Ισαποστάκηδες, «ναιμεναλλάδες», «ναταβρούμενακηδες»
του Παντελή Κουλούκη
* Master of Arts in Governance, Development and Security
Η Τουρκία το τελευταίο διάστημα έχει αυξήσει κατακόρυφα την επιθετική της ρητορική, εκτοξεύοντας εμμέσως —πλην σαφώς— απειλές ενάντια στην Ελλάδα.
Η παρανοϊκή της θεώρηση ότι τα ελληνικά νησιά του Ανατολικού Αιγαίου δεν πρέπει να εξοπλίζονται —την ώρα που η ίδια μετακινεί επίλεκτες μονάδες Πεζοναυτών στις μικρασιατικές ακτές απέναντι από τη Σάμο— αποτελεί μία ακόμη απόδειξη της τουρκικής αντίληψης: θεωρεί την Ελλάδα ως ένα κράτος περιορισμένης εθνικής κυριαρχίας.
Κατά την Άγκυρα, η Αθήνα οφείλει να παίρνει τη «δέουσα άδεια» πριν προβεί σε οποιαδήποτε κίνηση στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Θαλάσσια πάρκα, ηλεκτρικά καλώδια διασύνδεσης, ισραηλινά αμυντικά συστήματα, ακόμα και η αυτονόητη επίσκεψη του Έλληνα Πρωθυπουργού στο Καστελλόριζο, μετατρέπονται ακαριαία σε «κόκκινο πανί».
Ένας ολόκληρος μηχανισμός προπαγάνδας στο εσωτερικό της γείτονος —από δημοσιογράφους, απόστρατους, πανεπιστημιακούς και αναλυτές, μέχρι αξιωματούχους, βουλευτές και την ανώτατη πολιτική ηγεσία— επιχειρηματολογεί νυχθημερόν για μια Ελλάδα που «απειλεί» την ακεραιότητα της Τουρκίας. Ομιλούν για «περικύκλωση» με την αρωγή του Ισραήλ, που θεωρείται κόκκινο πανί για τον Τούρκο πρόεδρο.
Όλα αυτά δεν αποτελούν μια ανερμάτιστη ή τυχαία τουρκική αντίδραση. Είναι η κλασική συνταγή κλιμάκωσης, καθώς στην Άγκυρα διαβλέπουν μια έντονη κινητικότητα και διάθεση ανάληψης πρωτοβουλιών από την ελληνική πλευρά.
Η επόμενη μέρα
Έχει άραγε προετοιμαστεί η Αθήνα κατάλληλα για όλα τα πιθανά σενάρια; Στην κλασική υπόθεση όπου η Τουρκία θα συνεχίσει τις απειλές, θα αυξάνει την ένταση και θα δοκιμάσει εκ νέου τα όρια της ελληνικής αποτροπής, η ελληνική κυβέρνηση έχει εκπονήσει συγκροτημένο σχέδιο αντιμέτρων;
Μέχρι πού είναι διατεθειμένη να το φτάσει;
Αν η Άγκυρα προχωρήσει σε αμφισβήτηση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων επί του πεδίου, πώς ακριβώς θα πράξει η Αθήνα;
Είναι διατεθειμένη, για παράδειγμα, να αμφισβητήσει στην πράξη το ανυπόστατο τουρκολιβυκό μνημόνιο;
Όσες αμυντικές συμφωνίες κι αν έχουμε συνάψει, όσους ενεργειακούς κολοσσούς κι αν έχουμε εμπλέξει, διαθέτουμε τη βούληση να υπερασπιστούμε τις επιλογές μας στην πράξη;
Όταν σχεδιάζεις εθνική στρατηγική, σχεδιάζεις πάντα με βάση και το δυσμενέστερο σενάριο: αυτό μιας κλιμάκωσης και ενός πιθανού θερμού επεισοδίου.
Μπορεί η χώρα μας να ανταποκριθεί αποτελεσματικά σε μια τέτοια εξέλιξη; Τι νόημα έχει η οποιαδήποτε πολιτική ή διπλωματική κίνηση, αν εκ των προτέρων δεν έχεις σχεδιάσει πώς, με ποια μέσα και με ποιο τίμημα θα την προστατεύσεις;
Από τη διπλωματία των υποκλίσεων στην ξαφνική αποφασιστικότητα
Μια κυβέρνηση που πριν από τρία χρόνια υπέγραφε τη Διακήρυξη των Αθηνών και επένδυε στα «ήρεμα νερά», τώρα εμφανίζεται να ανεβάζει τους τόνους της αντιπαράθεσης με την Άγκυρα,
Κάποιος θα έλεγε: «Πολύ ορθώς πράττει η ελληνική κυβέρνηση. Υπερασπίζεται τα εθνικά δικαιώματα όπως αυτά απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο».
Ωστόσο, βρίσκονται μπροστά μας δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εικόνες: Από τη μία, η εικόνα του 2023, όπου ο Υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης υπερασπιζόταν με συνέπεια τη στρατηγική του «δομημένου διαλόγου» και της αποκλιμάκωσης (με στιγμιότυπα που ερμηνεύτηκαν ως υπερβολική υποχωρητικότητα). Από την άλλη, η σημερινή εικόνα, όπου κυβερνητικά στελέχη διακηρύσσουν πως τα «ήρεμα νερά» δεν ήταν αυτοσκοπός αλλά μέσο, υπογραμμίζοντας ότι η επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια (π.χ. νότια της Κρήτης) αποτελεί αναφαίρετο και άμεσα ασκήσιμο δικαίωμα της χώρας.
Ένας κακοπροαίρετος παρατηρητής θα υπέθετε ότι η αλλαγή στάσης οφείλεται απλώς στους τακτικισμούς μιας προεκλογικής περιόδου.
Αν ισχύει αυτό —έστω και στο ελάχιστο— πρόκειται για άλλη μία εθνική κηλίδα. Θα σημαίνει ότι μετά από μισό αιώνα τριβής με τον τουρκικό αναθεωρητισμό, δεν διδαχθήκαμε απολύτως τίποτα.

Ανεξάρτητα από τις όποιες επιφυλάξεις ή πολιτικούς τακτικισμούς, κάθε προσπάθεια της ελληνικής Πολιτείας να διεκδικήσει και να κατοχυρώσει τα νόμιμα κυριαρχικά της δικαιώματα είναι επιβεβλημένη — αρκεί να συνοδεύεται από πραγματική αποφασιστικότητα και όχι από ευκαιριακή ρητορική.
Όμως, μια τέτοια μεταβολή στάσης είναι μαθηματικά βέβαιο ότι θα προκαλέσει τη έντονη αντίδραση της Άγκυρας, η οποία είχε συνηθίσει να λειτουργεί ως επικυρίαρχος στη διμερή μας σχέση.
Ας δεχθούμε την πιο ευνοϊκή ανάγνωση της κυβερνητικής στρατηγικής: ότι τα «ήρεμα νερά» δεν ήταν πολιτική αδράνειας, αλλά μια συνειδητή επιλογή για να «κερδηθεί χρόνος». Χρόνος για την εξοπλιστική ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων, την ενδυνάμωση των διεθνών συμμαχιών και την εμβάθυνση του ενεργειακού αποτυπώματος της χώρας.
Εάν όμως σήμερα η Ελλάδα θεωρεί ότι διαθέτει μεγαλύτερη αμυντική ανθεκτικότητα και ισχυρότερο διπλωματικό κεφάλαιο, οφείλει να απαντήσει στο ουσιαστικό ερώτημα: ισχυρότερη για να κάνει τι;
Για να συνεχίσει απλώς να διαχειρίζεται φοβικά τις τουρκικές αντιδράσεις ή για να προχωρήσει στην ουσιαστική άσκηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων;
Ποιο είναι το πραγματικό «μετά» των ήρεμων νερών; Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί με επικοινωνιακές διακηρύξεις. Απαιτείται συγκεκριμένος σχεδιασμός, αυστηρή ιεράρχηση στόχων, ψύχραιμη αποτίμηση των τουρκικών αντιδράσεων και —κυρίως— πολιτική βούληση.
Η «εκχώρηση» ευθυνών δεν συνιστά βέλτιστη εθνική στρατηγική
Δεν αρκεί απλώς να αναθέτουμε κρίσιμα έργα σε ξένους οίκους. Οφείλουμε να επιλέγουμε, με αυστηρά και ουσιαστικά κριτήρια, ποιες εταιρείες και ποιες χώρες διαθέτουν την πραγματική ειδική βαρύτητα, τη θεσμική και κυβερνητική στήριξη, αλλά και την αντοχή να σταθούν έμπρακτα δίπλα μας όταν οι συνθήκες πιέσουν.
Το πάθημα της Κάσου είναι ακόμη νωπό. Εκεί, η ανάθεση των ερευνών σε ιταλική εταιρεία, στο πλαίσιο της ηλεκτρικής διασύνδεσης, δεν εξελίχθηκε όπως θα έπρεπε όταν εκδηλώθηκε η τουρκική αντίδραση. Ακολούθησε η ελληνική αναδίπλωση — ή, για να το πούμε πιο καθαρά, η ελληνική υποχώρηση.
Εάν, λοιπόν, επιλέγουμε εκ νέου έναν γαλλικό ενεργειακό κολοσσό ως αποτελεσματικότερη εναλλακτική, η επιλογή αυτή πρέπει να συνοδεύεται από μια απολύτως συγκεκριμένη και ολοκληρωμένη εθνική στρατηγική για την πόντιση του καλωδίου.
Μια στρατηγική σχεδιασμένη βήμα προς βήμα, από την έναρξη έως την ολοκλήρωση του έργου, χωρίς να δημιουργούμε την εντύπωση ότι για την άσκηση των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων οφείλουμε να ζητούμε την άδεια ή τη συναίνεση οποιουδήποτε τρίτου.
Και αν κάποιος επιλέξει να αμφισβητήσει έμπρακτα τα δικαιώματα αυτά, τότε η Ελλάδα έχει όχι μόνο το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση να ενεργήσει ως αυτό που είναι: ένα ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος, αξιοποιώντας όλα τα μέσα που της παρέχει και της επιβάλλει το Διεθνές Δίκαιο για την προάσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων και των εθνικών της συμφερόντων.

Μύθοι, ηττοπάθεια και συνωμοσιολογία-Η εσωτερική υπονόμευση της αποτροπής
Δίπλα στην πολιτική ανεπάρκεια, υπάρχει και ένας άλλος παράγοντας: ένα εγχώριο οικοσύστημα,
Ο μύθος της «αποστρατιωτικοποίησης»: Χαρακτηριστικό παράδειγμα η υστερία των προηγούμενων ετών περί «αφοπλισμού των νησιών», όταν η αντικατάσταση των παλαιών BMP-1 σοβιετικής τεχνολογίας με τα πιο σύγχρονα γερμανικά Marder παρουσιάστηκε ως εθνική υποχώρηση και όχι ως επιχειρησιακή αναβάθμιση.
Η καλλιέργεια του συνδρόμου του ηττημένου: Δηλώσεις και αναλύσεις που διακηρύσσουν ότι «η Ελλάδα δεν έχει καμία ελπίδα σε μια διένεξη με την Τουρκία», φτάνοντας στο σημείο πρώην διπλωμάτες να επιτίθενται ευθέως στην ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων, υπονομεύοντας το ηθικό και την αποτρεπτική μας ισχύ.
Η μυθοποίηση της Άγκυρας: Η βεβαιότητα ότι «η Τουρκία θα πάρει οπωσδήποτε τα F-35 γιατί έχει τη διπλωματική ισχύ να πείσει την Ουάσινγκτον». Ένα αφήγημα που ανακυκλώνεται συνεχώς τα τελευταία χρόνια, διαψεύδεται σταθερά από την πραγματικότητα, αλλά συνεχίζει να σερβίρεται ως δέος απέναντι στον γείτονα.
Τα σενάρια μιας «αέναης παρασκηνιακής προδοσίας»: Οι γραφικές αλλά επικίνδυνες θεωρίες περί «μυστικών συμφωνιών για το διαμοιρασμό του Αιγαίου»
Ή υποβάθμιση πανάκριβων εξοπλιστικών δαπανών μέσω του νέου αφηγήματος ότι «δεν θα μας δώσουν τους πηγαίους κωδικούς, άρα τα συστήματα θα τα ελέγχουν οι ξένοι».
Ο μεσσιανισμός της απαξίωσης: Το ισοπεδωτικό αφήγημα ότι «όλοι οι Έλληνες πολιτικοί είναι προδότες» και η προσμονή κάποιου αυτόκλητου «σωτήρα» που θα μας σώσει από την υποτιθέμενη προδοσία.
Όλη αυτή η παραφιλολογία δεν είναι αθώα. Σε συνδυασμό με την παρούσα αντιπολιτευτική ανεπάρκεια στα ζητήματα άμυνας, ασφάλειας και εξωτερικής πολιτικής, δημιουργεί μια στρεβλή εικόνα της πραγματικότητας και καλλιεργεί σταδιακά ένα κλίμα ηττοπάθειας και μοιρολατρίας.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον ευδοκιμούν συγκεκριμένες νοοτροπίες: η λογική των «ίσων αποστάσεων», το μόνιμο «ναι μεν, αλλά», η εύκολη καταφυγή στο «να τα βρούμε» και η διαρκής αναζήτηση μιας μέσης λύσης, ακόμη και όταν η πραγματικότητα δεν αφήνει περιθώρια για τέτοιου είδους εξισώσεις.
Δεν πρόκειται για πρόβλημα διαφορετικών απόψεων — αυτές είναι απολύτως θεμιτές σε μια δημοκρατία. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η αδυναμία να πάρουμε σαφή θέση βαφτίζεται ρεαλισμός και η αποφυγή κάθε δύσκολης απόφασης παρουσιάζεται ως υπεύθυνη εθνική στάση.
Στο δια ταύτα
Πρώτον, «ΠΕΔΙΟ» δεν σημαίνει πολεμική σύγκρουση, αλλά τον χώρο όπου δοκιμάζεται στην πράξη η αποφασιστικότητα της ελληνικής πολιτικής
Δεύτερον, η πολιτική του «να τα βρούμε με τον γείτονα» απλώς δεν υφίσταται, για τον απλούστατο λόγο ότι η Τουρκία πολύ χαρακτηριστικά δείχνει με κάθε τρόπο ότι δεν θέλει να τα βρούμε.
Τρίτον, λογικές και δηλώσεις του στυλ «τα κάνουν οι Τούρκοι, αλλά κι εμείς κάνουμε τα ίδια» στερούνται οποιασδήποτε σοβαρότητας. Δεν υπάρχει καμία αναλογία ανάμεσα σε μια χώρα που επιδιώκει να εφαρμόσει το Διεθνές Δίκαιο και σε έναν αναθεωρητή που συστηματικά το παραβιάζει.
Τέταρτον, το να αρνείσαι να πάρεις σαφή θέση, προβάλλοντας ευφάνταστες δικαιολογίες και τηρώντας «ίσες αποστάσεις» ανάμεσα σε αυτόν που απειλεί και σε αυτόν που αμύνεται, είναι απλά εθελοτυφλία και ίσως και κάτι χειρότερο.
Δεν μπορούμε συνεχώς να αναβάλλουμε το επόμενο βήμα, περιμένοντας να εμφανιστεί η ιδανική συγκυρία ή μια λύση χωρίς κόστος και χωρίς ρίσκο. Οφείλουμε να αποφασίσουμε, να αναλάβουμε το κόστος όπου απαιτείται και, κυρίως, να έχουμε ήδη σχεδιάσει όχι μόνο το επόμενο βήμα, αλλά και το μεθεπόμενο.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται άλλες μεγάλες δηλώσεις. Χρειάζεται καθαρή στρατηγική, συγκεκριμένο σχέδιο και την πολιτική βούληση να το υλοποιήσει στο ΠΕΔΙΟ.



Να συμφωνήσουμε με όλα του εξαίρετου άρθρου ,αλλά να ξεκινήσει ο Έλληνας πρώτος επί του ΠΕΔΙΟΥ, ή να περιμένει τον Τούρκο , όπως τον Ιταλό την 28η Οκτωβρίου 1940 , για να του πει το ΟΧΙ και να του δείξει τι θα πει ”’τρελός Έλληνας” ;;;.
Γιατί να μη θέλει να δοξασθεί ο σημερινός πρωθυπουργός μας , που ηγείται μιας Παράταξης , που δεν θα επαναλάβει την παράσταση των Ιμίων του 1996;;;.Όσοι δεν το πιστεύουν σφάλλουν .