Το τελεσίγραφο του Βορρά: Το Γ΄ Σώμα, ο Ντάβος και η πτώση της Χούντας

του Δημητρίου-Μερκουρίου Κόντη* 

Το μεσημέρι της 22ας Ιουλίου, ο Αμερικανός πρεσβευτής Henry Tasca κατέγραφε την ανησυχία που επικρατούσε στην Αθήνα μετά την επίσημη ανακοίνωση (στις 11:30) ότι είχε επιτευχθεί η εκεχειρία με την Τουρκία. Ο Tasca θεωρούσε ότι η ανακοίνωση θα οδηγούσε «ορισμένα στρατιωτικά στοιχεία» να κινηθούν εναντίον του ταξίαρχου Δημήτρη Ιωαννίδη και του καθεστώτος της 25ης Νοεμβρίου. Οι φήμες για πραξικόπημα του Γ’ Σώματος και επιστροφής του Κωνσταντίνου Καραμανλή μεταδίδονταν κυρίως από το ραδιόφωνο του Deutsche Welle. Οι πληροφορίες που έφταναν από τη Θεσσαλονίκη επιβεβαίωναν τις ίδιες φήμες για επιστροφή του Καραμανλή, κάνοντας λόγο για «αποστασία» του Γ’ Σώματος Στρατού. Υπήρξε μάλιστα τηλεφώνημα εν ενεργεία ταξίαρχου της ελληνικής αεροπορίας προς το νομικό σύμβουλο της αμερικανικής βάσης του Ελληνικού (7206 Air Base), για να ενημερώσει τους Αμερικανούς ότι το πραξικόπημα είχε (δήθεν) ξεκινήσει. Η αμερικανική πρεσβεία ερεύνησε το ζήτημα και κατέληξε ότι όλες οι κινήσεις του στρατού εντάσσονταν στο πλαίσιο της γενικής επιστράτευσης, η οποία ήταν ακόμα σε ισχύ και ότι δεν υπήρχε πραξικόπημα.

Στις 22 Ιουλίου, ο Henry Kissinger είχε συνομιλήσει στο τηλέφωνο με τον Βρετανό υπουργό των Εξωτερικών James Callaghan για να συζητήσουν για τις εξελίξεις στην Ελλάδα και τον διοικητή του Γ΄ Σώματος, αντιστράτηγο Ιωάννη Ντάβο. Μάλιστα ο Kissinger θεωρούσε ότι ο Ντάβος θα επικρατούσε στο «πραξικόπημα» και, καθώς ήταν μετριοπαθής, οι εξελίξεις στην Ελλάδα ήταν θετικές, ενώ ο Callaghan ανησυχούσε γιατί είχε ακούσει ότι ήταν «αντιτούρκος».

Η διαμάχη Ντάβου-Ιωαννίδη

Με το όλο ζήτημα είχε ασχοληθεί η Υπηρεσία Πληροφοριών Άμυνας (DIA), η οποία είχε ετοιμάσει μια αναφορά σχετικά με τις φήμες για το πραξικόπημα του Ντάβου. Από τη συνομιλία του Kissinger με τον αναπληρωτή διευθυντή της CIA αντιστράτηγο Vernon A. Walters προκύπτει ότι ο Αμερικανός υπουργός των Εξωτερικών είχε διαβάσει την αναφορά της DIA, όμως το μεγαλύτερο τμήμα της συνομιλίας παραμένει διαβαθμισμένο, οπότε και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι ακριβώς συζητήθηκε.

Είναι πιθανόν ο Walters να επισήμανε στον Kissinger ότι το ζήτημα ενός πραξικοπήματος από τον Ντάβο είχε απασχολήσει στο παρελθόν την DIA, όπως προκύπτει από το αποχαρακτηρισμένο τμήμα του εγγράφου.  Η DIA εκτιμούσε από τον Απρίλιο του 1974 ότι μια απειλή πραξικοπήματος από το Γ’ Σώμα προς τον Ιωαννίδη θα οδηγούσε σε πτώση του καθεστώτος, ενώ ανησυχούσε μήπως κάποια παράτολμη ενέργεια του Ντάβου οδηγούσε την Ελλάδα σε έναν νέο εθνικό διχασμό, με δύο διακριτές κυβερνήσεις Αθήνας-Θεσσαλονίκης. Σε κάθε περίπτωση, η αναφορά της DIA ανέφερε ότι η δύναμη ενός (στρατιωτικού) καθεστώτος θα έπρεπε να απορρέει και από τη Θεσσαλονίκη, ενώ η στήριξη των αξιωματικών του Γ’ Σώματος προς το καθεστώς των Αθηνών ήταν αμφισβητήσιμη. Επίσης, η ευκολία με την οποία ο Ιωαννίδης είχε ρίξει τον Παπαδόπουλο τον Νοέμβριο του 1973, είχε δείξει τον δρόμο για τους νέους επίδοξους πραξικοπηματίες.

Ο Αμερικανός γενικός πρόξενος Θεσσαλονίκης Edward T. Brennan παρακολουθούσε πολύ στενά την κατάσταση και τις κινήσεις του στρατού στη Β. Ελλάδα την άνοιξη του 1974, καθώς ο Ιωαννίδης είχε υποσχεθεί στους μετριοπαθείς ότι ανέτρεψε τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την επιστροφή του Καραμανλή. Η κίνηση αυτή έγινε σύμφωνα με τον Tasca για να εξασφαλίσει την υποστήριξή τους στο πραξικόπημα της 25ης Νοεμβρίου.  Οι μετριοπαθείς αξιωματικοί όμως κατάλαβαν γρήγορα ότι ο Ιωαννίδης δεν είχε καμία πρόθεση να προβεί στην πολιτικοποίηση του καθεστώτος. Η δυσαρέσκεια του Ντάβου εκδηλώθηκε τον Μάρτιο του 1974, όταν και δεν επέτρεψε στον Ιωαννίδη να απευθυνθεί στους αξιωματικούς του. Το γεγονός ότι μέσα στον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του 1974 είχαν πραγματοποιηθεί πολλαπλές επισκέψεις του αρχηγού των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, Γρηγόριου Μπονάνου και του αρχηγού του στρατού, αντιστράτηγου Ανδρέα Γαλατσάνου, παλιού συνεργάτη του Στυλιανού Παττακού, στη Θεσσαλονίκη καταδείκνυε στους Αμερικανούς της Υπηρεσίας Πληροφοριών Άμυνας (DIA) ότι υπήρχε διχόνοια στον ελληνικό στρατό. Οι πληροφορίες της DIA ήταν ότι ο Ντάβος σε συνεργασία με τον Γαλατσάνο, σχεδίαζε να ανατρέψει τον Ιωαννίδη και ότι ο Μπονάνος ήταν ενήμερος αλλά ταυτόχρονα διστακτικός στο να επιλέξει στρατόπεδο.

Το Γραφείο Πληροφοριών και Έρευνας του Υπουργείου Εξωτερικών των ΗΠΑ (INR) πάντως θεωρούσε απίθανη μια ανοικτή εμφύλια σύγκρουση: παρά την πόλωση που διακρινόταν ανάμεσα στην ομάδα Ιωαννίδη στην Αθήνα και στους ανώτερους αξιωματικούς στη Βόρεια Ελλάδα, η νωπή μνήμη του Εμφυλίου απέτρεπε την κλιμάκωση, ενώ το INR σημείωνε πως κανένα μη κομμουνιστικό στοιχείο δεν θα κατέφευγε  σε εκτεταμένη βία, η οποία θα έθετε σε κίνδυνο την ίδια τη χώρα.

Η επιστολή του Γ’ Σώματος Στρατού

Σε κάθε περίπτωση, στις 22 Ιουλίου του 1974 ούτε οι σκληροπυρηνικοί «Μικροί» του Ιωαννίδη, ούτε οι αποκαλούμενοι «Κανταφικοί» δεν επιχείρησαν να καταλάβουν την εξουσία, γνωρίζοντας πως αυτή τη φορά συντεταγμένες ομάδες μέσα στον ελληνικό στρατό θα αντιδρούσαν ενεργά. Αποτρεπτικό ρόλο έπαιξε η ανώνυμη προκήρυξη των 250 αξιωματικών του Γ’ Σώματος, που αναμεταδόθηκε από τα ξένα δημοσιογραφικά πρακτορεία στις 22 Ιουλίου, στο να καταστήσει σαφές ότι αν γινόταν και πάλι πραξικόπημα, οι βορειοελλαδίτες αξιωματικοί δεν θα παρέμεναν άπραγοι.

Στην επιστολή/τελεσίγραφο προς τη Χούντα, 250 αξιωματικοί του Γ’ Σώματος Στρατού από τον βαθμό του ανθυπολοχαγού μέχρι και του ταξίαρχου ζητούσαν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας Φαίδωνα Γκιζίκη να συγκαλέσει άμεσα «συμβούλιο εθνικής σωτηρίας» για τη συγκρότηση πολιτικής κυβέρνησης Καραμανλή:

«Αποτεινόμενοι προς τον στρατηγόν Φαίδωνα Γκιζίκην και την ηγεσίαν των ενόπλων δυνάμεων, τους καλούμεν παρά το γεγονός ότι δεν έχομεν ελπίδας να εισακουσθώμεν όπως:

Ευθύς αμέσως συγκαλέσουν συμβούλιον εθνικής σωτηρίας, εις το οποίον να κληθούν να μετάσχουν πλην του στρατηγού Γκιζίκη, των αρχηγών των ενόπλων δυνάμεων του στρατού, του ναυτικού και της αεροπορίας ως και του διοικητού του Γ΄ Σώματος Στρατού, στρατηγού Ντάβου, ο Κωνσταντίνος, ως τέως βασιλεύς, μέχρι τελικής ρυθμίσεως του θέματός του υπό του κυριάρχου αλλά και ελευθέρου ελληνικού λαού, ο πρώην πρωθυπουργός Κων. Καραμανλής, ως και ανά είς εκπρόσωπος των δύο μεγάλων παρατάξεων της χώρας και των νέων πολιτικών δυνάμεών της, που ανεδείχθησαν κατά την διάρκειαν της τελευταίας εξαετίας.

Ως πρόεδρος του συμβουλίου τούτου θα πρέπη να ορισθή εξουσιοδοτημένος με όλας τας αρμοδιότητας αρχηγού του κράτους και πρωθυπουργού ο Κων. Καραμανλής, ως συγκεντρώνων την εμπιστοσύνην της μεγάλης πλειοψηφίας λαού και στρατού.»

Ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι εκτός από τους Κανταφικούς, που οι Αμερικανοί ανέμεναν να αντιδράσουν μετά την επίτευξη της εκεχειρίας, δυσαρεστημένοι εμφανίζονται και οι μετριοπαθείς, φοβούμενοι μια επικείμενη εθνική προδοσία στη Γενεύη:

«Άπαντες από κοινού μόνιμοι και έφεδροι αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και οπλίται οφείλομεν την στιγμήν που οι υπεύθυνοι διά την εθνικήν μας ταπείνωσιν κηρύξουν το τέλος της επιφυλακής του έθνους, με σκοπόν προφανώς να υποχωρήσουν εις τας πιέσεις ξένων και να δεχθούν απαραδέκτους διά την Ελλάδα λύσεις, να κατέλθωμεν οπλισμένοι εις τας Αθήνας διά να τους ανατρέψωμεν. Ουδεμία ολιγωρία θα επιτραπή την στιγμήν εκείνην και τούτο διότι δεν θα είμεθα ημείς εκείνοι οι οποίοι θα θέσωμεν εν κινδύνω την εσωτερικήν ειρήνην, αλλά οι επιμένοντες να σφετερίζωνται παρά την προδοσίαν των την εξουσίαν.»

Οι αξιωματικοί του Βορρά δεν θα επέτρεπαν μια «απαράδεκτη λύση» στη Γενεύη, κατόπιν πιέσεων των ξένων. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι αξιωματικοί απευθυνόντουσαν γενικά σε αυτούς που ασκούσαν πλέον την εξουσία στην Αθήνα, καθώς θεωρούσαν ότι το κατάλληλο πρόσωπο για να εκπροσωπήσει την Ελλάδα στις επικείμενες διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό ήταν ο Καραμανλής.

Υπήρξε άμεση παρέμβαση της Ουάσιγκτον προς τον Ντάβο;

Ο ιστορικός Σωτήρης Ριζάς επισημαίνει ότι ο ρόλος του Ντάβου και οι διεργασίες που συντελέστηκαν στο εσωτερικό του στρατεύματος την περίοδο 20-23 Ιουλίου του 1974 δεν έχουν ακόμα αποσαφηνιστεί πλήρως.  Επίσης δεν γνωρίζουμε ποιος ήταν ο συντάκτης της ανώνυμης επιστολής, που απεστάλη και διαβάστηκε από τα ξένα δημοσιογραφικά πρακτορεία στις 22 Ιουλίου.  Σίγουρα όμως τα ξένα πρακτορεία δεν θα αναμετέδιδαν μια τόσο σημαντική εξέλιξη αν δεν είχε προέλθει από κάποια αξιόπιστη πηγή.

Το μεσημέρι, ώρα Ουάσιγκτον, της 21ης Ιουλίου, ο Kissinger συνομίλησε τηλεφωνικά με τον διευθυντή της CIA William Colby για τις εναλλακτικές της αμερικανικής πολιτικής στην Ελλάδα και την ανάγκη να αποτραπεί η απομάκρυνση της χώρας από την αμερικανική σφαίρα επιρροής. Σε έναν χαρακτηριστικό, σχεδόν σκωπτικό διάλογο, ο Kissinger παρατηρούσε ότι η απώλεια της Ελλάδας θα ήταν σοβαρότερη από την παραχώρηση «τριακοσίων πυραύλων», υπογραμμίζοντας τη γεωστρατηγική σημασία της χώρας για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στη συνέχεια, ο Kissinger σημείωνε με ειρωνεία ότι πολλοί μιλούσαν για την Ελλάδα «σαν να μπορεί κανείς να αρχίσει μια επανάσταση και κατόπιν να ελέγξει τη χώρα». Ο Colby απάντησε λακωνικά ότι αυτό «ίσως να μπορούσε να γίνει» και εισηγήθηκε να αναζητηθεί λύση μέσω των στρατηγών —«όχι των συνταγματαρχών ή των λοχαγών, αλλά των στρατηγών».

Απαντώντας στην απορία του Kissinger για το τι θα σήμαινε μια τέτοια επιλογή, ο Colby εξήγησε ότι θα οδηγούσε σε μια κατάσταση όπου «οι στρατηγοί θα κυβερνούσαν τη χώρα». Κατά τη διατύπωσή του, θα επρόκειτο ουσιαστικά για το ίδιο καθεστώς, με τη διαφορά ότι τη διακυβέρνηση δεν θα ασκούσαν πλέον οι συνταγματάρχες, αλλά οι στρατηγοί. Όταν ο Kissinger παρατήρησε ότι και ο Ιωαννίδης ήταν στρατηγός, ο Colby διευκρίνισε ότι δεν εννοούσε τυπικά τον βαθμό, αλλά την «υπεύθυνη ηγεσία» των Ενόπλων Δυνάμεων: αξιωματικούς που διατηρούσαν δίαυλους με τον Καραμανλή και άλλους πολιτικούς παράγοντες και που, κατά την εκτίμησή του, δεν θα οδηγούσαν υποχρεωτικά τη χώρα προς μια κατεύθυνση τύπου Καντάφι ή προς την Αριστερά.

Όταν ο Kissinger ρώτησε πότε και με ποιον τρόπο θα έπρεπε να ληφθεί μια τέτοια απόφαση, ο Colby απάντησε ότι αυτή έπρεπε να ληφθεί σύντομα, εφόσον η Ουάσιγκτον σκόπευε πράγματι να ακολουθήσει αυτή την κατεύθυνση. Προσέθεσε δε ότι ο Tasca είχε ήδη ορισμένες ιδέες επί του ζητήματος και «διερευνούσε» εδώ και καιρό τις σχετικές δυνατότητες. Ο Kissinger ζήτησε τότε να του διαβιβασθούν οι εκτιμήσεις του Tasca.

Από τα έως σήμερα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα δεν προκύπτει κάτι περισσότερο ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να υλοποιηθεί αυτή η επιλογή. Ειδικότερα, δεν υπάρχουν τεκμήρια που να αποδεικνύουν ότι κάποιος Αμερικανός στρατηγός ή άλλος αξιωματούχος επικοινώνησε απευθείας με τον Ντάβο, ούτε ότι ο ίδιος και οι αξιωματικοί του Γ΄ Σώματος ενήργησαν κατόπιν αμερικανικής παρότρυνσης ή συντονισμού. Παραμένει, συνεπώς, ανοικτό το ερώτημα αν οι κινήσεις και οι διαθέσεις που αποδίδονταν στο Γ΄ Σώμα αποτελούσαν προϊόν αυτόνομης πρωτοβουλίας των βορειοελλαδιτών αξιωματικών ή αν υπήρξε άμεση αμερικανική παρέμβαση.

Υπάρχουν, ωστόσο, σοβαρές ενδείξεις ότι ο Ντάβος διατηρούσε θετική προδιάθεση έναντι των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι δύο συναντήσεις του με τον Brennan τον Δεκέμβριο του 1973 δείχνουν ότι υπήρχαν δίαυλοι επικοινωνίας και αμοιβαία εξοικείωση. Αυτό δεν αποδεικνύει αμερικανική καθοδήγηση των ενεργειών του τον Ιούλιο του 1974, επιτρέπει όμως να ενταχθεί ο Ντάβος στους αξιωματικούς τους οποίους οι Αμερικανοί θεωρούσαν μετριοπαθείς και άρα προσεγγίσιμους.

Ο ρόλος του Ντάβου στην αποκατάσταση της Δημοκρατίας

Σε μια διαφορετική εκδοχή των γεγονότων της 23ης Ιουλίου —η οποία αποδίδει στον Ντάβο ενεργότερο ρόλο από εκείνον που συνήθως του αναγνωρίζεται— ο Ευάγγελος Αβέρωφ, όπως τα αφηγήθηκε στον Tasca στις 26 Ιουλίου, μνημονεύει ρητά το όνομα του Ντάβου. Σύμφωνα με τον Αβέρωφ, η αρχική πρωτοβουλία για τον σχηματισμό πολιτικής κυβέρνησης ανήκε στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Γκιζίκη, ο οποίος είχε την υποστήριξη των αρχηγών των τριών Όπλων, αλλά και του Ντάβου. Ο Αβέρωφ θεωρούσε, επίσης, ότι ο Γαλατσάνος παρέμενε διστακτικός και βρισκόταν πλησιέστερα στις θέσεις του Ιωαννίδη, αντιτιθέμενος στην πολιτικοποίηση.

Τέλος, σε σημείωμα της CIA της 19ης Αυγούστου 1974, το οποίο ενσωματώθηκε στο President’s Daily Brief της επόμενης ημέρας με αφορμή την προαγωγή του Ντάβου σε επικεφαλής του Ελληνικού Στρατού, αναφερόταν ότι ο Αβέρωφ είχε μεταφέρει στους Αμερικανούς πως ο Ντάβος διαδραμάτισε κομβικό ρόλο στην αποκατάσταση της δημοκρατίας. Ο Ντάβος παρουσιαζόταν, επίσης, ως επικριτής της Χούντας και ως πρόσωπο που θεωρούνταν καθοριστικό για την επάνοδο του Καραμανλή στην εξουσία.

Ο Tasca σχολίαζε, επίσης, την επιλογή του απόστρατου Διονύσιου Αρμπούζη ως αρχηγού των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Ο Αρμπούζης είχε εξαναγκασθεί σε παραίτηση αμέσως μετά το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου, αλλά, σύμφωνα με τον Tasca, δεν υπήρξε «ενεργός αντίπαλος» των καθεστώτων του Παπαδόπουλου και του Ιωαννίδη. Ο Αμερικανός πρεσβευτής άφηνε να εννοηθεί ότι ο Ντάβος δεν επιλέχθηκε για τη θέση αυτή ακριβώς επειδή η δυσανεξία του απέναντι στον Ιωαννίδη ήταν γνωστή πριν από τη Μεταπολίτευση. Κατά συνέπεια, ο Tasca εκτιμούσε ότι η επιλογή Αρμπούζη δεν θα προκαλούσε δυσαρέσκεια στους κόλπους του στρατεύματος, σε αντίθεση με την ενδεχόμενη επιλογή του Ντάβου. 

*Ο Δημήτριος-Μερκούριος Κόντης είναι υποψήφιος διδάκτορας διπλωματικής ιστορίας της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ.

spot_img

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Πολύ όριο και τεκμηριωμένο. Πρέπει , ωστόσο, να υπογραμμιστεί -μαρτυρια ταξιαρχουχου Γ σωματος- ο οποίος μου υπογράμμισε ότι όλοι τους οι αξιωματικοί, μέχρι τότε στήριζαν την 1η και 2η 21 Απριλίου. Διαφωνούσαν με την ηγετική παρουσία του Ιωαννίδη. Επιπροσθετα, o Aβερωφ ήταν σε προσωπική επαφή με τον Νταβο, ο οποίος είδε την ευκαιρία της καριέρας του έχοντας υπό τον έλεγχο του το τρίτο σώμα. Αρχικα επικράτησαν οι φιλοβσσιλικοι. Ο Αβέρωφ ήταν άκαμπτος για λύση μόνο Καραμανλή. Το πέτυχε χάρη στις έντονες παρασκηνιακές κινήσεις του με προεξάρχοντα τον αθέατο Μείζονα αντικομμουνιστής Αγαμεμν. Γκρατζιο.

  2. Εξαιρετικό άρθρο.
    Δεν είναι γνωστό ότι ο Νταβός το 1967, τότε συνταγματαρχης, ήταν ο επιτελαρχης του ΓΕΕΦ και υπεύθυνος για τα στρατιωτικά γεγονότα της Κοφινου Κύπρου, που οδήγησαν στην ανακάλεση της μεραρχίας και τελικά στο 1974.

Comments are closed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,600ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα