Ευρωπαϊκά κράτη ελέγχουν υπερπόντιες χώρες και εδάφη σε διάφορα σημεία του κόσμου, με στρατηγική, οικονομική και περιβαλλοντική σημασία. Καθώς οι μεγάλες δυνάμεις αμφισβητούν τη διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες, η υπεράσπισή τους αποτελεί γεωπολιτική αναγκαιότητα για την Ευρώπη.
Του Μαρκ Πιερίνι
Δημοσιεύθηκε στις 31 Αυγούστου 2026
Πέντε ευρωπαϊκά κράτη ελέγχουν συνολικά τριάντα υπερπόντιες χώρες και εδάφη (ΥΧΕ), που εκτείνονται σε ολόκληρο τον πλανήτη: από την Αρκτική έως την Ανταρκτική, στον Ατλαντικό, τον Ινδικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό, καθώς και στη Μεσόγειο. Παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές ως προς την έκταση, τον πληθυσμό, τους πόρους και τη διεθνή σημασία τους. Σε μια περίοδο πολιτικών, οικονομικών και στρατιωτικών αναταράξεων, το παρόν άρθρο καταγράφει αυτές τις ΥΧΕ, αποσαφηνίζει την ταυτότητά τους και αποτιμά τη σημασία καθεμιάς στη διεθνή σκηνή.
Οι τριάντα ΥΧΕ της Ευρώπης συνδέονται με τα κράτη στα οποία υπάγονται είτε ως κατάλοιπα αυτοκρατοριών που έχουν πλέον διαλυθεί —στην περίπτωση της Γαλλίας, της Ολλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου— είτε ως αποτέλεσμα πρωτοποριακών πολικών αποστολών προς τον Βόρειο και τον Νότιο Πόλο —στην περίπτωση της Δανίας, της Γαλλίας, της Νορβηγίας και του Ηνωμένου Βασιλείου. Ορισμένες αποτελούν μακρινούς μάρτυρες περασμένων εποχών. Αρκετές, όμως, διατηρούν ιδιαίτερη σημασία στον σημερινό κόσμο, όπως οι βρετανικές Περιοχές Κυρίαρχων Βάσεων Ακρωτηρίου και Δεκέλειας, το Βρετανικό Έδαφος του Ινδικού Ωκεανού, το Γιβραλτάρ, η Γροιλανδία, η Νέα Καληδονία και τα δύο γαλλικά εδάφη στον Νότιο Ειρηνικό: η Γαλλική Πολυνησία και τα νησιά Ουάλις και Φουτούνα.
Οι μεγάλες αποκλίσεις στα διαθέσιμα οικονομικά δεδομένα δεν επιτρέπουν την αυστηρή κατάταξη των τριάντα χωρών και εδαφών. Γι’ αυτό, η ανάλυση στηρίζεται σε συνδυασμό δημοσιευμένων στοιχείων και πρόσφατων εξελίξεων. Το άρθρο τα χωρίζει σε τρεις ευρείες ομάδες και στη συνέχεια επικεντρώνεται σε επτά ΥΧΕ που έχουν στρατηγική σημασία για την Ευρώπη στο σημερινό γεωπολιτικό περιβάλλον.
Ποιες είναι οι υπερπόντιες χώρες και τα εδάφη της Ευρώπης;
Οι τριάντα ΥΧΕ της Ευρώπης μπορούν να ταξινομηθούν στις ακόλουθες τρεις ομάδες:
- Ομάδα Α: Ανγκουίλα· Αρούμπα· Βερμούδες· Μποναίρ· Βρετανικές Παρθένοι Νήσοι· Νήσοι Κέιμαν· Κουρασάο· Νήσοι Φόκλαντ· Μοντσεράτ· Νήσοι Πίτκερν· Σάμπα· Άγιος Βαρθολομαίος· Αγία Ελένη, Ασενσιόν και Τριστάν ντα Κούνια· Σεν Πιερ και Μικελόν· Άγιος Ευστάθιος· Άγιος Μαρτίνος· Νήσοι Τερκς και Κέικος.
- Ομάδα Β: Νήσος Μπουβέ· Βρετανικό Έδαφος της Ανταρκτικής· Γαλλικά Νότια και Ανταρκτικά Εδάφη· Νήσος Πέτρου Α΄· Γη της Βασίλισσας Μοντ· Νότια Γεωργία και Νότιες Σάντουιτς Νήσοι.
- Ομάδα Γ: Ακρωτήρι και Δεκέλεια· Βρετανικό Έδαφος του Ινδικού Ωκεανού· Γαλλική Πολυνησία· Γιβραλτάρ· Γροιλανδία· Νέα Καληδονία· Ουάλις και Φουτούνα.
Η ταξινόμηση αυτή είναι εκ φύσεως ατελής και μεταβαλλόμενη, ιδίως καθώς η τεχνολογική πρόοδος αυξάνει τη ζήτηση για κρίσιμους ορυκτούς πόρους. Απομακρυσμένα εδάφη ενδέχεται επίσης να παρουσιάζουν στρατηγικό ενδιαφέρον για μη ευρωπαϊκές δυνάμεις που επιδιώκουν να επεκτείνουν την επιρροή τους σε μακρινές περιοχές.
Ομάδα Α: Δεκαεπτά εδάφη που κρατούν τη σημαία
Η μεγαλύτερη ομάδα ΥΧΕ αποτελείται από δεκαεπτά μικρά νησιά ή νησιωτικά συμπλέγματα στον Ατλαντικό, τον Ινδικό και τον Ειρηνικό Ωκεανό. Έχουν ιδιαίτερη πολιτική σημασία ως προκεχωρημένα ερείσματα της Γαλλίας, της Ολλανδίας, της Νορβηγίας και του Ηνωμένου Βασιλείου ανά τον κόσμο (βλ. σχήμα 1). Η κύρια αξία τους έγκειται στο ότι διατηρούν τη σημαία του κράτους στο οποίο υπάγονται σε μακρινούς τόπους και σε κατά το μεγαλύτερο μέρος αχανείς, άδειους ωκεανούς. Με αυτόν τον τρόπο, υπενθυμίζουν πρωτίστως την παλαιότερη παγκόσμια παρουσία του.

Ωστόσο, η ιστορική αυτή διάσταση δεν είναι η μόνη που προσδίδει σημασία στα συγκεκριμένα εδάφη στον σημερινό κόσμο. Έχουν αναδειχθεί νέοι παράγοντες: η ζήτηση για θαλάσσιους και ορυκτούς πόρους, ο τουρισμός, η παράνομη διακίνηση και ο έλεγχος των θαλάσσιων οδών. Για παράδειγμα, τα εδάφη αυτής της ομάδας διαθέτουν συχνά πολύ μεγάλες αποκλειστικές οικονομικές ζώνες (ΑΟΖ), με σημαντικά αλιευτικά αποθέματα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ορυκτούς πόρους στον θαλάσσιο βυθό. Μπορούν επίσης να λειτουργούν ως βάσεις εξόρμησης για θαλάσσιες περιπολίες με διάφορες αποστολές, μεταξύ των οποίων η καταπολέμηση της διακίνησης ναρκωτικών και ο έλεγχος των αδειών αλιείας.
Επιπλέον, πολλά από αυτά τα εδάφη, ακόμη και τα πιο απομακρυσμένα, έχουν εξελιχθεί σε σημαντικούς τουριστικούς προορισμούς. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, η τουριστική ανάπτυξη ενδέχεται να δημιουργήσει περιβαλλοντικά προβλήματα σε ορισμένα από αυτά. Παράλληλα, οι διπλωματικές, στρατιωτικές και οικονομικές δραστηριότητες της Κίνας και των Ηνωμένων Πολιτειών στον Ειρηνικό και τον Ινδικό Ωκεανό ωθούν τα κράτη στα οποία υπάγονται οι διάφορες ΥΧΕ να παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις.
Ομάδα Β: Έξι παρατηρητήρια του περιβάλλοντος
Η δεύτερη ομάδα περιλαμβάνει έξι αρκτικά και ανταρκτικά εδάφη που υπάγονται στη Γαλλία, τη Νορβηγία και το Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και σειρά απομακρυσμένων νησιών που συνδέονται με το Ηνωμένο Βασίλειο στον Νότιο Ατλαντικό και τον Νότιο Ειρηνικό και με τη Γαλλία στον νότιο Ινδικό Ωκεανό (βλ. σχήμα 2). Ορισμένα από αυτά τα εδάφη δεν κατοικούνται μόνιμα, αλλά φιλοξενούν μόνο ομάδες επιστημόνων και διοικητικό προσωπικό που διαμένουν εκεί προσωρινά. Η σημασία τους είναι κυρίως επιστημονική, καθώς φιλοξενούν ομάδες που παρακολουθούν τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής. Σε ορισμένες περιπτώσεις διαθέτουν επίσης σημαντικές αλιευτικές περιοχές. Παρότι κατατάσσεται στην ομάδα Γ παρακάτω, η Γροιλανδία έχει επίσης σημασία για την έρευνα του κλίματος.

Ομάδα Γ: Επτά στρατηγικά προπύργια
Μια τρίτη, όχι ιδιαίτερα ομοιογενής ομάδα αποτελείται από επτά εδάφη μεγάλης σημασίας λόγω της στρατηγικής τους θέσης, της στρατιωτικής παρουσίας, των ορυκτών και θαλάσσιων πόρων τους ή ενός συνδυασμού αυτών των παραγόντων (βλ. σχήμα 3).
Το Βρετανικό Έδαφος του Ινδικού Ωκεανού, γνωστό και ως Νήσοι Τσάγκος, αποσπάστηκε από τον Μαυρίκιο το 1965 και τέθηκε εξ ολοκλήρου υπό τη διοίκηση της βρετανικής κυβέρνησης. Παράλληλα, μια βρετανοαμερικανική συμφωνία μίσθωσης ρυθμίζει τη χρήση και τη συντήρηση της αεροναυτικής βάσης του Ντιέγκο Γκαρσία, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει αποτελέσει σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα στις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή. Το 2022, το Ηνωμένο Βασίλειο ξεκίνησε τη διαδικασία επιστροφής των Νήσων Τσάγκος στον Μαυρίκιο —ο οποίος είχε αποκτήσει την ανεξαρτησία του από το Ηνωμένο Βασίλειο το 1968— και τον Μάιο του 2025 επιτεύχθηκε συμφωνία. Η συνθήκη περιλάμβανε μέτρα για τη διατήρηση του Ντιέγκο Γκαρσία υπό βρετανικό έλεγχο, προς όφελος της εθνικής ασφάλειας του Ηνωμένου Βασιλείου και των συμμάχων του.
Αρχικά, η αμερικανική κυβέρνηση υποστήριξε σθεναρά τη συμφωνία: «Επαινούμε τόσο το Ηνωμένο Βασίλειο όσο και τον Μαυρίκιο για την ηγετική τους στάση, το όραμα και τη δέσμευσή τους να διασφαλίσουν ότι το Ντιέγκο Γκαρσία θα παραμείνει πλήρως επιχειρησιακό», ανέφερε δελτίο Τύπου του αμερικανικού Υπουργείου Εξωτερικών τον Μάρτιο του 2025.
Ωστόσο, το 2026 οι Ηνωμένες Πολιτείες αμφισβήτησαν αυτή τη διαδικασία, παρότι η επιχειρησιακή λειτουργία του Ντιέγκο Γκαρσία δεν είχε ποτέ τεθεί υπό αμφισβήτηση. Η συζήτηση περιπλέχθηκε από την προσπάθεια του Ιράν να πλήξει το αρχιπέλαγος με διηπειρωτικό πύραυλο στα τέλη Μαρτίου του 2026. Κατά τον χρόνο συγγραφής του άρθρου, οι διαφορές μεταξύ Λονδίνου και Ουάσιγκτον παραμένουν ανεπίλυτες, ενώ η διαδικασία έγκρισης της συμφωνίας επιστροφής από το βρετανικό κοινοβούλιο έχει ανασταλεί από τον Απρίλιο του 2026.
