Το πολιτικό κενό που έρχονται να καλύψουν Καρυστιανού και Σαμαράς:Έθνος, κοινωνικό κράτος και η μετέωρη έννοια της πατρίδας

ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ  

Υπάρχουν λέξεις που δεν ανήκουν αποκλειστικά σε κανένα κόμμα και σε καμία παράταξη. Είναι λέξεις παλαιότερες από τις σημερινές πολιτικές διαιρέσεις, επειδή γεννήθηκαν μέσα από τη μακρά ιστορική εμπειρία των ανθρώπων. Μία από αυτές είναι η «πατρίδα». Μια άλλη είναι το «έθνος». Και μια τρίτη, πολύ νεότερη αλλά εξίσου καθοριστική για τη ζωή μας, είναι το «κράτος».

Στην Ελλάδα της ύστερης Μεταπολίτευσης αυτές οι έννοιες έμειναν πολιτικά μετέωρες. Η πατρίδα περιορίστηκε είτε σε τελετουργική επίκληση είτε σε σύνθημα μιας φοβικής ταυτότητας. Το έθνος άλλοτε ταυτίστηκε με τον κρατικό μηχανισμό και άλλοτε αντιμετωπίστηκε ως ιστορικό κατάλοιπο που έπρεπε να παραμεριστεί. Το κράτος, τέλος, παρουσιάστηκε ως ουδέτερος διαχειριστής της αγοράς, παρότι στην πράξη εξακολούθησε να κατανέμει ισχύ, προνόμια και ευκαιρίες.

Αυτό το κενό δεν παραμένει πλέον πολιτικά ανέκφραστο. Από διαφορετικές αφετηρίες, η Μαρία Καρυστιανού και ο Αντώνης Σαμαράς έρχονται να καλύψουν δύο πλευρές του.

 

Η Καρυστιανού επαναφέρει την απαίτηση για δικαιοσύνη, λογοδοσία, κοινωνική αξιοπρέπεια και ένα κράτος που υπηρετεί τον πολίτη.

 

Ο Σαμαράς επαναφέρει την απαίτηση για εθνική συνέχεια, κυριαρχία, στρατηγική αυτοσυνείδηση και σαφείς κόκκινες γραμμές.

 

Δεν συγκροτούν σήμερα ένα ενιαίο πολιτικό πρόγραμμα, ούτε είναι αυτονόητη μια κομματική σύμπραξή τους. Εκφράζουν, όμως, συμπληρωματικά αιτήματα που ο μητσοτακικός εκσυγχρονισμός αποσύνδεσε: το κοινωνικό από το εθνικό, τη λογοδοσία από την κυριαρχία, το κράτος δικαίου από το εθνικό συμφέρον.

 

Η πατρίδα δεν είναι η κυβέρνηση. Δεν είναι ο κρατικός μηχανισμός ούτε ένα άθροισμα οικονομικών δεικτών. Είναι η ιστορική κοινότητα μέσα στην οποία οι άνθρωποι συνδέονται με μνήμη, πολιτισμό, γλώσσα, κοινές δοκιμασίες και μια έμπρακτη υπόσχεση αλληλεγγύης.

Το έθνος είναι η συνείδηση αυτής της ιστορικής συνέχειας και η βούληση συλλογικής αυτοδιάθεσης.

Το σύγχρονο κράτος είναι ο πολιτικός και θεσμικός οργανισμός που οφείλει να μετατρέπει την κοινή ζωή σε δικαιώματα, ασφάλεια, δικαιοσύνη και δυνατότητα συμμετοχής.

Ένα κράτος μπορεί να υπάρχει χωρίς να υπηρετεί πραγματικά την πατρίδα. Αυτό συμβαίνει όταν λειτουργεί ως μηχανισμός αναπαραγωγής προνομίων, όταν παραδίδει τα δημόσια αγαθά σε ιδιωτικά συμφέροντα, όταν εγκαταλείπει την περιφέρεια και όταν ζητά θυσίες από τους πολλούς, ενώ προστατεύει συστηματικά τους ισχυρούς. Αντίστροφα, η αγάπη προς την πατρίδα δεν απαιτεί υποταγή στην εξουσία. Μπορεί να απαιτεί ακριβώς το αντίθετο: αντίσταση στην αυθαιρεσία της.

Από τον οικουμενισμό στην οικονομική παγκοσμιοποίηση

 

Η σημερινή παγκοσμιοποίηση παρουσιάστηκε ως φυσική συνέχεια του οικουμενισμού. Δεν είναι. Ο ελληνιστικός οικουμενισμός, παρά τις αντιφάσεις και τις ιεραρχίες της εποχής του, επέκτεινε έναν κοινό πολιτισμικό ορίζοντα χωρίς να εξαφανίζει αυτομάτως τις τοπικές ταυτότητες. Η ελληνική γλώσσα έγινε όχημα επικοινωνίας, φιλοσοφίας και επιστήμης σε έναν πολυεθνικό κόσμο. Η οικουμένη δεν σήμαινε έναν πλανήτη ομοιόμορφων καταναλωτών αλλά έναν χώρο συνάντησης λαών και παραδόσεων.

Ούτε το Βυζάντιο μπορεί να περιγραφεί με τους όρους του σημερινού έθνους-κράτους. Ήταν πολυεθνική αυτοκρατορία με ρωμαϊκή πολιτική ταυτότητα, χριστιανική οικουμενικότητα και, σταδιακά, ισχυρό ελληνικό γλωσσικό και πολιτισμικό πυρήνα. Η ιστορική του σημασία δεν βρίσκεται σε μια κατασκευασμένη εθνική ομοιομορφία. Βρίσκεται στη δυνατότητα μιας πολιτείας να ενσωματώνει διαφορετικούς πληθυσμούς σε μια κοινή πολιτική και πνευματική τάξη, διατηρώντας συγχρόνως συνέχεια, μνήμη και θεσμούς.

Στην αυγή της νεότερης εποχής, ο Ρήγας Βελεστινλής δεν οραματίστηκε ένα στενό εθνοτικό κράτος. Η πολιτική του πρόταση αφορούσε μια δημοκρατική και συνταγματική πολιτεία των λαών που ζούσαν υπό την οθωμανική κυριαρχία. Έλληνες, Βούλγαροι, Αλβανοί, Βλάχοι, Αρμένιοι, Τούρκοι και άλλοι κάτοικοι της Βαλκανικής θα μπορούσαν να αποτελέσουν σώμα ελεύθερων πολιτών. Η ελληνική παιδεία και η επαναστατική πολιτική γλώσσα θα λειτουργούσαν ως συνεκτικός ιστός, όχι ως άλλοθι φυλετικής κυριαρχίας.

Αυτές οι ιστορικές εμπειρίες διαφέρουν ουσιωδώς από την κυρίαρχη εκδοχή της σύγχρονης οικονομικής παγκοσμιοποίησης. Η τελευταία δεν οικοδομήθηκε γύρω από έναν κοινό πολιτισμικό ή δημοκρατικό σκοπό, αλλά γύρω από την ελεύθερη κίνηση κεφαλαίων, την απορρύθμιση, την ιδιωτικοποίηση και τη μεταφορά ισχύος από τις πολιτικές κοινότητες προς αγορές, εταιρείες και υπερεθνικούς μηχανισμούς με ασθενή δημοκρατικό έλεγχο.

Η διάκριση είναι κρίσιμη. Δεν ευθύνεται ο φιλελευθερισμός στο σύνολό του για αυτή την εξέλιξη. Ο πολιτικός φιλελευθερισμός κληροδότησε το κράτος δικαίου, τις ατομικές ελευθερίες, την ισότητα ενώπιον του νόμου και την προστασία του πολίτη από την αυθαιρεσία.

Η αποτυχία βρίσκεται στη μετατροπή του σε οικονομικό δόγμα χωρίς κοινωνικά αντίβαρα: σε έναν νεοφιλελευθερισμό που αναγνώρισε σχεδόν απεριόριστη ελευθερία στο κεφάλαιο, αλλά όλο και λιγότερη πραγματική δύναμη στον εργαζόμενο, στον νέο, στην οικογένεια και στην τοπική κοινωνία.

Όταν τα πάντα αποκτούν τιμή, η πατρίδα χάνει το περιεχόμενό της. Το σπίτι γίνεται επενδυτικό προϊόν, το νερό και η ενέργεια αγορές, η γη «ευκαιρία αξιοποίησης», το πανεπιστήμιο πάροχος δεξιοτήτων και ο άνθρωπος «ανθρώπινο κεφάλαιο». Η κοινωνία παύει να νοείται ως κοινότητα αλληλεγγύης και μετατρέπεται σε πεδίο ανταγωνισμού ιδιωτών. Αυτό δεν είναι οικουμενισμός. Είναι η παγκοσμιοποίηση της αγοράς χωρίς την οικουμενικότητα του ανθρώπου.

Η διεθνής θεωρητική επιστροφή της κοινότητας

 

Η κριτική αυτή δεν αποτελεί ελληνική ιδιομορφία. Εδώ και δεκαετίες αναπτύσσεται διεθνώς μια θεωρητική αντίδραση στην εικόνα του ανθρώπου ως απομονωμένου και αυτάρκους ατόμου. Οι κοινοτιστές φιλόσοφοι, όπως ο Michael Sandel και ο Charles Taylor, υποστήριξαν ότι η ατομική ταυτότητα δεν δημιουργείται στο κενό. Διαμορφώνεται μέσα σε οικογένειες, ιστορικές κοινότητες, γλώσσες, παραδόσεις και σχέσεις αμοιβαιότητας. Ο άνθρωπος δεν επιλέγει πρώτα ποιος είναι και μετά σε ποια κοινότητα θα ανήκει· ένα μέρος του εαυτού του έχει ήδη διαμορφωθεί από δεσμούς που προϋπάρχουν της ατομικής επιλογής.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η κοινότητα δικαιούται να συνθλίβει το άτομο. Σημαίνει ότι η ελευθερία χρειάζεται κοινωνικές προϋποθέσεις. Ένας πολίτης χωρίς σταθερή εργασία, κατοικία, πρόσβαση στην παιδεία και πραγματική δυνατότητα συμμετοχής είναι τυπικά ελεύθερος αλλά ουσιαστικά αδύναμος. Η κοινότητα, επομένως, δεν αποτελεί εχθρό των δικαιωμάτων. Μπορεί να είναι ο χώρος μέσα στον οποίο τα δικαιώματα αποκτούν υλικό περιεχόμενο.

Στην πολιτική οικονομία, ο Karl Polanyi περιέγραψε τον κίνδυνο μιας αγοράς που αποσπάται από την κοινωνία και επιχειρεί να μετατρέψει την εργασία, τη γη και το χρήμα σε απλά εμπορεύματα. Αργότερα, ο John Ruggie χρησιμοποίησε τον όρο «ενσωματωμένος φιλελευθερισμός» για τον μεταπολεμικό συμβιβασμό: διεθνές εμπόριο και ανοιχτές οικονομίες, αλλά με αρκετή κρατική αυτονομία ώστε οι κυβερνήσεις να εξασφαλίζουν πλήρη απασχόληση, κοινωνική προστασία και δημόσιες επενδύσεις. Η μεταπολεμική ευρωπαϊκή σταθερότητα δεν στηρίχθηκε στην ανεμπόδιστη αγορά. Στηρίχθηκε στην πολιτική υποταγή της αγοράς σε έναν αναγνωρίσιμο κοινωνικό σκοπό.

Από την άλλη πλευρά, ο Jürgen Habermas ανέπτυξε την έννοια του «συνταγματικού πατριωτισμού»: την αφοσίωση των πολιτών όχι σε μια φυλετική καθαρότητα, αλλά σε δημοκρατικούς θεσμούς, δικαιώματα και κοινές συνταγματικές αρχές. Η έννοια αυτή προσφέρει την αναγκαία δικλίδα ασφαλείας.

Η πατρίδα μπορεί να διατηρεί ιστορική και πολιτισμική συνέχεια, αλλά η πολιτική της ιδιότητα πρέπει να είναι ανοικτή σε όλους όσοι αποδέχονται τον κοινό δημοκρατικό νόμο. Ο δημοκρατικός πατριωτισμός που χρειάζεται η Ελλάδα βρίσκεται στη σύνθεση αυτών των θεωρήσεων: ιστορική κοινότητα, κοινωνική αλληλεγγύη, λαϊκή κυριαρχία και ίσα δικαιώματα.

Το εθνικό συμφέρον δεν είναι το συμφέρον των ισχυρών

 

Κάθε σύγχρονο κράτος έχει συμφέροντα. Οφείλει να προστατεύει την εδαφική του ακεραιότητα, την ασφάλεια, την παραγωγική του βάση, τη δημογραφική του συνέχεια, την ενεργειακή του επάρκεια και τη δυνατότητα ανεξάρτητης πολιτικής απόφασης. Το εθνικό συμφέρον, όμως, δεν είναι ουδέτερη έννοια. Το ποιος το ορίζει και ποιος ωφελείται από αυτό αποτελεί τον πυρήνα της δημοκρατικής σύγκρουσης.

Δεν είναι εθνικό συμφέρον να ευημερούν οι αριθμοί, ενώ οι νέοι αδυνατούν να αποκτήσουν κατοικία. Δεν είναι εθνική επιτυχία να αυξάνεται η αξία των ακινήτων, όταν οικογένειες εκτοπίζονται από τις γειτονιές τους. Δεν είναι ανάπτυξη η συγκέντρωση πλούτου σε λίγους κλάδους, εάν η περιφέρεια ερημώνει και η χώρα εξαρτάται όλο και περισσότερο από εισαγωγές, εποχική εργασία και εξωτερικά κέντρα αποφάσεων.

Η Ελλάδα αντιμετωπίζει πλέον διαρθρωτική στεγαστική κρίση. Η ίδια η ένταση του προβλήματος ανάγκασε την κυβέρνηση να εξαγγείλει διαδοχικά προγράμματα ανακαίνισης, περιορισμούς στις νέες βραχυχρόνιες μισθώσεις και άλλες παρεμβάσεις. Η ύπαρξη αυτών των μέτρων αποτελεί έμμεση αναγνώριση ότι η αγορά από μόνη της δεν εξασφαλίζει το θεμελιώδες κοινωνικό αγαθό της κατοικίας. Το ίδιο ισχύει για το δημογραφικό: δεν αντιμετωπίζεται με αποσπασματικά επιδόματα, αλλά με σταθερή εργασία, προσιτή στέγη, δημόσια υγεία και παιδεία, προστασία της μητρότητας και εμπιστοσύνη στο μέλλον.

Η πραγματική κυριαρχία δεν μετριέται μόνο με εξοπλισμούς και διεθνείς συμφωνίες. Μετριέται και με το αν ένας νέος μπορεί να παραμείνει στον τόπο του, αν μια οικογένεια μπορεί να μεγαλώσει παιδιά, αν ένα νησί διαθέτει γιατρό, αν ένα χωριό έχει σχολείο και αν ένας εργαζόμενος μπορεί να ζήσει με αξιοπρέπεια. Χώρα χωρίς κοινωνικό σώμα δεν έχει ουσιαστική εθνική ισχύ.

Ο μητσοτακικός μετασχηματισμός και η μετέωρη πατρίδα

 

Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν κατάργησε τη λέξη «πατρίδα». Τη χρησιμοποιεί συχνά. Αυτό που αποδυνάμωσε είναι το κοινωνικό και δημοκρατικό της περιεχόμενο. Η πατρίδα παρουσιάζεται ως επιτυχημένο επενδυτικό αφήγημα, ως διεθνές εμπορικό σήμα, ως χώρος προσέλκυσης κεφαλαίων και υψηλών ρυθμών ανάπτυξης. Ο πολίτης καλείται να αισθανθεί υπερηφάνεια για τη μακροοικονομική εικόνα, ακόμη και όταν η καθημερινή του δυνατότητα αυτονομίας συρρικνώνεται.

Η βασική κριτική προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη δεν χρειάζεται να στηριχθεί σε εικασίες για τα αισθήματά του απέναντι στην Ελλάδα. Αρκεί η πολιτική αποτίμηση του μοντέλου του. Πρόκειται για ένα συγκεντρωτικό, τεχνοκρατικό κράτος, το οποίο μιλά τη γλώσσα της αποτελεσματικότητας, αλλά συχνά μεταθέτει λειτουργίες, υποδομές και δημόσιο χώρο στην αγορά. Ένα κράτος που επιδιώκει να είναι ισχυρό προς τον πολίτη και εξυπηρετικό προς τα οργανωμένα οικονομικά συμφέροντα.

Η τραγωδία των Τεμπών ανέδειξε με τον πιο οδυνηρό τρόπο το χάσμα ανάμεσα στην επικοινωνιακή εικόνα και στην υλική κατάσταση κρίσιμων υποδομών. Οι υποκλοπές έθεσαν το ερώτημα αν η συγκέντρωση εξουσίας μπορεί να συμβιβαστεί με τη δημοκρατική λογοδοσία. Η στεγαστική κρίση αποκάλυψε τα όρια μιας πολιτικής που αντιμετώπισε επί χρόνια το ακίνητο πρωτίστως ως επενδυτικό περιουσιακό στοιχείο. Η δημογραφική παρακμή φανερώνει ότι η ανάπτυξη δεν δημιουργεί αυτομάτως κοινωνική ασφάλεια.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο εντοπίζεται η αποδόμηση της πατρίδας: όχι στην αναγνώριση δικαιωμάτων ούτε στον σεβασμό των μειονοτήτων, αλλά στην αποσύνδεση της εθνικής ρητορικής από την κοινωνική αλληλεγγύη και τη λαϊκή κυριαρχία.

Πατρίδα χωρίς δημόσια ευθύνη είναι κενό σύμβολο. Πατριωτισμός που δεν προστατεύει τον αδύναμο είναι τελετουργία. Και εθνική υπερηφάνεια χωρίς δικαιοσύνη μετατρέπεται εύκολα σε επικοινωνιακή σκηνοθεσία.

Η Καρυστιανού και η επιστροφή της λογοδοσίας

Η πολιτική παρουσία της Μαρίας Καρυστιανού γεννήθηκε από μια τραγωδία και από την άρνηση αποδοχής της ατιμωρησίας. Η δημόσια απήχησή της δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από τη συναισθηματική ταύτιση με μια μητέρα που έχασε το παιδί της. Εκφράζει ένα βαθύτερο κοινωνικό αίτημα: να πάψει το κράτος να προστατεύει τον εαυτό του και να αρχίσει να υπηρετεί τον πολίτη.

Με τη δημιουργία πολιτικού κινήματος και την παρουσίαση της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία» το 2026, η Καρυστιανού πέρασε από την κοινωνική διαμαρτυρία στη διεκδίκηση πολιτικής ευθύνης. Οι έννοιες που προβάλλει —αλήθεια, δικαιοσύνη, αξιοπρέπεια, λογοδοσία— μπορούν να αποτελέσουν πυρήνα ενός νέου πατριωτισμού.

Διότι η πατρίδα δεν είναι μόνο σύνορα. Είναι και η εμπιστοσύνη ότι κανένας πολίτης δεν θα συνθλιβεί από έναν αδιαφανή μηχανισμό εξουσίας.

Η Καρυστιανού καλύπτει, έτσι, την κοινωνική και ηθική πλευρά του πολιτικού κενού. Δεν αρκεί, ωστόσο, η ηθική καταγγελία. Η πολιτική της πρόταση οφείλει να αποκτήσει συγκεκριμένο κοινωνικό και θεσμικό περιεχόμενο: δημόσια αγαθά, εργασία, κατοικία, περιφέρεια, δημογραφικό, ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, έλεγχο της εκτελεστικής εξουσίας και αξιόπιστη εξωτερική πολιτική. Οφείλει επίσης να αποδείξει ότι η επίκληση της κοινωνικής πλειοψηφίας δεν θα μετατραπεί σε περιφρόνηση των κοινωνικών μειονοτήτων.

Ένα σύγχρονο πατριωτικό κράτος δεν φοβάται τη διαφορετικότητα. Προστατεύει ισότιμα τον χριστιανό και τον μουσουλμάνο, τον πιστό και τον άθεο, τον γηγενή και τον νόμιμο μετανάστη, τον άνθρωπο με αναπηρία και κάθε πολίτη που κινδυνεύει να αποκλειστεί. Η ισότητα απέναντι στον νόμο δεν αποδυναμώνει το έθνος· ενισχύει την πολιτική του συνοχή. Η κοινή ταυτότητα γίνεται ισχυρότερη όταν αποτελεί πρόσκληση συμμετοχής και όχι μηχανισμό ταπείνωσης.

Ο Σαμαράς και η επιστροφή του εθνικού ζητήματος

 

Ο Αντώνης Σαμαράς εκφράζει μια διαφορετική αλλά εξίσου υπαρκτή διάσταση της ίδιας κρίσης: την ανησυχία ότι η Ελλάδα χάνει τη στρατηγική της αυτοσυνείδηση και ότι η πολιτική μετατρέπεται σε διαχείριση χωρίς ιστορικό βάθος. Η κριτική του προς τον Κυριάκο Μητσοτάκη εστιάζει στη μετάλλαξη της Νέας Δημοκρατίας, στην απώλεια των αρχών της, στην εξωτερική πολιτική και στην ανάγκη μιας νέας αρχής με εθνικό όραμα αντί για απλή τεχνοκρατική διαχείριση.

Η συμβολή του στον δημόσιο διάλογο βρίσκεται στην επιμονή ότι υπάρχουν κόκκινες γραμμές, ιστορική συνέχεια και εθνικά συμφέροντα που δεν μπορούν να υποκατασταθούν από τη διαχείριση της συγκυρίας. Σε μια εποχή κατά την οποία η διεθνής πολιτική επιστρέφει στην ισχύ, στην ενεργειακή ασφάλεια, στην παραγωγική αυτάρκεια και στον έλεγχο κρίσιμων υποδομών, αυτή η επιμονή δεν είναι αναχρονισμός. Είναι υπενθύμιση ότι μια χώρα χωρίς στρατηγική βούληση γίνεται πεδίο εφαρμογής των στρατηγικών άλλων.

Ο Σαμαράς καλύπτει, έτσι, την εθνική και γεωπολιτική πλευρά του κενού. Ούτε όμως το εθνικό όραμα αρκεί μόνο του. Εάν δεν συνδεθεί με κοινωνική δικαιοσύνη, θεσμική λογοδοσία και ίση προστασία όλων των πολιτών, κινδυνεύει να περιοριστεί σε αμυντική ρητορική ταυτότητας. Η κυριαρχία δεν μπορεί να αφορά μόνο τα σύνορα· πρέπει να αφορά και την εργασία, την παραγωγή, τη δημογραφία, την ενέργεια και τη δημοκρατική δυνατότητα της κοινωνίας να καθορίζει το μέλλον της.

Η Καρυστιανού και ο Σαμαράς δεν προέρχονται από την ίδια πολιτική διαδρομή και δεν εκφράζουν σήμερα ενιαίο πρόγραμμα. Θα ήταν τεχνητό να παρουσιαστούν ως ταυτόσημες πολιτικές δυνάμεις. Εκφράζουν, όμως, δύο αιτήματα που αναζητούν σύνθεση. Η πρώτη προσωποποιεί την απαίτηση για δικαιοσύνη, λογοδοσία και αξιοπρέπεια. Ο δεύτερος εκφράζει εντονότερα την ανάγκη για εθνική συνέχεια, κυριαρχία και στρατηγικό προσανατολισμό.

Αυτό είναι το πολιτικό κενό που, από διαφορετικές αφετηρίες και με διαφορετικές παρακαταθήκες, έρχονται να καλύψουν: η απουσία μιας δύναμης που θα ενώσει το κοινωνικό με το εθνικό, τη δημοκρατία με την κυριαρχία και την προστασία των κοινωικών  μειονοτήτων με τη συνοχή της πλειοψηφίας. Δεν απαιτείται υποχρεωτικά κομματική σύμπραξη προσώπων. Απαιτείται προγραμματική σύνθεση ιδεών.

Η ευρωπαϊκή επιστροφή του κοινωνικού πατριωτισμού

 

Ανάλογες αναζητήσεις εμφανίζονται σε ολόκληρη την Ευρώπη, μολονότι παίρνουν διαφορετικές και συχνά αντιφατικές μορφές.

Στη Βρετανία, το ρεύμα του Blue Labour επιχείρησε να συνδυάσει τα εργασιακά δικαιώματα και την οικονομική αναδιανομή με την οικογένεια, την τοπική κοινότητα, την αμοιβαιότητα, την εργασία και την πατρίδα. Ο Maurice Glasman περιέγραψε μια πολιτική του κοινού αγαθού απέναντι τόσο στην απορρύθμιση της αγοράς όσο και σε έναν προοδευτισμό που αντιμετωπίζει τους ανθρώπους σαν αφηρημένες μονάδες χωρίς δεσμούς και υποχρεώσεις. Η σημασία του Blue Labour δεν βρίσκεται στην αντιγραφή των επιμέρους θέσεών του, αλλά στην αναγνώριση ότι η Αριστερά έχασε εργατικές κοινωνίες όταν εγκατέλειψε τη γλώσσα του ανήκειν.

Στη Δανία, οι Σοσιαλδημοκράτες επιχείρησαν να συνδέσουν το ισχυρό κοινωνικό κράτος με την εθνική συνοχή και έναν αυστηρότερο έλεγχο της μετανάστευσης. Το παράδειγμα δείχνει τη δύναμη αλλά και τον κίνδυνο του κοινωνικού πατριωτισμού. Η αλληλεγγύη χρειάζεται εμπιστοσύνη, κοινούς κανόνες και αίσθηση αμοιβαιότητας. Εάν όμως η προστασία του κοινωνικού κράτους μετατραπεί σε μόνιμο αποκλεισμό ανθρώπων λόγω καταγωγής, ο κοινωνικός πατριωτισμός εκφυλίζεται σε «σωβινισμό της ευημερίας». Η ελληνική πρόταση οφείλει να κρατήσει την κοινωνική συνοχή, απορρίπτοντας τη θεσμική διάκριση.

Στη Γαλλία, ακόμη και πολιτικές δυνάμεις που διαφωνούν ριζικά μεταξύ τους μιλούν πλέον για βιομηχανική κυριαρχία, ενεργειακή ανεξαρτησία, στρατηγικό σχεδιασμό και αναζωογόνηση των εγκαταλειμμένων περιφερειών. Η άνοδος του Εθνικού Συναγερμού στις πρώην βιομηχανικές ζώνες αποκαλύπτει τι συμβαίνει όταν η παγκοσμιοποίηση αποσυνδέει την οικονομία από τον τόπο: η κοινωνική εγκατάλειψη μετατρέπεται σε κρίση ταυτότητας. Η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο η ηθική καταγγελία του λαϊκισμού. Χρειάζεται παραγωγή, υπηρεσίες, εργασία και πραγματική παρουσία του κράτους.

Η ευρωπαϊκή τάση, επομένως, δεν είναι ένα ενιαίο κόμμα ούτε μια αποκλειστικά δεξιά στροφή. Είναι η επιστροφή ερωτημάτων που η κεντρώα συναίνεση θεωρούσε λυμένα: Ποιος ελέγχει την οικονομία; Πού παράγονται τα κρίσιμα αγαθά; Ποια είναι τα όρια της αγοράς; Τι οφείλει ο πολίτης στην κοινότητα και η κοινότητα στον πολίτη; Πώς συνδυάζονται η εθνική δημοκρατία και η ευρωπαϊκή συνεργασία;

Η αντίστοιχη στροφή στις Ηνωμένες Πολιτείες

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η απόρριψη της ανεξέλεγκτης παγκοσμιοποίησης έχει ήδη μετασχηματίσει και τα δύο μεγάλα πολιτικά στρατόπεδα. Η επιστροφή των δασμών, της βιομηχανικής πολιτικής, της ενεργειακής ασφάλειας και της αντιπαράθεσης με την αποβιομηχάνιση δείχνει ότι η παλαιά πίστη στην αυτορρύθμιση της παγκόσμιας αγοράς έχει υποχωρήσει.

Στη συντηρητική πλευρά, οργανισμοί όπως το American Compass υποστηρίζουν ότι η αγορά είναι μέσο και όχι σκοπός. Προτάσσουν την παραγωγική οικονομία, την οικογένεια, την κοινότητα, την εργασία και το εθνικό συμφέρον απέναντι στη χρηματιστικοποίηση, στην αποβιομηχάνιση και στον ελευθεριακό φονταμενταλισμό. Πρόκειται για ρήξη με την παλαιότερη συντηρητική ορθοδοξία των φορολογικών περικοπών, της απορρύθμισης και του ελεύθερου εμπορίου ως αυταξιών.

Στην αμερικανική Αριστερά, διαφορετικές εκδοχές οικονομικού λαϊκισμού επέμειναν επίσης στην προστασία της εργασίας, στην ενίσχυση των συνδικάτων, στη δημόσια υγεία, στη βιομηχανική πολιτική και στον περιορισμό της ισχύος των μεγάλων εταιρειών. Οι δύο πλευρές απέχουν πολύ στα πολιτισμικά ζητήματα και στην αντίληψη της εθνικής ταυτότητας. Συγκλίνουν, όμως, στη διάγνωση ότι η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση αποδυνάμωσε την παραγωγική βάση, συγκέντρωσε πλούτο και άφησε κοινότητες χωρίς οικονομικό σκοπό.

Η αμερικανική εμπειρία προσφέρει και μια προειδοποίηση. Η εύλογη επιστροφή στην κοινότητα και στο έθνος μπορεί να μετατραπεί σε προσωπολατρία, πολιτισμικό πόλεμο ή επιθετικό αποκλεισμό. Αντίστοιχα, η υπεράσπιση των μειονοτήτων μπορεί να αποκοπεί από την καθολική κοινωνική πολιτική και να καταλήξει σε ανταγωνισμό ταυτοτήτων. Η βιώσιμη σύνθεση απαιτεί κοινά κοινωνικά δικαιώματα, δημοκρατικούς θεσμούς και πατριωτισμό που ζητά συμμετοχή αντί για καταγωγική καθαρότητα.

Για έναν ελληνικό δημοκρατικό πατριωτισμό

 

Η απάντηση στον άκρατο ατομικισμό δεν μπορεί να είναι ο αυταρχικός εθνικισμός. Και η απάντηση στον εθνικισμό δεν μπορεί να είναι η διάλυση κάθε συλλογικής ταυτότητας. Αν ο άνθρωπος αποκοπεί από την ιστορία, τον τόπο και την κοινότητά του, δεν γίνεται αυτομάτως ελεύθερος. Συχνά γίνεται περισσότερο ευάλωτος απέναντι στην αγορά, στην προπαγάνδα και στην ισχύ εκείνων που διαθέτουν κεφάλαιο και πρόσβαση.

Χρειαζόμαστε έναν δημοκρατικό πατριωτισμό. Έναν πατριωτισμό που δεν αναζητεί εσωτερικούς εχθρούς, αλλά κοινό μέλλον. Που αναγνωρίζει ότι τα σύνορα έχουν σημασία, αλλά και ότι η ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν σταματά σε αυτά. Που προστατεύει την ιστορική ταυτότητα της χώρας, αλλά δεν απαιτεί από τον διαφορετικό να εξαφανιστεί για να γίνει αποδεκτός. Που θεωρεί την κοινωνική πολιτική όχι φιλανθρωπία, αλλά προϋπόθεση εθνικής αντοχής.

Ένα τέτοιο κράτος οφείλει να επαναφέρει τον δημοκρατικό έλεγχο στα στρατηγικά δημόσια αγαθά, να ενισχύσει την παραγωγική αυτάρκεια, να προστατεύσει την κατοικία, να αναζωογονήσει την περιφέρεια και να στηρίξει ουσιαστικά την οικογένεια και τη νέα γενιά. Οφείλει να εξασφαλίζει πραγματική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, πλουραλισμό στην ενημέρωση και διαφάνεια στις δημόσιες συμβάσεις. Να προστατεύει τις μειονότητες χωρίς να μετατρέπει την κοινωνία σε άθροισμα περίκλειστων ταυτοτήτων. Να ζητά από όλους σεβασμό στον κοινό δημοκρατικό νόμο και να προσφέρει σε όλους ίση αξιοπρέπεια.

Αυτή θα ήταν μια σύγχρονη συνέχεια του ελληνικού οικουμενισμού: όχι η κατάργηση της πατρίδας, αλλά το άνοιγμά της στον άνθρωπο· όχι η διάλυση του έθνους, αλλά η μετατροπή της ιστορικής μνήμης σε δημοκρατική ευθύνη· όχι η απομόνωση της Ελλάδας, αλλά η ισότιμη συμμετοχή της στον κόσμο ως χώρα με αυτογνωσία και βούληση.

Η πατρίδα ως κοινή υπόσχεση

Η μεγάλη πολιτική σύγκρουση της εποχής μας δεν διεξάγεται ανάμεσα σε όσους αγαπούν την πατρίδα και σε όσους αγαπούν τον κόσμο. Διεξάγεται ανάμεσα σε εκείνους που θεωρούν την κοινωνία κοινότητα πολιτών και σε εκείνους που τη βλέπουν ως αγορά ατόμων.

Ανάμεσα σε όσους πιστεύουν ότι το κράτος υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και σε όσους το χρησιμοποιούν για να οργανώνουν ιδιωτικά οφέλη. Ανάμεσα σε μια δημοκρατία με ουσία και σε μια τεχνοκρατική διαχείριση που ζητά από τον πολίτη να εμπιστεύεται χωρίς να ελέγχει.

Ο μητσοτακικός εκσυγχρονισμός υποσχέθηκε ένα αποτελεσματικό ευρωπαϊκό κράτος. Εκεί όπου απέτυχε βαθύτερα ήταν ότι δεν κατόρθωσε —και συχνά δεν επιχείρησε— να μετατρέψει την ανάπτυξη σε κοινή ασφάλεια, την τεχνολογία σε λογοδοσία και τη διεθνή εικόνα σε εσωτερική αξιοπρέπεια. Γι’ αυτό η κρίση του δεν είναι μόνο εκλογική. Είναι κρίση νοήματος.

Η Καρυστιανού και ο Σαμαράς, από διαφορετικές αφετηρίες, έρχονται να καλύψουν τις δύο κεντρικές πλευρές αυτού του πολιτικού κενού. Η πρώτη υπενθυμίζει ότι κράτος χωρίς δικαιοσύνη είναι μηχανισμός. Ο δεύτερος ότι πολιτική χωρίς εθνική συνείδηση είναι απλή διαχείριση. Η Ελλάδα χρειάζεται και τα δύο αιτήματα, ενταγμένα όμως σε μια δημοκρατική σύνθεση που δεν θα θυσιάζει ούτε την κοινωνική αλληλεγγύη ούτε τις ελευθερίες και την ισότητα.

Το αν οι δύο αυτές κατευθύνσεις θα συναντηθούν κομματικά είναι δευτερεύον και σήμερα άγνωστο. Το ουσιώδες είναι ότι μετακινούν ήδη τον δημόσιο διάλογο προς ένα αίτημα που συναντάται πλέον διεθνώς: να ξαναγίνει η οικονομία υπηρέτης της κοινωνίας, το κράτος υπόλογο στον πολίτη και η πατρίδα κοινότητα αλληλεγγύης και κυριαρχίας.

Η πατρίδα δεν είναι κληρονομικό προνόμιο ούτε ιδιοκτησία μιας παράταξης. Είναι κοινή υπόσχεση: ότι κανένας δεν θα εγκαταλειφθεί, ότι η ιστορία δεν θα εκποιηθεί, ότι η εξουσία θα λογοδοτεί και ότι οι επόμενες γενιές θα παραλάβουν έναν τόπο ελεύθερο, βιώσιμο και δίκαιο. Μόνο τότε το έθνος παύει να είναι σύνθημα. Γίνεται κοινότητα ευθύνης.

spot_img

8 ΣΧΟΛΙΑ

  1. ”Φοβερά” αξιόλογο κείμενο -συγχαρητήρια στον κ. Σαββίδη-αλλά οι Έλληνες ψηφοφόροι και των κ.κ. Σαμαρά και Καρυστιανού δεν θα το καταλάβουν και σίγουρα δεν θα θέλουν να υλοποιηθεί, γιατί εθίστηκαν από το 1981 -ειδικά- σε ”γιούρια ” και αγώνες για να παίρνουν περισσότερα ,χωρίς να εργάζονται, στα δε εθνικά θέματα στην γραμμή Σημίτη-ΓΑΠ-Τσίπρα, που παγιώθηκε με την Συμφωνία των Πρεσπών, για την οποίαν δεν αντέδρασαν οι ”δημοκράτες και ”προοδευτικοί” ΟΥΤΕ και στις τρεις Μακεδονίες μας ΚΑΙ πριν υπογραφεί ΚΑΙ πριν κυρωθεί ,αλλά ούτε και στις εκλογές του 2019 και τώρα ”προμοτάρουν” τον Ελασ-ίτη κ. Τσίπρα.

  2. Συγχαρητήρια κ. Σαββίδη. Εξαιρετικά ουσιαστική τοποθέτηση. Αποτυπώνει ένα πολιτικό κενό που γίνεται πλέον αδύνατο να αγνοηθεί. Από τη μία, η Μαρία Καρυστιανού εκφράζει την απαίτηση για δικαιοσύνη, λογοδοσία και αξιοπρέπεια. Από την άλλη, ο Αντώνης Σαμαράς υπενθυμίζει ότι χωρίς εθνική συνέχεια, κυριαρχία και στρατηγική βούληση, η πολιτική καταλήγει σε απλή διαχείριση. Δεν είναι ίδιες πολιτικές δυνάμεις, ούτε χρειάζεται να παρουσιαστούν ως τέτοιες. Όμως συναντώνται σε κάτι βαθύτερο. Στην άρνηση να θεωρηθούν φυσιολογικά η ατιμωρησία, η θεσμική παρακμή και η εθνική υποχώρηση. Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλη επικοινωνιακή διαχείριση. Χρειάζεται δικαιοσύνη στο εσωτερικό και καθαρές κόκκινες γραμμές στο εξωτερικό.

  3. Από τις καλύτερες αναλύσεις και οραματικές προτάσεις που θα ήταν ευχής έργο να έμπαιναν στον δημόσιο διάλογο, από τα λύκεια, τα πανεπιστήμια μέχρι σε ό,τι συλλογικότητες έχουν απομείνει ενεργές.
    Ένα μείον της ανάλυσης είναι ότι δεν αντιμετωπίζει τον παράγοντα ”διαφθορά”.
    Από την οργανωμένη διαφθορά των διαχειριστών της εξουσίας, έως την ατομική.
    Εφαρμόστηκε από τους πολιτικούς το δόγμα ”κάνετε ό,τι θέλετε και αφήστε μας εμάς να κάνουμε ό,τι θέλουμε”
    Αν δεν υπάρξει μία κατά μέτωπο επίθεση εναντίον της διαφθοράς με δρακόντειους νόμους και με θεσμική συγκρότηση αντιμετώπισης της , η πατρίδα θα συνεχίσει με την κλεπτοκρατία και με το ατομικίστικο ”κοιτάω την πάρτη μου” το οποίο αποσαρθρώνει εν τέλει την ίδια την κοινωνία.

  4. Δημοκρατικός πατριωτισμός χωρίς τοπικό πατριωτισμό δεν μπορει να εχει ως αποτελεσμα τον Ελληνικό πατριωτισμό. Για το συγκετρωτικό κρατος των Αθηνών τι λένε οι δύο πολιτικοί;

  5. Δημοκρατικός πατριωτισμός χωρίς τοπικό πατριωτισμό δεν μπορει να εχει ως αποτελεσμα τον Ελληνικό πατριωτισμό. Για το συγκετρωτικό κρατος των Αθηνών τι λένε οι δύο πολιτικοί. Ποια η έδρα των κομμάτων τους;

  6. Απλά να θυμίσω στους φίλους ότι οι Ελληνόπαιδες -το μέλλον της Πατρίδος- στην κατανόηση κειμένου κατατάσσονται στο PIZA κάτω του μέσου όρου των χωρών του ΟΟΣΑ.
    Πόσα τέτοια κείμενα είχε γράψει ιδίως ο φίλος του κ. Σαββίδη (τον οποίον και ξανασυγχαίρουμε) αείμνηστος Χρίστος Γιανναράς ,για να ”συνέλθουμε” στα ωραία εκείνα χρόνια του ΠΑΣΟΚ, αλλά
    που μυαλό στην Ελλάδα ”την ψαρού που πήγαινε στα κουτουρού” μετά το 1981 .
    ΠΟΤΕ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ ,ΑΛΛΑ ΤΩΡΑ ΕΙΝΑΙ ΑΡΓΑ ΓΙΑ ΠΕΤΑΓΜΑ ΜΕ ΤΑ ΦΤΕΡΑ ΤΑ ΠΡΩΤΙΝΑ ΜΑΣ ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ , και
    ας το ομολογήσουμε .
    Οι αναφερόμενοι στο άρθρο δύο πολιτικοί δεν μπορούν να εμπνεύσουν .Είθε να γίνουν οι καταλύτες για πατριωτική αλλαγή .

  7. Μπράβο! Πολύ καλή προσέγγιση. Μένει να αναδυθούν οι δυνάμεις εκείνες οι οποίες θα δημιουργήσουν το πολιτικό υβρίδιο που έχει ανάγκη ο τόπος.

  8. Η κ. Καρυστιανού θα έπρεπε ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ να αποτελεί μια εναλλακτική για το πολιτικό σύστημα. Δυστυχώς όμως φαίνεται ότι το εγχείρημα θα εξαερωθεί, πριν καν φτάσουμε στις εκλογές.

    Ο δε Σαμαράς με τις εμμονές του με την οικογένεια Μητσοτάκη, στα 75 του δε μπορεί να αποτελεί σοβαρή επιλογή για το μετριοπαθές εκλογικό ακροατήριο, από τη στιγμή που όλα γίνονται για ένα γινάτι.

    Ειδικά στην περίπτωσή του, τα στερνά τιμούν τα πρώτα, λέει ο σοφός λαός.

Comments are closed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,600ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα