Πόσο αξιόπιστος είναι ο ισχυρισμός ελληνικών ΜΜΕ για παγκόσμιο πόλεμο;

Μας προετοιμάζουν για παγκόσμιο πόλεμο; Ο φόβος, οι οδηγίες επιβίωσης και όσα δεν μας λένε

Τα δημοσιεύματα για αποθέματα τροφίμων, καταφύγια και πολεμική ετοιμότητα πολλαπλασιάζονται. Η αίσθηση ότι μια γενικευμένη σύγκρουση πλησιάζει ενισχύεται. Όμως οι επίσημες δηλώσεις του ΝΑΤΟ, οι αναλύσεις διεθνών ερευνητικών ιδρυμάτων και οι πραγματικές ημερομηνίες έκδοσης των οδηγιών συνθέτουν μια διαφορετική εικόνα: οι κίνδυνοι είναι υπαρκτοί, αλλά ο παγκόσμιος πόλεμος δεν αποτελεί προδιαγεγραμμένη εξέλιξη.

Το κλίμα του φόβου: «Ετοιμαστείτε για πόλεμο»

Εδώ και αρκετό καιρό, και με αυξανόμενη ένταση τις τελευταίες ημέρες, η διεθνής ειδησεογραφία κατακλύζεται από προειδοποιήσεις για έναν πιθανό γενικευμένο πόλεμο. Κυβερνήσεις καλούν τους πολίτες να αποθηκεύουν τρόφιμα και νερό, στρατιωτικοί μιλούν για την ανάγκη επιχειρησιακής ετοιμότητας, ευρωπαϊκά κράτη επανεξετάζουν τα καταφύγιά τους και οι αμυντικές δαπάνες αυξάνονται.

Απομονωμένη, κάθε πληροφορία έχει τη δική της σημασία. Όταν όμως όλες παρουσιάζονται μαζί, δημιουργούν μια διαφορετική εντύπωση: ότι οι κυβερνήσεις γνωρίζουν κάτι που οι πολίτες αγνοούν και προετοιμάζονται για έναν πόλεμο ο οποίος πρόκειται να ξεσπάσει.

Αυτή είναι η αίσθηση που συχνά αποκομίζει ο αναγνώστης και ο τηλεθεατής.

Τσάντα έκτακτης ανάγκης με νερό, τρόφιμα, φακό, ραδιόφωνο και άλλα είδη πολιτικής προστασίας
Εξοπλισμός έκτακτης ανάγκης: νερό, τρόφιμα, φακός και βασικά είδη επιβίωσης. Ενδεικτική φωτογραφία αρχείου: FEMA / American Red Cross, μέσω
Wikimedia Commons.

Στις 29 Οκτωβρίου, η ελληνική LiFO δημοσίευσε χάρτη των χωρών που συστήνουν στους πολίτες τους να αποθηκεύουν τρόφιμα. Στις 30 Οκτωβρίου, το
Πρώτο Θέμα
μετέδωσε ότι περισσότερες από 30 χώρες έχουν εκδώσει σχετικές οδηγίες, με χρονικό ορίζοντα από 72 ώρες έως δέκα ημέρες.

Παρόμοιες πληροφορίες κυκλοφορούν σε δελτία ειδήσεων, ενημερωτικές ιστοσελίδες και κοινωνικά δίκτυα.

Οι πληροφορίες αυτές δεν είναι κατ’ ανάγκην ψευδείς. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει πράγματι αναπτύξει στρατηγική ετοιμότητας. Η Γερμανία συστήνει την ύπαρξη αποθεμάτων. Η Σουηδία έχει αποστείλει ενημερωτικό υλικό για την αντιμετώπιση κρίσεων ή πολέμου. Και η Βρετανία διαθέτει επίσημες οδηγίες για την αυτονομία των νοικοκυριών σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης.

Το πρόβλημα δεν βρίσκεται αναγκαστικά στην είδηση. Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο συνδέονται διαφορετικές ειδήσεις, διαφορετικών χρονικών περιόδων και διαφορετικών αιτιών, ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ενός ενιαίου, άμεσου πολεμικού συναγερμού.

Υπάρχει, άλλωστε, πραγματικό υπόβαθρο ανησυχίας.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται. Οι αντιπαραθέσεις γύρω από τη Ρωσία και το ΝΑΤΟ έχουν οξυνθεί. Η Μέση Ανατολή αποτελεί ήδη πεδίο σοβαρών πολεμικών συγκρούσεων, ενώ η αντιπαράθεση με το Ιράν διατηρεί τον κίνδυνο νέας κλιμάκωσης. Στην Ανατολική Ασία, η Ταϊβάν παραμένει μια πιθανή εστία μεγάλης διεθνούς κρίσης.

Η αβεβαιότητα είναι πραγματική. Αλλά η ύπαρξη πολλών επικίνδυνων μετώπων δεν αποδεικνύει ότι αυτά θα συνενωθούν σε έναν νέο παγκόσμιο πόλεμο.

Από τις πολεμικές προειδοποιήσεις στην ψυχολογία της αναπόφευκτης σύγκρουσης

Τον Οκτώβριο, δημοσιεύματα της διεθνούς ειδησεογραφίας παρουσίασαν τις εκτεταμένες προετοιμασίες χωρών της Βόρειας και Ανατολικής Ευρώπης για το ενδεχόμενο πολέμου. Καταφύγια ανακαινίζονται, σχέδια εκκένωσης αναθεωρούνται, στρατιωτικές και πολιτικές υπηρεσίες συντονίζονται και ενισχύονται τα αποθέματα κρίσιμων αγαθών.

Πρόκειται για πραγματικές επιλογές κρατικής πολιτικής, οι οποίες εντάθηκαν μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Η σύγχρονη ασφάλεια δεν περιορίζεται πλέον στην άμυνα των συνόρων. Μια μεγάλη κυβερνοεπίθεση μπορεί να διακόψει την ηλεκτροδότηση, να επηρεάσει τα νοσοκομεία, να παραλύσει τις επικοινωνίες ή να διαταράξει τη διανομή τροφίμων.

Επομένως, οι κυβερνήσεις έχουν λόγους να προετοιμάζονται.

Η προετοιμασία για ένα ενδεχόμενο, όμως, δεν αποτελεί επιβεβαίωση ότι το ενδεχόμενο πρόκειται να πραγματοποιηθεί.

Ένα κράτος που προετοιμάζεται για σεισμό δεν σημαίνει ότι προβλέπει συγκεκριμένο σεισμό. Ένα νοσοκομείο που διαθέτει σχέδιο αντιμετώπισης πανδημίας δεν σημαίνει ότι γνωρίζει πως έρχεται νέα πανδημία.

Το ίδιο κριτήριο πρέπει να ισχύει και για την πολεμική ετοιμότητα.

Αυτή η απλή διάκριση χάνεται συχνά μέσα στον καταιγισμό των τίτλων.

Η πρώτη αποδόμηση: Οι «νέες» οδηγίες δεν είναι όλες νέες

Ας εξετάσουμε τις ημερομηνίες.

Η βρετανική κυβέρνηση εγκαινίασε τον επίσημο ιστότοπο πολιτικής προστασίας Prepare στις 22 Μαΐου 2024. Δηλαδή περισσότερο από δύο χρόνια πριν από τον σημερινό κύκλο δημοσιευμάτων.

Τότε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Όλιβερ Ντάουντεν εξηγούσε ότι οι πολίτες πρέπει να μπορούν να αντιμετωπίζουν διακοπές ηλεκτρικού ρεύματος, πλημμύρες, κυβερνοεπιθέσεις και άλλες κρίσεις. Διευκρίνιζε ότι δεν επρόκειτο για παρότρυνση πανικόβλητης αποθήκευσης αγαθών, αλλά για στοιχειώδη προληπτικά μέτρα.

Η ανανέωση αυτών των οδηγιών το 2026 δεν μετατρέπει την αρχική πολιτική του 2024 σε απόδειξη επικείμενου πολέμου.

Η Σουηδία απέστειλε την αναθεωρημένη μπροσούρα «Σε περίπτωση κρίσης ή πολέμου» σε περίπου 5,2 εκατομμύρια νοικοκυριά τον Νοέμβριο του 2024. Το έντυπο αναφερόταν όχι μόνο σε στρατιωτικές συγκρούσεις, αλλά και σε ακραία καιρικά φαινόμενα, σοβαρά ατυχήματα και κυβερνοεπιθέσεις.

Η Γερμανία δημοσίευσε αναθεωρημένο οδηγό πολιτικής προστασίας στις 13 Οκτωβρίου 2025. Συνιστά στα νοικοκυριά να μπορούν, ιδανικά, να αυτοεξυπηρετηθούν για δέκα ημέρες, εξηγώντας συγχρόνως ότι ακόμη και τα αποθέματα τριών ημερών είναι χρήσιμα.

Και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρουσίασε τη
Στρατηγική Ετοιμότητας της Ένωσης
στις 26 Μαρτίου 2025, θέτοντας μεταξύ των στόχων της την αυτονομία των πολιτών για τουλάχιστον 72 ώρες.

Το κτίριο Μπερλεμόν της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις Βρυξέλλες
Το κτίριο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στις Βρυξέλλες. Η ευρωπαϊκή στρατηγική ετοιμότητας παρουσιάστηκε τον Μάρτιο του 2025.
Φωτογραφία: Euro Pictures /
Wikimedia Commons,
CC BY 2.0.

Οι προτάσεις αυτές αφορούν πολλαπλούς κινδύνους: φυσικές καταστροφές, τεχνολογικές αστοχίες, υγειονομικές κρίσεις, υβριδικές επιθέσεις και πολεμικές συγκρούσεις.

Άρα, όταν τον Οκτώβριο του 2026 παρουσιάζονται συγκεντρωτικά οι οδηγίες δεκάδων χωρών, ο αναγνώστης χρειάζεται μια κρίσιμη διευκρίνιση:

Δεν εκδόθηκαν όλες αυτές οι οδηγίες ταυτόχρονα. Δεν αποτελούν όλες αντίδραση σε μια νέα απειλή. Και δεν αφορούν όλες τον πόλεμο.

Η συσσώρευσή τους σε έναν χάρτη δημιουργεί μια εντυπωσιακή εικόνα. Δεν δημιουργεί, όμως, από μόνη της μια νέα γεωπολιτική πληροφορία.

Αυτή ακριβώς τη διάκριση επισημαίνει και ο Αλεξάντερ Μιουζ σε
άρθρο της 28ης Οκτωβρίου 2026,
με τίτλο «Όχι, η Ευρώπη δεν είπε μόλις τώρα στους πολίτες της να προετοιμαστούν για τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο».

Το βασικό του επιχείρημα είναι ότι πραγματικές οδηγίες, εκδοθείσες σε διαφορετικές περιόδους, μπορούν να δημιουργήσουν ψευδή αίσθηση επείγοντος όταν παρουσιάζονται χωρίς τις ημερομηνίες τους.

Πρόκειται για δημοσιογραφικό σχόλιο και όχι για επίσημη αξιολόγηση κινδύνου. Ωστόσο, η ουσία της παρατήρησης επιβεβαιώνεται από τις χρονολογίες των ίδιων των κυβερνητικών εγγράφων.

Η δεύτερη αποδόμηση: Τι λέει πραγματικά ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ

Εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο στοιχείο.

Στις 14 Οκτωβρίου 2026, κατά την επίσκεψή του στην Εσθονία, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε, δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου:

«Δεν διαπιστώνουμε επικείμενη απειλή κατά του εδάφους του ΝΑΤΟ».

Η δήλωση περιλαμβάνεται στα
επίσημα πρακτικά της Συμμαχίας.

Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ Μαρκ Ρούτε
Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, Μαρκ Ρούτε. Φωτογραφία αρχείου, Απρίλιος 2025: Alexander Kubitza / U.S. Department of Defense, μέσω
Wikimedia Commons.

Ο Ρούτε πρόσθεσε ότι, εάν εντοπιζόταν σημαντική συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων, το ΝΑΤΟ θα μπορούσε να αντιδράσει.

Μία ημέρα τέτοιας σαφήνειας έχει μεγαλύτερη σημασία από πολλές εβδομάδες αόριστων εκτιμήσεων.

Στις 30 Σεπτεμβρίου, μάλιστα, μιλώντας σε εκδήλωση του Euronews, ο ίδιος είχε προτρέψει τους πολίτες να μην ανησυχούν υπερβολικά, υποστηρίζοντας ότι η Συμμαχία έχει προετοιμαστεί και σχεδιάσει την άμυνά της.

Αντίστοιχα, στις 1 Οκτωβρίου είχε επαναλάβει ότι δεν διαπιστώνεται επικείμενη στρατιωτική επίθεση κατά του ΝΑΤΟ, παρότι οι υβριδικές απειλές συνεχίζονται.

Η σημασία των δηλώσεων αυτών δεν πρέπει να υπερτιμηθεί.

Ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι δεν θα υπάρξει πόλεμος σε οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη. Ούτε αποκλείει τη δυνατότητα αιφνίδιας κλιμάκωσης ή εσφαλμένου υπολογισμού.

Όμως οι δηλώσεις του αντιφάσκουν με την εντύπωση ότι η Συμμαχία θεωρεί άμεση και αναπόφευκτη μια γενικευμένη στρατιωτική αναμέτρηση με τη Ρωσία.

Είναι ιδιαίτερα σημαντικό ότι ο Ρούτε δεν εισηγείται αφοπλισμό ή εγκατάλειψη της αποτροπής. Αντιθέτως, ζητεί ισχυρή άμυνα και συνέχιση της υποστήριξης προς την Ουκρανία.

Το μήνυμά του είναι διαφορετικό από εκείνο της πολεμικής κινδυνολογίας: προετοιμασία, αποτροπή και ψυχραιμία, όχι βεβαιότητα επικείμενης σύγκρουσης.

Η τρίτη αποδόμηση: Τι υποστηρίζουν τα διεθνή ερευνητικά ιδρύματα

Οι επιφυλάξεις δεν διατυπώνονται μόνο από την πολιτική ηγεσία του ΝΑΤΟ.

Στις 15 Ιουλίου 2026, η αναλύτρια Έμιλι Φέρις του βρετανικού Royal United Services Institute (RUSI) δημοσίευσε την ανάλυση
«Το ΝΑΤΟ σχεδιάζει για πόλεμο με τη Ρωσία — αλλά τι περιθώρια αφήνει η Μόσχα;».

Η Φέρις αναγνωρίζει ότι η Συμμαχία προετοιμάζεται για ενδεχόμενη πολεμική αναμέτρηση με τη Ρωσία. Αμφισβητεί, ωστόσο, την τεκμηρίωση ορισμένων σεναρίων, όπως μιας περιορισμένης ρωσικής εισβολής στην Πολωνία με στόχο να δοκιμαστεί η συνοχή του ΝΑΤΟ.

Το συμπέρασμα δεν είναι ότι η Ρωσία είναι ακίνδυνη. Είναι ότι ο σχεδιασμός για ένα πιθανό σενάριο δεν πρέπει να συγχέεται με αποδείξεις ότι το σενάριο αυτό αποτελεί ήδη ειλημμένη απόφαση.

Ανάλογη προσέγγιση ακολουθεί ο Τόμας Γκράχαμ, αναλυτής του αμερικανικού Council on Foreign Relations (CFR).

Σε
μελέτη της 17ης Φεβρουαρίου 2026,
υποστηρίζει ότι οι ευρωπαϊκές ανησυχίες για τη ρωσική απειλή είναι δικαιολογημένες, αλλά ότι η Μόσχα αντιμετωπίζει σοβαρούς οικονομικούς, στρατιωτικούς και γεωπολιτικούς περιορισμούς.

Η αποκατάσταση των στρατιωτικών της δυνατοτήτων, η οικονομική επιβάρυνση του πολέμου στην Ουκρανία και οι σχέσεις της με την Κίνα και τις Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζονται.

Κατά την εκτίμησή του, μια σκόπιμη νέα ρωσική επίθεση σε ευρωπαϊκό κράτος στο άμεσο μέλλον είναι λιγότερο πιθανή από όσο υποδηλώνει η κυρίαρχη ανησυχία.

Ο Γκράχαμ επισημαίνει, όμως, ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος μπορεί να προκύψει από ανεπιθύμητη κλιμάκωση του ήδη υπάρχοντος πολέμου.

Η πρότασή του συνδυάζει αξιόπιστη αποτροπή και διπλωματικό διάλογο. Υπογραμμίζει μάλιστα ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες πρέπει να αποφεύγουν την υπερβολικά ανησυχητική ρητορική όταν προσπαθούν να πείσουν τις κοινωνίες τους να αντιμετωπίσουν σοβαρά τη ρωσική απειλή.

Ο φόβος δεν είναι αναγκαία προϋπόθεση της αποτελεσματικής άμυνας.

Όταν ο φόβος του πολέμου μπορεί να γίνει παράγοντας πολέμου

Μια ακόμη πιο ανησυχητική διάσταση αναδεικνύει ο δρ Αφζάλ Άσραφ, πρώην αξιωματικός της βρετανικής πολεμικής αεροπορίας και ερευνητής ασφάλειας στο Πανεπιστήμιο Loughborough.

Σε
ανάλυσή του στις 15 Οκτωβρίου 2026,
προειδοποιεί ότι η Ευρώπη μπορεί να οδηγηθεί σε μια καταστροφική σύγκρουση εάν επιτρέψει στον φόβο να καθορίζει τη στρατιωτική της πολιτική.

Αναφέρεται στο ιστορικό προηγούμενο του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι εξοπλισμοί, οι συμμαχίες, η αμοιβαία καχυποψία και οι εκτιμήσεις περί αναπόφευκτης σύγκρουσης συνέβαλαν στη δημιουργία μιας εξαιρετικά επικίνδυνης δυναμικής.

Ο Άσραφ δεν αρνείται ότι η Ρωσία αποτελεί απειλή. Ζητεί, όμως, να διαχωρίζονται τρία διαφορετικά στοιχεία:

Οι φιλοδοξίες ενός κράτους, οι πραγματικές στρατιωτικές δυνατότητές του και οι συγκεκριμένες προθέσεις του.

Η διαφορά είναι θεμελιώδης.

Ένα κράτος μπορεί να επιθυμεί να επεκτείνει την επιρροή του, χωρίς να διαθέτει την ικανότητα να πραγματοποιήσει μια μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση. Μπορεί να διαθέτει την ικανότητα, αλλά να θεωρεί το κόστος απαγορευτικό. Και μπορεί να χρησιμοποιεί απειλητική ρητορική για λόγους αποτροπής ή διαπραγμάτευσης.

Η αντιμετώπιση κάθε απειλητικής δήλωσης ως οριστικής επιχειρησιακής απόφασης μπορεί να οδηγήσει σε υπεραντιδράσεις.

Ο φόβος δεν προκαλεί αυτομάτως πόλεμο. Μπορεί όμως, όταν μετατρέπεται σε ανεξέλεγκτη στρατηγική λογική, να αυξήσει τον κίνδυνο ακριβώς της σύγκρουσης που υποτίθεται ότι επιδιώκει να αποτρέψει.

Η Ελλάδα και η αναπαραγωγή της πολεμικής ατμόσφαιρας

Στην Ελλάδα, όπως και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, σημαντικό μέρος της ενημέρωσης για τις διεθνείς εξελίξεις βασίζεται σε αναδημοσιεύσεις ξένων πρακτορείων, διεθνών εφημερίδων και τηλεοπτικών δικτύων.

Αυτή είναι μια συνηθισμένη και θεμιτή δημοσιογραφική πρακτική.

Το πρόβλημα δημιουργείται όταν η αναπαραγωγή της πληροφορίας δεν συνοδεύεται από επαρκή έλεγχο του ιστορικού της πλαισίου και της πραγματικής σημασίας της.

Ένας χάρτης με 33 χώρες που συνιστούν αποθέματα τροφίμων εντυπωσιάζει. Αν όμως οι οδηγίες έχουν εκδοθεί σε διαφορετικές χρονιές, περιλαμβάνουν χώρες που προετοιμάζονται για κυκλώνες ή σεισμούς και αναφέρονται σε πολλαπλές μορφές κρίσεων, το συμπέρασμα είναι πολύ διαφορετικό.

Ένας στρατηγός που δηλώνει ότι οι δυνάμεις του είναι έτοιμες να πολεμήσουν μεταδίδει ένα μήνυμα αποτροπής. Αυτό δεν σημαίνει ότι ανακοινώνει έναρξη πολεμικών επιχειρήσεων.

Και μια κυβέρνηση που ζητεί από τους πολίτες να έχουν φακό, ραδιόφωνο και πόσιμο νερό δεν δηλώνει αναγκαστικά ότι αναμένει βομβαρδισμούς.

Θα ήταν άδικο να υποστηρίξει κανείς ότι όλα τα ελληνικά μέσα ενημέρωσης αποσιωπούν αυτές τις διακρίσεις. Υπάρχουν δημοσιεύματα που αναφέρουν ρητά ότι οι κυβερνητικές οδηγίες καλύπτουν και φυσικές καταστροφές ή τεχνολογικές κρίσεις.

Εκείνο που χρειάζεται να αμφισβητηθεί είναι η συνολική εντύπωση πως κάθε μέτρο πολιτικής προστασίας αποτελεί ακόμη μία απόδειξη ότι ο παγκόσμιος πόλεμος πλησιάζει.

Ο φόβος μπορεί να προκύπτει χωρίς να υπάρχει οργανωμένο σχέδιο παραπληροφόρησης. Αρκούν η επιλεκτική παρουσίαση, η επανάληψη εντυπωσιακών τίτλων και η απουσία των πληροφοριών που θα βοηθούσαν τον πολίτη να αξιολογήσει τον κίνδυνο.

Αυτό δεν σημαίνει ότι αποκλείεται η πολιτική αξιοποίηση της ανασφάλειας. Οι κυβερνήσεις οφείλουν να εξηγούν με διαφάνεια τις στρατηγικές τους επιλογές και τις αμυντικές τους δαπάνες.

Η ανάγκη εξοπλισμών πρέπει να τεκμηριώνεται με συγκεκριμένες απειλές, επιχειρησιακές ανάγκες και δημοκρατικό έλεγχο — όχι να θεωρείται αυτονόητη επειδή η κοινωνία βρίσκεται σε κατάσταση φόβου.

Οι πραγματικοί κίνδυνοι δεν πρέπει να υποτιμηθούν

Αποδομώντας την υπερβολή, δεν πρέπει να φτάσουμε στο αντίθετο άκρο.

Δεν υπάρχει σοβαρός λόγος να αντιμετωπίζονται ως ασήμαντες οι σημερινές συγκρούσεις και οι πιθανότητες κλιμάκωσής τους.

Κτίριο κατεστραμμένο από πολεμικά πλήγματα στην περιοχή του Χαρκόβου στην Ουκρανία
Κατεστραμμένο κτίριο στην περιοχή του Χαρκόβου στην Ουκρανία. Φωτογραφία αρχείου: Omar Al-Jarisi /
Wikimedia Commons, CC0.

Το Stockholm International Peace Research Institute (SIPRI), στην ετήσια έκθεσή του για το 2026, επισημαίνει ότι οι πυρηνικές δυνάμεις αποδίδουν και πάλι αυξανόμενη σημασία στα πυρηνικά όπλα, ενώ ενισχύονται οι κίνδυνοι λανθασμένων υπολογισμών και κλιμάκωσης.

Η αποδυνάμωση των μηχανισμών ελέγχου των εξοπλισμών, οι νέες στρατιωτικές τεχνολογίες και η επιδείνωση των διεθνών σχέσεων συνθέτουν ένα περιβάλλον μεγαλύτερης αβεβαιότητας.

Αυτό είναι πραγματικό πρόβλημα διεθνούς ασφάλειας.

Πολύ πιο συγκεκριμένη από τις γενικές προειδοποιήσεις για οικιακά αποθέματα είναι και η
πληροφορία που μετέδωσε το Associated Press στις 29 Οκτωβρίου:
Αμερικανοί αξιωματούχοι φέρονται να προειδοποίησαν περιφερειακούς εταίρους για το ενδεχόμενο νέων πληγμάτων κατά του Ιράν μετά τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου και για τον κίνδυνο ιρανικών αντιποίνων.

Το ίδιο ρεπορτάζ σημείωνε ότι δεν είχε ληφθεί οριστική απόφαση.

Αυτό είναι ουσιαστική πληροφορία για μια συγκεκριμένη πιθανή στρατιωτική κλιμάκωση. Δεν αποτελεί, όμως, απόδειξη ότι όλες οι μεγάλες δυνάμεις οδεύουν σε έναν ενιαίο παγκόσμιο πόλεμο.

Επιπλέον, οι διπλωματικές προσπάθειες συνεχίζονται. Χώρες της Μέσης Ανατολής εξακολουθούν να απευθύνουν εκκλήσεις για αποκλιμάκωση, ενώ οι περιφερειακές κυβερνήσεις επιχειρούν να περιορίσουν τις συνέπειες μιας ενδεχόμενης νέας σύγκρουσης.

Η διεθνής πολιτική δεν έχει μία και μοναδική κατεύθυνση. Οι δυνάμεις της σύγκρουσης συνυπάρχουν με τις δυνάμεις της αποτροπής, της διαπραγμάτευσης και του συμβιβασμού.

Το συμπέρασμα: Χρειάζεται ετοιμότητα, όχι εξοικείωση με το αναπόφευκτο του πολέμου

Οι ευρωπαϊκές κοινωνίες έχουν κάθε λόγο να απαιτούν αξιόπιστη πολιτική προστασία, ανθεκτικές υποδομές και επαρκή σχέδια για σοβαρές κρίσεις.

Ένα νοικοκυριό μπορεί να διαθέτει βασικά αποθέματα τροφίμων, νερού και φαρμάκων χωρίς να ζει υπό τον φόβο του παγκόσμιου πολέμου.

Ένα κράτος μπορεί να ενισχύει την άμυνά του χωρίς να θεωρεί τη σύγκρουση αναπόφευκτη.

Και μια κοινωνία μπορεί να αναγνωρίζει την ύπαρξη απειλών χωρίς να παραιτείται από τη διπλωματία, τη δημοκρατική συζήτηση και την ψύχραιμη αποτίμηση των γεγονότων.

Αυτή είναι η ουσία και των σημαντικότερων αντίθετων εκτιμήσεων που προέρχονται από το ΝΑΤΟ, το RUSI, το Council on Foreign Relations και πανεπιστημιακούς αναλυτές.

Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός. Η βεβαιότητα του πολέμου δεν τεκμηριώνεται.

Το πρόβλημα αρχίζει όταν η διαρκής επίκληση ενός επερχόμενου πολέμου μετατρέπει την προετοιμασία σε ψυχολογία αναμονής της καταστροφής.

Η δημοσιογραφία δεν έχει αποστολή να καθησυχάζει τεχνητά τις κοινωνίες. Ούτε, όμως, να μετατρέπει την αβεβαιότητα σε βεβαιότητα και τη δυνατότητα σε προφητεία.

Οφείλει να ελέγχει τις πληροφορίες, να διασταυρώνει τις ημερομηνίες, να αναζητεί αντίθετες εκτιμήσεις και να διακρίνει ανάμεσα σε γεγονότα, σενάρια και πολιτικές επιδιώξεις.

Πάνω απ’ όλα, οφείλει να διατηρεί ανοιχτό το ενδεχόμενο της ειρήνης.

Γιατί, όταν ένας πόλεμος παρουσιάζεται διαρκώς ως αναπόφευκτος, υπάρχει ο κίνδυνος οι κοινωνίες να πάψουν να απαιτούν την αποτροπή του.

Και ίσως αυτή να είναι η πιο επικίνδυνη συνέπεια της συστηματικής καλλιέργειας του φόβου: όχι ότι οι πολίτες θα αγοράσουν μερικές κονσέρβες παραπάνω, αλλά ότι θα συνηθίσουν στην ιδέα πως ο πόλεμος είναι η φυσιολογική συνέχεια της πολιτικής.

Δεν είναι. Ο πόλεμος παραμένει πολιτική αποτυχία ή επιλογή, όχι φυσικό φαινόμενο. Και το μέλλον δεν έχει ακόμη αποφασιστεί.


Βασικές πηγές και τεκμηρίωση

spot_img

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Είναι γνωστό ότι η δισπορά φόβου και πανικού, καθιστά τον άνθρωπο πιο ευάλωτο και χειραγωγίσιμο. Από την Γερμανία ξεκίνησε αυτή η “τρομοκρατική” επίθεση, η οποία, μετά που άρχισε να παίρνει οικονομικά την κάτω βόλτα, διέδιδε για δήθεν επικειμένη επίθεση τής Ρωσσίας, έφτιαχνε καταφύγια, επανεξοπλίζετο κλπ., και άλλες χώρες, προφανώς όχι από άγνοια, την ακολούθησαν σ’ αυτήν την τρομοεκστρατία. Όλα αυτά θυμίαζουν εποχές COVID, μόνο που αυτές είχαν και δόση αλήθειας. Τα όσα βέβαια φοβερά και τρομερά ακολούθησαν, μάλλον δεν είχαν πόδια να σταθούν.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,100ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα