Από την εισβολή στη διεθνοποίηση
Το 1974 η Κυπριακή Δημοκρατία δεν πήγε στη Νέα Υόρκη για να διαπραγματευτεί λεπτομέρειες μιας λύσης. Πήγε για να εξασφαλίσει κάτι πολύ πιο στοιχειώδες και ήταν η αποτροπή της αποδοχής των τετελεσμένων της τουρκικής εισβολής ως νέο διεθνώς αποδεκτό καθεστώς.
Ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος μίλησε στη Γενική Συνέλευση την 1η Οκτωβρίου 1974 και η πραγματική επιτυχία της κυπριακής διπλωματίας ήρθε έναν μήνα αργότερα, με το ψήφισμα 3212 της Γενικής Συνέλευσης, το οποίο εγκρίθηκε την 1η Νοεμβρίου με 117 θετικές ψήφους και με καμία αρνητική. Το 3212 ζητούσε σεβασμό στην κυριαρχία, ανεξαρτησία και εδαφική ακεραιότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, αποχώρηση ξένων στρατευμάτων, επιστροφή προσφύγων και επανάληψη των διακοινοτικών συνομιλιών. Τον Δεκέμβριο του 74, το Συμβούλιο Ασφαλείας με το ψήφισμα 365 ενέκρινε το 3212, προσδίδοντάς του ουσιαστικό πολιτικό βάρος.
Αυτό υπήρξε το πρώτο μεγάλο μεταπολεμικό κεκτημένο της Λευκωσίας στον ΟΗΕ. Δεν ανέτρεψε την κατοχή, ούτε προκάλεσε αποχώρηση του τουρκικού στρατού, διαμόρφωσε όμως το λεξιλόγιο πάνω στο οποίο στηρίχθηκε από τότε ολόκληρη η διεθνής αντιμετώπιση του Κυπριακού.
Η Τουρκία του Μπουλέντ Ετζεβίτ υποστήριζε ότι είχε ενεργήσει στη βάση της Συνθήκης Εγγυήσεως μετά το πραξικόπημα της χούντας του Ιωαννίδη και της ΕΟΚΑ Β’. Η Αθήνα, μετά την πτώση της δικτατορίας και την επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, επιχειρούσε να αποφύγει ελληνοτουρκικό πόλεμο και να μεταφέρει τη σύγκρουση στο διπλωματικό πεδίο.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες του Χένρι Κίσινγκερ αντιμετώπιζαν παράλληλα την κρίση ως εξαιρετικά επικίνδυνη ρήξη μεταξύ δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ. Αποχαρακτηρισμένα αμερικανικά έγγραφα δείχνουν την προσπάθεια της Ουάσιγκτον να σταματήσει την στρατιωτική σύγκρουση και να οδηγήσει Ελλάδα και Τουρκία σε διαπραγμάτευση, αλλά και τη μεγάλη σημασία που απέδιδε στη διατήρηση της συνοχής της νοτιοανατολικής πτέρυγας της Συμμαχίας.
Η Βρετανία, παρά την ιδιότητά της ως εγγυήτριας δύναμης, υποστήριξε ότι οι συμφωνλια του 1960 της έδιναν δικαίωμα δράσης και υποχρέωση διαβουλεύσεων, αλλά δεν την υποχρέωναν σε στρατιωτική επέμβαση για αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης. Η Σοβιετική Ένωση, από την άλλη, υποστήριξε τη διατήρηση της ανεξαρτησίας, της εδαφικής ακεραιότητας και του αδέσμευτου χαρακτήρα της Κυπριακής Δημοκρατίας, χωρίς όμως διάθεση παρέμβασης, καθώς την βόλευε η κρίση μεταξύ δύο χωρών του ΝΑΤΟ, ενώ ο Ψυχρός Πόλεμος βρισκόταν σε κορύφωση.
Το δεύτερο μεγάλο γεγονός της εποχής Μακαρίου ήρθε το 1977. Οι τέσσερις κατευθυντήριες γραμμές Μακαρίου και Ραούφ Ντενκτάς έθεσαν τη βάση για δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία. Από εκεί και πέρα το Κυπριακό δεν τύγχανε συζήτησης απλώς ως ζήτημα εισβολής και κατοχής, αλλά και ως πρόβλημα συνταγματικής επανένωσης δύο κοινοτήτων.
Τι άφησε πίσω ο Μακάριος; Διασφάλισε την διεθνή νομιμότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας, διασφάλισε και το πλαίσιο της λύσης το οποίο είχε αρχίσει να σχηματίζεται. Αυτό που δεν επιτεύχθηκε ήταν η μετατροπή των ψηφισμάτων σε μηχανισμό εφαρμογής.
Συμφωνίες, ψηφίσματα και η μάχη του 1983
Η περίοδος Σπύρου Κυπριανού άρχισε με σχετική κινητικότητα. Το 1979, υπό τον ΓΓ του ΟΗΕ Κουρτ Βαλντχάιμ, Σπύρος Κυπριανού και Ραούφ Ντενκτάς κατέληξαν στη συμφωνία των δέκα σημείων. Επιβεβαιώθηκαν οι συμφωνίες υψηλού επιπέδου, προβλέφθηκε συνέχιση των συνομιλιών και δόθηκε προτεραιότητα στην Αμμόχωστο. Οι ελπίδες αποδείχθηκαν, όχι για τελευταία φορά, μεγαλύτερες από τα αποτελέσματα.
Στα χρόνια που ακολούθησαν η Λευκωσία επένδυσε σε μεγάλο βαθμό στη διεθνοποίηση του προβλήματος. Τον Μάιο του 1983 η Γενική Συνέλευση ενέκρινε το ψήφισμα 37/253, το οποίο ζητούσε αποχώρηση των ξένων στρατευμάτων, επιστροφή των προσφύγων και ουσιαστικές διαπραγματεύσεις. Εγκρίθηκε με 103 ψήφους υπέρ, 5 κατά και 20 αποχές. Λίγους μήνες αργότερα όμως ήρθε η ανακήρυξη του ψευδοκράτους και η εικόνα έγινε πιο δύσκολη.
Ο Σπύρος Κυπριανού επέστρεψε εκτάκτως στη Γενική Συνέλευση στις 23 Νοεμβρίου 1983, για δεύτερη φορά στην ίδια σύνοδο, κάτι που ο ίδιος χαρακτήρισε χωρίς προηγούμενο. Ωστόσο, το σημαντικότερο αποτέλεσμα είχε ήδη προκύψει στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Με το ψήφισμα 541 η ανακήρυξη του ψευδοκράτους κρίθηκε νομικά άκυρη και τα κράτη κλήθηκαν να μην αναγνωρίσουν άλλο κυπριακό κράτος πέραν της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το 1984 ακολούθησε το ψήφισμα 550, ενισχύοντας περισσότερο την πολιτική της μη αναγνώρισης και τη θέση του ΟΗΕ για την Αμμόχωστο.
Στην ιστορία του κυπριακού ίσως τότε καταγράφηκε η καθαρότερη περίπτωση κατά την οποία ο ΟΗΕ είχε καταλήξει σε ένα χειροπιαστό αποτέλεσμα. Δεν κατήργησε το ψευδοκράτος στην πράξη, αλλά περιόρισε τη διεθνή του αναγνώριση μόνο στην Τουρκία.
Η στάση των μεγάλων δυνάμεων ήταν κρίσιμη. Στο ψήφισμα 541 ψήφισαν υπέρ οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία και η Σοβιετική Ένωση. Μόνο το Πακιστάν ψήφισε κατά, ενώ η Ιορδανία απείχε. Για μια σύγκρουση που βρισκόταν μέσα σε έναν από τους πιο φορτισμένους γεωπολιτικά χώρους του Ψυχρού Πολέμου, αυτή η σύμπτωση συμφερόντων ΗΠΑ – ΕΣΣΔ είχε μεγάλη σημασία.
Η Τουρκία, αντιθέτως, αναγνώρισε αμέσως το ψευδοκράτος, ενώ η Ελλάδα, ιδιαίτερα επί Ανδρέα Παπανδρέου, στήριξε την προσπάθεια Κυπριανού για ισχυρότερη διεθνή πίεση προς την Άγκυρα.
Η κληρονομιά της εποχής Κυπριανού ήταν αντιφατική. Η διχοτόμηση παγιώθηκε περισσότερο στο έδαφος, αλλά η προσπάθεια διεθνούς νομιμοποίησής της απέτυχε. Και αυτό παραμένει μέχρι σήμερα ένα από τα σημαντικότερα κυπριακά κεκτημένα στον ΟΗΕ.
Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και το σημερινό πλαίσιο
Ο Γιώργος Βασιλείου ανέλαβε το 1988 με τη φιλοδοξία να αξιοποιήσει ένα διεθνές περιβάλλον που άλλαζε γρήγορα. Η πτώση του Τείχους του Βερολίνου, η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και η προσωρινή σύγκλιση των μεγάλων δυνάμεων δημιουργούσαν την αίσθηση ότι συγκρούσεις που ήταν παγωμένες επί δεκαετίες μπορούσαν να λυθούν.
Ο ίδιος το είπε σχεδόν ευθέως στη Γενική Συνέλευση το 1992, συνδέοντας το τέλος του Ψυχρού Πολέμου με νέες δυνατότητες συνεργασίας των μεγάλων δυνάμεων και μεγαλύτερο ρόλο για τον ΟΗΕ.
Η περίοδος αυτή έδωσε τις «ιδέες» του Μπούτρος Μπούτρος Γκάλι. Το ψήφισμα 750 του Συμβουλίου Ασφαλείας, τον Απρίλιο του 1992, τις υιοθέτησε ως κατάλληλη βάση συνολικής συμφωνίας και καθόρισε με σαφήνεια στοιχεία που έκτοτε παραμένουν στον πυρήνα της προσπάθειας λύσης. Μία κυριαρχία, μία διεθνή προσωπικότητα, μία ιθαγένεια, δύο πολιτικά ισότιμες κοινότητες μέσα σε διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία και αποκλεισμό ένωσης με άλλη χώρα, διχοτόμησης ή απόσχισης. Το ψήφισμα εγκρίθηκε ομόφωνα.
Οι συνομιλίες Βασιλείου – Ντενκτάς έφτασαν για πρώτη φορά σε ουσιαστική διαπραγμάτευση εδαφικών ρυθμίσεων. Ο Γενικός Γραμματέας διαπίστωνε το 1992 ότι υπήρχε πεδίο συμφωνίας σε αρκετά θέματα, αλλά όχι επαρκής πολιτική βούληση για την τελική συμφωνία, ιδίως στο εδαφικό. Ακολούθησε το ομόφωνο ψήφισμα 789 με σημαντικά Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης, μεταξύ των οποίων και ρυθμίσεις για τα Βαρώσια.
Παράλληλα, το 1990 η Κυπριακή Δημοκρατία υπέβαλε αίτηση ένταξης στην τότε ΕΟΚ. Ήταν μια επιλογή τεράστιας σημασίας, καθώς το Κυπριακό απέκτησε πλέον και ισχυρή ευρωπαϊκή διάσταση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξέδωσε τη θετική της γνώμη το 1993.
Η Άγκυρα και ο Ντενκτάς παρέμεναν επιφυλακτικοί απέναντι σε ρυθμίσεις που θεωρούσαν ότι περιόριζαν την αυτονομία ή την εδαφική βάση της τουρκοκυπριακής πλευράς και η Αθήνα στήριξε την ευρωπαϊκή πορεία της Κύπρου. Η μεγάλη διαφορά όμως από την προηγούμενη δεκαετία ήταν ότι ΗΠΑ, Βρετανία, Ρωσία και τα υπόλοιπα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας μπορούσαν πλέον να συμφωνούν σε πολύ πιο λεπτομερές πλαίσιο λύσης.
Η εποχή Βασιλείου επίσης δεν έφερε συμφωνία, αλλά έφερε το συνταγματικό περίγραμμα της συμφωνίας που ακόμη βρίσκεται στο τραπέζι.
Από τα ΜΟΕ στην ΕΕ και στο σχέδιο Ανάν
Με τον Γλαύκο Κληρίδη η κυπριακή διπλωματία κινήθηκε ταυτόχρονα σε δύο διαδρομές. Η μία περνούσε από τη Νέα Υόρκη και άλλη από τις Βρυξέλλες.
Στα πρώτα χρόνια της προεδρίας του Γλαύκου Κληρίδη, ο ΟΗΕ προσπάθησε να προωθήσει πακέτο Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης για την Αμμόχωστο και το αεροδρόμιο Λευκωσίας. Το Συμβούλιο Ασφαλείας εξακολουθούσε να χαρακτηρίζει απαράδεκτο το status quo και να στηρίζει τις ιδέες Γκάλι, αλλά το πακέτο δεν κατέληξε σε συμφωνία.
Η ένταση έγινε επικίνδυνη στα τέλη της δεκαετίας του 1990, με την πολιτική του «ενεργού ηφαιστείου» και την αγορά των ρωσικών πυραύλων S-300. Την ίδια στιγμή η Τουρκία και ο Ραούφ Ντενκτάς προωθούσαν πλέον ανοικτά τη λογική συνομοσπονδίας, ενώ ο Γλαύκος Κληρίδης, από το βήμα της Γενικής Συνέλευσης το 1998, απέρριπτε τη συνομοσπονδία και επανέφερε τη μία κυριαρχία και τη διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία ως βάση λύσης.
Το μεγάλο χειροπιαστό αποτέλεσμα της περιόδου ήρθε από την ευρωπαϊκή διαδρομή. Τον Μάρτιο του 1998 άρχισαν επίσημα οι ενταξιακές διαπραγματεύσεις της Κύπρου με την Ευρωπαϊκή Ένωση, παρά το γεγονός ότι δεν είχε προηγηθεί λύση. Η προσφορά Κληρίδη να συμμετάσχουν Τουρκοκύπριοι στην ομάδα διαπραγμάτευσης απορρίφθηκε από τον Ντενκτάς.
Το 1999 άρχισαν στη Νέα Υόρκη εκ του σύνεγγυς συνομιλίες υπό τον Κόφι Ανάν, με την αμερικανική διπλωματία να είναι ιδιαιτέρως ενεργή ενώ ο ίδιος ο Μπιλ Κλίντον παρενέβαινε υπέρ της συνέχισης της διαδικασίας.
Τον Νοέμβριο του 2002 ο Κόφι Ανάν παρέδωσε στον Γλαύκο Κληρίδη και στον Ραούφ Ντενκτάς το πρώτο ολοκληρωμένο σχέδιο συνολικής λύσης, με αντίγραφα σε Ελλάδα, Τουρκία και Βρετανία ως εγγυήτριες δυνάμεις. Η προεδρία Κληρίδη τελείωσε πριν από την τελική κρίση του σχεδίου Ανάν, αλλά η Κύπρος είχε ήδη φθάσει στο κατώφλι της ΕΕ και το Κυπριακό είχε εισέλθει στην πιο έντονη διαπραγματευτική φάση του μετά το 1974.
Η Ρωσία διαφοροποιήθηκε σε μια κρίσιμη στιγμή. Στις 21 Απριλίου άσκησε βέτο σε αμερικανοβρετανικό σχέδιο ψηφίσματος που θα προετοίμαζε το καθεστώς ασφάλειας και τη νέα παρουσία του ΟΗΕ μετά από ενδεχόμενη έγκριση του σχεδίου. Η Μόσχα χαρακτήρισε το βέτο «τεχνικό» και υποστήριξε ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν έπρεπε να παρέμβει πριν οι δύο κοινότητες εκφραστούν στα δημοψηφίσματα.
Την 1η Μαΐου 2004 η Κυπριακή Δημοκρατία εντάχθηκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με το κοινοτικό κεκτημένο να αναστέλλεται στις περιοχές στις οποίες η κυβέρνηση δεν ασκεί αποτελεσματικό έλεγχο (κατεχόμενα).
Στη Γενική Συνέλευση τον Σεπτέμβριο του 2004 ο Τάσσος Παπαδόπουλος επιχείρησε να εξηγήσει διεθνώς το «όχι», εστιάζοντας σε ζητήματα ασφάλειας, εφαρμογής, περιουσιακού και λειτουργίας του νέου κράτους και επαναλαμβάνοντας ότι αποδεχόταν λύση διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας.
Η Κυπριακή Δημοκρατία εντάχθηκε στην ΕΕ, αλλά το σχέδιο Ανάν κατέρρευσε. Το διαφορετικό αποτέλεσμα των δύο δημοψηφισμάτων δημιούργησε νέο πολιτικό περιβάλλον και για χρόνια επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο η διεθνής κοινότητα προσέγγιζε τις δύο πλευρές, οδηγώντας σε απομόνωση την Κυπριακή Δημοκρατία, ως υπεύθυνης για την απόρριψη της λύσης που πρότεινε ο ΟΗΕ.
Οι συγκλίσεις που δεν έγιναν συμφωνία
Η εκλογή του Δημήτρη Χριστόφια το 2008 δημιούργησε νέες προσδοκίες, κυρίως επειδή απέναντί του βρισκόταν ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ και οι δύο ηγέτες δήλωναν προσηλωμένοι στην ομοσπονδιακή λύση.
Τον Σεπτέμβριο του 2008 ξεκίνησαν πλήρεις διαπραγματεύσεις υπό την αιγίδα του ΟΗΕ. Ο τότε ΓΓ, Μπαν Κι Μουν μιλούσε για ιστορικό βήμα, ενώ ο ίδιος είχε επικοινωνήσει με Χριστόφια, Ταλάτ, Κώστα Καραμανλή και Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, επιχειρώντας να εξασφαλίσει στήριξη από Αθήνα και Άγκυρα.
Η διαδικασία παρήγαγε πραγματικό διαπραγματευτικό υλικό. Όταν όμως ο Ντερβίς Έρογλου διαδέχθηκε τον Ταλάτ το 2010, το κλίμα ανατράπηκε. Ο Μπαν Κι Μουν κάλεσε Χριστόφια και Έρογλου επανειλημμένως στη Νέα Υόρκη και στο Greentree για διαβουλεύσεις. Τον Νοέμβριο του 2011 καταγράφηκε σημαντική πρόοδος στην οικονομία, στα ζητήματα της ΕΕ και σε εσωτερικές πτυχές της ασφάλειας, αλλά πολύ μικρότερη πρόοδος στη διακυβέρνηση, στο περιουσιακό, στο εδαφικό και στην ιθαγένεια.
Αυτό ήταν και το παράδοξο της περιόδου. Προέκυψαν συγκλίσεις που χρησιμοποιήθηκαν και σε μεταγενέστερους γύρους συνομιλιών, αλλά δεν υπήρξε η συνολική πολιτική συμφωνία που θα τις μετέτρεπε σε λύση.
Η Τουρκία υποστήριζε τη συνέχιση της διαδικασίας, αλλά πίεζε για ταχύτερη κατάληξη και διεθνή διάσκεψη. Η Αθήνα υποστήριζε τη λογική μιας κυπριακής διαδικασίας υπό τον ΟΗΕ, ενώ η Ρωσία εξακολουθούσε να τάσσεται υπέρ λύσης στη βάση των ψηφισμάτων και παραδοσιακά αντιτασσόταν σε επιδιαιτησία και επιβολή χρονοδιαγραμμάτων.
Η περίοδος Χριστόφια απέδειξε ότι μπορεί να υπάρξει σημαντική τεχνική και πολιτική σύγκλιση χωρίς όμως να υπάρξει τελικός συμβιβασμός.
Κραν Μοντανά και δύο κράτη
Η περίοδος Νίκου Αναστασιάδη σημαδεύτηκε από δύο εντελώς διαφορετικές φάσεις.
Η πρώτη ξεκίνησε με την Κοινή Διακήρυξη Αναστασιάδη και Ντερβίς Έρογλου στις 11 Φεβρουαρίου 2014. Επιβεβαίωνε μία κυριαρχία, μία διεθνή προσωπικότητα, μία ιθαγένεια, πολιτική ισότητα και δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία. Οι ΗΠΑ επένδυσαν έντονα στη διαδικασία και τότε αντιπρόεδρος Τζο Μπάιντεν επισκέφθηκε την Κύπρο τον Μάιο του 2014 και συναντήθηκε με τους δύο ηγέτες, σε μια ασυνήθιστα υψηλού επιπέδου αμερικανική εμπλοκή.
Η εκλογή του Μουσταφά Ακιντζί στην ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας το 2015 δημιούργησε νέα δυναμική. Ο Αντόνιο Γκουτέρες και προηγουμένως ο Μπαν Κι Μουν κατέγραψαν σημαντική πρόοδο και οι συνομιλίες μεταφέρθηκαν στο Μον Πελεράν, στη Γενεύη και τελικά, το καλοκαίρι του 2017, στο Κραν Μοντανά. Ο Αντόνιο Γκουτέρες παρουσίασε πλαίσιο έξι σημείων που συνέδεε εσωτερικές πτυχές με ασφάλεια και εγγυήσεις. Σε έκθεσή του μετά τη διάσκεψη σημείωνε ότι οι εκκρεμότητες στη διακυβέρνηση είχαν περιοριστεί σημαντικά. Παρ’ όλα αυτά, τα δύο τραπέζια της διαπραγμάτευσης δεν μπόρεσαν να συνδεθούν σε συνολική συμφωνία. Στις 7 Ιουλίου ο Γκουτέρες ανακοίνωσε ότι η Διάσκεψη έκλεισε χωρίς συμφωνία, αποφεύγοντας να αποδώσει την αποτυχία σε μία μόνο πλευρά.
Η Βρετανία είχε δηλώσει έτοιμη, σε περίπτωση λύσης, να παραχωρήσει σχεδόν το μισό έδαφος των Κυρίαρχων Βάσεων σε ένα επανενωμένο κυπριακό κράτος και οι ΗΠΑ εξέφρασαν απογοήτευση για την αποτυχία και επανέλαβαν στήριξη στη διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία.
Μετά το Κραν Μοντανά ακολούθησε η μεγαλύτερη περίοδος χωρίς διαπραγματεύσεις από το 1974. Η συνάντηση Αναστασιάδη και Ακιντζί στο Βερολίνο το 2019 επιβεβαίωσε ξανά την Κοινή Διακήρυξη του 2014, τις προηγούμενες συγκλίσεις και το πλαίσιο Γκουτέρες, χωρίς όμως να επανεκκινήσει επίσημη διαδικασία.
Η εκλογή του Ερσίν Τατάρ στην ηγεσία των Τουρκοκυπρίων, το 2020, άλλαξε πλέον και τη βάση της συζήτησης. Στην άτυπη διάσκεψη της Γενεύης το 2021 ο Τατάρ, με πλήρη υποστήριξη της Τουρκίας, ζήτησε αναγνώριση «κυριαρχικής ισότητας» και λύση δύο κρατών, ενώ ο Γκουτέρες αναγνώρισε ότι δεν υπήρχε κοινό έδαφος.
Έτσι, η περίοδος Αναστασιάδη άρχισε με κοινά συμφωνημένη ομοσπονδιακή βάση και μια εξαιρετικά προχωρημένη διαδικασία και τελείωσε με τις δύο πλευρές να διαφωνούν ακόμη και για το μοντέλο της λύσης.
Προσπάθεια να ξαναμπεί το Κυπριακό στις ράγες
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης παρέλαβε το 2023 ένα Κυπριακό χωρίς διαπραγματεύσεις επί σχεδόν έξι χρόνια και με την τουρκική και τουρκοκυπριακή πλευρά να επιμένουν στα δύο κράτη.
Η πρώτη μεγάλη προσπάθεια ήταν η εμπλοκή της Μαρία Άνχελα Ολγκίν ως προσωπικής απεσταλμένης του Γκουτέρες. Δεν εντόπισε αρχικά κοινό έδαφος για επανέναρξη συνομιλιών, ωστόσο, τον Οκτώβριο του 2024 ο Αντόνιο Γκουτέρες φιλοξένησε άτυπο δείπνο με Χριστοδουλίδη και Τατάρ, όπου συμφωνήθηκε να διερευνηθεί συνάντηση σε διευρυμένη σύνθεση.
Τον Μάρτιο του 2025, στη Γενεύη, πραγματοποιήθηκε άτυπη συνάντηση με ευρύτερη σύνθεση. Συμφωνήθηκαν συγκεκριμένα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης και νέα συνάντηση, η οποία πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο στη Νέα Υόρκη. Δεν υπήρξε επάνοδος σε συνομιλίες, αλλά μετά από χρόνια ακινησίας αποκαταστάθηκε τουλάχιστον μια διαδικασία επαφών.
Η εκλογή του Τουφάν Ερχιουρμάν στην ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας, τον Οκτώβριο του 2025 διαφοροποίησε τα δεδομένα και η πρώτη συνάντησή του με τον Νίκο Χριστοδουλίδη έγινε τον περασμένο Νοέμβριο ενώ φέτος οι επαφές έγιναν συχνότερες. Ο Τουφάν Ερχιουρμάν ζητάει συμφωνημένη μεθοδολογία, πολιτική ισότητα και διαδικασία που να μην είναι ανοικτού τέλους και ταυτόχρονα δηλώνει ότι επιδιώκει λύση και διατηρεί στενό συντονισμό με την Άγκυρα.
Η αντίφαση είναι εμφανής, καθώς ο σημερινός Τουρκοκύπριος ηγέτης εμφανίζει μεγαλύτερη διάθεση συζήτησης της ομοσπονδιακής προοπτικής από τον προκάτοχό του, αλλά η επίσημη θέση της Τουρκίας παραμένει λύση δύο κρατών. Η ιστορία των διαπραγματεύσεων δείχνει ότι καμία τελική συμφωνία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς συμμετοχή και συναίνεση της Άγκυρας. Η στάση Ερχιουρμαν δημιουργεί την εντύπωση να ροκανιστεί ο χρόνος ώστε να παγιωθούν περαιτέρω τα τετελεσμένα.
Οι μεγάλες δυνάμεις και ο ΟΗΕ
Υπάρχει ένα ενδιαφέρον στοιχείο που διατρέχει ολόκληρη την ιστορία του κυπριακού από το 1974 μέχρι σήμερα. Η διεθνής πολιτική άλλαξε δραματικά καθώς τελείωσε ο Ψυχρός Πόλεμος, διαλύθηκε η Σοβιετική Ένωση, η Κύπρος μπήκε στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Τουρκία απομακρύνθηκε σταδιακά από την ευρωπαϊκή της τροχιά, οι σχέσεις Λευκωσίας και Ουάσιγκτον μεταμορφώθηκαν, αλλά το βασικό πλαίσιο των Ηνωμένων Εθνών άντεξε.
Η Μόσχα έχει αντιταχθεί διαχρονικά στην επιβολή χρονοδιαγραμμάτων και επιδιαιτησίας και το 2021 επανέλαβε ότι στηρίζει τη διεθνώς αναγνωρισμένη βάση της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρά τις μεγάλες διακυμάνσεις στον βαθμό εμπλοκής τους, υποστηρίζουν σταθερά παρά τις αλλαγές Προέδρων τις υπό τον ΟΗΕ διαδικασίες και την ομοσπονδιακή λύση.
Η Βρετανία, με τη διπλή ιδιότητα μόνιμου μέλους του Συμβουλίου Ασφαλείας και εγγυήτριας δύναμης, παρέμεινε ένας από τους βασικούς παίκτες και εξακολουθεί επισήμως να υποστηρίζει διζωνική, δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα.
Η καλύτερη απόδειξη αυτής της σταθερότητας του διεθνούς παράγοντα είναι η σημερινή του στάση. Στις 30 Ιανουαρίου το Συμβούλιο Ασφαλείας ενέκρινε το ψήφισμα 2815. Με αυτό επανέλαβε ότι η λύση πρέπει να είναι «δικοινοτική, διζωνική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα». Υπέρ ψήφισαν, μεταξύ άλλων, οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία και η Ρωσία. Δηλαδή, παρά τη σύγκρουση Δύσης και Ρωσίας σε επίπεδο που δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί πριν από λίγα χρόνια, οι τρεις δυνάμεις εξακολουθούν να συμπίπτουν στο θεμελιώδες πλαίσιο του Κυπριακού.
Η Τουρκία βρίσκεται σήμερα εκτός αυτού του πλαισίου, καθώς επιμένει στη λύση δύο κρατών.
Στη Νέα Υόρκη του 2026
Και κάπως έτσι επιστρέφουμε εκεί από όπου αρχίσαμε.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης βρίσκεται στη φετινή Γενική Συνέλευση έχοντας πίσω του 52 χρόνια κυπριακής παρουσίας στο ίδιο βήμα. Από τον Μακάριο μέχρι σήμερα άλλαξαν Πρόεδροι, Γενικοί Γραμματείς, Αμερικανοί και Ρώσοι ηγέτες, Βρετανοί πρωθυπουργοί, Έλληνες πρωθυπουργοί, τουρκικές κυβερνήσεις και Τουρκοκύπριοι ηγέτες και το κυπριακό παραμένει. Ωστόσο δεν παρέμειναν όλα ίδια.
Χωρίς τις αποφάσεις του 1974, η θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας θα ήταν σαφώς πιο ευάλωτη. Χωρίς τα ψηφίσματα 541 και 550, η διεθνής μάχη κατά της αναγνώρισης του ψευδοκράτους θα ήταν δυσκολότερη. Χωρίς τις αποφάσεις της περιόδου Βασιλείου δεν θα υπήρχε το σημερινό τόσο λεπτομερές πλαίσιο της ομοσπονδιακής λύσης. Χωρίς την ευρωπαϊκή πορεία της περιόδου Κληρίδη η Κυπριακή Δημοκρατία δεν θα διέθετε σήμερα την πρόσθετη πολιτική και θεσμική ιδιότητα του κράτους μέλους της ΕΕ. Οι συγκλίσεις Χριστόφια, Αναστασιάδη με τον Ταλάτ και τον Έρογλου παραμένουν επίσης μέσα στο λεγόμενο κεκτημένο των διαπραγματεύσεων. Η μόνη περίοδος που η Λευκωσία αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό και απομονώθηκε ήταν αυτή του Τάσσου Παπαδόπουλου, λόγω της απόρριψης του σχεδίου Ανάν.
Ο ΟΗΕ, συνεπώς, δεν έλυσε το Κυπριακό, κατάφερε όμως να εμποδίσει, σε μεγάλο βαθμό, την πολιτική και νομική νομιμοποίηση της διχοτόμησης και να κρατήσει ζωντανή μια συμφωνημένη διεθνή βάση επανένωσης.
Η φετινή Γενική Συνέλευση στη Νέα Υόρκη αποκτάει ένα άλλο ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης δηλώνει ότι μεταφέρει 19 συγκεκριμένα σημεία για ουσία, μεθοδολογία και Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης και ότι είναι έτοιμος για νέα διευρυμένη συνάντηση όταν το κρίνει ο Αντόνιο Γκουτέρες ο οποίος όμως αποχωρεί. Η Αθήνα δηλώνει ότι στόχος είναι να διατηρηθεί η νέα δυναμική και να δημιουργηθούν συνθήκες ουσιαστικής επανέναρξης συνομιλιών. Ο Ερχιουρμάν ζητάει αποτελεσματική, διαφορετική μεθοδολογία και χειροπιαστή πρόοδο πριν από μια νέα συνάντηση 5+1. Η Άγκυρα από την άλλη δεν έχει εγκαταλείψει τη θέση των δύο κρατών, βρισκόμενη εκτός πλαισίου ΟΗΕ.
Ο Αντόνιο Γκουτέρες και ο/η διάδοχος του, βρίσκονται μπροστά σε ένα πρόβλημα που γνώρισαν όλοι σχεδόν οι προκάτοχοί τους. Το πρόβλημα είναι πώς μετατρέπεται η προθυμία για διάλογο σε κοινή βάση διαπραγμάτευσης και η κοινή βάση σε συμφωνία.
Το ερώτημα είναι αν όταν σβήσουν τα φώτα της 81ης Γενικής Συνέλευσης, το Κυπριακό θα βρίσκεται έστω ένα βήμα πιο κοντά σε διαπραγματεύσεις από όσο βρισκόταν πριν ανάψουν.









