Στάσιμη η στρατηγική σχέση Ελλάδας-ΗΠΑ με ευθύνη και Μητσοτάκη
Η παρουσία του στην Αθήνα, η οποία ήταν η τελευταία επίσημη επίσκεψη του στο εξωτερικό, επιβεβαίωσε την μακροχρόνια αμερικανική στήριξη σε μια συμμαχική χώρα που διένυε την πιο βαθιά κρίση εν καιρώ ειρήνης. Το δεύτερο ήταν το αποτυχημένο πραξικόπημα εναντίον του Ερντογάν, που επισφράγισε τις προβληματικές αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Η τουρκική κυβέρνηση κατηγόρησε τις ΗΠΑ ότι βρίσκονταν πίσω από το πραξικόπημα. Η Τουρκία δεν είχε μόνο αυτονομηθεί στην εξωτερική πολιτική της, αλλά πια αντιστρατευόταν τα αμερικανικά συμφέροντα.
Οι Αμερικανοί στρατηγιστές συνειδητοποιήσαν ότι είχε φτάσει το πλήρωμα του χρόνου για τη μεγάλη αλλαγή στον σχεδιασμό τους στην Ανατολική Μεσόγειο που θα στηριζόταν σε δυο βασικούς άξονες: Αναβάθμιση της Ελλάδας και μείωση του ρόλου της Τουρκίας. Η προεδρία Τραμπ (2017-2021) υλοποίησε τη δομική αναδιάταξη στο υποσύστημα της Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής όπου εντάσσεται η Ανατολική Μεσόγειος, αναδεικνυόμενη για πρώτη φορά ως ξεχωριστή υπο-περιφέρεια με διακριτό γεωπολιτικό στίγμα. Η Ελλάδα από band wagoning (κράτος-ακόλουθος που ευθυγραμμίζεται με μια μεγάλη δύναμη) που ήταν ως τότε, αναβαθμίστηκε σε strategic partner με την υπογραφή της Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης Ελλάδας-ΗΠΑ (2018).
Απέκτησε αναβαθμισμένη αξία, τόσο γεωστρατηγικά (άμυνα και ασφάλεια) όσο και γεωοικονομικά (ενέργεια, λιμάνια, ναυπηγεία, υψηλή τεχνολογία) λόγω της αμερικανικής υψηλής στρατηγικής που διαφοροποίησε άρδην τα δεδομένα υπέρ μας. Η εταιρική σχέση εξελίχθηκε απρόσκοπτα και τάχιστα ως το 2023 από τις κυβερνήσεις ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ.
Η Ελλάδα έφτασε όχι μόνο σε ιστορικό υψηλό στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ, άλλα έχοντας αποκτήσει και τεχνογνωσία της περιοχής έδειξε ότι έχει τις δυνατότητες να διαδραματίσει νευραλγικό ρόλο ως χώρα πρώτης γραμμής στον αμερικανικό πολιτικό σχεδιασμό. Υπήρχε ένας εξαιρετικός συνδυασμός επιλογής προσώπων και διεθνών συγκυριών που μας ευνόησαν. Ο Μάικ Πομπέο αριστοτεχνικά υλοποίησε τη νέα αμερικανική πολιτική. Ο δε Τζέφρι Πάιατ, πρέσβης στην Αθήνα, με θαυμάσιο τρόπο εφάρμοζε τα συμφωνημένα.
Οι σταθερές των σχέσεων Ελλάδας-ΗΠΑ
Στην Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων του Κογκρέσου, οι Μπόμπ Μενέντεζ και Μάρκο Ρούμπιο έπραξαν θεσμικά το μέγιστα, ταυτίζοντας τα συμφέροντα των ΗΠΑ με αυτά της Ελλάδας στην περιοχή. Στο εσωτερικό, οι επιλογές των Νίκου Κοτζιά και Νίκου Δένδια στην ηγεσία της ελληνικής διπλωματίας ήταν οι ενδεδειγμένες.
Οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο την περίοδο εκείνη συνέχιζαν να είναι θετικές για την Ελλάδα (συγκρουσιακή κατάσταση στη Μέση Ανατολή, απομάκρυνση της Τουρκίας από τη Δύση, δυναμική είσοδος της Κίνας, σταθεροποίηση της ρωσικής επιρροής και ανακάλυψη νέων ενεργειακών κοιτασμάτων) ενώ οι σχέσεις Τουρκίας-ΗΠΑ επιδεινώνονταν, έχοντας υποβαθμιστεί από στρατηγικές σε συμμαχικές και από συμμαχικές σε συναλλακτικές. Οι δυο χώρες βρίσκονταν σε συγκρουσιακή τροχιά.
Στη δεύτερη θητεία της κυβέρνησης Μητσοτάκη το Υπουργείο Εξωτερικών αναλαμβάνει ο άπειρος Γιώργος Γεραπετρίτης με υφυπουργό την Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου (πρέσβης έως τότε στην Ουάσιγκτον). Είχαν συμπληρωθεί πέντε χρόνια στη Στρατηγική Εταιρική Σχέση και η κυβέρνηση Μπάιντεν συνέχιζε σχεδόν απαρέγκλιτα την πολιτική του προκατόχου της στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις. Η νέα ηγεσία του Υπουργείου Εξωτερικών σηματοδότησε την αλλαγή σχεδιασμού της κυβέρνησης στη βάση τριών σταθερών:
- Εξευμενισμός της Τουρκίας με παραχωρήσεις και υποχωρητικότητα στα όρια της “φινλανδόποιησης”.
- Άρνηση περαιτέρω γεωπολιτικής αναβάθμισης, μη ανάληψη νέων ρόλων και διαχειριστική λογική στα υπάρχοντα κεκτημένα που κεφαλαιοποιήθηκαν έως τότε.
- Ταύτιση με τους Δημοκρατικούς σε θέματα εσωτερικής ατζέντας (ταυτοτικά) και διεθνών σχέσεων.
Ο απολογισμός των δυο τελευταίων ετών στις ελληνοαμερικανικές σχέσεις συνοψίζεται ως εξής:
Διακήρυξη των Αθηνών: Η Διακήρυξη των Αθηνών ουσιαστικά “ξεπλένει” την Τουρκία ως προς την αντιαμερικανική στάσης της, τον διαλυτικό ρόλο της στο ΝΑΤΟ και την αναβαθμίζει γεωπολιτικά. Κυρίως εγείρει ερωτηματικά και ζητήματα αξιοπιστίας από τις ΗΠΑ στο κατά πόσο η Ελλάδα μπορεί να έχει τον ρόλο συμμαχικής χώρας πρώτης γραμμής στην Ανατολική Μεσόγειο, αφού ένας από τους κεντρικούς στόχους του αμερικανικού σχεδιασμού είναι η παράκαμψη της ερντογανικής Τουρκίας.
Στο ίδιο πλαίσιο, δυσαρεστεί και το Ισραήλ υπονομεύοντας τη συνοχή της συμμαχίας “3+1” (Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ συν ΗΠΑ) που αποτελεί (και θεσμικά) τη ραχοκοκαλιά της νέας αρχιτεκτονικής ασφαλείας των ΗΠΑ στην περιοχή από το 2019. Ο ανορθολογισμός της ελληνικής προσέγγισης είναι πασιφανής. Η Ελλάδα που απειλείται διαχρονικά από την τουρκική επιθετικότητα και μάλιστα ποιοτικά αναβαθμισμένη και με αυξανόμενη ένταση τα τελευταία χρόνια, της δόθηκε ο ρόλος και τα μέσα από τις ΗΠΑ για τον περιορισμό της επιρροής και τη μείωση ισχύος της Τουρκίας.
Αντί να το αξιοποιήσει, η κυβέρνηση Μητσοτάκη εναγκαλίζεται την Τουρκία σε μια ετεροβαρή σχέση εκχώρησης κυριαρχικών δικαιωμάτων, πράττοντας το αντίθετο ακριβώς από την στόχευση των ΗΠΑ και υπονομεύοντας ταυτόχρονα την εξωτερική εξισορρόπηση που μας δίνει η τριγωνική αυτή σχέση.
Εξοπλιστικά πακέτα
Προσφορά χαμηλότοκου δάνειου 2 δισ. δολ. από FMF: Τον Οκτώβρη 2023 ξεκίνησαν διερευνητικές συνομιλίες μεταξύ του αμυντικού τμήματος της πρεσβείας των ΗΠΑ στην Αθήνα και αρμοδίων Ελλήνων υπηρεσιακών παραγόντων για τη χορήγηση απευθείας δανείου (με σχεδόν μηδενικό επιτόκιο), μέσω προγράμματος του Foreign Military Financing, αξίας 2 δισ. δολ. από τα όποια το 10% του συνολικού ποσού θα ήταν με μορφή δωρεάν βοήθειας. Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι ικανοποίησαν τις ελληνικές απαιτήσεις και δεν υπήρχαν παρά λίγες εκκρεμότητες για την κατάρτιση της σύμβασης.
Πρακτικά η Ελλάδα εκταμίευε πολύ μεγάλο ποσό που θα περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, χρηματοδότηση για τα F-35. H διορία για την απάντηση ήταν ως το τέλος του χρόνου. Τελικά χάθηκε το χαμηλότοκο δάνειο από το FMF που οι ΗΠΑ προσέφεραν για εξοπλιστικά προγράμματα λόγω αδράνειας και έλλειψη συνεννόησης μεταξύ των υπουργείων Άμυνας και Εξωτερικών. Πρωτίστως όμως με υπαιτιότητα του τελευταίου που είχε τον κύριο λόγο. Αυτή η διαπραγματευτική αποτυχία έχει επιπτώσεις έως σήμερα. Η κυβέρνηση αναζητεί τρόπους εξασφάλισης, τουλάχιστον, των 200 εκατ. δολάρια ως αυτόνομη, δωρεάν ενίσχυση από τις ΗΠΑ, χωρίς αποτέλεσμα.
Eπιστολή Μπλίνκεν για τα εξοπλιστικά: Η επιστολή Μπλίνκεν (Αμερικανού ΥΠΕΞ) προς τον Έλληνα πρωθυπουργό για τα εξοπλιστικά περιλαμβάνει, πέρα των μαχητικών αεροσκαφών πέμπτης γενιάς (F-35) και των φρεγατών Constellation για αγορά και συμπαραγωγή αντίστοιχα, δυο μεταγωγικά C-130, κινητήρες αεροσκαφών P-3 και 60 τεθωρακισμένα μάχης Bradley. Η δωρεάν στρατιωτική βοήθεια για τη συνήθη μεταφορά πλεονάζοντος αμυντικού υλικού ήταν ό,τι πιο ακατάλληλο και περιορισμένο μπορούσε να πάρει η Ελλάδα. Μάλιστα ένα χρόνο μετά, ελάχιστα από όσα περιλαμβάνονται ως υπόσχεση έχουν δρομολογηθεί προς υλοποίηση.
Στο παρελθόν έχουν δοθεί στην Ελλάδα μεγαλύτερα ανάλογα αμυντικά πακέτα. Το 1990, όταν ανανεώθηκε η προηγούμενη Συμφωνία Αμοιβαίας Αμυντικής Συνεργασίας (πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Μητσοτάκης και υπουργός Εξωτερικών Αντώνης Σαμαράς) είχαμε εξοπλιστικά δωρεάν χρηματοδότηση 345 εκατ. δολάρια, διαγραφή οφειλών 50 εκατ. δολάρια, 28 Fantom (F-4E), 28 Κόρσερ (A-7), 6 αεροσκάφη ναυτικής συνεργασίας P3A, 4 αντιτορπιλικά Adams και υπόσχεση (που τηρήθηκε) για την παραλαβή, από τις χώρες του πρώην Συμφώνου της Βαρσοβίας, μεγάλων ποσοτήτων υλικού που χρησιμοποιείται μέχρι και σήμερα.
Μάλιστα αυτό έγινε στο τέλος του Ψυχρού Πόλεμου, όταν η γεωπολιτική αξία της Ελλάδας ήταν μειωμένη λόγω κατάρρευσης του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Πιο πρόσφατα (2018), επί ΣΥΡΙΖΑ, η Ελλάδα κατάφερε να εξασφαλίσει 70 ελικόπτερα Kiowa από το πλεόνασμα των ΗΠΑ. Το 2019, ο τότε υπουργός Άμυνας, Νίκος Παναγιωτόπουλος πέτυχε τη σταδιακή παραλαβή 1.200 πλεοναζόντων τεθωρακισμένων Μ-117.
Είναι απορίας άξιον πώς η ελληνική κυβέρνηση σε αυτήν την ιδιαίτερη ευνοϊκή γεωπολιτική συγκύρια διαρκείας, έχοντας ταυτιστεί διπλωματικά και πολιτικά με τη γραμμή της προεδρίας Μπάιντεν έναντι της Ρωσίας και δίνοντας στρατιωτικό υλικό στην Ουκρανία, δεν ζήτησε και δεν απέσπασε ανταλλάγματα. Ήταν ιστορική ευκαιρία να κεφαλαιοποιήσει τη στάση της στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο, παίρνοντας γενναιόδωρο δωρεάν εξοπλιστικό πακέτο.
Aναβάθμιση παλαιών και πώληση νέων F-16 στην Τουρκία: Τον Οκτώβριο 2021 κατατέθηκε αίτημα από την Τουρκία για την αναβάθμιση της πολεμικής αεροπορίας της. Εν τέλει έγινε άρση του άτυπου εμπάργκο όπλων, ξεπερνώντας τους περιορισμούς του Κογκρέσου για την απόκτηση νέων και αναβάθμιση παλαιών F-16. Πέρασαν 28 μήνες μέχρι να υπάρξει συμφωνία. Δεν είναι γνωστό αν ελληνική πλευρά προσπάθησε να παρεμποδίσει την έγκριση αυτού του προγράμματος ή σιωπηρά συναίνεσε. Πάντως, αποτελεί τουλάχιστον ειρωνεία ότι ο Άγγελος Συρίγος, ως μέλος της Διαρκούς Επιτροπής ‘Άμυνας και Εξωτερικών της Βουλής, είχε πάρει δημόσια θέση υπέρ της απόκτησης των F-16 από την Τουρκία. Σε κάθε περίπτωση χρεώνεται στην κυβέρνηση η αρνητική αυτή εξέλιξη η όποια κάθε άλλο παρά εξυπηρετεί το εθνικό συμφέρον.
Η ευθύνη της κυβέρνησης Μητσοτάκη για την οπισθοδρόμηση των σχέσεων με ΗΠΑ
23/07/2025

Από τότε έχουν γίνει 11 συναντήσεις, τρεις από τις οποίες έλαβαν χώρα τα τελευταία δυο χρόνια. Αυτή η συνεργασία (και με τις ΗΠΑ) περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη συνεργασία στον τομέα της ενέργειας. Η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ (Great Sea Interconnector) παραμένει στάσιμη στο κομμάτι Ελλάδας-Κύπρου, λόγω της υποχωρητικότητας της Αθήνας στις τουρκικές πιέσεις, αναστέλλοντας επ’ αόριστον την πρόοδο των ερευνών του βυθού για την πόντιση του ηλεκτρικού καλωδίου.
Η Ελλάδα εμφανίζει εικόνα μη αξιόπιστου σύμμαχου που ετεροπροσδιορίζεται από την Τουρκία. Αποτελεί τραγική αντίφαση ότι η χώρα μας υπονομεύει την αξιοπιστία και την συνεκτικότητα του “3+1”, που στόχο πρωτίστως έχει τον περιορισμό του τουρκικού επεκτατισμού στην περιοχή. Αυτός ο τριμερής μηχανισμός είχε ατονήσει έως και πρόσφατα, εν μέσω γεωπολιτικών προκλήσεων. Κατόπιν ισραηλινών πρωτοβουλιών βρίσκει πάλι βηματισμό. Ωστόσο, η Ελλάδα είναι άτολμη στο να ακολουθήσει την προοπτική αναβάθμισης του “3+1” από πολιτική και ενεργειακή και σε στρατιωτική συμμαχία.
Η κυβέρνηση προχώρησε σε συνεργασία με τον όμιλο BGR για την προώθηση των ελληνικών συμφερόντων στην Ουάσιγκτον έναντι αμοιβής 600.000$. Ο όμιλος διατηρεί στενές σχέσεις με το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και έχει να επιδείξει πολύ θετικά επιτεύγματα για τα ξένα κράτη, από τα οποία εργοδοτείται εδώ και δεκαετίες. Επί της αρχής, η κίνηση αυτή είναι θετική, γιατί χρειάζονται επαγγελματίες λομπίστες, πέρα από τις ελληνοαμερικανικές οργανώσεις, που αν και κάνουν πολύ καλή δουλειά έχουν νομικούς περιορισμούς. Δυστυχώς, όμως, η συγκεκριμένη περίπτωση καταδεικνύει τη μη αποτελεσματική πρόσβαση στα κέντρα λήψης αποφάσεων της προεδρίας Τραμπ.
Η ελληνική ομογένεια στις ΗΠΑ έχει οικοδομήσει ένα ισχυρό σύστημα επηρεασμού στη λήψη αποφάσεων, επιτυγχάνοντας σημαντικότατες επιτυχίες τα τελευταία χρόνια. Διαθέτει την τεχνογνωσία. Αν έχει μεγαλύτερη στήριξη και καλύτερο συντονισμό από την Ελλάδα, μπορεί επάξια να συνεχίσει να σηκώνει το βάρος της προώθησης των εθνικών συμφερόντων, αντί να δαπανώνται ποσά σε απρόσωπους οργανισμούς με αμφίβολα αποτελέσματα. Πρέπει να υπάρχει εμπιστοσύνη στους ομογενείς μας. Είναι πιο επιχειρησιακοί και κυρίως το κάνουν (οι περισσότεροι) με αγάπη και ανιδιοτέλεια για το εθνικό κέντρο. Ο συνδυασμός φαίνεται να είναι η ιδανική περίπτωση.
34 μέλη του Κογκρέσου στην Αθήνα
Τη Μεγάλη Εβδομάδα, πολυμελής αντιπροσωπεία μελών του Κογκρέσου από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα περιόδευσε στη χώρα μας υπό την αιγίδα της κεντρικής διοίκησης της ΑΗEPA στις ΗΠΑ, που είναι η ιστορική, πιο μεγάλη και πιο επιδραστική ομογενειακή οργάνωση. Η ηγεσία της, με επικεφαλής τον Ύπατο Πρόεδρο, Σάββα Τσίβικο, απευθύνθηκε εγκαίρως στο Υπουργείο Εξωτερικών, ζητώντας τη μέγιστη δυνατή πολιτική εκπροσώπησή του, άλλα και συνολικά από την κυβέρνηση στη δεξίωση προς τιμή των 33 βουλευτών (τρεις από τους όποιους ανήκουν στην Επιτροπή Διεθνών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων) και ενός γερουσιαστή στο μουσείο της Ακρόπολης, τη Μεγάλη Πέμπτη.
Η απάντηση που δόθηκε από το Υπουργείο ήταν άκρως απαξιωτική, επικαλούμενο αδυναμία παρουσίας λόγω άσκησης θρησκευτικών καθηκόντων και απουσίας τους από την Αθήνα. Η μοναδική παρουσία ήταν αυτή του υφυπουργού Εξωτερικών για θέματα Αποδήμου Ελληνισμού, Ιωάννη Λοβέρδου που θεσμικά επαρκούσε για τους αξιωματούχους της AHEPA, αλλά επ’ ουδενί για μια τόσο σημαντική και πολυπληθή ομάδα νομοθετών των ΗΠΑ.
Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω προκύπτουν ευλόγως τα εξής ερωτήματα στα οποία θα όφειλε να δώσει απαντήσεις η πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΞ:
- Ποιοι ήταν οι λόγοι της μονομερούς ταύτισης με το Δημοκρατικό Κόμμα, παίρνοντας ανοιχτή θέση εναντίον της υποψηφιότητας Τραμπ, όπου κατά τη διάρκεια της πρώτης περιόδου διακυβέρνησης του εγκαινιάστηκε και οικοδομήθηκε η Στρατηγική Εταιρική Σχέση;
- Πως ωφελεί τις σχέσεις Ελλάδας-ΗΠA η εφαρμογή της Διακήρυξης των Αθηνών με την πολιτική κατευνασμού και υποχωρητικότητας έναντι της Τουρκίας;
- Γιατί χάθηκε το χαμηλότοκο δάνειο των 2 δισ. $ για τα εξοπλιστικά;
- Γιατί το “Πακέτο Μπλίνκεν” ήταν τόσο περιορισμένο και προβληματικό;
- Γιατί απομειώθηκε η δυναμική του “3+1” (έως την επανεκλογή Τραμπ) και κωλυσιεργεί η αναβάθμιση της τριγωνικής σχέσης από πολιτική και ενεργειακή σε στρατιωτική;
- Ποιες ενέργειες έγιναν ώστε να παραταθεί και να μην γίνει τελικά η άρση του άτυπου εμπάργκο για τα F-16 κατά της Τουρκίας από την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία στις ΗΠΑ;
- Γιατί δεν υπήρξε υψηλή κυβερνητική εκπροσώπηση στην επίσκεψη των 33 βουλευτών και ενός γερουσιαστή των Ρεπουμπλικάνων στην Αθήνα, απαξιώνοντας ουσιαστικά την παρουσία τους;
- Ποια είναι τα θετικά αποτελέσματα για την Ελλάδα που έχει επιφέρει η συνεργασία με το BGR Group έως τώρα;
- Τι έχει γίνει από ελληνικής πλευράς, ώστε να διορθωθούν οι τραγικές επιλογές εννιά μήνες μετά την εκλογή Τραμπ;
- Υπάρχει πραγματιστικό σχέδιο προσέγγισης του Αμερικανού Προέδρου με σκοπό την επανεκκίνηση των διμερών σχέσεων;
Η ταύτιση με τους Δημοκρατικούς
Φυσικά ο πρωθυπουργός έχει ακέραια την ευθύνη για τις επιλογές στο Υπουργείο Εξωτερικών, δεδομένου ότι ο ίδιος σχεδιάζει την εξωτερική πολιτική. Ταυτόχρονα είναι υπόλογος και για την διαμορφωθείσα αρνητική στάση στον κύκλο του 45ου και 47ου Αμερικανού Προέδρου έναντι της ελληνικής κυβέρνησης, λόγω της επιλογής του να ταυτιστεί μονομερώς με τους Δημοκρατικούς. Υπενθυμίζουμε ότι άφηνε, μεταξύ άλλων, υψηλόβαθμους κυβερνητικούς αξιωματούχους να καταφέρονται προσωπικά εναντίον του Ντόναλντ Τραμπ. Και φυσικά ήταν αυτός που ενορχήστρωνε τα περί τραμπισμού, με ανοιχτή υποστήριξη της Καμάλα Χάρις.
Είναι φανερό ότι η προεδρία Τραμπ δεν έχει πεισθεί ότι η πολιτική της κυβέρνησης Μητσοτάκη είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, προκειμένου να “ξεπαγώσουν” οι ελληνοαμερικανικές σχέσεις, για τις οποίες η κυβέρνηση δηλώνει ψευδώς ότι είναι σε ιστορικό υψηλό. Αυτό αντανακλάται εμφατικά και στο γεγονός ότι η θέση του Αμερικανού πρέσβη παραμένει κενή, εδώ και οχτώ μήνες. Ταυτόχρονα ο Ντόναλντ Τραμπ όχι μόνο αρνείται να συναντήσει τον Κυριάκο Μητσοτάκη, έστω και στο περιθώριο κάποιας διεθνούς συνάντησης, αλλά τον αγνοεί επιδεικτικά ακόμη και για μια τυπική χειραψία.
Το δίδυμο Γεραπετρίτη-Παπαδοπούλου συνεχίζει να διολισθαίνει από την μια αποτυχία στην άλλη, κατόπιν πρωθυπουργικών εντολών. Σ’ αυτήν την κρίσιμη συγκυρία για τις διμερείς σχέσεις με τις ΗΠΑ υπήρξε παλινωδία στην επιλογή του πρέσβη μας στην Ουάσιγκτον, που θα αντικαταστήσει την απερχόμενη Αικατερίνη Νασίκα. Αρχικά προτάθηκε ο ακατάλληλος για την θέση αυτή, Κώστας Κούτρας. Δεν έχει υπηρετήσει ποτέ ως επικεφαλής πρεσβείας, πάρα μόνο σε Γενικό Προξενείο, όντας χαμηλά στην επετηρίδα του Υπουργείου (131ος στην ιεραρχία). Ήταν απόφαση της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, την οποία ορθώς απέρριψε ο πρωθυπουργός. Μετέπειτα προκρίθηκε η εξαιρετική επιλογή του Ιωάννη Βραΐλα, μόνιμου αντιπροσώπου στην ΕΕ, που όμως δεν τελεσφόρησε, αφού θεωρήθηκε αναντικατάστατος εκεί.
Στη συνέχεια διέρρευσαν πληροφορίες για μια προσωπικότητα εγνωσμένου κύρους, που δεν ανήκει στη διπλωματική υπηρεσία, για να αναλάβει τη δύσκολη αυτή αποστολή, η όποια επίσης δεν τελεσφόρησε. Τελικά, η τοποθέτησή του Αντώνη Αλεξανδρίδη (πρέσβη στο Παρίσι) δείχνει να είναι οριστική. Οι υπαναχωρήσεις στην απόφαση για το πρόσωπο, που θα σταλεί στην Ουάσιγκτον, επιβεβαιώνει το τέλμα, στο οποίο έχει περιέλθει η ηγεσία του Υπουργείου Εξωτερικών.
Μπρός-πίσω με τις ΗΠΑ!
Ο υπουργός Γιώργος Γεραπετρίτης και η υφυπουργός Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου δεν είναι παρά το σύμπτωμα μιας επικίνδυνης πολιτικής, που θέλει να επιστρέψει την Ελλάδα στη γεωπολιτική ανυποληψία, πριν οι ΗΠΑ αποφασίσουν την αναβάθμισή της, δίνοντας της ρόλους στην περιοχή. Το ελάχιστο που χρειάζεται να γίνει είναι η αντικατάσταση της αποτυχημένης πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου, αφού θα έχει, μεταξύ άλλων, και σημειολογική σημασία. Το ουσιαστικό είναι η αναθεώρηση της κυβερνητικής στόχευσης, ώστε να δοθεί ευκαιρία να πιάσουμε το νήμα από εκεί που το αφήσαμε. Χρειάζεται ολιστικό σχέδιο για την επανεκκίνηση της Στρατηγικής Εταιρικής Σχέσης.
Ήταν ο Κυριάκος Μητσοτάκης που στην πρώτη τετραετία διακυβέρνησης (2019-2023) έφτασε τις σχέσεις των δυο χωρών ψηλά από ελληνικής πλευράς. Είναι ο ίδιος που πρέπει να διορθώσει τα ατοπήματα, τις παραλείψεις και κυρίως τη συνολικά λανθασμένη στόχευση, που έχει οδηγήσει τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις σε οπισθοδρόμηση. Εάν δεν μπορεί να το κάνει, τότε πρέπει να βγει “έκτος πλαισίου”. Το εθνικό συμφέρον μπαίνει πρώτα και πάνω από προσωπικά οφέλη και κομματικές επιδιώξεις.
Το εγχώριο πολιτικό προσωπικό οφείλει να συνειδητοποιήσει το μεταβαλλόμενο, ρευστό και συγκρουσιακό πολυπολικό διεθνές σύστημα και ότι στην παρούσα φάση οι ΗΠΑ επιδιώκουν την αναδιάταξή του για τη διατήρηση της ηγεμονίας τους. Αυτό επιτάσσει τα συμμαχικά κράτη να παίρνουν θέσεις και να αναλαμβάνουν ρόλους στο πλαίσιο της ανακατανομής ισχύος και του επαναπροσδιορισμού συμφερόντων. Η Ελλάδα έχει μόνο μια γεωπολιτική επιλογή: Να παραμείνει χώρα πρώτης γραμμής στον αμερικανικό στρατηγικό σχεδιασμό εν μέσω ευνοϊκών δεδομένων διαρκείας υπέρ της σε παγκόσμιο και περιφερειακό επίπεδο. Να καταστεί το “κράτος-κλειδί” των ΗΠΑ στην περιοχή!
Το άρθρο δημοσιευθηκε στο slpress.gr




Τόσα πολλά για ένα σχεδόν αυταπόδεικτο θέμα, που είναι ότι υπάρχει πρόβλημα-μεγάλο ή μικρό στις ”αδελφικές” σχέσεις που είχαν αναπτυχθεί μεταξύ της κυβερνήσεως των Δημοκρατικών του κ. Μπαϊντεν-όπουλου και της κυβερνήσεως της Ν.Δ του κ. Μητσοτάκη.
Στην πολιτική δεν ”ερωτεύεσαι ” ,αλλά και δύσκολα ”τα σπας ” και ας είσαι Αμερική του κ. Τραμπ με ένα φίλο από το 1822 , που τον έσωσες το 1949 από τον κομμουνισμό και σύμμαχο από το 1952 και χώρα που την επισκέπτονται περίπου δύο εκατομμύριο Αμερικανοί τουρίστες και έχεις και οικονομικούς στυλοβάτες Ελληνοαμερικανούς επιχειρηματίες.
Το ”ρόδι θα το σπάσει” ο κ. Τραμπ .Ας μη ”ψάχνουμε” φταίχτες στους πολιτικούς του ΥΠΕΞ ,γιατί έτσι θέλει το slpress .gr
Oμαλοποιείται η κατάσταση με την έλευση της κυρίας πρέσβεως και θα διαψευσθεί η κάθε Κασσάνδρα, που περίπου δύο χρόνια είναι και ”μαζόχα” .