Χάρης Τοπαλίδης: ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗΣ ΣΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ

 

Χάρης Τοπαλίδης, PhD

Τα Μνημόνια

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα Μνημόνια απετέλεσαν μια στρατηγική τομή στην πορεία της Ελληνικής οικονομίας αλλά και της κοινωνίας και οι συνέπειές τους ισοδυναμούν με αυτές μιας πολεμικής ήττας, μιας εθνικής τραγωδίας. Η κρίση χρέους της Ελληνικής οικονομίας το 2010, ως δευτερογενής συνέπεια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 2008 – μαζική φυγή ξένων κεφαλαίων από τα Ελληνικά ομόλογα – λόγω της έξαρσης των παθογενειών της, όπως εκδηλώθηκαν στο δημοσιονομικό και στο ισοζύγιο των εξωτερικών συναλλαγών της, οδήγησε στον αναγκαστικό δανεισμό της από το εξωτερικό για τη διάσωσή της στο πλαίσιο της Ευρωζώνης. Για τη λήψη των δανείων αυτών υποχρεώθηκε να υιοθετήσει πολιτικές επιβεβλημένες από τούς πιστωτές της μέσω  της υπογραφής Μνημονίων με τους Διεθνείς Θεσμούς ΔΝΤ, ΕΚΤ, Ε.Ε.. Οι πολιτικές αυτές εμπνέονταν από ένα σύνολο πολιτικών λιτότητας, ιδιωτικοποίησης της οικονομίας και δημοσιονομικής σταθερότητας, που αποκλήθηκαν «Συναίνεση της Ουάσιγκτον». Αποσκοπούσαν στην αντιμετώπιση των παθογενειών με τη διαρθρωτική προσαρμογή της Οικονομίας της στα διεθνή πρότυπα μιας ανοικτής, νεοφιλελεύθερης οικονομίας, ως στρατηγικής προϋπόθεσης  για την επιστροφή της στη μεγέθυνση και στην ανάπτυξη. Ειδικότερα προωθούσαν πέρα από την εξυγίανσή της με τον έλεγχο των ελλειμάτων και την «εσωτερική υποτίμηση» – τη μείωση μισθών και συντάξεων, στη μετάβαση στο νέο διεθνές παραγωγικό πρότυπο της Ψηφιακής και Πράσινης οικονομίας.

Με το μίγμα πολιτικής που υιοθετήθηκε για την εφαρμογή των Μνημονίων και την προώθηση της Ψηφιακής και Πράσινης Ατζέντας, το μέσο βιοτικό επίπεδο συρρικνώθηκε, η διάρθρωση της οικονομίας έγινε ολιγαρχική με τη δημιουργία ολιγοπωλίων, η εργασία υποβαθμίστηκε και ο δημόσιος τομέας της απομειώθηκε έναντι του ιδιωτικού. Οι παράπλευρες απώλειες, όπως, η αύξηση του δημοσίου και ιδιωτικού χρέους, η σημαντική μείωση της χρηματοδότησης της οικονομίας από το τραπεζικό σύστημα, η αποδόμηση του κοινωνικού κράτους και του κράτους δικαίου, η χωρίς προηγούμενο διεύρυνση των κοινωνικών και περιφερειακών ανισοτήτων, η έκρηξη του δημογραφικού προβλήματος, η απίσχναση των δημοκρατικών θεσμών και της ελευθερίας στη δημόσια σφαίρα επικοινωνίας, που αγγίζουν σε διαφορετικό βέβαια βαθμό, τις δυνάμεις όλου του πολιτικού φάσματος που άσκησαν κυβερνητική εξουσία, αποξένωσαν ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας από το πολιτικό σύστημα. Η θεμελιώδης διάκριση μιας πολιτικής κοινωνίας σε Δεξιά και Αριστερά θόλωσε τόσο πολύ ώστε εδραιώθηκε η ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση ότι «όλοι ίδιοι είναι». Εδώ έγκειται το έδαφος της σημερινής κρίσης εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα, αλλά και του κατακερματισμού του.

Η διάρρηξη της εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα

Ήταν η διάρρηξη της πολιτικής εμπιστοσύνης αναπόφευκτη με τη σύναψη των Μνημονίων; Η σημασία των συνεπειών της πολιτικής των Μνημονίων στον εξοστρακισμό μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στη βίαιη επίπτωση που αυτή είχε στη ζωή  και στο βιοτικό του επίπεδο, χωρίς τη συναίνεσή του, ή στην απώλεια της οικονομικής ανεξαρτησίας της χώρας, που ισοδυναμεί ήδη με μια θεμελιώδη αποτυχία του πολιτικού συστήματος. Σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε και η υπόθαλψη της διαφθοράς που οδήγησε στα Μνημόνια αλλά και αυτής που ακολούθησε την εφαρμογή τους και γιγαντώθηκε ειδικά μετά το 2019, ως καθεστωτική πρακτική, καθιστώντας τους όρους  του οικονομικού παιγνιδιού και της επιβίωσης εντελώς άνισους. Η σύναψη των Μνημονίων δεν ήταν μια «στιγμιαία» ή «στο χιλιοστό» πολιτική επιλογή που πρόκυψε ξαφνικά ως φυσική αναγκαιότητα, όπως προσπαθεί να μας πείσει δόλια η κυβερνητική προπαγάνδα, για να περιοριστεί η πολιτική αποτίμησή της αποκλειστικά στην αναγκαιότητα της εφαρμογής τους και όχι στις παθογένειες που οδήγησαν σε αυτά και στην αποτελεσματικότητα της διαρθρωτικής θεραπείας που εφαρμόστηκε. Ήταν το αποτέλεσμα μιας εξελικτικής διαδικασίας σταδιακής στρέβλωσης της αγοράς, υπονόμευσης του ανταγωνισμού, έκπτωσης των θεσμών και γιγάντωσης της διαπλοκής ανάμεσα στην επιχειρηματική κοινότητα και το πολιτικό σύστημα που κορυφώθηκε το 2010, λόγω και της διεθνούς συγκυρίας.

Η διαπλοκή και το ακαταδίωκτο

Καθώς οι παθογένειες που πήγαζαν από τη διαπλοκή είχαν σημαντικές αρνητικές, διαρθρωτικές επιπτώσεις στην Οικονομία, επηρεάζοντας την ανταγωνιστικότητα, τα μακροοικονομικά της μεγέθη και τη δημοσιονομική της κατάσταση, (ο πρ. Πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου  διακήρυττε στεντόρεια διεθνώς μετά την έξωσή του από το αξίωμα, ότι η Ελλάδα ήταν η πιο διεφθαρμένη χώρα) υπήρχαν, πέραν από τις πολιτικές και σημαντικές ποινικές ευθύνες προσώπων, για την κατάσταση στην οποία είχε βρεθεί η χώρα, ο καταλογισμός των οποίων θα μπορούσε να αποφέρει και την επιστροφή στο δημόσιο Ταμείο πόρων, ιδιαίτερα σημαντικών για μια πτωχευμένη οικονομία. Εντούτοις αυτές οι ευθύνες και οι πόροι ουδέποτε αναζητήθηκαν από όλες τις πολιτικές δυνάμεις που διαχειρίστηκαν τις Μνημονιακές πολιτικές (όπως έγινε σε αντιδιαστολή π.χ. στην Ισλανδία, Ιρλανδία κλπ), αλλά ούτε και έγινε από αυτές οποιαδήποτε επίσημη έρευνα για τα αίτια και τους πρωταίτιους της χρεοκοπίας, όπως όφειλε κάθε ευνομούμενη Πολιτεία να κάνει. Είναι πολύ πρόσφατη και αποκαλυπτική, η παρουσία σύσσωμου του πολιτικού συστήματος που διαχειρίστηκε τα Μνημόνια στην παρουσίαση του βιβλίου του Μ. Σάλλα, πρ. Προέδρου ΔΣ και Δ/ντος Συμβούλου της Τρ. Πειραιώς, που απομακρύνθηκε το 2015. Επομένως η επίκλησή τους ότι «έσωσαν τη χώρα» με τη διαχείρισή τους, είναι τουλάχιστον υποκριτική καθώς αποκρύπτει την ευθύνη τους – κατά το μερίδιο που αναλογεί σε κάθε μία από αυτές – και διαχέει μια αντίληψη «συλλογικής ευθύνης» της κοινωνίας για τη χρεωκοπία, θαρρείς και η χώρα ήταν μια δημοκρατία Σοβιετικού τύπου. Ο μη καταλογισμός των ευθυνών για μία εθνική τραγωδία, υπόσχεται την επανάληψή της και δεν παραπέμπει σε μια πολιτική αλλά σε μια κοινωνία κοτσαμπάσηδων. Η άρση της εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα είναι τότε αναπόφευκτη.

Οι λάθος συνταγές

Η αποτυχία όμως των Μνημονίων ακόμη και στους στόχους που είχαν τεθεί από τους εμπνευστές τους, υπονόμευσε επίσης την πολιτική εμπιστοσύνη. Καθώς το Μνημόνιο είναι ένα σχέδιο διαρθρωτικών παρεμβάσεων για τη σφαιρική ανασυγκρότηση της Οικονομίας σε μια συγκεκριμένη κατεύθυνση με ποσοτικούς στόχους, σχεδιάζεται όπως ένα επιχειρηματικό Σχέδιο. Σε ένα τέτοιο Σχέδιο κομβικό στοιχείο για την επιτυχία του είναι οι αρχικές υποθέσεις που υιοθετούνται: όσο πιο ρεαλιστικές είναι, τόσο πιο πιθανό είναι το αποτέλεσμα των επεξεργασιών που βασίζονται σε αυτές να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δηλαδή οι στόχοι που τίθενται από αυτόν που το εκπονεί να πραγματοποιηθούν. Το ΔΝΤ έχει αναγνωρίσει δημόσια ότι οι υποθέσεις που υιοθέτησε στο Πρώτο Μνημόνιο (π.χ. οι δημοσιονομικοί πολλαπλασιαστές) αλλά και ο χρόνος στον οποίο έγινε το «κούρεμα» του χρέους ήταν λάθος. Το αναγνώρισαν αυτό, οι κυβερνήσεις που το εφάρμοσαν; Έτσι η εφαρμογή του οδήγησε σε ακόμη μεγαλύτερη ύφεση από αυτή που είχε σχεδιαστεί.

Η παραβίαση της δημοκρατικής εντολής

Τέλος, η πρωτοφανής αναίρεση του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος του 2015 από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ που το είχε προκηρύξει, συνιστώντας κατάφωρη παραβίαση της εντολής της κοινωνίας απόρριψης των προτάσεων των Θεσμών, που εκδηλώθηκε μάλιστα μέσα από μια μαζική δημοκρατική διαδικασία, από κοινού με την αποτυχία της να προτείνει ένα νέο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό παράδειγμα, όπως είχε υποσχεθεί στο εκλογικό σώμα, ανάλωσε και το τελευταίο κεφάλαιο εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα, αυτό της Αριστερής πτέρυγάς του.

Μνημόνια: Μονόδρομος η εφαρμογή τους ή πολιτική επιλογή;

Συμπερασματικά, όπως γίνεται σαφές από τα ανωτέρω, ούτε το περιεχόμενο και ο τρόπος της εφαρμογής των Μνημονίων ήταν μονόδρομος, ούτε, πολύ περισσότερο, ο εξοστρακισμός του 1/3 του εκλογικού σώματος από το πολιτικό σύστημα, όπως διατείνονται τα Κόμματα που διαχειρίζονται την κυρίαρχη Ατζέντα από τότε, και διεκδικούν εκ νέου την εντολή να συνεχίσουν την ίδια πολιτική με το επιχείρημα ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος. Γιατί ούτε η χρεοκοπία ήταν φυσικό φαινόμενο, ούτε ο μη καταλογισμός ευθυνών και η μη απαίτηση οικονομικών επανορθώσεων από τους υπαίτιους ήταν απαίτηση των δανειστών, και φυσικά, ούτε ο αποκλεισμός μεγάλου μέρους του εκλογικού σώματος από τους καρπούς της ανάπτυξης ήταν οικονομική νομοτέλεια. Ήταν πολιτική επιλογή που την υπηρέτησαν με ιδιαίτερο ζήλο και πειθαρχία. Ακόμη όμως και αν η Ατζέντα αυτή ήταν πολεμικά επιβεβλημένη,  όταν διαπιστώνεται ότι οι συνέπειές της, (α) προσεγγίζουν το όριο της αυτοσυντήρησης και αναπαραγωγής της κοινωνίας, π.χ. όταν η διαφθορά αρχίζει να σκοτώνει (Λ. Κοβέσι, Ευρωπαία Εισαγγελέας, για τα Τέμπη) και όταν το κατά κεφαλήν ΑΕΠ (το πραγματικά διαθέσιμο εισόδημα) την κατατάσσει στη θέση του ουραγού της Ε.Ε. αποκλείοντας σημαντικό μέρος της κοινωνίας, (β) υπονομεύουν καίρια τους κατακτημένους από αυτήν Δημοκρατικούς θεσμούς και το Κράτος Δικαίου, π.χ. υποκλοπές, Ανεξάρτητες Αρχές κλπ και (γ) απειλούν ευθέως την εθνική της κυριαρχία π.χ. «Σύμφωνο Φιλίας» με Τουρκία, αδυναμία πόντισης καλωδίων σε χώρο εθνικής κυριαρχίας κλπ, τότε οι υγιείς κοινωνικές δυνάμεις οφείλουν να αντισταθούν σε αυτές τις συνέπειες και στην Ατζέντα από την οποία απορρέουν. Πως; Διεκδικώντας τη διακυβέρνηση με μια Ατζέντα Προγραμματικής Αλλαγής που στηρίζεται σε ένα ακηδεμόνευτο και ανεξάρτητο μαζικό κίνημα, όπως συνέβη στη χώρα και σε άλλες αντίστοιχες ιστορικά περιπτώσεις.

 

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,600ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα