις εγχώριες μεταρρυθμίσεις. Οι πιο φτωχές οικογένειες θα λάβουν βοήθεια για την υποστήριξη των τέκνων, υποσχέθηκε. Οι οικογένειες με παιδιά με ειδικές ανάγκες θα λάβουν μερικές χιλιάδες επιπλέον ρούβλια κάθε μήνα. Όσοι έχουν πολλά παιδιά θα λάβουν επιδοτήσεις στέγασης και χαμηλότερα επιτόκια για στεγαστικά δάνεια. Και οποιαδήποτε οικογένεια με τρία ή περισσότερα παιδιά θα πάρει φορολογικές περικοπές για σπίτια και γαιοκτησία.

Ήταν μια ομιλία που προοριζόταν για τις οικογένειες που αγωνίζονται, μια απόδειξη ότι οι πολιτικοί σύμβουλοι και οι ωραιοποιοί του Κρεμλίνου αντιλαμβάνονται ότι πρέπει να προσφέρουν κάτι περισσότερο από την γεωπολιτική αντιπαράθεση. Αλλά αν το μήνυμα έβλεπε στον στόχο, δεν είχε ουσία. Προσθέτοντας τις δεσμεύσεις της ομιλίας του Πούτιν, ο υπουργός Οικονομικών Anton Siluanov προέβλεψε ότι οι υποσχέσεις του θα κοστίζουν 100 δισεκατομμύρια έως 120 δισεκατομμύρια ρούβλια [7] ή περίπου 1,5 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Διαιρέστε τον αριθμό αυτόν με τον πληθυσμό της Ρωσίας, περίπου 140 εκατομμύρια άτομα, και οι νέες ελεημοσύνες του Πούτιν ανέρχονται σε λίγο περισσότερο από 10 δολάρια ανά άτομο ανά έτος. Ακόμη και σε μια χώρα όπως η Ρωσία, όπου οι μισθοί είναι πολύ χαμηλότεροι από ό, τι στις Ηνωμένες Πολιτείες, αυτά είναι ψίχουλα. Αντιπαραβάλετε την υπόσχεση του Κρεμλίνου για αύξηση των κοινωνικών δαπανών κατά 1,5 δισ. δολάρια, για παράδειγμα, με τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας ύψους 390 δισ. δολαρίων. Ή δείτε την κρατική εταιρεία ενέργειας Gazprom, η οποία ανέφερε κέρδη 15 δισ. δολαρίων [8] κατά τους πρώτους εννέα μήνες του 2018. Ή τους 58 Ρώσους, οι οποίοι, σύμφωνα με το Forbes [9], έχουν προσωπική περιουσία μεγαλύτερη από την αύξηση των δαπανών που υποσχέθηκε ο Πούτιν.

Για να καταλάβουμε πραγματικά πόσο υποτονική είναι η υπόσχεση δαπανών του Πούτιν, ωστόσο, συγκρίνετέ την με τα έσοδα που θα συγκεντρωθούν [10] από την φετινή αύξηση των φόρων -γύρω στα 8,9 δισεκατομμύρια δολάρια, σύμφωνα με το Υπουργείο Οικονομικών. Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση της Ρωσίας μειώνει τα εισοδήματα των νοικοκυριών μέσω μιας σημαντικής αύξησης των φόρων, αποδίδοντας ένα μικρό τμήμα αυτών των εσόδων μέσω νέων κοινωνικών δαπανών και ελπίζοντας ότι κανείς δεν θα παρατηρήσει ότι το Κρεμλίνο τσεπώνει τα υπόλοιπα.

Σε κάθε περίπτωση, το αν το Κρεμλίνο θα προχωρήσει με τις νέες υποσχέσεις του για δαπάνες, δεν είναι καθόλου σαφές. Ο Πούτιν έκανε μια παρόμοια δέσμη υποσχέσεων [11] το 2012, γύρω στην αρχή της προηγούμενης προεδρικής του θητείας, όταν υποσχέθηκε ότι θα αυξήσει τους μισθούς αλλά δεν θα αυξήσει την ηλικία συνταξιοδότησης. Πέντε χρόνια αργότερα, πολλές από εκείνες τις υποσχέσεις παρέμειναν εντελώς ανεκπλήρωτες. Αυτή την φορά, η εκπλήρωση των υποσχέσεων θα είναι ακόμη πιο δύσκολη. Οι επαρχιακές κυβερνήσεις της Ρωσίας, οι οποίες συχνά είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή κοινωνικών προγραμμάτων, είναι σε πολλές περιπτώσεις τώρα πολύ χρεωμένες [12] μετά από πέντε χρόνια οικονομικής στασιμότητας.

Το Κρεμλίνο ξέρει φυσικά ότι οι υποσχέσεις του δεν είναι τόσο εντυπωσιακές. Ωστόσο, η ελίτ της Ρωσίας πιστεύει ότι έχει κάποιο μικρό περιθώριο ελιγμών, καθώς η αντιπαράθεση της χώρας με την Δύση εντείνεται. Οι περισσότεροι ηγέτες της Ρωσίας πιστεύουν [13] ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες σχεδιάζουν να αυξήσουν την οικονομική τους πίεση. Η Γερουσία των ΗΠΑ μελετά [14] ένα νομοσχέδιο που θα επιβάλλει κυρώσεις στην έκδοση νέου δημοσίου χρέους της Ρωσίας, γεγονός που στην πράξη θα περιορίσει την ικανότητα της Ρωσίας να διατηρήσει ένα μεγάλο δημοσιονομικό έλλειμμα. Η Ρωσία έχει προετοιμαστεί από καιρό για αυτό το είδος εξωτερικής πίεσης με αυστηρές δημοσιονομικές πολιτικές. Αλλά χωρίς μια αναπτυσσόμενη οικονομία, ο λαός θα βρει την κυβερνητική λιτότητα πιο επίπονη από πριν.

Η μόνη άλλη επιλογή για το Κρεμλίνο είναι η βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος με τρόπους που προσελκύουν περισσότερους Ρώσους και ξένους επενδυτές. Τέτοιες κινήσεις, ωστόσο, θα απειλούσαν επίσης την ικανότητα του Κρεμλίνου να ελέγχει την ρωσική εσωτερική πολιτική. Σε πολλές περιπτώσεις, η ρωσική κυβέρνηση θεωρεί τους ξένους επενδυτές ως απειλή [15]. Ένας μεγάλος Αμερικανός επενδυτής στην Ρωσία, ο Michael Calvey [16], φυλακίστηκε τον Φεβρουάριο με αμφίβολες κατηγορίες. Και η βελτίωση του περιβάλλοντος για τους εγχώριους επενδυτές σημαίνει μείωση της ισχύος των μονοπωλιακών κρατικών επιχειρήσεων -επιχειρήσεων μέσω των οποίων το Κρεμλίνο μπορεί να ασκεί εξουσία εγχωρίως.

ΜΙΑ ΣΤΑΣΙΜΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΣΤΑΘΕΡΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Με δεδομένους αυτούς τους περιορισμούς, η κυβέρνηση της Ρωσίας πιστεύει ότι η καλύτερη επιλογή της είναι η περιστολή. Το Κρεμλίνο γνώριζε ότι οι φορολογικές αυξήσεις και οι περικοπές των συντάξεων θα καθιστούσαν τους ανθρώπους δυσαρεστημένους. Ωστόσο, εν μέσω οικονομικού πολέμου με την Δύση, ρωτούν οι Ρώσοι ηγέτες, ποια επιλογή έχει η χώρα τους;

Επομένως, να αναμένετε περισσότερες υποσχέσεις από το κράτος, αλλά μην περιμένετε πολλά να αλλάξουν. Το στυλ διακυβέρνησης του Κρεμλίνου εγχωρίως και η αντιπαράθεση με τη Δύση στο εξωτερικό το έχουν εγκλωβίσει. Μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια, η οικονομία της Ρωσίας θα αναπτυχθεί ελάχιστα, αναφέρουν οι προβλέψεις της κυβέρνησης της χώρας [17]. Δεδομένων τέτοιων δυσοίωνων προβολών, αν δεν υπάρξει μια νέα ξένη κρίση για να συσπειρωθούν γύρω από αυτήν, οι Ρώσοι πιθανώς θα κρίνουν τις πολιτικές του Κρεμλίνου ως στάσιμες. Αλλά το στάσιμο μπορεί να είναι σταθερό, ακόμη και αν τα ποσοστά έγκρισης του Πούτιν μειωθούν περαιτέρω. Η νέα νομοθεσία για την επιβολή αυστηρότερων κυρώσεων για επικριτική ρητορική κατά της κυβέρνησης αυξάνει το κόστος της διαφωνίας. Ο κίνδυνος επιβολής προστίμων ή σύλληψης θα αποτρέψει τους περισσότερους ανθρώπους από το να διαμαρτυρηθούν ενάντια στις ζοφερές οικονομικές προοπτικές. Οι Ρώσοι είναι πικρά συνηθισμένοι στην οικονομική στασιμότητα και την αναποτελεσματική διακυβέρνηση -και είναι απίθανο να τους προσφερθεί μια εναλλακτική λύση σύντομα.

Copyright © 2019 by the Council on Foreign Relations, Inc.
All rights reserved.

Στα αγγλικά: https://www.foreignaffairs.com/articles/russian-federation/2019-03-13/ca…

Σύνδεσμοι:
[1] https://www.amazon.com/Putinomics-Power-Money-Resurgent-Russia/dp/146964…
[2] https://www.theguardian.com/world/2019/mar/06/russian-parliament-outlaws…
[3] https://www.levada.ru/en/ratings/
[4] https://www.rferl.org/a/putin-offers-concessions-to-controversial-pensio…
[5] https://www.reuters.com/article/us-russia-protests-pensions/despite-puti…
[6] http://en.kremlin.ru/events/president/transcripts/59863
[7] http://www.rbc.ru/economics/20/02/2019/5c6d59d09a7947d9ade4bcad?from=center
[8] https://www.rbc.ru/business/30/11/2018/5c016d6d9a7947130d48fe55
[9] https://www.forbes.com/billionaires/#3e5e154c251c
[10] http://tass.com/economy/1038487
[11] https://www.fpri.org/wp-content/uploads/2018/02/SokheyRPE2.pdf
[12] https://www.fpri.org/wp-content/uploads/2018/11/jarmas.pdf
[13] https://www.vedomosti.ru/business/articles/2019/03/05/795745-sanktsii-ga…
[14] https://www.menendez.senate.gov/news-and-events/press/senators-introduce…
[15] https://www.themoscowtimes.com/2019/02/25/putin-is-said-to-have-defended…
[16] https://www.bloomberg.com/news/articles/2019-02-16/russian-court-holds-u…
[17] https://www.cbr.ru/Collection/Collection/File/14170/2018_04_ddcp_e.pdf

Μπορείτε να ακολουθείτε το «Foreign Affairs, The Hellenic Edition» στο TWITTER στην διεύθυνση www.twitter.com/foreigngr αλλά και στο FACEBOOK, στην διεύθυνση www.facebook.com/ForeignAffairs.gr και στο linkedin στην διεύθυνση https://www.linkedin.com/company/foreign-affairs-the-hellenic-edition

Οι Αμερικανοί καπιταλιστές πρέπει να ασπαστούν τον «σοσιαλισμό»

0
  • Του Janan Ganesh Δημοσιεύθηκε: 14 Μαρτίου 2019 – 08:00 Financial Times/euro2day.gr

Οι υπέρμαχοι της ελεύθερης αγοράς πρέπει να αποδεχθούν λογικές υποχωρήσεις, αν θέλουν να επιβιώσει το «σύστημα». Η δυσαρεστημένη γενιά των millennials, η άνοδος των ανισοτήτων και το New Deal.

Σε μια χώρα όπου ο «φιλελευθερισμός» σημαίνει μεγάλη κυβέρνηση και ο «νεοσυντηρητισμός» υποδηλώνει ουτοπικό σθένος, η κατακρεούργηση ενός άλλου αφηρημένου ουσιαστικού ήταν μάλλον αναμενόμενη.

Αλλά τoύτο δεν καθιστά λιγότερο θλιβερό αυτό που έχει υποστεί ο «σοσιαλισμός»από την αμερικανική πολιτική τους τελευταίους μήνες.

Είτε βγαίνει από τα χείλη Δημοκρατικών, οι οποίοι έχουν αρχίσει να βλέπουν θετικά τη λέξη, είτε από τα χείλη Ρεπουμπλικάνων, οι οποίoι νιώθουν ακόμα την ίδια απέχθεια, έχει αποκτήσει ένα νόημα πιο κοντά στην ευρωπαϊκή σοσιαλιστική (ή χριστιανική) δημοκρατία.

Δημοσιονομικές μεταφορές, οικουμενική υγειονομική περίθαλψη, ισχυρά εργατικά συνδικάτα: τα στοιχεία αυτά όχι μόνο δεν ισοδυναμούν με σοσιαλισμό -η Δανία δεν είναι μια κρατικά ελεγχόμενη οικονομία-, αλλά ένας πραγματικός υπέρμαχος του δόγματος αυτού θα τα αντιμαχόταν ως απόπειρα να ξεπουληθεί η επανάσταση. Δεν έχουν σχεδιαστεί για να αντικαταστήσουν την αγορά, όσο για να σταματήσουν τις μάζες από το να στραφούν εναντίον της.

Όλα τα παραπάνω οδηγούν σε μια παράδοξη σκέψη. Οι σκληροπυρηνικοί καπιταλιστές πρέπει να ψηφίσουν έναν Δημοκρατικό πρόεδρο το 2020 -ακόμα και έναν σχετικά αριστεριστή- αντί για έναν Ρεπουμπλικάνο. Άλλωστε, το σύστημα της ελεύθερης αγοράς είναι λιγότερο δημοφιλές από οποιαδήποτε άλλη περίοδο μετά τη δεκαετία του 1930.

Μια απάντηση στη δυσαρέσκεια αυτή είναι να μην υπάρξει καμία υποχώρηση. Μια πιο συνετή απάντηση είναι να συγκρατηθεί ο θυμός με την πραγματοποίηση ρεαλιστικών παραχωρήσεων.

Ο Ντόναλντ Τραμπ κέρδισε την προεδρία ακολουθώντας τη δεύτερη προσέγγιση, αλλά κυβέρνησε εντέλει με βάση την πρώτη. Έχοντας ξεκινήσει την προεκλογική του εκστρατεία με μια υπόσχεση να σώσει όχι μόνο το Medicare (το οποίο εξυπηρετεί τους ηλικιωμένους) αλλά και το Medicaid (το οποίο εξυπηρετεί τους φτωχούς), έχει μειώσει τους φόρους και τώρα αναζητά περικοπές από την κοινωνική πρόνοια, για να καλύψει το δημοσιονομικό έλλειμμα. Μετά την περιλάλητη «διατάραξη» της ρεπουμπλικανικής ορθοδοξίας, φαίνεται τώρα να ακολουθεί μια κλασική πλατφόρμα του ρεπουμπλικανικού κόμματος, τουλάχιστον στην εγχώρια πολιτική.

Αν αυτό είναι το σχέδιο της δεξιάς για τη σωτηρία του συστήματος της ελεύθερης αγοράς, τότε οι καπιταλιστές πρέπει να δοκιμάσουν την τύχη τους με την αριστερά. Μπορεί να υπάρξει ένα μέλλον στο οποίο ένα πιο γενναιόδωρο κοινωνικό κράτος, χρηματοδοτούμενο από τους φόρους όσων πλούτισαν από τον δεκαετή πληθωρισμό των στοιχείων ενεργητικού, θα κατευνάσει ένα μέρος της αντικαπιταλιστικής οργής. Δεν μπορεί να υπάρξει ένα μέλλον στο οποίο θα επαναληφθεί η εφαρμογή μιας οικονομικής πολιτικής προσανατολισμένης στην προσφορά.

Μια ακόμα προεδρική θητεία με τις ίδιες πολιτικές θα αποτελούσε πράγματι μια τακτική νίκη για τους υπέρμαχους της ελεύθερης αγοράς, αλλά θα εμπεριείχε στρατηγικό ρίσκο. Για χάρη της βραχυπρόθεσμης ικανοποίησης των χαμηλότερων φόρων και των λιγότερο ρυθμισμένων αγορών, ρισκάρουν το βάθεμα της απογοήτευσης ενός εκλογικού σώματος, το οποίο ανησυχεί ήδη για την ακριβοδικία του συστήματος.

Η αντίληψη της γενιάς των millennials για τον καπιταλισμό θα έπρεπε να τους κρατάει ξύπνιους το βράδυ. Δεν θα έπρεπε να το κάνει ο προσωρινός μπελάς μιας «προοδευτικής» κυβέρνησης. Η προτεραιότητα των καπιταλιστών δεν είναι η εκλογή των Ρεπουμπλικανών. Είναι η διατήρηση της λαϊκής στήριξης στον καπιταλισμό. Αν αυτό επιτυγχάνεται καλύτερα μέσω κάποιων μέτρων αναδιανομής και ρύθμισης των αγορών, δεν θα είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει.

Όπως πάντα, το στοίχημα στην πολιτική είναι να μπορεί να διακρίνει κανείς ανάμεσα σε μικρότερα και μεγαλύτερα δεινά. Δεν μπορούν να το κάνουν όλοι. Αρκεί να αναλογιστεί κανείς πόσο μισητή είναι η Ελίζαμπεθ Γουόρεν στη Wall Street. Ακόμα και δυνητικοί χρηματοδότες των Δημοκρατικών αναρωτιούνται τι θα κάνουν αν η Γερουσιαστής της Μασαχουσέτης κερδίσει το χρίσμα για τις προεδρικές εκλογές του 2020.

Το έγκλημα της; Η προτίμηση στη φορολόγηση της μεγάλης περιουσίας και στη ρύθμιση των χρηματοοικονομικών αγορών. Είναι λογικό για τους τραπεζίτες να ανησυχούν για τις πολιτικές αυτές. Αλλά θα έπρεπε να ανησυχούν και για τον θυμό που θα συσσωρευτεί, αν δεν εφαρμοστούν πολιτικές σαν αυτές που προτείνει.

Η κ. Γουόρεν είναι «καπιταλίστρια ως το κόκαλο». Θέλει περισσότερο, όχι λιγότερο ανταγωνισμό στην οικονομία. Αν οι καπιταλιστές πιστεύουν ότι τέσσερα ή οκτώ χρόνια από την αριστερίστικη τεχνοκρατία της είναι ό,τι χειρότερο μπορεί να συμβεί, τότε δεν χρησιμοποιούν τη φαντασία τους όσο θα έπρεπε. Καλύτερα αυτή παρά μια πιο σκληρή σύγκρουση με την κοινή γνώμη στο μέλλον. Καλύτερα μια ελεγχόμενη έκρηξη, από μια που θα είναι απρόοπτη και ανεξέλεγκτη. Αυτή τη στιγμή, ο πολιτικός διάλογος αφορά τις υπερβολές του καπιταλισμού. Πολύ σύντομα, θα προχωρήσει στα θεμέλια του ίδιου του συστήματος.

Η διατήρηση του καπιταλισμού περνάει από τον μετριασμό του: δεν υπάρχει κανένα παράδοξο σε αυτό. Ο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ θεωρούσε πως είναι βασικό του πολιτικό καθήκον, όπως και ο Ρίτσαρντ Νίξον και άλλοι Ρεπουμπλικάνοι οι οποίοι συμφιλιώθηκαν με τη μεγάλη κυβέρνηση.

Ο κ. Τραμπ κατέληξε σε μια παρόμοια σκέψη το 2016. Τουλάχιστον από την εποχή του Τζον Μέιναρντ Κέινς, οι πιο πιστοί φίλοι του καπιταλισμού κατανοούσαν ότι στην πιο καθαρή του μορφή δεν μπορούσε να έχει τη στήριξη της πλειοψηφίας των ψηφοφόρων. Ο Φραγκλίνος Ρούσβελτ αποδείχτηκε καλύτερος προστάτης του συστήματος από εκείνους που διαμαρτύρονταν ότι το New Deal συνιστά φιλοσοφική προδοσία. Γνώριζε ότι μια ιδέα μπορεί να πεθάνει από υπερβολική καθαρότητα. Λίγοι το γνωρίζουν σήμερα. Η υπεράσπιση της ελεύθερης αγοράς δεν χρειάζεται να οδηγεί στην αντίσταση σε κάθε αλλαγή ως κομμουνιστικής απειλής.

Αν οι Ρεπουμπλικανοί έχουν γίνει επικίνδυνοι για τον καπιταλισμό, είναι επειδή πιστεύουν υπερβολικά πολύ σε αυτόν.

Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved

Η τεχνολογία χωρίζει τον κόσμο σε δύο νέα μπλοκ

0
  • Του Gideon Rachman Δημοσιεύθηκε: 13 Μαρτίου 2019 – 08:0 Financial Times/euro2day.gr

Ο Ψυχρός Πόλεμος έδωσε τη θέση του στην παγκοσμιοποίηση, αλλά τα δεδομένα αλλάζουν. Η σύγκρουση ΗΠΑ – Κίνας και η αυξανόμενη πίεση προς τις υπόλοιπες χώρες να διαλέξουν στρατόπεδο. Πώς το Πεκίνο εκμεταλλεύεται τα λάθη του Λευκού Οίκου.

Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου υπήρχε ένα «ανατολικό» και ένα «δυτικό» μπλοκ, και τα κράτη προσδιορίζονταν από το εάν ήταν πιο κοντά στην Ουάσιγκτον ή τη Μόσχα.

Τώρα, σχεδόν τριάντα χρόνια μετά την πτώση του τείχους του Βερολίνου, οι αυξανόμενες εντάσεις μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας δημιουργούν εκ νέου μια γεωπολιτική διαχωριστική γραμμή. Και από τις χώρες αναμένεται να ξεκαθαρίσουν αν στέκονται δίπλα στην Ουάσιγκτον ή στο Πεκίνο.

Το τελευταίο παράδειγμα ήρθε την περασμένη εβδομάδα, με την είδηση ότι η Ιταλία είναι κοντά στο να γίνει η πρώτη από τις χώρες του G7 που θα υπογράψει ένα MoU υποστήριξης του γιγάντιου κινεζικού σχεδίου έργων υποδομής, γνωστού ως «Μια Ζώνη, ένας Δρόμος» (BRI). Εντός ωρών, εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου άσκησε κριτική στο BRI ως σχέδιο «που έγινε από την Κίνα, για την Κίνα» και υπονόησε ότι δεν θα προσφέρει οφέλη για την Ιταλία. Το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών απάντησε θυμίζοντας στους Αμερικανούς ότι η Ιταλία είναι ένα ανεξάρτητο κράτος. Ο πρόεδρος Σι σχεδιάζει να επισκεφτεί την Ιταλία αργότερα αυτό τον μήνα, για να σφραγίσει τη συμφωνία.

Ο ανταγωνισμός για την Ιταλία υπογραμμίζει ότι η αντιπαλότητα ΗΠΑ-Κίνας είναι τώρα παγκόσμια. Η οικονομική και πολιτική έλξη της Κίνας φτάνει πολύ πιο πέρα από την ασιατική ενδοχώρα και επεκτείνεται βαθιά στη Λατινική Αμερική και τη Δυτική Ευρώπη, περιοχές που κάποτε θεωρούνταν φυσικό τμήμα της αμερικανικής σφαίρας επιρροής.

Αυτή η σινο-αμερικανική πάλη είναι επίσης αυξανόμενα απροκάλυπτη. Η απόφαση της διοίκησης Τραμπ να ξεκινήσει εμπορικό πόλεμο με την Κίνα ολοκλήρωσε την περίοδο κατά την οποία οι δύο πλευρές μπορούσαν να επιμένουν ότι το εμπόριο και οι επενδύσεις ήταν «ουδέτερο έδαφος» και μπορούσαν να κρατηθούν εκτός της στρατηγικής αντιπαλότητας. Την ίδια στιγμή, οι τεράστιες φιλοδοξίες του BRI έχουν προκαλέσει φόβους στην Ουάσιγκτον ότι η Κίνα μπαίνει σε μια νέα φάση σε ό,τι αφορά την ανάδειξή της σε μια χώρα με αίγλη μεγάλης δύναμης. Αν το BRI πετύχει, θα συνδέσει την ευρωασιατική ενδοχώρα πολύ πιο στενά με την Κίνα, υπονομεύοντας δυνητικά τη σημασία των διατλαντικών δεσμών.

Στην Ουάσιγκτον, τα μεγάλα επενδυτικά σχέδια της Κίνας σκανάρονται συστηματικά για τις στρατηγικές τους επιπτώσεις. Το γεγονός ότι κινεζικές εταιρείες επενδύουν σε λιμάνια ανά τον κόσμο αντιμετωπίζεται υπό το πρίσμα ενός αναδυόμενου ναυτικού ανταγωνιστή προς τις ΗΠΑ. Η διεθνής επέκταση της Huawei, της κινεζικής τεχνολογικής εταιρείας, έγινε μέρος μιας ευρύτερης πάλης για την τεχνολογική υπεροχή και την κατασκοπεία. Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν ξοδέψει τους τελευταίους μήνες παρακαλώντας θερμά τους συμμάχους τους να μην επιτρέψουν στη Huawei να διαχειριστεί τα δίκτυα 5G, υποστηρίζοντας ότι θα είναι ένα ασυγχώρητο ρίσκο ασφάλειας.

Αρκετοί κρίσιμοι σύμμαχοι των ΗΠΑ, περιλαμβανομένης της Ιαπωνίας και της Αυστραλίας, έχουν ήδη ταχθεί με την αμερικανική πλευρά στο θέμα της Huawei. Άλλοι, όμως, όπως η Μεγάλη Βρετανία, ακόμα το σκέφτονται. Αν η Βρετανία ανοίξει τις πόρτες στη Huawei, θα αναλάβει ένα ρίσκο ασφάλειας το οποίο θα μπορούσε να τραυματίσει τις πολύτιμες συμφωνίες ανταλλαγής πληροφοριών με τις ΗΠΑ. Αν, όμως, την μπλοκάρουν, οι βρετανικές ελπίδες για ένα ανοδικό κύμα στο εμπόριο και στις επενδύσεις από την Κίνα μετά το Brexit, θα τεθούν σε κίνδυνο.

Η συμπίεση ανάμεσα στην Ουάσιγκτον και το Πεκίνο μπορεί να είναι πολύ άβολη. Αφότου ο Καναδάς υπάκουσε σε αίτημα έκδοσης των ΗΠΑ και συνέλαβε τη Meng Wanzhou, οικονομική διευθύντρια της Huawei, η κινεζική αντίδραση ήταν σφοδρή. Εντός ημερών συνελήφθησαν Καναδοί πολίτες στην Κίνα και τα στελέχη της χώρας είναι τώρα πολύ διστακτικά στο να ταξιδέψουν εκεί. Παρομοίως, όταν η Νότια Κορέα συμφώνησε με τις ΗΠΑ να αναπτύξει ένα αμερικανικό αντιπυραυλικό σύστημα με το όνομα «Thaad», στους Κινέζους τουρίστες δόθηκαν οδηγίες να αποφεύγουν τη χώρα και καταστήματα που ανήκουν στον νοτιοκορεατικό λιανέμπορα Lotte στην ηπειρωτική Κίνα έκλεισαν αφού προηγουμένως «απέτυχαν» σε ελέγχους ασφαλείας.

Το γεγονός ότι η Κίνα είναι αυξανόμενα πρόθυμη να ασκήσει άμεση πίεση σε συμμάχους των ΗΠΑ είναι μια μαρτυρία της αυξανόμενης εμπιστοσύνης που αισθάνεται το Πεκίνο. Αυτό, με τη σειρά του, αντανακλά μια στροφή στην οικονομική ισχύ. Όταν χώρες της ζώνης BRI εξετάζουν το εάν θα αποδεχτούν τα πακέτα υποδομών του Πεκίνου, δεν υπάρχει σχεδόν ποτέ μια αντιπροσφορά από τις ΗΠΑ. Ούτε υπάρχει ακόμα μια αμερικανική εταιρεία που μπορεί να προσφέρει εναλλακτική στην τεχνολογία 5G της Huawei.

Στη μάχη με την Κίνα για την επιρροή, το ατού των ΗΠΑ είναι συχνά η ασφάλειααντί για το εμπόριο. Χώρες περιλαμβανομένων της Ιαπωνίας, της Νότιας Κορέας, της Γερμανίας και της Αυστραλίας έχουν μεγαλύτερες εμπορικές συναλλαγές με την Κίνα απ’ ό,τι με τις ΗΠΑ. Ολες όμως προσβλέπουν στην τελευταία για στρατιωτική προστασία.

Οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να υπονομεύσουν το στρατιωτικό πλεονέκτημα, αν ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ προχωρήσει με την επιθυμία του, που μεταφέρουν ρεπορτάζ, να χρεώσει τους συμμάχους για την αμερικανική προστασία.

Η Κίνα, όμως, δεν ασχολείται επί του παρόντος με την προσφορά εγγυήσεων ασφάλειας. Ως αποτέλεσμα, ένας αναδυόμενος κόσμος δύο μπλοκ είναι απίθανο να στηθεί γύρω από ανταγωνιστικές στρατιωτικές συμμαχίες, όπως στον Ψυχρό Πόλεμο, όταν το Σύμφωνο της Βαρσοβίας στάθηκε απέναντι στο ΝΑΤΟ. Αντίθετα, είναι η τεχνολογία που θα γίνει η βάση για τον νέο παγκόσμιο διαχωρισμό.

Η Κίνα εδώ και καιρό απαγόρευσε τις Google και Facebook. Τώρα οι ΗΠΑ πασχίζουν να ανακόψουν τη Huawei. Με τις ανησυχίες να συσσωρεύονται αναφορικά με τον έλεγχο και τη διασυνοριακή μεταφορά δεδομένων, οι χώρες ίσως βρεθούν υπό αυξανόμενη πίεση να διαλέξουν μεταξύ του τεχνολογικού σύμπαντος των ΗΠΑ και της κινεζικής εκδοχής, και ίσως ανακαλύψουν ότι τα δύο είναι αυξανόμενα διαχωρισμένα μεταξύ τους. Μια διαίρεση που ξεκίνησε με την τεχνολογία δεν θα παραμείνει εκεί. Τα δεδομένα και οι επικοινωνίες είναι τώρα θεμελιώδη σχεδόν σε κάθε μορφή επιχειρηματικής δραστηριότητας ή στρατιωτικής δράσης.

Ο κόσμος των δύο μπλοκ του Ψυχρού Πολέμου αντικαταστάθηκε από την εποχή της παγκοσμιοποίησης. Τώρα η ίδια η παγκοσμιοποίηση μπορεί να απειλείται από την επανεμφάνιση του κόσμου των δύο μπλοκ.

Copyright The Financial Times Limited 2017. All rights reserved.

NATO: The Secretary General’s Annual Report 2018

0

14 Mar. 2019 –

  • Last updated: 14 Mar. 2019 11:23
  • On 14 March 2019, Secretary General Jens Stoltenberg released his Annual Report for 2018.
The Report outlines how NATO is responding to today’s security threats, adapting to new challenges, and investing in the future.

It covers NATO’s activities and achievements to strengthen its deterrence and defence posture, to boost its efforts to fight international terrorism, to increase its capacity building support to partners and to accelerate its modernisation and innovation agenda.

The Annual Report includes the details of estimated 2018 national defence expenditures for all 29 NATO Allies.

Below you will find short descriptions of – as well as direct links to – the elements of the annual report.

You can also download the full annual report.

Foreword

NATO: Fit for the Future

At the end of 2018, I met with our troops during Trident Juncture, NATO’s largest exercise since the Cold War. Over 50,000 men and women came from across Europe and North America to take part. They moved heavy equipment – 65 ships, 250 aircraft and 10,000 land vehicles – across borders at record speed. They trained under challenging weather conditions and successfully tested new technologies, such as micro-drones. Trident Juncture demonstrated NATO’s strength and readiness to tackle any threat in an unpredictable world.

The story of NATO in 2018 is of a modern Alliance, responding to today’s security threats, adapting to new challenges and investing in the future.

Read the Foreword in the Annual Report (PDF)

TOP

For All Who Serve

For All Who Serve

NATO’s greatest responsibility is to protect and defend the Alliance’s territory and populations against any attack. To achieve that mission, we rely more than anything else on the personnel of Allied and partner countries’ armed forces.

Throughout 2018, tens of thousands of soldiers, sailors, aircrew and marines from North America and Europe were working under the same NATO flag – from the High North to the Mediterranean Sea, from the North Atlantic Ocean to Afghanistan. It is their skill and determination, above all, which keep our nations safe.

The men and women who serve are the living embodiment of NATO’s values. They are the clearest and most powerful expression of everything the Alliance stands for. And we owe them and their families a profound debt of gratitude for the sacrifices they make on our behalf.

TOP

Deterrence, Defence & DialogueNATO’s greatest responsibility is to prevent conflict and preserve peace. In 2018, the Alliance took important steps to continue to keep its citizens safe.

Read the chapter “Deterrence, Defence & Dialogue” in the Annual Report (PDF)

TOP

Investing in SecurityThe ability of the Alliance to fulfil all its tasks depends on it having the right tools and capabilities. That, in turn, means appropriate investment in defence, with all 29 Allies contributing their fair share.

Read the chapter “Investing in Security: A Fairer Alliance” in the Annual Report (PDF)

TOP

Modernising NATOIn 2018, the Alliance continued to modernise – ensuring that it has the right political and military structures in place, and that it is as responsive, efficient, effective and accountable as it needs to be in a more dangerous world..

Read the chapter “Fit for Purpose: Modernising NATO” in the Annual Report (PDF)

TOP

Projecting Stability: Countering Terrorism, Working with PartnersNATO is a source of stability and security in today’s world. The Alliance helps to project stability in many different ways – including through its operations, by training partner countries’ armed forces, and through political engagement and dialogue.

Read the chapter “Projecting Stability: Countering Terrorism, Working with Partners” in the Annual Report (PDF)

TOP

Promoting Equality: Women, Peace and SecurityNATO recognises the disproportionate impact conflict and post-conflict situations have on women and girls, and acknowledges the importance of ensuring women’s active and meaningful participation in decision-making roles at NATO and in security institutions more broadly.

Read the chapter “Promoting Equality: Women, Peace and Security” in the Annual Report (PDF)

TOP

OrganisationA political-military alliance of 29 countries, NATO is also an adaptable organisation, committed to being efficient, flexible and accountable.

Read the chapter “Organisation” in the Annual Report (PDF)

TOP

Annexes

Resolute Support Mission

The Resolute Support Mission is a NATO-led mission to train, advise and assist the Afghan security forces and institutions. The mission was launched on 1 January 2015, immediately following the stand-down of the International Security Assistance Force.

Read the annex“Resolute Support Mission” in the Annual Report (PDF)

Kosovo Force

The NATO-led Kosovo Force’s mission is to contribute to maintaining a safe and secure environment as mandated by United Nations Security Council Resolution 1244. In carrying out its mission, NATO cooperates and assists the United Nations, the European Union and other international actors, as appropriate, to support the development of a stable and peaceful Kosovo. KFOR supports the development of professional, democratic and multiethnic security structures in Kosovo.

Read the annex“Kosovo Force” in the Annual Report (PDF)

Defence Expenditure of NATO Countries (2011-2018)

NATO collects defence expenditure data from Allies on a regular basis and presents aggregates and subsets of this information. Each Allied country’s Ministry of Defence reports current and estimated future defence expenditure according to an agreed definition of defence expenditure. The amounts represent payments by a national government actually made during the course of the fiscal year to meet the needs of its armed forces or those of Allies..

Read the annex“Defence Expenditure of NATO Countries (2011-2018)” in the Annual Report (PDF)

https://www.nato.int/cps/en/natohq/opinions_164187.htm?utm_medium=email&utm_campaign=Secretary%20Generals%20Annual%20Report%20for%202018&utm_content=Secretary%20Generals%20Annual%20Report%20for%202018+CID_3681e0b4c9cfdf3b19103dc9efae790e&utm_source=Email%20marketing%20software&utm_term=The%20full%20Report%20is%20now%20available%20online

Immigrants help the economy — even 100 years later

0

Published: Mar 12, 2019 4:41 p.m. ET

New research finds that U.S. counties with more historical immigration have higher salaries, less poverty and less unemployment today

SeventyFour/iStock
New research links immigration with increases in manufacturing and agricultural production.

By

NICOLELYN PESCE

While the debate over America’s immigration policy has been stirred up again by President Trump requesting $8.6 billion from Congress to build a border wallwith Mexico, and House Democrats introducing a bill to offer 2.5 million U.S. immigrants a chance at citizenship, a new study suggests that immigration boosts the economy in the short-term — and continues to do so even 100 years later.

Oxford researchers studied the effects of immigration in the U.S. between 1850 and 1920 — aka the Age of Mass Migration — and its effect on economy prosperity today. And they found that the counties with more historical immigration have overall higher incomes, less poverty and less unemployment even today. In fact, the immigration impact is so sizable that they calculate that increasing the percentage of historical immigrants in a county by just 4.9% results in a 13% increase in average per capita income today, as well as a 44% increase in average manufacturing output per capita from 1860-1920 (and a 78% increase in 1930); a 37% increase in farm values; and a 152% increase in the number of patents per capita.

The Age of Mass Migration was notable not just for the sheer number of immigrants — an estimated 55 million Europeans migrated to the New World (North and South America and Australia) between 1850 and 1914, with the U.S. absorbing about 30 million of them — but also because that wave of newcomers included immigrants from Southern, Northern and Eastern Europe, whereas most previous immigrants had come from Western Europe.

And the resulting melting pot benefited local economies almost immediately, as the authors noted that the places with the most immigrants saw greater industrialization, agricultural productivity and innovation. That’s because the less-skilled immigrants, which made up the majority of the migrants, provided the labor force needed for industrial development, which spurred more and larger manufacturing plants and greater agricultural activity. Meanwhile, the smaller number of higher-educated skilled immigrant workers brought knowledge and skills that further boosted industry and productivity, and led to developing more patents.

The authors added that there was some social tension between the newcomers and the natives initially, but after 100 years, rates of crime and civic participation are now similar between the communities with a history of immigration, and those without.

“What is fascinating is that despite the exceptionalism of this period in U.S. history, there are several important parallels that one could draw between then and now: the large influx of unskilled labor, the small but important inflow of highly skilled innovators, as well as the significant short-run social backlash against immigration,” said the paper’s lead author Sandra Sequeira in a statement. “There is much to be learned from taking a longer perspective on the immigration debate.”

The Migration Policy Institute puts the number of U.S. immigrants today at about 45.5 million, drawing on 2016 Census data. While concerns over immigration policy include the fear that the newcomers are a drain on local resources, a growing body of research suggests that the immigrants themselves are a valuable resource.

A 2018 French study of more than 30 years of data also found a link between an increase in asylum seekers who become permanent residents with benefits on the economy around four years later, such as an increase in the gross domestic product, a decrease in the unemployment rate and increased tax revenues.

Today, U.S. industries that provide food, shelter, clothing, transportation and health care depend on immigrant labor, according to the New American Economy (NAE) data provided to Axios, as the foreign-born workers take jobs that American-born workers often don’t take; they round out the workforce rather than taking jobs. For example, immigrants working as child care providers allow the mothers and fathers hiring them to also go to work. (It should be noted that the NAE supports immigration.)

monkeybusinessimages/iStock
Research finds 14% of nurses and almost a quarter of health aides in the U.S. are immigrants.

The apparel manufacturing industry counts the highest share of foreign-born workers at 50%, Axios reports, followed by taxi and limousine services (49%), nail salons and personal care (46%), private household workers like cleaners and nannies (44%) and general food industries (42%). Additionally, 14% of nurses in the U.S. are immigrants, as are close to a quarter of health aides. More than a quarter of physicians and surgeons in Michigan are immigrants, the data found, as are about 15% of chefs and cooks in Nebraska, while 80% of the limo and taxi drivers in NYC are foreign-born.

And a 2017 National Academies of Sciences, Engineering and Medicine reportthat found immigration “has an overall positive impact on the long-run economic growth in the U.S.” While it concedes that first-generation immigrants cost the government more than native-born Americans do at about $1,600 per person, their children are “among the strongest fiscal and economic contributors to the U.S.” who wind up contributing about $1,700 per person per year (studies have shown they are more likely to complete college and are less likely to live in poverty than native-born Americans). In comparison, native-born U.S. citizens (including third generation immigrants) contribute $1,300 per year. PBS also reported that less-educated immigrants tend to work more than people with the same level of education born in the U.S.; about 70% of immigrants with no high school diploma work, compared with about half of all U.S.-born Americans with the same education level.

And high-skilled immigrants significantly increase innovation in the U.S., according to The Hamilton Project, a research group within the centrist Brookings Institution, which found that a “1 percentage point increase in the college-educated or advanced degree-holding immigrant shares of the U.S. population are estimated to produce a 12.3% or 27% increase in patenting per capita, respectively.”

https://www.marketwatch.com/story/immigrants-help-the-economy-even-100-years-later-2019-03-12

THE RUSSIAN MISSILE THAT COULD END THE U.S.-TURKISH ALLIANCE

0

MARCH 12, 2019

At a U.S. Air Force base in Arizona right now, Turkish Air Force pilots are learning how to fly American jets that may never be delivered to Turkey – and a Russian missile could be to blame.

The Turkish government’s decision to purchase the Russian-made S-400 surface-to-air missile system has prompted serious backlash in the United States. Beyond the current deep freeze in U.S.-Russian ties, some in the United States worry that Turkey’s operation of the American F-35 aircraft in range of the S-400’s powerful radar – which is reportedly capable of collecting electronic intelligence – will allow Russia to collect and exploit data about America and NATO’s future front line fighter. As a result, the United States seems to be considering blocking the export of the F-35 to Turkey, whose air force is set to receive the first two jets in late 2019 at an airbase in Malatya. Denying the aircraft to Turkey would undoubtedly help protect its secrets from potential Russian compromise, but would also signal to Turkey that it cannot be entrusted to safeguard Western defense equipment because of its friendship with Russia.

Turkey has dismissed American concerns, telling the United States that it will not allow Russian technicians to service the S-400 in Turkey, that it will design the missile’s operating system to prevent built-in Russian backdoors, and that the system will not be “plugged in” to NATO networks. But according to my interviews with U.S. officials in the legislative and executive branches, Ankara’s reassurances have failed to assuage the concerns about sensitive information on the F-35 ending up in Russian hands. Indeed, it seems increasingly likely that Washington will block the transfer of the jets to Turkey, formalizing the temporary measures in two recently passed appropriation bills to freeze funding for the transfer. If the two sides fail to reach agreement on the S-400, the likely U.S. response risks undermining a key element of the modern Turkish-American alliance: defense industrial cooperation.

There are three related risks that could deepen strains in the bilateral alliance. First, the transfer of the F-35 to Turkey may be blocked, which could then delay the delivery of aircraft to European F-35 operators. Second, the delivery of the S-400 to Turkey could prompt sanctions under the Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act (CAATSA). U.S. officials have repeatedly warned Ankara that the imposition of sanctions will have negative consequences for U.S.-Turkish defense cooperation. Third, legacy and current U.S.-Turkish defense cooperation on a myriad of projects could be impacted should Turkish aerospace firms be sanctioned.

The contentious negotiations over U.S.-Turkish defense industrial cooperation symbolize a broader and uncomfortable geo-strategic issue: Ankara and Washington no longer have overlapping interests or a common understanding of how to solve regional problems. The two sides oppose one another in Syria and, since the Turkish-Russian rapprochement, view the Russian threat differently. Accordingly, they have adopted conflicting policy goals. The S-400 is a microcosm of this reality: The United States and those European allies who operate the F-35 think the Russian missile radar poses a threat, while Turkey disagrees. The F-35’s secrets, for Ankara, are not as important as the relationship it has forged with Russia, and the cost of cancelling a questionable procurement decision outweighs the benefits of fixing the spat with the United States. This Turkish choice, in turn, is a clear signal that Ankara is not willing to prioritize its relationship with Washington, a reality that will have repercussions far beyond defense procurement.

American Support for the Turkish Defense Industry: Tensions and Tradeoffs

In the late 1970s and 1980s, the Turkish government began building up an indigenous defense industry. The passage of Law No. 3238 in 1985 sought to build up Turkey’s domestic arms industry through a policy of offsets for military procurements. In 1998, Turkey expanded on this law with the Turkish Cabinet’s passage of Resolution #23378, which is the basis for the now-common theme in the Erdogan administration’s: Equip the Turkish armed forces with domestically produced arms and ensure that Turkish firms are globally competitive in high-technology defense products. For this reason, Ankara has long wanted to purchase a long-range air and missile defense system with the intent of reaching separate agreements that would eventually allow Turkey’s local industry to produce its own missile systems to replace imported ones — a program that has already started.

Ankara’s defense procurement strategy is not unique. Many countries condition the purchase of U.S. military equipment on a contractual agreement that the technology will be transferred to, co-produced by, or otherwise benefit local industry. This strategy, however, often leads to tensions over U.S. export controls, which generally exist to ensure adversaries do not gain access to sensitive American-origin technology. The Turkish government has long criticized the United States for failing to meet Turkish firms’ demands related to technology transfer and work-share arrangements. Washington and Ankara are broadly aligned on the need to ensure the readiness of the Turkish Armed Forces and to ensure that the two militaries are interoperable. However, as is the case with other allies, Ankara’s desire to build a domestic defense industry could help to strengthen Turkish armed forces — a U.S. foreign policy goal — but also result in Turkey showing a preference for domestic suppliers, which complicates American private industry access to the Turkish market.

This fundamental tension — U.S. support for Turkish industrial development versus the desire to continue to export American-made items — is not new. In 1974, after Turkey intervened in Cyprus over the objections of the Nixon administration, the U.S. Congress imposed an arms embargo to punish Turkey for its decision to use military force. The embargo severely disrupted Turkish military planning and created a serious shortage in spare parts. It also demonstrated Congress’ power to dictate foreign policy to a wary executive branch — a dynamic that resembles the S-400 debate.

In response, the Turkish government closed jointly operated U.S.-Turkish military bases, questioned the legal validity of the presence of the 15,000 or so American military personnel in Turkey, and placed all bases in the country under Turkish command. In 1980, the United States and Turkey reached a deal on the Defense Economic Cooperation Agreement to overcome the fallout. The agreement was an effort to undo the dueling countermeasures, rebuild trust, increase defense cooperation, and give U.S. support to Turkey’s efforts to build domestic industry. Ankara committed to lessening its dependence on the United States and starting the process of developing a defense industrial base to equip and supply its own armed forces.

The Turkish decision to purchase the S-400 has baffled many in Washington. Though the Turkish government has long-pursued long-range air and missile defense, it has always prioritized the transfer of technology and work share arrangements to ensure robust local industrial participation. Russia has not reached any substantive agreement with the Turkish government on any of these criteria. Ankara hasindicated that it intends to begin phasing out the F-16 — currently the backbone of the Turkish Air Force — in 2023, and start the transition to the F-35. If the deal falls apart, however, Turkey could be forced to rely on the F-16 for much longer than initially planned. This has led to speculation that the purchase of the S-400 stems from a top-down political decision made between two men: President Recep Tayyip Erdogan and President Vladimir Putin.

The S-400 agreement comes amid a severe downturn in U.S.-Turkish relations, stemming from radically incongruent policy aims in Syria, sharp disagreements about the imprisonment of Americans in Turkey, and the U.S. government’s refusal to extradite Fethullah Gulen. But in contrast to these previous crises, the potential punishment for the S-400 purchase — a severe curtailment of U.S.-Turkish defense cooperation and the denial of the export of a fighter jet Turkey helped to finance — will undermine the centerpiece of the post-1980 U.S.-Turkish alliance.

Washington is using a combination of carrots and sticks to try to avoid this. The United States has threatened sanctions, but also offered to replace the S-400 with the U.S.-made Patriot air and missile defense system. Turkey has, thus far, refused to budge, saying it will go ahead with the purchase of the S-400. As the clock ticks towards the delivery of the Russian missile system and subsequent triggering of CAATSA sanctions, the negotiations appear to have ended in disagreement, raising the specter of Turkey’s removal from the F-35 program.

National Security Decision-Making in Turkey Since 2016

Despite the risks and the Patriot counter-offer, Erdogan and senior officials have not signaled that any change in policy is on the agenda. Ankara’s approach may stem from recent changes in domestic politics, the serious downturn in U.S.-Turkish relations, and a longer-term change in how the Turkish national security elite makes decisions. Events in Syria – specifically, serious disagreement over how to address the civil war and fight Islamic State, as well as U.S. support for a Kurdish ground force that Turkey opposes – have made clear that Washington and Ankara have vastly different interests in the Middle East. Within Turkey itself, the consolidation of power in the presidency, the erosion of Turkish democratic institutions, and the lasting effects of the failed July 2016 coup attempt have also changed decision-making on foreign policy. The policymaking apparatus is now far narrower. It is unclear how information is transmitted from lower levels of the bureaucracy up the chain to Erdogan, how that information comports with Erdogan’s self-defined interests, and how the resulting policy gets made.

One result of these shifts has been the Turkish government’s efforts to bolster relations with Russia. The Turkish-Russian entente spurred from a recalibration of Ankara’s interests in Syria and a recognition that Moscow’s approval was needed to launch two cross-border operations designed to counter the Syrian Kurds. Talks with Russia take place at the highest levels, with Erdogan often negotiating directly with Putin. The arrangement favors both countries’ political systems, whereby power is significantly concentrated in the office of the presidency and the bureaucracy is less empowered to freestyle and go beyond talking points to try and find common ground with the United States.

This dynamic has shaped the dueling negotiations with Russia for the S-400 and with the United States for the Patriot system. In the past, Washington could count on Turkish political elites to weigh American reactions to policy choices as one key variable of the policymaking process. This is no longer the case. Instead, Ankara has made clear that it will pursue its own interests, independent of considerations of its traditional allies, and work with leaders who enable the realization of narrowly-defined Turkish interests. This new dynamic in Turkish decision-making has created space to pursue unorthodox procurement decisions simply because Erdogan chooses to absorb expected allied condemnation and to gamble that the West will eventually acquiesce because of the strategic importance many attach to Turkey’s location on the map.

Patriot Games: How Turkey Out-Negotiated Itself

In 2017, Erdogan and Putin met face-to-face eight times, leading to a mid-December announcement that an agreement had been reached on the S-400 and, eventually, the signing of a bilateral accord. Ankara has maintained that the agreement included arrangements for joint development, without going into any detail. Putin has reaffirmed a willingness to cooperate with Turkey on commercial ventures, but the head of Russia’s state-owned Rostec, Sergey Chemezov, told reporters that the agreement does not include any technology transfer arrangements. For now, it appears that the only specific agreement details the financing terms and a delivery timeline.

Turkey’s concurrent talks with the United States are at a different stage. In early January, the United States sent a delegation to Turkey to discuss the Patriot offer in full detail, followed by a second U.S. Army delegation to discuss the system’s capabilities. The U.S.-Turkish talks do not appear to have focused on co-production and co-development agreements, though those talks are detailed and would take place only after Ankara officially selected the Patriot and contract negotiations begin.

The State and Defense Departments have outlined in a series of non-binding documents — summarizedin an unclassified summary of a congressionally mandated Department of Defense report — the risks the S-400 purchase poses for bilateral relations and Turkish participation in the F-35 consortium.

The first two Turkish F-35 aircraft are scheduled to fly to Turkey in November 2019. However, in keeping with the growing skepticism in the American policymaking apparatus about the S-400, language in the Consolidated Appropriation Act of 2019 blocked funding for the jet’s transfer until the State Department submits a report to Congress detailing a “description of plans for the imposition of sanctions, if appropriate” for the purchase of the Russian missile. This follows a similar mandate, contained in the National Defense Authorization Act for Fiscal Year 2019, which blocked funding for the transfer of the F-35 until the Department of Defense submitted a report detailing Turkish participation in the F-35 program. This report was designed to strengthen the ongoing talks about the Patriot system, but seems to have had little impact on decision-making in Ankara. So, as of now, the S-400 will be delivered before the proposed transfer date, which would set in motion a decision on sanctions and ultimately the Turkish role in the F-35 program.

The American “carrots” are designed to entice Ankara to cease cooperation with Moscow and reach an agreement for the export of a long-range air defense system. From the outset of these talks, the United States has tried to meet the Turkish demand for the rapid delivery of a missile system. The United States initially offered to export the National Advanced Surface-to-Air Missile System (NASAMS), according to interviews I have conducted with U.S. government officials in the executive and legislative branches. Ankara was not interested in NASAMS, so the talks shifted to Patriot and a rapid delivery timetable. To meet the deadline, the first two firing units included in this offer are to be an off-the-shelf purchase. After reaching the agreement on these two units, the two sides would use the time for the production and eventual delivery of Patriot to finalize the complicated offset arrangements that Ankara covets. This approach would prevent the imposition of U.S. sanctions and ensure that the F-35 gets delivered to Turkey.

However, at the time of this writing, the Turkish government has indicated that they have failed to reach agreement with the U.S. on financing. Meanwhile, Erdogan has made clear that the “deal is done” for the S-400 and that Ankara will explore cooperation with Russian on future air defense systems.

A Self-Fulfilling Prophecy: The End Game

It has become common in Turkey to claim that the United States has refused to sell the Patriot system or failed to seriously grapple with how to arrange for local industry participation. This is not true. American industry and the U.S. government have been involved in on-and-off negotiations about Patriot with counterparts in Turkey for at least a decade. The back-and-forth about which side is to blame is ultimately irrelevant. Turkey has blamed the United States. Washington is struggling to understand why its NATO ally would purchase a Russian missile system that threatens its own fighter jets. Interviewees from European countries that use the F-35 are just as confused as their counterparts in Washington.

It is strange to imagine a NATO member not being trusted with Western defense equipment. It is also hard to imagine a NATO member making the conscious decision to compromise the backbone of the alliance’s airpower. And yet, Turkey has made clear that it will absorb the political costs and put its own jet at risk to take ownership of the S-400. This uncomfortable reality should force significant introspection: What is the future of the U.S.-Turkish alliance? Even if Ankara makes a last-minute change, or the Department of Defense finds a work-around to protect the jet that allows for delivery, the need for coercive threats to alter Turkish decision-making underscores just how unhealthy the bilateral relationship has become.

Ankara has signaled that it is determined to chart a more independent foreign policy and, in contrast to much of NATO, has shown deference to Moscow. This approach is not without logic: Russia has proved a valuable partner in Syria and on trade and commercial matters, whereas the United States and Turkey have clashed over how to prosecute the war against Islamic State. The Turkish and Russian governments are now similarly structured, with a strong executive at the center of a top-down policymaking apparatus. The American policymaking process is far messier than in Russia — and this is a good thing. Washington remains a democracy, with different mechanisms in place to reach consensus on policymaking.

The S-400 saga is a microcosm of broader, structural changes driving the United States and Turkey apart. Beyond personality politics, it is now simply a fact that Washington and Ankara have different interests in the Middle East and view one another as hindrances to realizing national goals. Given this reality, it would be imprudent for the United States (and European F-35 operators) not to study its options, and start looking at ways to mitigate the risk to the F-35. At the very least, the United States could plan around Turkey and delay or cancel the delivery. This would risk Ankara’s ire and could start the rupture of the bilateral relationship or force Ankara to choose between its traditional allies and Russia. As part of this planning, Washington would also have to think about how to decrease exposure of U.S. aircraft operating or transiting Turkish airspace.

But any tactical changes in how the United States operates in Turkey should not distract from the deeper fissure. The United States and its allies cannot stop a country from purchasing a Russian missile system that risks giving Moscow access to F-35 data. Instead, the alliance has to assume that its members will make prudent defense procurements in line with their own national objectives that also augment the capabilities of NATO. This is the very essence of burden-sharing. If a member chooses to disregard the shared security concerns of future F-35 operators, the long-lasting issue will outweigh narrow security concerns. It signals a broader political rupture that will be hard to overcome and the future unclear.

Aaron Stein is the director of the Middle East Program at the Foreign Policy Research Institute.

Image: vitaly kuzmin

The Russian Missile that Could End the U.S.-Turkish Alliance

Ο Αλβανικός Κομμουνισμός και ο «Κόκκινος Επίσκοπος» (Μέρος A’)

0

*Νικόλαος Α. Σταύρου 

Καθηγητής Πολιτικών Επιστημών του Παν/μίου Χάουαρντ της Ουάσιγκτον

Αρχεία της Communist International (Comintern) περιέχουν πλήθος πληροφοριών για μία γραφική προσωπικότητα της Αλβανίας, τον Fan S. Noli η αλλιώς Krasnyi Episkop (Κόκκινος Επίσκοπος). Ο Noli ξεκίνησε τη θυελλώδη καριέρα του στις αρχές του αιώνα, αρχικά ως ηθοποιός στο θέατρο και αργότερα ως ψάλτης. Άλλαξε δυο φορές την εθνικότητα του, σπούδασε θεολογία στο Harvard, και τελικά έγινε η κινητήρια δύναμη για την «εθνικοποίηση» της Αλβανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο Κόκκινος Επίσκοπος θαύμαζε το επαναστατικό πνεύμα του Λένιν και μιμήθηκε τον Μπολσεβίκο ηγέτη, οργανώνοντας ένα επιτυχές πραξικόπημα. Το 1924, υπηρέτησε ως πρωθυπουργός για έξι μόλις μήνες και ανατράπηκε από τον Ahmet Zogu, ο οποίος έγινες αργότερα ο Βασιλιάς Zogu I, της Αλβανίας. Λίγο αργότερα ο Νόλι πήγε στη Μόσχα με μια ομάδα νέων Αλβανών, προκειμένου να επιχειρήσουν ένα δεύτερο πραξικόπημα. Το 1927, προέβλεπε τη «σίγουρη νίκη του Κόκκινου Στρατού». Τον ίδιο χρόνο, επέστρεψε στο καταφύγιό του στο Κέμπριτζ της Μασσαχουσέτης, όπου και πέθανε το 1965.

Ο Κόκκινος Επίσκοπος αποτελούσε αντικείμενο θαυμασμού όλων των Αλβανών. Οι κομμουνιστές επαινούσαν το επαναστατικό του πνεύμα και οι εθνικιστές τον ισχυρό εθνικισμό του. Το 1946, Ο Ενβέρ Χότζα του πρότεινε μια έδρα στο κοινοβούλιο της Λαϊκής Δημοκρατίας της Αλβανίας. Ο διάδοχος του Χότζα, ο Ραμίζ Αλία, απήγγειλε συχνά ποιήματα του Επισκόπου. Ακόμη και ο Σαλί Μπερίσα, ο πρώτος μετα-κομμουνιστής πρόεδρος της Αλβανίας, κατά την πρώτη επίσημη επίσκεψη του στις Ηνωμένες Πολιτείες επισκέφθηκε τον τάφο του Νόλι στην Μασσαχουσέτη. Η αλβανική ιστοριογραφία πρόσεξε να μην υπάρξουν ρυτίδες στο πολιτικό πορτρέτο του Νόλι. Το παρόν άρθρο, που αποτελεί τμήμα μια εκτεταμένης μελέτης για τις ρίζες του αλβανικού κομμουνισμού, παρουσιάζει το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ο Νόλι κήρυττε τη δική του δημοκρατία, μια δημοκρατία δίχως κοινοβούλιο. Στην πορεία, μπορεί να προκύψει ένα νέο πορτρέτο του επισκόπου, ένα πορτρέτο στο οποίο μπορεί να εμφανίζεται με ελιές και ρυτίδες.

Η Αλβανία στις Αρχές του Αιώνα.

Ούτε ο επιστημονικός σοσιαλισμός του Μαρξ, ούτε η λενιστική παραλλαγή του μπορούσαν να γίνουν κατανοητά από την αλβανική κοινωνία στις αρχές του αιώνα. Το βασικό χαρακτηριστικό της Αλβανίας τότε ήταν, ότι επρόκειτο για ένα μουσουλμανικό θύλακα που βρισκόταν περικυκλωμένος από την ασταμάτητη μάχη των Χριστιανών να διώξουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία από την ευρωπαϊκή ήπειρο και να συνεχίσουν την διαδικασία εθνικής απελευθέρωσης που είχε αρχίσει με τη Γαλλική Επανάσταση. Και ενώ ο σοσιαλισμός είχε αρχίσει να εμφανίζετια στα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη κατά την δεκαετία του 1890 μέσω μικροσκοπικών εργατικών ενώσεων και αγροτικών «πολιτικών κομμάτων», οι αλβανικές φυλές βασίζονταν στα αρχαία έθιμά τους, ορισμένα εκ των οποίων υπάρχουν ακόμη και σήμερα. Η βεντέτα αποτελούσε συχνό φαινόμενο, οι νύφες δίνονταν στον πλειοδότη, ο φόνος ήταν ένας ευγενής τρόπος αποκατάστασης της οικογενειακής τιμής και τα χριστιανικά χωριά λεηλατούνταν σε μία προσπάθεια απόδειξης της μουσουλμανικής υπεροχής έναντι των Γιαούρηδων (απίστων). Αυτές οι συνήθειες χαρακτήρισαν πολλές γενιές και αποτέλεσαν αντικείμενο σχολαστικής παρατήρησης όταν ξέσπασε ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος.

Δυτικοί αρχαιολόγοι και απόγονοι Βρετανών αριστοκρατών που ταξίδεψαν στα βαλκάνια στις αρχές του αιώνα μας, θεώρησαν την αλβανική κοινωνία ζωντανή απόδειξη των «ευγενών αγρίων», έννοια που έγινε γνωστή από το Jean – Jacques Rousseau, το δέκατο όγδοο αιώνα. H Edith Durham, Βρετανή ανθρωπολόγος, περιέγραψε σχολαστικά τα αλβανικά έθιμα στο βιβλίο της Highland Albania:
Ο άγραφος νόμος του αίματος στην Αλβανία θα μπορούσε να παρομοιαστεί με το μένος στην ελληνική τραγωδία. Σέρνει τον άνθρωπο προς τη μοίρα του. Η κατάρα του αίματος πέφτει πάνω του από τη στιγμή που γεννιέται και είναι η αιτία που πεθαίνει νέος. Γνωρίζει ότι πρέπει να σκοτώσει ή να σκοτωθεί, το γεγονός δεν επηρεάζει τη ζωή του περισσότερο απ’ όσο θα επηρεαζόταν ένας εύπορος Δυτικό-Ευρωπαίος έμπορος εάν άκουγε κατά την διάρκεια του δείπνου ότι ο άνθρωπος δεν ζει για πάντα… και όσοι από εσάς που διαβάζετε αυτό το βιβλίο πείτε ότι πρόκειται για έθιμα αγρίων, να σας θυμίσω ότι και εμείς παίζουμε το ίδιο παιχνίδι, σε μεγαλύτερη μάλιστα κλίμακα, και το λέμε πόλεμο. Δεν μπορούμε να καταδικάσουμε ούτε το αίμα ούτε τον πόλεμο.

Σ’ αυτό το πλαίσιο, ο σοσιαλισμός, η ταξική πάλη και η ανακατανομή πλούτου αποτελούσαν αφηρημένες έννοιες στην μικροσκοπική αλβανική terra icongnita. Το σκηνικό άλλαξε εξαιτίας των Βαλακανικών πολέμων και των εθνικών συγκρούσεων που ακολούθησαν μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο και την άνοδο των Μπολσεβίκων στη Ρωσία. Τα γεγονότα αυτά έκαναν τη στάσιμη, φεουδαρχική αλβανική κοινωνία να έρθει σ’ επαφή με τον κομμουνισμό. Οι αλβανοί εθνικιστές πρόσφυγες ανησυχώντας για το γεγονός ότι το έθνος τους αποτελούσε το τελευταίο οχυρό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επιθυμούσαν να δουν τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου αλβανικού κράτους. Γι΄αυτό το λόγο, έψαχναν προς κάθε κατεύθυνση προκειμένου να βρουν υποστήριξη στην επίτευξη του στόχου τους κα να βρουν ένα κατάλληλο σύστημα διακυβέρνησης για την κοινωνία τους, το οποίο θα κατέλυε τη φεουδαρχία. Εκείνη την εποχή, δύο ήταν οι δυνάμεις που θα μπορούσαν να τους βοηθήσουν: οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ρωσία.

Ο Αμερικανός Πρόεδρος Woodrow Wilson είχε συγκινήσει τα έθνη με την σθεναρή υποστήριξη του στην αυτοδιάθεση, όπως σημειωνόταν στα Δεκατέσσερα Σημεία. Η Ρωσία πειραματιζόταν με ένα νέο σύστημα, με τον Vladimir Illych Lenin να προσφέρει ένα διαφορετικό κοινωνικό μοντέλο και μια διαφορετική μορφή αυτοδιάθεσης. Αν και το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου δεν γνώριζε πολλά για το Μπολσεβίκο ηγέτη και την επανάστασή του, η πνευματική ελίτ της Αλβανίας πίστεψε ότι επρόκειτο για μια πολλά υποσχόμενη εναλλακτική λύση. Για τη στάσιμη αλβανική κοινωνία της δεκαετίας του ’20, τα «εντυπωσιακά νέα από τη Ρωσία» είχαν την ίδια σημασία με τις θέσεις του Wilson για την αυτοδιάθεση.

Ακολουθώντας διαφορετική πορεία και έχοντας διαφορετικούς στόχους, οι υπέρμαχοι του αλβανικού εθνικισμού επέστρεψαν στην πατρίδα τους, φέρνοντας μαζί τους ιδεολογίες που φάνταζαν τουλάχιστον παράξενες για την αλβανική κοινωνία του ‘ 20, ο δείκτης αναλφαβητισμού της οποίας έφτανε μόλις το 1,5%. Οι πρώτοι κομμουνιστές προέβαλαν από τις τάξεις του. Ίσως να μην ήταν λάθος να πούμε ότι ο αλβανικός κομμουνισμός και το αλβανικό κράτος αναπτύχθηκαν παράλληλα. Και οι δύο έννοιες αποτελούσαν έμμεσα προϊόντα παραγόντων που βρίσκονταν πέρα από τον έλεγχο των αλβανικών ελίτ, οι οποίες, όμως, κατάφεραν να τις εκμεταλλευθούν αποτελεσματικά. Ο πιο σημαντικός παράγοντας ήταν οι Βαλκανικοί πόλεμοι, που αναζωογόνησαν τις εθνικιστικές δυνάμεις, ενώ ο Πρώτος Παγκόσμιος πόλεμος εμφύσησε νέες ιδεολογίες, βάσει των οποίων ο χειρισμός του πλήθους για την επιδίωξη εθνικών ή ταξικών στόχων αποτελούσε βασικό χαρακτηριστικό της πολιτικής ζωής. Οι κοινωνικό-οικονομικοί παράγοντες δεν είχαν ιδιαίτερη σχέση με την εμφάνιση του κομμουνισμού στην Αλβανία. Ο εικοστός αιώνας έδωσε νέες ελπίδες στους βαλκανικούς λαούς, οι οποίοι εξακολουθούσαν να μάχονται για την αυτοδιάθεση. Οι Σέρβοι, οι Μαυροβούνιοι, οι Έλληνες και οι Βούλγαροι, αν και πολλές φορές βρέθηκαν αντιμέτωποι μεταξύ τους, έθεσαν κατά μέρος τις διαφορές τους το 1912 και κατάφεραν να εκδιώξουν σε πολύ μεγάλο βαθμό την Οθωμανική Αυτοκρατορία από την Ευρώπη. Ο πρώτος Βαλκανικός πόλεμος αποτέλεσε θρίαμβο στης περιφερειακής συνεργασίας και απειλή κατά των μεγάλων ευρωπαϊκών δυνάμεων που, από το Συνέδριο της Βιέννης, θεωρούσαν τα Βαλκάνια πεδίο δοκιμής των ακροβατικών τους για την τήρηση της ισορροπίας δυνάμεων.

Οι αλβανοί δεν συμμετείχαν στις κοινές προσπάθειες των υπόλοιπων βαλκανικών εθνών στον Πρώτο και στο Δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο. Υποστήριζαν την Οθωμανική Αυτοκρατορία και αργότερα , το Νεοτουρκικό καθεστώς. Η υποστήριξή τους αυτή τους ωφέλησε. Τον Αύγουστο του 1912, οι Νεότουρκοι, αντιλαμβανόμενοι την αναπόφευκτη ήττα τους στα Βαλκάνια, προσπάθησαν να δημιουργήσουν ένα τουρκικό κρατίδιο, τη Μεγάλη Αλβανία. Τέσσερεις Μουσουλμάνοι Αλβανοί, ορίστηκαν κυβερνήτες στα βιλαέτια των Ιωαννίνων , του Μοναστηρίου, της Σκόδρας, και του Κοσσυφοπεδίου -οι τρείς από τις τέσσερεις περιοχές συγκέντρωναν κυρίως χριστιανικό πληθυσμό. Τα ορθόδοξα έθνη (Ελλάδα, Σερβία, Μαυροβούνιο και Βουλγαρία) θεώρησαν αυτή την κίνηση μια προσπάθεια διατήρησης της οθωμανικής εξουσίας μέσω των Αλβανών υποτελών τους. Όπως και ήταν. Ο πρώτος Βαλκανικός πόλεμος έθεσε τέλος σε όλες αυτές τις ενέργειες. Όταν συνειδητοποίησαν ότι το έθνος τους κινδυνεύει, οι Αλβανοί ηγέτες προσπάθησαν να επωφεληθούν από την αναταραχή του πολέμου και την αδυναμία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

Στις 8 Οκτωβρίου 1912, σημαντικά μέλη των αλβανικών φυλών, οι περισσότεροι εκ των οποίων ήταν πρώην αξιωματούχοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (ο, τι είχε μείνει από αυτή) ή θα συνέχιζαν να την υποστηρίζουν με στόχο να κερδίσουν την ανεξαρτησία τους με διπλωματικά μέσα σε μία ειρηνευτική διάσκεψη. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι, έως τότε, η Αλβανία δεν αποτελούσε κράτος. Οι ελπίδες τους ότι θα μπορούσαν να αποτελέσουν κράτος γίνονταν έντονες, όσο αποδυναμωνόταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το μόνο συγκεκριμένο αποτέλεσμα της Συνάντησης των Σκοπίων ήταν η συμφωνία για την αποστολή μίας επιστολής στις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, με την οποία α ζητούσαν την αναγνώρισή του δικαιώματος τους για αυτοδιάθεση. Όμως, λόγω της θρησκευτικής τους πίστης, οι συμμετέχοντες στη συνάντηση των Σκοπίων αποφάσισαν να συνεχίσουν να στηρίζουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αν και “ήταν σχεδόν σίγουρο ότι θα έβγαινε ηττημένη μετά τον πόλεμο”. Το στοίχημα τους, που βασίστηκε σε λογικές υποθέσεις, τελικά απέδωσε. Πίστευαν ότι η Αυτοκρατορία μπορεί να ήθελε να συντρίψει τους Χριστιανούς, αλλά θα υποστήριζε ένα μουσουλμανικό αλβανικό κράτος, το οποίο θα αποτελούσε τη συνέχιση της τουρκικής επιρροής στα Βαλκάνια. Όμως, ακόμη και αυτές οι προσδοκίες τους θα παρέμεναν στην σφαίρα του ονειρικού εάν δεν αναλαμβάνονταν συγκεκριμένα μέτρα από τους Αλβανούς. Το πιο σημαντικό από αυτά ήταν η διακήρυξη για ανεξαρτησία της Αλβανίας, της 28ης Νοεμβρίου 1912. Η αλβανική ιστορία προσωποποιεί τη διακήρυξη στο όνομα του ανθρώπου. Ο Ισμαήλ Κεμάλ- Βλόρα ήταν αλβανός, ανώτατος διοικητικός υπάλληλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ξάδελφος του μεγάλου βεζύρη του σουλτάνου Ηαμίντ, Φερίντ Βλόρα. Το 1912 αντιπροσώπευσε την περιφέρεια Μπεράτ στην συμβουλευτική συνέλευση του σουλτάνου (και ηγήθηκε της φιλελεύθερης αντιπολίτευσης στο πρώτο τουρκικό κοινοβούλιο) και ανέλαβε το έργο της επαγρύπνησης της αλβανικής διασποράς προκειμένου να στηρίξει την ανεξαρτησία. Στις αρχές Νοεμβρίου 1912, συμμετείχε σε μια συνάντηση των Αλβανών μεταναστών στο Βουκουρέστι, το οποίο επί σειρά ετών προσπαθούσε να πείσει τους υπουργούς Εξωτερικών των μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών να υποστηρίξουν την ανεξαρτησία της Αλβανίας. Φεύγοντας από τη συνάντηση, ο Κεμάλη σταμάτησε στη Βιέννη, όπου έλαβε την επιβεβαίωση των Αυστριακών ότι ” η δημιουργία ενός ανεξάρτητου αλβανικού κράτους δεν ερχόταν σε αντίθεση με τα συμφέροντα της Αυτοκρατορίας στη Βαλκανική Χερσόνησο” . Παίρνοντας θάρρος από την απάντηση των αυστριακών και από την αποδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στις 28 Νοεμβρίου 1912, φθάνοντας στο λιμάνι Αυλώνα, ύψωσε τη σημαία με το δικέφαλο αετό και διακήρυξε την ανεξαρτησία της Αλβανίας.

Όπως αναμενόταν, η Οθωμανική Αυτοκρατορία έσπευσε προς βοήθεια των Αλβανών. Κατά τη διάρκεια διάσκεψης των πρεσβευτών των μεγάλων ευρωπαϊκών κρατών και των εμπολέμων στα Βαλκάνια, που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο στις 29 Ιουλίου 1913 (και στόχο είχε την επίλυση των προβλημάτων που είχαν δημιουργηθεί από το δεύτερο Βαλκανικό Πόλεμο και τον καθαρισμό των νέων συνόρων στη χερσόνησο), ο αντιπρόσωπος της Τουρκίας , με την υποστήριξη της Αυστρίας και της Ιταλίας επέμενε να εξαιρεθούν ορισμένες περιοχές που κατοικούνταν από Αλβανούς από εκείνες που θα δίνονταν στους νικητές. Έτσι δημιουργήθηκε ένα Μουσουλμανικό κράτος μεταξύ Σλάβων και Χριστιανών. Αρχικά, τα γειτονικά κράτη, θεώρησαν την Αλβανία ένα ισλαμικό οχυρό- όπως θεωρείται σήμερα και η Βοσνία. Στη διάσκεψη των πρεσβευτών ορίστηκαν τα σύνορα του νέου κράτους, καθώς και το σύστημα διακυβέρνησης του: ” η Αλβανία είναι ένα ανεξάρτητο πριγκιπάτο και εντός έξι μηνών οι μεγάλες δυνάμεις θα επιλέξουν το πρίγκιπα που θα κυβερνήσει”

Συνεχιζόμενη Αναταραχή

Η πρώτη δεκαετία, μετά την διακήρυξη της ανεξαρτησίας της Αλβανίας και τη διάσκεψη του Λονδίνου, χαρακτηρίστηκε από έντονες αναταραχές και εμφύλιες συγκρούσεις. Το γεγονός έκανε τις μεγάλες δυνάμεις να αναρωτηθούν εάν το νέο τους δημιούργημα θα μπορούσε να γίνει πραγματικό κράτος. Από το 1913 έως το 1920, χάος επικρατούσε σε ολόκληρη τη χώρα. Οι αλβανικές κυβερνήσεις, ασκούσαν ελάχιστο έλεγχο στην αλβανική επικράτεια. Οι ισχυρές οικογένειες βάλλονταν μεταξύ τους σε μια προσπάθεια επιβολής του ισχυρότερου. Αρκετοί αρχηγοί ων μεγάλων οικογενειών, που ήταν γνωστοί ως τοπικοί παρατηρητές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ή ως ληστές, κατέλαβαν υπουργεία στα Τίρανα και στα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη, ζήτησαν εξωτερική υποστήριξη προκειμένου να κυριαρχήσουν έναντι των αντιπάλων τους.

Ένας γερμανός πρίγκιπας ο William Weid έφθασε στην Αλβανία λίγους μόλις μήνες πριν το ξέσπασμα του Α Παγκοσμίου Πολέμου για να αναλάβει “τον αλβανικό θρόνο”, όπως είχαν ορίσει οι μεγάλες δυνάμεις. Έξι μήνες αργότερα και ενώ η χώρα βρισκόταν σε διαρκή αναταραχή, έφυγε δίχως να παραιτηθεί του αξιώματός του και δίχως να επιστρέψει ποτέ. Σερβικά, ελληνικά, ιταλικά, γαλλικά και αυστριακά στρατεύματα κατείχαν τα αλβανικά εδάφη καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου και πολλοί σκέφτηκαν τη διαίρεση της Αλβανίας ανάμεσα στην Ελλάδα, την Ιταλία και τη Σερβία. Τα όνειρα που γεννήθηκαν στην Αυλώνα κινδύνευαν να μη γίνουν ποτέ πραγματικότητα. Όμως, τα γεγονότα του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου σημαδεύτηκαν από έντονο ιδεαλισμό, ο οποίος ρίζωσε βαθιά στις καρδιές των Αλβανών διανοουμένων.

Ο πρόεδρος Woodrow Wilson είχε κεντρίσει τη φαντασία πολλών με τις δηλώσεις του για αυτοδιάθεση, ανεξαρτήτως του μεγέθους του πληθυσμού. Η πνευματική ελίτ της Αλβανίας στις Ηνωμένες Πολιτείες, εμπνευσμένη από τα λόγια του Αμερικανού προέδρου, πίστεψαν ότι είχαν βρει έναν αξιόπιστο σύμμαχο στην προσπάθειά τους για ανεξαρτησία. Αλλά οι συμφωνίες που έγιναν κατά τη διάρκεια του πολέμου για τα Βαλκάνια είχαν αρνητικές επιπτώσεις για την Αλβανία. Στη συνθήκη του Λονδίνου (1915) αποφασίστηκε να διαιρεθεί η Αλβανία μεταξύ της Ελλάδας και της Σερβίας και να αναλάβει η Ιταλία “την ευθύνη να εκπροσωπεί στο εξωτερικό ένα μικρό αλβανικό θύλακα γύρω από το Δυρράχιο”. Επρόκειτο για μια μυστική συμφωνία, που δεν σημαίνει τίποτα για τις εμπόλεμες οικογένειες στην Αλβανία. Σημαίνει όμως πολλά για την αλβανική διασπορά η οποία, κατά ένα απροσδόκητο τρόπο, άλλαξε τη στάση της και υιοθέτησε τις τρεις ιδεολογίες που κυριαρχούσαν κατά τη μεταψυχροπολεμική εποχή: το σοσιαλισμό, τον κομμουνισμό και τον εθνικισμό.

Το 1917, ο Λένιν δημοσιοποίησε όλες τις συνθήκες που είχε υπογράψει ο Τσάρος και κατήγγειλε τη μυστική διπλωματία, ως ένα ανήθικο μέσον των καπιταλιστών στην προσπάθεια τους να ορίσουν το μέλλον των εθνών. Δεν υπάρχει καμία απόδειξη που να υποδηλώνει ότι ο Λένιν είχε στο νου του την Αλβανία όταν πρότεινε αυτή τη νέα προσέγγιση για την ανοιχτή διπλωματία. Όποιοι κι αν ήταν οι λόγοι του Λένιν, η προτεινόμενη μοίρα της Αλβανίας έγινε ένα κοινό μυστικό, το οποίο είχε άμεσο αντίκτυπο στην ηγεσία του έθνους. Η πράξη του Λένιν λειτούργησε ως καταλύτης που συνένωσε τις αντιμαχόμενες οικογένειες που , έως το 1921, μπόρεσαν να λειτουργήσουν ως εθνική κυβέρνηση. Ιδιαίτερα σημαντικό είναι το γεγονός ότι τα λόγια του Λένιν βρήκαν απήχηση σε μια κοινωνία που εξακολουθούσε να είναι φεουδαρχική και ισχυρά εθνικιστική. Mε την επανάσταση των Μπολσεβίκων και την ισχυρή απήχηση του Λένιν στους Αλβανούς, εμφανίστηκε και ο Φαν Νόλι, ο οποίος αυτοανακηρύχθηκε επίσκοπος της Αλβανίας. Όπως θα δούμε, είχε ιδιαίτερους θεσμούς με την Μόσχα. Ο Νόλι επαινείται ή κατηγορείται διότι εισήγαγε τη ριζοσπαστική αριστερή πολιτική στην Αλβανία και δημιούργησε την πρώτη ομάδα των κομμουνιστών. Εξέχοντες Αλβανοί ιστορικοί , όπως ο εκλιπών Stavro Skendi σημειώνουν ότι “ο Μαρξισμός στην Αλβανία χρονολογείται από την επαναστατική κυβέρνηση του Φαν Νόλι, (του) Ιουνίου-Δεκεμβρίου 1924”. Γι’ αυτό το λόγο, αξίζει να επανεξετάσουμε την πολιτική και το ρόλο του Νόλι, ως προάγγελου του αλβανικού μαρξισμού.

Οι Εθνικές Ρίζες ενός Ριζοσπαστικού Επισκόπου.

Ιστορικές αναφορές, πολλές εκ των οποίων δημοσιεύτηκαν με τη σύμφωνη γνώμη του καθεστώτος Χότζα, προσδίδουν τον Φαν Νόλι “εντυπωσιακά επαναστατικά κατορθώματα”. Η ριζοσπαστική προσέγγιση του Χότζα στην αντιμετώπιση της οπισθοδρομικότητας της Αλβανίας κατά τη δεκαετία του ’20 του έδωσε περίοπτη θέση στην ιστορία του αλβανικού σοσιαλισμού και κομμουνισμού. H διακυβέρνηση του, που διήρκησε μόλις έξι μήνες, περιγράφεται ως η “αλβανική έκδοση της αστικής επανάστασης”.

Το γεγονός ότι εκείνη την εποχή δεν υπήρχε αστική τάξη στην Αλβανία δεν παίζει ιδιαίτερο ρόλο. Το πραξικόπημα του Νόλι του Ιουνίου του 1924 προσέφερε στους Ορθοδόξους Αλβανούς Μαρξιστές το ” σύνδεσμο που έλειπε” για την αναδρομική εφαρμογή του ορισμού που προβλέπει ότι η σοσιαλιστική επανάσταση έπεται της αστικής. Αν και οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν στο ριζοσπαστικό χαρακτήρα του Νόλι, κανένας δεν αναφέρεται στο πολιτιστικό του υπόβαθρο, στην ” κρίση εθνικής ταυτότητας” του Νόλι και στον απαράμιλλο οπορτουνισμό του. Αυτές οι παραλείψεις και το γεγονός ότι ο ρόλος του ως προάγγελου της ριζοσπαστικής αριστερής πολιτικής στην Αλβανία υποτάχθηκε στο μεταπολεμικό ρεβιζιονισμό, αφήνουν ακάλυπτο ένα σημαντικό κεφάλαιο του αλβανικού κομμουνισμού. Κρίνοντας από τη διαθέσιμη βιβλιογραφία, πρόκειται για έναν “προοδευτικό αστό, έναν πατριώτη”, περιγραφή που του αποδίδεται από όλους, ακόμη και από τους Δυτικούς μελετητές.

Προσεκτική εξέταση του παρελθόντος του Νόλι φανερώνει ότι στην καλύτερη περίπτωση , πρόκειται για μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα και, στη χειρότερη για έναν κλασικό οπορτουνιστή. Οι θαυμαστές του εκθειάζουν τα πνευματικά του επιτεύγματα και το “σθεναρό εθνικισμό” του οι δυσφημιστές του τον αποκαλούν τυχοδιώκτη, θεωρούν ότι άργησε να προσηλυτιστεί στον Αλβανισμό και ότι αποτελεί παράδειγμα ενός αδίστακτου πολιτικού με ράσα.

Τόσο οι υποστηρικτές, όσο και οι εχθροί του συμφωνούν ότι οι νέοι που ακολούθησαν του Νόλι στην Αλβανία στις αρχές του Πρώτου Παγκοσμίου πολέμου και τον ακολούθησαν μετά την πτώση της αποκαλούμενης αστικής επανάστασης του 1924 αποτέλεσαν τους πρώτους Αλβανούς κομμουνιστές. Ποιός ήταν ο Νόλι; Τι πίστευε; Τι πέτυχε στην αλβανική πολιτική; Ερωτήματα στα οποία, στα πλαίσια του παρόντος άρθρου, μπορούμε να προσφέρουμε, σύντομες μόνο απαντήσεις.

Ο Φαν Νόλι γεννήθηκε το 1882 στο Ιμπρίκ Τεπέ της Ανδριανούπολης (στη Θράκη). Το όνομα του ήταν Θεοφάνης Στυλιανού Μαυρομάτης.

Henry Bearclain, Βρετανός συγγραφέας που ταξίδεψε στην Αλβανία το 1920, αναφέρει ότι ο Νόλι είχε καταληφθεί από την έμμονη ιδέα ότι έπρεπε να αποδείξει τον Αλβανισμό του και ότι ήταν αποφασισμένος να αφήσει τα σημάδια του στα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίζονταν στη νέα αυτή χώρα- μια χώρα που πρωτοεπισκέφθηκε το 1914.

Όσα αναφέρει ο Βρετανός συγγραφέας συμφωνούν με το σύνδρομο όσων άργησαν να ασπαστούν μια ιδέα: ένας άνδρας, εντελώς αβέβαιος για τις ρίζες του, που αναζητά την ταυτότητά του στα Βαλκάνια, τη στιγμή που οι εθνικότητες εφευρίσκονται και καταστρέφονται διαρκώς, ένας άνδρας που θα έκανε τα πάντα προκειμένου να αποδείξει την πίστη του. “Αυτός ο κύριος από την Ελλάδα” γράφει ο Baerlein, “είναι πιο Αλβανός από τους Αλβανούς”.

Ο Μαυρομάτης έδειξε από νωρίς την επιθυμία του να “ηγείται” και την επαναστατική του προδιάθεση. Ως μαθητές στο γυμνάσιο της Ανδριανούπολης, παραβίαζε συχνά τους κανονισμούς και αποβλήθηκε από το σχολείο του. Η ” φανατικά ελληνική” οικογένειά του προσπάθησε, δίχως επιτυχία, να ηρεμήσει την ανήσυχη φύση του, ελπίζοντας ότι θα μπορούσε να γίνει έξυπνος και, εάν κατάφερνε να τελειώσει το σχολείο, θα μπορούσε να βρει μια καλή δουλειά και να έχει καλή θέση στην κοινωνία. Στην προσπάθειά της να συνεχίσει το σχολείο, η οικογένεια του προσέλαβε έναν κύριο, ” έναν κάποιον Βεργαδή, που μίλησε προσωπικά με τον διευθυντή του γυμνασίου και τον έπεισε να δεχθεί και πάλι τον νεαρό Θεοφάνη, παρά το γεγονός ότι είχε ήδη αποβληθεί τρεις φορές λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς”.

Ο Θεοφάνης δεν ευχαρίστησε τον ευεργέτη του. Τελείωσε το γυμνάσιο και, στα δεκαεπτά του, φάνηκε να είχε βρει το στόχο της ζωής του, πατριωτικά αισθήματα, όπως η οικογένεια του”. Το 1901 εγγράφηκε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά δύο χρόνια αργότερα σταμάτησε τις σπουδές του. Παράλληλα, βρήκε δουλειά ως αντικαταστάτης ηθοποιών σε γνωστές θεατρικές εταιρίες, μεταξύ των οποίων του Λαλαούνη, του Βενιέρη και του Παντόπουλου. Ήταν πολύ καλός στη δουλειά του και χαιρόταν με τη σκέψη ότι μπορούσε, μέσω του θεάτρου, να επηρεάσει την κοινή γνώμη. Χαιρόταν να είναι ανάμεσα στους ηθοποιούς και, κυρίως, του άρεσε να ταξιδεύει σε άλλες πόλεις, όπως η Κωνσταντινούπολη, η Αλεξάνδρεια και το Βουκουρέστι, όπου επί εκατοντάδες χρόνια υπήρχαν μεγάλες ελληνικές κοινότητες. Σ’ ένα από τα ταξίδια του το 1903, αποφάσισε να μείνει στην Αλεξάνδρεια ως δάσκαλος σε ένα ενοριακό ελληνικό σχολείο και παράλληλα βρήκε δουλειά ως ψάλτης σε μια από τις πολλές ελληνικές εκκλησίες της πόλης. Η ελληνική κοινότητα είχε εντυπωσιαστεί από ” τον ένθερμο ελληνικό πατριωτισμό του ” και από τις ειλικρινείς προσπάθειές του να εμφυσήσει “θρησκευτικά και εθνικά ιδεώδη στους νέους της κοινότητας”.

Προσηλυτισμός στον Αλβανισμό.

Ενώ βρισκόταν στην Αίγυπτο, ο Μαυρομάτης γνώρισε τους εκδότες δυο αλβανικών εφημερίδων, της Shkopi και της Shqipëria, που εκδίδονταν στο Κάιρο. Κατάλαβε ότι αυτές οι εφημερίδες θα μπορούσαν να αποτελέσουν την κινητήρια δύναμη που χρειαζόταν για να βγει από την αφάνεια. Το μόνο του πρόβλημα ήταν η ελληνική του ταυτότητα. Το 1906, άλλαξε το όνομά του σε Φαν Σ. Νόλι, λέγοντας ότι ήταν το αλβανικό όνομα της οικογένειας του, πριν αυτή ελληνοποιηθεί. Με το νέο του αλβανικό όνομα και το ελληνικό του διαβατήριο πήγε στις Ηνωμένες Πολιτείες. Εγκαταστάθηκε στη Βοστόνη, όπου είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται αρκετοί Αλβανοί μετανάστες. Στο νέο κόσμο βρέθηκε κοντά σε μια κοινότητα που χρειαζόταν ηγέτη- την αλβανική διασπορά. Όσο βρισκόταν στη Βοστόνη, ένωσε τις δυνάμεις του με δύο Αλβανούς ηγέτες, τον Φαϊκ Μπέι Κονίτσα και τον Σωτήρ Πέτσι, με τους οποίους συνεργάστηκε γα την ίδρυση της οργάνωσης Βάτρα και για την έκδοση των εφημερίδων Dielli (Ήλιος) και Kombi (Έθνος). Σταδιακά κινήθηκε προς το Dielli, αλλά έτεινε επίσης να φέρει τον Πέτσι έναντι του Κονίτσα, τη στιγμή που και οι δύο αναζητούσαν διαρκώς αναγνώστες για τις εφημερίδες τους. Τελικά, η “συμμαχία ” του με τον Κονίτσα έφθασε στο τέλος της για ιδεολογικούς λόγους, κυρίως επειδή ο Νόλι είχε λενιστικές τάσεις.

Ο Νόλι δεν αντιμετώπισε ιδιαίτερες δυσκολίες στην προσπάθεια του να εδραιωθεί ως ηγέτης των αλβανικών κοινοτήτων του Worcester και της Βοστόνης. Τα μέλη των δύο αυτών κοινοτήτων δεν μπορούσαν να διαβάσουν ή να γράψουν σε καμία γλώσσα και ο Νόλι έπαιξε το ρόλο του ιερέα, του δασκάλου, του παρακινητή και του πολιτικού. Το μέγεθος της φιλοδοξίας και της εξυπνάδας του θα μπορούσε να συγκριθεί με το μέγεθος του αναλφαβητισμού και της σύγχυσης της κοινότητας από τα αφηρημένα διδάγματα του.

Σύμφωνα με τον Joseph Swire, “Από τους πέντε χιλιάδες Αλβανούς στις Ηνωμένες Πολιτείες, μόνο οι είκοσι ήξεραν γραφή και ανάγνωση”. Ο Νόλι, ενώ εργαζόταν σ’ένα εργοστάσιο δερματίνων ειδών, σπούδαζε τα βράδια Θεολογία στο Χάρβαρντ, απ’ όπου και αποφοίτησε. Οι σπουδές του διευκολύνθηκαν χάρη στην παρέμβαση του Μητροπολίτη Πλάτωνα στης Ρωσσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, ο οποίος τον χειροτόνησε ιερέα της Ορθοδοξίας.

Το 1914, ο Νόλι επισκέφθηκε για πρώτη φορά την Αλβανία ως χειροτονημένος ιερέας, θεωρητικά για να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο νέο, απειλούμενο κράτος. Όμως, ο κύριος λόγος του ταξιδιού του ήταν να προωθήσει την ιδέα της “εθνικής Αλβανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας”, κάτι που θεωρούσε ιδιαίτερα σημαντικό για την αποσαφήνιση και τον προσδιορισμό του αλβανικού εθνικισμού. Το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου πολέμου δεν ακύρωσε τη διακήρυξη της ανεξαρτησίας του 1912. Με την άφιξή του στην Αλβανία, ο Νόλι αντιμετώπισε την έντονη αντίδραση της Ορθόδοξης Εκκλησίας υπό το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, την εχθρική στάση των Ορθοδόξων και την καχυποψία Μουσουλμάνω. Οι Επίσκοποι, Ιάκωβος Δυρραχίου και Γερμανός της Κορυτσάς έχαιραν του σεβασμού της Παγκόσμιας Ορθόδοξης Κοινότητας, η οποία, έως τότε, ήταν κυρίως ελληνική. Ο Νόλι, ένας απλός ιερέας από μια μακρινή κοινότητα στη Βοστόνη, που είχε μόλις φτάσει στην Αλβανία, δεν μπορούσε να επηρεάσει τους πιστούς που θεωρούσαν τους Μουσουλμάνους εχθρούς τους και την ελληνική εκκλησία (με την υποστήριξη του ελληνικού κράτους) το μόνο μέσον σωτηρίας τους. Αλλά δεν τα έβαλε κάτω. Η αποστολή του ήταν να προετοιμάσει το έδαφος για τη δημιουργία της εθνικής Αλβανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας η οποία, όπως και οι εκκλησίες στα υπόλοιπα βαλκανικά κράτη, θα αποτελούσε τον ακρογωνιαίο λίθο του εθνικισμού. Το έργο του θα ήταν ακατόρθωτο, εκτός εάν έβρισκε ένα τρόπο να ανέλθει στην εκκλησιαστική ιεραρχία κα να εκθρονίσει τον πανίσχυρο επίσκοπο Ιάκωβο.

Ύστερα από τέσσερα χρόνια, όπου ταξίδεψε στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες ο Νόλι, επέστρεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1918, και ζήτησε και πάλι τη βοήθεια της Ρώσικης Ορθόδοξης Εκκλησίας. Συγκεκριμένα, ζήτησε να χειροτονηθεί επίσκοπος. Ο προκαθήμενος της Ρωσικής Εκκλησίας στη Βόρειο Αμερική, Μητροπολίτης Αλέξανδρος της Αλάσκας, δεν συμφωνούσε απόλυτα με τη χειροτόνηση του Νόλι. Πίστευε ότι μια τέτοια κίνηση ίσως να ήταν λάθος για μια χώρα τα σύνορα της οποίας δεν ήταν απόλυτα καθορισμένα και η οποία ήδη είχε τέσσερις Ορθοδόξους ιεράρχες, που είχαν χειροτονηθεί με τις προβλεπόμενες διαδικασίες και άνηκαν στην δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Όμως, ο Νόλι ήταν αποφασισμένος. Πίστευε ότι ο τίτλος του επισκόπου, ανεξάρτητα με τον τρόπο απόκτησής του, θα συνέβαλε αποφασιστικά στην εδραίωση των ισχυρισμών του για πνευματικά επιτεύγματα (αν και συχνά δεν δικαιολογούνταν και, σε μία περίπτωση, ήταν ανακριβή) και θα τον έφερναν στο τιμόνι ενός θεσμού που θα μπορούσε να παίξει αποφασιστικό ρόλο στη μάχη του αλβανικού έθνους για αυτοδιάθεση.

Σε όλα τα βαλκανικά κράτη, η εθνική εκκλησία αποτελούσε κύριο συστατικό της εθνικής ταυτότητας – και η Αλβανία δεν διέθετε έναν τέτοιο θεσμό. Ο Νόλι, από τη στιγμή που θα έλυνε το πρόβλημα της απόκτησης ενός ανώτερου εκκλησιαστικού αξιώματος, θα είχε τη δυνατότητα να γίνει εθνικός και εκκλησιαστικός ηγέτης. Είναι εμφανές ότι δεν τον ενδιέφερε απλώς να υπηρετήσει τη θρησκεία του, βάσει του σχεδίου του, ένα ανώτερο εκκλησιαστικό αξίωμα θα βοηθούσε στην επιδίωξη των στόχων του. Θεώρησε τη Ρωσική Εκκλησία, η οποία από το 1918 είχε περιέλθει στον έλεγχο των Μπολσεβίκων, πηγή πολιτικής νομιμοποίησης και εργαλείο μέσω του οποίου το αλβανικό έθνος θα μπορούσε, μια για πάντα, να αποτινάξει την ελληνική κυριαρχία. Ο Μητροπολίτης Αλέξανδρος, αναλογιζόμενος τις συνέπειες μίας αντικανονικής χειροτόνησης, εξήγησε στον Νόλι ότι το αλβανικό ποίμνιο βρισκόταν υπό την δικαιοδοσία της Κωνσταντινούπολης. Η χειροτόνησή του ως ιερέα από τον Μητροπολίτη Πλάτωνα της Νέας Υόρκης ήταν ένα θέμα, αλλά η χειροτόνησή του ως επίσκοπος ήταν άλλο. Ο Baerlein περιέγραφε τη μεταμόρφωση του Νόλι από ιερέα σε επίσκοπο ως εξής:
Εμφανίστηκε στη Νέα Υόρκη σε μια συνέλευση των Χριστιανών και Μουσουλμάνων Αλβανών. Τους είπε ότι οι ίντριγκες των Ελλήνων δεν επέτρεπαν την πραγματοποίηση της επιθυμίας τους: να υπάρχει ένας πραγματικός Αλβανός επίσκοπος. (Τους είπες ότι οι ρωσικές εκκλησιαστικές αρχές τον είχαν ενημερώσει ότι θα ήταν κάτω από τη δικαιοδοσία Ελληνικού Πατριαρχείου). “Λοιπόν”, αναφώνησε, “τί θα κάνουμε;”. Το πλήθος απάντησε “εάν ο λαός μπορεί να εκλέγει βασιλείς, τότε μπορεί να εκλέγει και τους επισκόπους του”. Τότε έφυγε και επέτρεψε ντυμένος επίσκοπος και το πλήθος φώναζε “Άξιος! Άξιος!” Τους ευλόγησε και όλοι έκαναν τον σταυρό τους εκτός από τους Μουσουλμάνους που τον χαιρέτησαν με το δικό τους τρόπο.

Ο Νόλι επέστρεψε στην Αλβανία το 1920 ως “επίσκοπος” της θεωρητικά ανεξάρτητης αλβανικής εκκλησίας. Αμέσως καταπιάστηκε με την πολιτική, συγκεκριμένα, έψαχνε να βρει τους τρόπους συνένωσης μιας φυλετικής κοινωνίας σε ένα έθνος. Το πρώτο του βήμα ήταν να αυτοανακηρυχθεί επίσκοπος του Δυρραχίου, αντικαθιστώντας των Ιάκωβο, έναν ενεργητικό κληρικό που έχαιρε της αγάπης και της εκτίμησης των ελληνόφωνων και των αλβανόφωνων Ορθοδόξων. Η κίνηση του Νόλι συνοδεύτηκε από δύο απόπειρες δολοφονίας κατά του Ιακώβου, γεγονός που οδήγησε στην απομάκρυνση του και την μεταφορά του σε άλλην μητρόπολη. Τελικά, ο Νόλι είχε καταφέρει να αγγίξει την ευαίσθητη χορδή των αλβανών. Τόνισε το γεγονός ότι οι τρείς ορθόδοξοι επίσκοποι των ελληνοκατοικούμενων περιοχών της νότιας Αλβανίας – ο Γερμανός της Κορτυσάς, ο Σπυρίδων της Βέλλας και της Κόνιτσας και ο Βασίλειος της Δρυινούπολης – είχαν δεχθεί υπουργικά πόστα στην Αυτόνομη Κυβέρνηση της Βορείου Ηπείρου, υπό την ηγεσία του Χρηστάκη Ζωγράφου.

Τα επιχειρήματα του Νόλι είχαν μια λογική βάση: εάν οι συγκεκριμένοι κληρικοί χρησιμοποιούσαν τη θέση τους για την επίτευξη πολιτικών (ελληνικών) στόχων, τότε και το αλβανικό έθνος θα μπορεί να χρησιμοποιεί την εθνική του εκκλησία για τους ίδιους λόγους.

Η δεύτερη επίσκεψη του Νόλι στην Αλβανία ήταν πιο αποτελεσματική από την πρώτη. Τα ταξίδια του στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπου προωθούσε την ιδέα της αυτοδιάθεσης της Αλβανίας, είχαν φέρει τη μουσουλμανική πλειοψηφία με το μέρος του. Στο Συνέδριο της Λούσνιας, τον Ιανουάριο του 1920, είχε κεντρικό ρόλο και κατάφερε να αξιοποιήσει την εμπειρία που είχε αποκτήσει στην Αμερική. Ο Νόλι προετοίμασε το πρώτο αλβανικό σύνταγμα και χάραξε το δρόμο για δημιουργία ενός υπουργικού συμβουλίου από τον υποστηριζόμενο από την Τουρκία Σουλεϊμάν Ντελβίνα. Στην ίδια συνάντηση, έθεσε το πλαίσιο για μια μελλοντική αντιβασιλεία, η οποία θα στηριζόταν από τους επικεφαλής των τεσσάρων βασικών θρησκειών, τους Ορθοδόξους και τους Καθολικούς Χριστιανούς, τους Σουνίτες και τους Μπεκτασί Μουσουλμάνους. Δύο μήνες αργότερα, ο Νόλι εκλέχθηκε στην πρώτη Αλβανική Συνέλευση , αντιπροσωπεύοντας την αλβανό-αμερικανική κοινότητα. Αμέσως άρχισε τις προσπάθειες του να ανασχηματίσει το πολιτικό σκηνικό της χώρας. Πρόσφερε τις υπηρεσίες του ως μέλος της αλβανικής αντιπροσωπίας στη Διάσκεψη των Βερσαλλιών και στην Κοινωνία των Εθνών προκειμένου να υπερασπιστεί την εθνική ακεραιότητα της Αλβανίας, που απειλείτο από τα γειτονικά της κράτη. Εντάσσοντας τους επικεφαλής όλων των θρησκευτικών δογμάτων στις υποθέσεις του κράτους, ο Νόλι και οι συνεργάτες του κατάφεραν να εντάξουν τη θρησκεία τις κρατικές υποθέσεις. Το επόμενο βήμα του ήταν να “επαναστατικοποιήσει” την πολιτική και να νομιμοποιήσει το λενινιστικό μοντέλο σε μια κοινωνία που , όπως σωστα΄ αναφέρει ο Hugh Seton-Watson, βρισκόταν στον 17 αιώνα.

Συνεχίζεται …

Δημοσιεύεται για πρώτη φορά από τον Πελασγό Κορυτσάς.
Πηγή: Himara.gr | Ειδήσεις απ’ την Βόρειο Ήπειρο

US Has Golden Opportunity To Demonstrate Its Support For ‘International Order’ – Analysis

0

The struggle between China and the U.S. for dominance in the South China Sea has raised fundamental questions regarding the “international order” – – the body of rules, norms, and institutions that govern relations between nations. These increasingly important questions include : what is it, who is abiding by it and who is not.   Some say the U.S. only supports those parts of the international order that further its short term interests. But now the U.S. has a golden opportunity to demonstrate its support for the international order even when it may not be in its short term interest to do so. Its decision will be watched carefully by China and others.

The U.S. claims to uphold what it deems to be the ‘international order’ and often calls out and unilaterally punishes those countries who do not abide by its interpretation thereof.  Indeed, the U.S. says that in the South China Sea in particular, China is violating and trying to revise it through its claims and actions – – including rejection of an international arbitration decision against it.  Yet the US’s own general record of supporting international law and regimes is spotty.  It refused to abide by an International Court of Justice (ICJ) decision against it in a case brought by Nicaragua. https://en.wikipedia.org/wiki/Nicaragua_v._United_States  It withdrew from the Paris climate accords and the Trans Pacific Partnership.  And it often appears to violate the UN Charter by threatening and even using force to achieve its international political objectives.

But it is in the maritime realm that its hypocrisy stands out. The UN Convention on the Law of the Sea (UNCLOS) has been ratified by some 168 parties including China. The U.S. alone –among maritime powers– has declined to do so.  Yet it accuses Asian countries – especially China – of violating the Convention and uses warships to challenge any of their claims and regimes that in its interpretation ‘illegally’ restricts its rights to freedom of navigation for its warships.  It has also repeatedly lambasted China for refusing to accept and abide by an arbitration decision against it rendered through a process mandated by UNCLOS.

The opportunity at hand involves an advisory opinion by the ICJ for Mauritius against Britain regarding ownership of the strategically important island of Diego Garcia that is home to a US military base. https://www.theguardian.com/world/2019/feb/25/un-court-rejects-uk-claim-to-sovereignty-over-chagos-islands; https://economictimes.indiatimes.com/news/defence/icj-advises-britain-to-return-diego-garcia-to-mauritius/articleshow/68169448.cms Diego Garcia is an atoll just south of the equator in the central Indian Ocean. https://en.wikipedia.org/wiki/Diego_Garcia It is the largest of 60 small islands comprising the Chagos Archipelago.  Between 1968 and 1973, the indigenous population was forcibly removed by the U. K. and the U.S. through intimidation and  denial of return to any who left the island.

The U.K. then leased the atoll to the U.S. and it built a large naval and air force base.  It became fully operational in 1986.  Its strategic value has been proven repeatedly.   It provided an air base for U.S. military operations during the Iraqi invasion of Kuwait, Operation Desert Fox, Operation Enduring Freedom, Operation Iraqi Freedom and allegedly for CIA renditions. https://www.cnn.com/2019/03/09/asia/chagos-islands-feature-intl/index.html The atoll continues to play a key role in America’s military strategy regarding the Indian Ocean and its environs –including as a base for bomber training missions over the South China Sea.

The ICJ, in a majority opinion, said decolonization of Mauritius “was not lawfully complete” when it attained independence because Britain retained control over the Chagos Archipelago. The opinion, which is advisory and thus non-binding, was rendered by a majority of 12 of the 13 judges. It concluded that Britain “is under an obligation to bring to an end its administration of the Chagos Archipelago as rapidly as possible.”  The sole dissenter was the American Judge. (The U.K. did not have a judge on the court at the time).

The court produced the opinion at the request of a resolution approved by the UN General Assembly (UNGA).   The 23 June 2017 resolution making the request was supported by 94 countries but vehemently opposed by Britain and the U.S. .  Britain maintained that the dispute was a bilateral matter between it and Mauritius and indicated it would reject any ICJ decision against it.  This is similar to China’s position regarding the international arbitration brought against it by the Philippines. In that case, China argued that the matter should be negotiated between it and the Philippines. It refused to participate in the hearings and when the decision went against it, it declared that it would neither recognize nor abide by the binding decision. The U.S. severely criticized it for doing so and alleged that it was a prime example of China’s revisionist tendencies regarding existing international law and order.

So what will be the U.S. policy going forward regarding this Chagos case?

Although the U.S. base is not in immediate danger, its future is uncertain.   If the advisory opinion is implemented, the U.S. will have a new landlord that might not only raise the ‘rent’ but also enact new restrictions on the use of its territory.  Moreover reparations for the forced removal of the original inhabitants of Diego Garcia and their right to return could become issues.

The advisory opinion will now be debated by the UNGA.  If the U.K. persists in ignoring the non-binding UN advisory opinion, the U.S. will be tempted to support the U.K.  It may well argue –as Britain most likely will –that the decision is not binding and therefore does not have to be followed. In other words, the U.S. could remain more or less true to form and only support that ‘international law and order’ that is in its current interest.   It might even try to bully or bribe Mauritius into continuing to allow the base to support its hegemony in Asia.

However it could also seize the opportunity by supporting the ICJ decision against Britain even though it is not in its short-term interest to do so. So the question becomes : will the U.S. make its policy consistent with its stated principles regarding the upholding of the international order? Or will it continue its disingenuous policy of “do what I say, not what I do.”

This piece first appeared in the I|PP Review. https://thediplomat.com/2019/03/americas-golden-opportunity-to-demonstrate-its-support-for-international-order/.

https://www.eurasiareview.com/13032019-us-has-golden-opportunity-to-demonstrate-its-support-for-international-order-analysis/

Τι συμβαίνει με την «μίνι Αραβική Άνοιξη» στην Αλγερία;

0

Του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου* liberal.gr

Οι διαδηλώσεις που ξέσπασαν στην Αλγερία πριν από τρεις εβδομάδες κορυφώθηκαν την Παρασκευή 8 Μαρτίου, με αφορμή την υποψηφιότητα για 5Η θητεία του Προέδρου Αμπντελαζίζ Μπουτεφλίκα του οποίου η υγεία έχει επιδεινωθεί μετά το σοβαρό εγκεφαλικό που υπέστη το 2013, αιφνιδίασαν πολλούς τόσο στην ίδια την χώρα όσο και στο εξωτερικό!

Τα τελευταία 20 χρόνια η Αλγερία απολάμβανε μία πολιτική και κοινωνική ηρεμία μετά τον σφοδρό 7ετή εμφύλιο πόλεμο (1992-1999) γνωστό και ως «Βρώμικο Πόλεμο». Η πολιτικοστρατιωτική ελίτ και ο λαός σε όλη την κοινωνική του διάστρωση εναπόθεσαν τις ελπίδες τους για ένα καλύτερο «αύριο» στον εκλεγέντα το 1999 Πρόεδρο Μπουτεφλικα ο οποίος με τις πολιτικές που εφάρμοζε χαρακτηρίστηκε «Πρόεδρος της Συμφιλίωσης». (Σημ. Να θυμίσουμε ότι το 1992 ξέσπασε Ισλαμική ένοπλη εξέγερση μετά από στρατιωτικό πραξικόπημα προκειμένου να αποτρέψει την άνοδο στην εξουσία του Ισλαμικού Μετώπου Σωτηρίας (Islamic Salvation Front FIS) που αναμενόταν να κερδίσει τον δεύτερο γύρο των πρώτων δημοκρατικών εκλογών από την ανεξαρτησία της Αλγερίας το 1962. Η εξέγερση κατέληξε σε ένα εμφύλιο πόλεμο που άφησε πίσω του 180 χιλιάδες νεκρούς, 15 χιλ αγνοούμενους, ενώ στην διάρκεια του εκτοπίστηκαν περίπου 1,5 εκ Αλγερινοί.)

Δεν ήταν όμως μόνο η κόπωση από τον εμφύλιο πόλεμο που δημιούργησαν συνθήκες πολιτικής και κοινωνικής ηρεμίας. Λόγω των υψηλών τιμών στο πετρέλαιο στην περίοδο 2004-2014 υπήρξε σημαντική οικονομική ανάπτυξη. Η δημιουργία σύγχρονων υποδομών, οι κοινωνικές παροχές σε μεγάλες μάζες του πληθυσμού, ο χαμηλός δανεισμός που ευνόησε την δημιουργία πολλών μικρών επιχειρήσεων και φυσικά η μείωση της ανεργίας δημιούργησε ευφορία στους Αλγερινούς που παρέμειναν …σιωπηλοί στην «Αραβική Άνοιξη» του 2011.

Ποιος είναι ο όμως ο Πρόεδρος Αμπντελαζίζ Μπουτεφλίκα

Πρόκειται για μία εμβληματική φιγούρα του Αγώνα της Ανεξαρτησίας (1955-1962). Εντάχθηκε στο Μέτωπο για την Εθνική Απελευθέρωση (Front de Libération Nationale FLN) το 1956, σε ηλικία 19 ετών. Το 1963 σε ηλικία μόλις 26 ετών (!) έγινε ο νεότερος Υπουργός Εξωτερικών στον Κόσμο (ρεκόρ που κρατάει μέχρι σήμερα) με Πρόεδρο τον φιλοδυτικό Μπεν Μπελά, ο οποίος ανετράπη από τον φιλοσοβιετικό Μπουμπετιέν το 1965. Παρέμεινε ΥΠΕΞ μέχρι τον θάνατο του Μπουμπετιέν το 1978. Αυτοεξορίστηκε από το 1983 μέχρι το 1989 στα ΗΑΕ και μετά στην Ελβετία. Με την επιστροφή του εντάχθηκε ξανά στο FLN αλλά κατά την διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου ήταν πολιτικά «εξαφανισμένος». Αυτό του επέτρεψε στις εκλογές του 1999 να κατέλθει ως «Ανεξάρτητος» και με την απόσυρση των λοιπών υποψηφίων να εκλεγεί με το 74% των ψήφων.

Αναμόρφωσε την Αλγερία και βελτίωσε την ζωή των κατοίκων της λόγω της ευνοϊκής ενεργειακής κατάστασης από πλευράς τιμών. Το 2008 τροποποίησε το Σύνταγμα καταργώντας τον περιορισμό των δύο προεδρικών θητειών για να γίνει ουσιαστικά ισόβιος Πρόεδρος. Παρά κάποια δυσαρέσκεια για την συγκέντρωση των εξουσιών πέτυχε να κρατήσει μακριά την «Αραβική Άνοιξη» από την χώρα του. Ταυτόχρονα με τις ενέργειες του στο εσωτερικό έβγαλε την χώρα από την απομόνωση και βελτίωσε τις σχέσεις του με την Δύση.

Από το 2013 μετά το σοβαρό εγκεφαλικό το οποίο υπέστη είναι ουσιαστικά πολιτικά απών έστω και αν …«κέρδισε» τις εκλογές του 2014. Εμφανιζόμενος πάντοτε σε αναπηρικό κάθισμα έχει δυσκολία να μιλήσει και να κινηθεί. Τελευταία του δημόσια εμφάνιση τον Νοέμβριο 2017.

Το ξέσπασμα διαδηλώσεων και η παρασκηνιακή «Ομάδα Εξουσίας Lepouvoir»

Η ανακοίνωση της υποψηφιότητας του Μπουτεφλίκα στις εκλογές της 18 Απριλίου για 5Η προεδρική θητεία και ενώ βρισκόταν στην Ελβετία λόγω επιδείνωσης της υγείας του, πυροδότησε τις οξύτατες διαμαρτυρίες μεγάλου τμήματος του πληθυσμού. Οι διαδηλώσεις των δύο τελευταίων εβδομάδων σε όλη την χώρα ήταν σε ένταση και έκταση οι μεγαλύτερες εδώ και 25 χρόνια.

Σε αυτήν την χώρα των 41 εκατομμυρίων κατοίκων και με το 70% του πληθυσμού να είναι κάτω των 30 ετών, με οικονομική ύφεση και με αυξανόμενη την ανεργία, οι μαζικές διαδηλώσεις στρέφονται κυρίως κατά της πολιτικοστρατιωτικής ελίτ και της «Ομάδας Εξουσίας» που κυβερνάει από τα παρασκήνια με το προσωνύμιο «Le pouvoir», η …Δύναμη ελέγχοντας το «βαθύ κράτος της Αλγερίας» (Σημ. Υπάρχουν «βαθιά κράτη» και αλλού εκτός από την …γειτονιά μας!) Από αυτή την Ομάδα γνωρίζουμε μόνο τον νεότερο αδελφό του Μπουτεφλίκα, Σαίντ αλλά και τον Αρχηγό του Στρατού, Στρατηγό Γκαίντ Σαλάχα.

Την Κυριακή 10 Μαρτίου έφεραν εσπευσμένα από την Γενεύη τον Πρόεδρο Μπουτεφλίκα, άγνωστο σε ποια κατάσταση, για να ισχυριστούν ότι είναι καλά και επέστρεψε στα καθήκοντα του. Οι Αλγερινοί μιλούν όμως για έναν ζωντανό νεκρό ή για Πρόεδρο …μούμια!

s

Ποιοι είναι οι διαδηλωτές και τι ζητούν

Ο βασικός πυρήνας των διαδηλωτών είναι νέοι οι οποίοι μέχρι σήμερα δεν ενδιαφέρονταν για την πολιτική! Άνεργοι πτυχιούχοι και εργάτες μαζί με φοιτητές αλλά ακόμα και μαθητές Λυκείων. Σε αυτούς προστίθενται μορφωμένοι αστοί, αναγνωρίσιμοι δημοσιογράφοι, ηθοποιοί, γιατροί και δικηγόροι.

Την Παρασκευή 8 Μαρτίου, οι διαδηλωτές στο Αλγέρι ξεπέρασαν τις 600 χιλιάδες με τις γυναίκες περισσότερες από κάθε άλλη φορά λόγω και της Διεθνούς Ημέρας για τα Δικαιώματα των Γυναικών. Πολλοί διαδηλωτές είχαν τριαντάφυλλα στα χέρια τους ενώ άλλοι ήταν τυλιγμένοι σε ένα άσπρο Hayek, παραδοσιακή αλγερινή ενδυμασία. Σημαντική παρουσία είχε η 83χρονη εθνική ηρωίδα της Αλγερίας, από τον αγώνα της Ανεξαρτησίας Τζαμίλα Μπουχιρέντ που είχε γίνει γνωστή παγκοσμίως από την ταινία του 1966 «Η μάχη του Αλγερίου» (περιθωριοποιημένη για χρόνια από το καθεστώς). Οι διαδηλώσεις προς το παρόν είναι ειρηνικές. Τα συνθήματα δεν εξαντλούνται στον Μπουτεφλικα αλλά επεκτείνονται σε θέματα υγείας, εκπαίδευσης, στέγασης αλλά και ατομικών δικαιωμάτων και κατά της διαφθοράς.

a

Η πονηρή αντίδραση της επιτήδειας «Ομάδας Εξουσίας» (Le pouvoir) της Αλγερίας

Το καθεστώς αναντίρρητα αιφνιδιάστηκε από την διαρκώς αυξανόμενη ισχυρή λαϊκή αντίδραση και αντέδρασε στην αρχή με απειλές και έωλες υποσχέσεις για αλλαγές. Φαίνεται ότι όμως ότι τις τελευταίες ημέρες η αόρατη «Ομάδα Εξουσίας» ανησύχησε και αποφάσισε ότι ο Μπουτεφλίκα είναι πλέον «βαρίδι».

Το πρώτο μήνυμα δόθηκε το Σάββατο 9 Μαρτίου! Μία ημέρα πριν την επιστροφή του Μπουτεφλίκα από την Γενεύη, ο Αρχηγός του Στρατού, Στρατηγός Γκαίντ Σαλάχ μιλώντας Αξιωματικούς, για πρώτη φορά δεν αναφέρθηκε ονομαστικά στον Μπουτεφλίκα και εμφατικά δήλωσε « ότι λαός και στρατός έχουν κοινό όραμα για το μέλλον και ότι υπάρχουν ισχυροί δεσμοί μεταξύ τους». Κάτι που θα μπορούσε να διερμηνευθεί ότι ο Στρατός δεν θα επέμβει για να …σώσει τον Πρόεδρο! Ίσως και ο ίδιος να έβλεπε πλέον τον εαυτό του ως αντικαταστάτη του Μπουτεφλικα αν και μόνο 3 χρόνια νεώτερος του. Δεν είχε όμως λάβει υπόψη του τον Σαίντ, τον πανίσχυρο αδελφό του Προέδρου και τους φίλους του.

Την Δευτέρα το βράδυ, το Κρατικό Πρακτορείο Ειδήσεων στο Αλγέρι κυκλοφόρησε μια «δήλωση» του Προέδρου Μπουτεφλίκα με την οποία αποσύρει την υποψηφιότητα του για 5Η θητεία, αλλά (το «αλλά» είναι το πιο σημαντικό!) ταυτόχρονα αναβάλλονται και οι προεδρικές εκλογές της 18 Απριλίου. Ανακοινώθηκε ότι θα συγκροτηθεί μέχρι τέλος του 2019 μία Εθνική Συνδιάσκεψη προκειμένου να συντάξει νέο Σύνταγμα και να οδηγήσει την χώρα μετά σε εκλογές! Δηλαδή με απλά λόγια ο Μπουτεφλίκα παραιτείται από μία 5Ηθητεία αλλά αυξάνει τον χρόνο της … 4ΗΣ !

Για να φανεί ότι κάτι αλλάζει στην εξουσία, αντικαταστάθηκε ο Πρωθυπουργός Αχμέντ Ουγιαχία, από τον μέχρι τώρα Υπουργό Εσωτερικών Νουρεντίν Μπεντούι με Αναπληρωτή Πρωθυπουργό τον μέχρι τώρα Διπλωματικό Σύμβουλο του Μπουτεφλίκα, Ραμτάν Λαμάμρα! Φαίνεται όμως ότι θα παίξει κάποιο ρόλο και ο παλαίμαχος διπλωμάτης πρώην ΥΠΕΞ Λακχντάρ Μπραχίμι γνωστός μας από την θητεία του ως ειδικός απεσταλμένος του ΓΓ/ΟΗΕ για την Συρία.

Επιπτώσεις από μία Αλγερία σε αναταραχή και αστάθεια

Η κατάσταση στην Αλγερία παραμένει ρευστή παρά την ανακοίνωση περί απόσυρσης της υποψηφιότητας Νπουτεφλίκα. Το κόλπο με την επ’ αόριστον αναβολή των εκλογών και την Εθνική Συνδιάσκεψη για μία νέα Αλγερία μάλλον δεν θα «πιάσει»! Υπάρχουν εσωτερικοί ανταγωνισμοί στην κυβερνητική ελίτ, οι μαζικές διαδηλώσεις εκτιμάται ότι θα συνεχιστούν παρά το καθεστώς φόβου και απειλών και η κατάσταση της οικονομίας βαίνει διαρκώς επιδεινούμενη. Μπορεί να μην έχουμε άμεσα δομικές αλλαγές του καθεστώτος αλλά υπάρχει μεγάλη ανησυχία για το τι πρόκειται να γίνει μετά.

Το ενδεχόμενο μίας διαρκούς αστάθειας στην Αλγερία δημιουργεί παγκόσμιο και περιφερειακό προβληματισμό. Αρκεί να σκεφθούμε ότι η Αλγερία είναι ο κύριος ενεργειακός τροφοδότης της Νότιας Ευρώπης (Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία) ενώ το 11% των εισαγωγών φυσικού αερίου σε όλη την ΕΕ είναι από την Αλγερία.

Πέρα από την ενεργειακή πλευρά του προβληματισμού και του φόβου μεγαλύτερης ενεργειακής εξάρτησης από την Ρωσία υπάρχουν και άλλοι λόγοι. Οι ΗΠΑ θεωρούν την Αλγερία μαζί με το Μαρόκο. έναν σημαντικό εταίρο στην πόλεμο κατά της τρομοκρατίας ενώ είναι γνωστό ότι δεν έχουν εξαλειφθεί οι πυρήνες της Αλ Κάιντα στο Ισλαμικό Μαγκρέμπ (AQIM).

Η Αλγερία σε περίπτωση παρατεταμένης αστάθειας δεν θα μπορεί να ελέγχει τις προσφυγικές ροές στην Βόρεια Αφρική προερχόμενες από την ζώνη Σαχέλ, Σαχάρα και φυσικά την λεγόμενη υπο- Σαχάρια Αφρική. Στην Γαλλία αλλά και στην Ιταλία οι Κυβερνήσεις ανησυχούν για μία αύξηση της παράνομης μετανάστευσης στην Μεσόγειο. Μία μαζική εισροή μεταναστών θα δημιουργούσε πρόβλημα όχι μόνο στις χώρες αυτές αλλά και σε όλη την Ευρώπη.

Σε ότι αφορά στην Ελλάδα. Η παλιά ΔΕΠΑ και συνεχίζεται με τον σημερινό ΔΕΣΦΑ είχε σύμβαση προμήθειας αλγερινού LNG με την κρατική αλγερινή εταιρεία Sonatrach για 500.000 μετρικούς τόνους. Σήμερα ο ΔΕΣΦΑ διαχειρίζεται τη Ρεβυθούσα όπου αποθηκεύει είτε αλγερινό LNG είτε αμερικανικό LNG. Το κάθε φορτίο κυμαίνεται μεταξύ 125.000 – 150.000 μετρικούς τόνους. Αλγερινό LNG δουλεύει κυρίως η ΔΕΗ και ο Ήρωνας (ΓΕΚ-ΤΕΡΝΑ, ENGIE [πρώην GDF Suez], Qatar Petroleum). Σε περίπτωση μη τροφοδότησης οι ηλεκτροπαραγωγικές μονάδες της ΔΕΗ και του Ήρωνα μπορούν να αλλάξουν καύσιμο από φυσικό αέριο σε ντίζελ, όμως μια τέτοια αλλαγή, για παρατεταμένο χρονικό διάστημα, θα κοστίσει ακριβά στις εταιρείες και φυσικά στους… καταναλωτές.

Αντί Επιλόγου

Το καθεστώς στην Αλγερία παίζει «το τελευταίο του χαρτί». Προσπαθεί να κερδίσει χρόνο με μία παρατεταμένη «μεταβατική» περίοδο μέχρι να κοπάσουν οι αντιδράσεις των Αλγερινών για να μπορέσει να διασώσει τις δομές του και ταυτόχρονα να δημιουργήσει ρήγματα στις μάζες που αντιδρούν. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει ένας διάδοχος Πρόεδρος με ικανότητες και αποδεκτός από την πλειονότητα των Αλγερινών και η συνεχιζόμενη οικονομική κρίση δημιουργούν συνθήκες μακράς αστάθειας.

Τέλος πρέπει να τονιστεί ότι αυτά που διαδραματίζονται στην Αλγερία και αυτά που εκτιμούμε ότι μπορεί να συμβούν σε συνδυασμό με τις οδυνηρές εμπειρίες του παρελθόντος με τον αραβικό ξεσηκωμό του 2011 απαιτούν την προσοχή της Διεθνούς Κοινότητας και την συνετή αντιμετώπιση πιθανών συνεπειών.

*Ο Αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Λουκόπουλος είναι επικεφαλής στο «Παρατηρητήριο Liberal». Κατά την 3ετή θητεία του στην Σχολή του ΝΑΤΟ στην Γερμανία είχε επισκεφθεί την χώρα αρκετές φορές για εκπαιδευτικά προγράμματα ενώ στην 3ετη θητεία του στο Αρχηγείο του ΝΑΤΟ στις Βρυξέλλες λόγω των δεσμών του με το Αλγερινό Υπουργείο Άμυνας και ΥΠΕΞ συνόδευε σε τακτική βάση τις Αντιπροσωπείες Κυβερνητικών Αξιωματούχων,

https://www.liberal.gr/arthro/243834/amyna–diplomatia/2019/ti-sumbainei-me-tin-isonmini-arabiki-anoixisin-stin-algeria.html?fbclid=IwAR0TjG94KcqwKdpDezPiqNBp3rdOPr9JSEV80cTz4EBvGCLFG6HIRfkLVhk

Προσέξτε τι πραγματικά συμβαίνει στο πολιτικό σκηνικό.

10

του ΠΑΝΤΕΛΗ ΣΑΒΒΙΔΗ

Οι επερχόμενες εκλογές δεν θα είναι σημαντικές μόνο ως προς την κυβερνητική διακύβευση ποιος, δηλαδή, θα κυβερνήσει αλλά και αν θα κυριαρχήσει στον αριστερό/ κεντροαριστερό χώρο ο Συριζα.

Φυσικά, με τις προβλέψεις που μπορούν να γίνουν αυτήν τη στιγμή, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο Συριζα θα είναι το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης και της κεντροαριστεράς. Και εδώ, ακριβώς, βρίσκεται το πρόβλημα.

Ή, μάλλον, το πρόβλημα εντοπίζεται στο ότι η πλειοψηφία του λαού δεν έχει πολιτικό φορέα που να την εκφράζει.

Τα μείζονα ζητήματα της χώρας είναι, βεβαίως, οικονομικά αλλά δεν είναι μόνο οικονομικά. Είναι ταυτότητας και εθνικά.

Αν αποδεχθούμε ότι οι παροχές δεν λύνουν κανένα οικονομικό πρόβλημα και πως αν δεν παραχθεί πλούτος πολύ σύντομα θα σταματήσουν, τότε το συμπέρασμα είναι ότι ο Συριζα δεν εκφράζει την συντριπτική πλειονότητα του κόσμου που πολιτικά νοιώθει στο κέντρο/ κεντροαριστερά αλλά ανησυχεί και για τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και ταυτότητας.

Ο Συριζα ήταν, και εν πολλοίς παραμένει, ένα αμάλγαμα αριστερών σεχτών του μακρύ μεταπολιτευτικού χρόνου στις οποίες προσέδωσε την κυρίαρχη ιδεολογική αντίληψη ο αναθεωρητισμός του ΚΚΕ ες. (αναθεωρητισμός όχι μόνο στο εσωτερικό της κομμουνιστικής ιδεολογίας αλλά γενικότερα) και την εκλογική βάση για να γίνει κόμμα εξουσίας το μεγαλύτερο ποσοστό που συγκροτούσε τον μόνιμο πυρήνα του ΠΑΣΟΚ. Ψηφίστηκε, και συνεργάστηκε και με ένα τμήμα της Δεξιάς, με το οποίο συνεχίζει να συμπορεύεται.

Προεξάρχοντος του Τσίπρα, ο σκληρός πυρήνας του κόμματος κινήθηκε στην τροτσκιστική λογική του εισοδισμού. Προκειμένου να πετύχει τον τακτικό του στόχο, συμμάχησε και συμμαχεί, με την κάθε φορά δύναμη που θα του δώσει τη δυνατότητα να τον πετύχει.

Συμμάχησε μια συμμαχεί με ένα τμήμα της Δεξιάς, συμμάχησε και συγκυβέρνησε με τους ΑΝΕΛ, συμμάχησε και κατέκτησε την εξουσία με τις εξωκοινοβουλευτικές κομμουνιστικές δυνάμεις οι οποίες αποδείχτηκαν, πέραν αρχών, το ίδιο εξουσιομανείς όπως και οι αστικές.

Ο άμεσος, τώρα, στόχος του είναι η εκλογική επιτυχία. Και επειδή νοιώθει ότι η τετράχρονη εξουσία του προκάλεσε φθορές, αναζητά υποστήριξη από δυνάμεις με τις οποίες νοιώθει ιδεολογικά πλησιέστερα, όπως είναι οι αποδομητικές δυνάμεις της ελληνικής αριστεράς/ κεντροαριστεράς που είναι υπαρκτές στον ελληνικό χώρο. Αν και είναι μειοψηφικές, κατέχουν τις κυριότερες θέσεις εξουσίας με τη βοήθεια των Μέσων Ενημέρωσης κάθε μορφής.

Υπάρχει, δηλαδή, μια τεράστια αναντιστοιχία μεταξύ της διοίκησης του ελληνικού κράτους (πολιτικής και γραφειοκρατικής) και της επιθυμίας της ελληνικής κοινωνίας.

Το ότι αυτή η αναντιστοιχία δημιουργεί πρόβλημα λειτουργίας της Δημοκρατίας δεν ενδιαφέρει, απολύτως, κανέναν.

Και δεν ενδιαφέρει διότι η αποδομητική τάση διατρέχει όλο το πολιτικό φάσμα. Δεν απαντάται, μόνο, στο Συριζα. Υπάρχει, καιροσκοπικά κοιμωμένη, και στη Νέα Δημοκρατία και στο ΚΙΝΑΛ. Φυσικά, κυριαρχεί στο «Ποτάμι».

Τα υπόλοιπα κόμματα (ΚΚΕ) δεν ενδιαφέρουν διότι δεν επηρεάζουν το δημόσιο λόγο, ή δεν έχουν πια καμιά σημασία (ΑΝΕΛ, Λεβέντης, κλπ).

Η αντιπαράθεση, σήμερα, δεν δίνεται στη βάση του παλιού πολιτικού διαχωρισμού κοινωνικών τάξεων που εκπροσωπούν τα πολιτικά κόμματα αλλά στην αντίληψή τους για το τι είμαστε (ταυτότητα) και που πάμε (οικονομία, εθνικά θέματα).

Και εδώ βρίσκεται το βαθύ ρήγμα κοινωνίας και πολιτικής.

Η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας πιστεύει στην ταυτότητα που έχει διαμορφώσει ως καταγωγή και εξέλιξη, πιστεύει στην παράδοση, πιστεύει στην υπεράσπιση της ακεραιότητας της χώρας και στην έννοια της πατρίδας.

Το πολιτικό σύστημα, αντιθέτως, έχει μια αποδομητική προσέγγιση ως προς το πρόταγμα της ταυτότητας και μια πιο large προσέγγιση στην έννοια προάσπισης του εθνικού συμφέροντος. Του δίνει, κατά το δοκούν, και αναλόγως της συγκυρίας μια διαφορετική ερμηνεία. Τα παραδείγματα είναι πολλά και εκφράστηκαν, επιγραμματικά, με τη θεωρία περί μοναχοφάηδων του πρώην υπουργού εξωτερικών.

Δηλαδή, δεν έχει σημασία τι δικαιούσαι από άποψη διεθνούς δικαίου ή συμφωνιών που επετεύχθησαν μετά από σκληρές πολεμικές αναμετρήσεις αλλά αν με βάση το «μοναχοφαησόμετρο» του κ. Κοτζιά έχεις ή όχι πολλά τα οποία πρέπει να μοιράσεις.

Αυτή είναι η βάση στην οποία ο Συριζα καλεί τις, κατ αυτόν, «προοδευτικές» δυνάμεις να συσπειρωθούν γύρω του. Το λέει, άλλωστε. Πρόκριμα είναι η Συμφωνία των Πρεσπών. Ο προοδευτισμός ορίζεται με βάση το αν συμφωνείς ή όχι μαζί της.

Δεν μπορεί, δηλαδή, κάποιος να είναι αριστερός, ή κεντροαριστερός και να αντιτίθεται στη Συμφωνία των Πρεσπών.

Η διαχωριστική αυτή γραμμή που έσυρε ο Συριζα είναι σαφής. Και αν ο Συριζα κερδίσει στις εκλογές, και κέρδος δεν είναι μόνο η επικράτησή του ως πρώτου κόμματος αλλά και η ενισχυμένη παρουσία του ως δεύτερου, η επικίνδυνη ιδεολογική αντίληψη που αποτελεί την πραγματική ταυτότητά του, θα επικρατήσει.  Γι αυτό χρειάζεται προσοχή.

Αυτό σημαίνει, λαμβανομένης, υπόψη, και της ρήσης του Δένδια «στη Νέα Δημοκρατία είμαστε πολλές τάσεις τη συνισταμένη των οποίων εκφράζει ο Μητσοτάκης»  ότι η πλειονότητα του ελληνικού λαού θα μείνει χωρίς, πραγματική, πολιτική εκπροσώπηση.

Για τη στάση του ΚΙΝΑΛ ως προς τα παραπάνω η εικόνα δεν είναι σαφής. Στο  ΚΙΝΑΛ και σε κοινωνικό και σε πολιτικό επίπεδο παρέμειναν, κυρίως,  οι σημιτικές δυνάμεις. Και ο σημιτισμός αποτέλεσε τη μήτρα κυοφορίας αυτών των αντιλήψεων, πέραν της κομμουνιστικής αναθεωρητικής αριστεράς. Παιδιά του Σημίτη είναι όσοι επιχειρούν να στήσουν την αβερώφεια γέφυρα.

Ποιος θα εκφράσει, λοιπόν, την πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας πέραν των διαφόρων γραφικοτήτων που παρουσιάζονται;

Διότι ό,τι εμφανίστηκε, ως εναλλακτική πρόταση ως σήμερα, έχει στοιχεία γραφικά και ακραία. Η πλειοψηφία του λαού δεν είναι ούτε γραφική ούτε ακραία.

Αναζητά έναν πολιτικό φορέα που θα σέβεται την ύπαρξη, την παρουσία της και το δικαίωμά της να ζήσει.

Αυτό είναι το νέο, μεγάλο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας. Το οποίο επιτείνεται με την επικράτηση, στην άλλη πλευρά του Αιγαίου των στρατιωτικών και γραφειοκρατικών πυρήνων που έχουν ευρασιατικό προσανατολισμό.

 

Nikola Dimitrov went one step further – the language of the Aegean Macedonians was not Macedonian

0

12.03.2019 / 19:26

Is the Government completely giving up on the Macedonian minorities? Although the claims of the leaders of the ruling majority were that minorities remain protected, according to the statement of Greek Foreign Minister Athanasia Anagnostopoulou, Macedonian Foreign Minister Nikola Dimitrov protects minorities by saying that the Macedonian minority in Greece does not speak Macedonian, Alfa reported.

In a statement to a Greek state news agency following her visit to Macedonia at the Markova Noga border crossing, above all other statements, she stressed Dimitrov’s statement in which he allegedly clarified that according to Article 7 and the spirit of the Prespa Agreement, the Macedonian language spoken by the citizens of Macedonia and its dialects have nothing to do with the idioms spoken by the Greek Macedonians.

We welcome Dimitrov’s statement because it puts an end to any fear of non-existent problems that would arise from the language that we have recognized decades ago, said the Greek minister.

Vladimir Milcin reacted sharply to Dimitrov’s statement. On Facebook, he commented that the language is Macedonian and no one has the right to call it North Macedonian or to limit it within the borders of the Republic of North Macedonia.

The language we are speaking today was once called “our language” in an attempt to save their head. The language we understand each other with parts of the population in the neighboring countries and even countries across the ocean is called Macedonian and no one has the right to call it North Macedonian or to limit it within the borders of the Republic of North Macedonia, Milcin wrote on  Facebook.

Just a few days ago in an interview with TV SKAI, Dimitrov said that the Macedonian minority is a Greek issue and that the Prespa Agreement is obliged not to interfere with Athen’s internal affairs.

With the signing in Nivitsi, Prime Minister Zaev and Minister Dimitrov agreed that the Macedonian pupils instead of Solun should study of Thessaloniki, if so far it was Kukuš, they will now read about Kilkis. Practically, Macedonia will have to use the same terms, ie toponyms as Greece, and for the Serbs and Bulgarians Solun will remain Solun, but for the Macedonians, ie the citizens of North Macedonia, it will be Thessaloniki.

https://english.republika.mk/news/macedonia/nikola-dimitrov-went-one-step-further-the-language-of-the-aegean-macedonians-was-not-macedonian/?fbclid=IwAR2Zf0ttSdafNbTWueyMbHYfa-4qOi5PbPrqy4Ee18fZHJOrkAlSDXjaBng