Το Ακρωτήρι και η Δεκέλεια, που βρίσκονται στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, διοικούνται από το Ηνωμένο Βασίλειο βάσει του βρετανικού δικαίου και σε πλήρη συντονισμό με την κυπριακή κυβέρνηση. Φιλοξενούν μια σημαντική αεροπορική βάση στο Ακρωτήρι, την οποία διαχειρίζεται η Βασιλική Αεροπορία, καθώς και τη στρατιωτική εγκατάσταση της Δεκέλειας. Οι εγκαταστάσεις βρέθηκαν στην επικαιρότητα στις αρχές του 2026, στο πλαίσιο των αμερικανικών και ισραηλινών στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν και των ανταποδοτικών πληγμάτων από το Ιράν ή δυνάμεις που ενεργούν για λογαριασμό του: ένα μη επανδρωμένο αεροσκάφος έπληξε το Ακρωτήρι την 1η Μαρτίου και άλλα δύο αναχαιτίστηκαν στις 2 Μαρτίου. Τα περιστατικά αυτά δεν προκάλεσαν σοβαρή διατάραξη της λειτουργίας των εγκαταστάσεων. Ωστόσο, πρόσφατες έρευνες έχουν επισημάνει τις αποσταθεροποιητικές επιπτώσεις του πολέμου κατά του Ιράν στην Κύπρο.
Το Γιβραλτάρ, λιμάνι στρατηγικής σημασίας στη μοναδική φυσική είσοδο της Μεσογείου, φιλοξενεί εγκατάσταση του βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού. Η σχέση του εδάφους με την Ισπανία έχει προκαλέσει στο παρελθόν τριβές μεταξύ Λονδίνου και Μαδρίτης. Ωστόσο, τον Ιανουάριο του 2026 η ΕΕ και το Γιβραλτάρ κατέληξαν σε συμφωνία για την άρση «όλων των φυσικών εμποδίων στην κυκλοφορία προσώπων και αγαθών μεταξύ Ισπανίας και Γιβραλτάρ, με πλήρη διασφάλιση του χώρου Σένγκεν [του χώρου μετακίνησης χωρίς ελέγχους διαβατηρίων], της ενιαίας αγοράς της ΕΕ και της τελωνειακής της ένωσης». Η συμφωνία υπογράφηκε επίσημα στις 14 Ιουλίου στις Βρυξέλλες.
Η Γροιλανδία είναι περισσότερο γνωστή για δύο λόγους: είναι το μεγαλύτερο υπερπόντιο έδαφος που συνδέεται με κράτος μέλος της ΕΕ, τη Δανία, και έχει αποτελέσει στόχο των αξιώσεων του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι θα πρέπει να ανήκει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στη Γροιλανδία βρίσκεται η αμερικανική στρατιωτική βάση Πιτούφικ, η οποία ιδρύθηκε βάσει δανοαμερικανικής συμφωνίας το 1951.
Έπειτα από μια επίσκεψη του Αμερικανού αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς τον Μάρτιο του 2025, η οποία προκάλεσε αντιδράσεις, ο Τραμπ υποστήριξε επανειλημμένα ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έπρεπε να «κατέχουν» ή να «αποκτήσουν» τη Γροιλανδία για λόγους ασφαλείας. Οι αξιώσεις αυτές προκάλεσαν έντονη ανησυχία στη Γροιλανδία, τη Δανία και την ΕΕ.
Στις 6 Ιανουαρίου 2026, επτά ευρωπαϊκές χώρες αποσαφήνισαν τις θέσεις τους για την ασφάλεια στην Αρκτική και την κυριαρχία της Δανίας και της Γροιλανδίας. Ιδιαίτερη σημασία έχει εδώ η πολιτική στάση της ΕΕ, η οποία διατυπώθηκε δύο φορές. Αρχικά, στις 14 Ιανουαρίου, εκδόθηκε δήλωση από όλες τις πολιτικές ομάδες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Στη συνέχεια, σε άτυπη συνάντηση των ηγετών της ΕΕ στις 22 Ιανουαρίου, διατυπώθηκε ουσιαστικά η θέση ότι, εφόσον η Γροιλανδία συνδέεται με τη Δανία και η Δανία είναι μέλος της ΕΕ, οι αρχές του διεθνούς δικαίου, της εδαφικής ακεραιότητας και της εθνικής κυριαρχίας δεν είναι διαπραγματεύσιμες.
Κατά τη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, στις 7–8 Ιουλίου 2026, ο Τραμπ επανέλαβε την αξίωσή του να αναλάβουν οι Ηνωμένες Πολιτείες τον έλεγχο της Γροιλανδίας για στρατιωτικούς λόγους, τους οποίους δεν τεκμηρίωσε. Η πρωθυπουργός της Δανίας, Μέτε Φρεντέρικσεν, επανέλαβε την αντίθεσή της σε αυτή την αξίωση.
Οι αμερικανικές απειλές έχουν προκαλέσει νομική συζήτηση για το κατά πόσον η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής της ΕΕ εφαρμόζεται στη Γροιλανδία, δεδομένου του καθεστώτος της ως ΥΧΕ της Δανίας. Παρά την εντατική εργασία ειδικών, δεν έχει διαμορφωθεί οριστική θέση επί αυτού του νομικού ζητήματος.
Πέρα από την έντονη συζήτηση που προκάλεσαν οι Ηνωμένες Πολιτείες για τη στρατιωτική και στρατηγική σημασία της Γροιλανδίας, υπάρχουν δύο ακόμη τομείς στους οποίους το έδαφος διαδραματίζει σημαντικό ρόλο.
Ο πρώτος είναι ο επιστημονικός. Το παγοκάλυμμα της Γροιλανδίας, που καλύπτει το 80% της έκτασής της, αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο παγετώνα στη Γη: συγκεντρώνει το 8% του παγκόσμιου όγκου πάγου, έναντι 91% της Ανταρκτικής. Παράλληλα, αποτελεί σχετικά εύκολα προσβάσιμη περιοχή για την έρευνα του κλίματος.
Ο δεύτερος τομέας είναι ο οικονομικός, καθώς εκτιμάται ότι το υπέδαφος κάτω από το παγοκάλυμμα διαθέτει σημαντικά αποθέματα στρατηγικών ορυκτών. Σύμφωνα με τη Γεωλογική Υπηρεσία της Δανίας και της Γροιλανδίας, στο νησί βρίσκονται είκοσι πέντε από τα τριάντα τέσσερα ορυκτά που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή χαρακτηρίζει «κρίσιμα», μεταξύ των οποίων τεράστια κοιτάσματα σπάνιων γαιών, γραφίτη και λιθίου. Αυστραλιανές, κινεζικές και αμερικανικές μεταλλευτικές εταιρείες διαθέτουν άδειες που έχουν χορηγήσει οι αρχές της Γροιλανδίας. Ωστόσο, οι φυσικές συνθήκες —το κλίμα, το πάχος του παγοκαλύμματος και η απουσία δρόμων— καθώς και το νομικό πλαίσιο για τις εξορύξεις καθιστούν τις δραστηριότητες αυτές ιδιαίτερα απαιτητικές.
Η Γροιλανδία λαμβάνει το 45% της χρηματοδότησης του προγράμματος της ΕΕ για τις ΥΧΕ την περίοδο 2021–2027. Προτεραιότητες του προγράμματος είναι η εκπαίδευση, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, η ψηφιακή συνδεσιμότητα, οι κρίσιμες πρώτες ύλες, ο βιώσιμος τουρισμός, καθώς και η προστασία του περιβάλλοντος και η έρευνα.
Η Νέα Καληδονία αποτελεί διαφορετική περίπτωση, καθώς δεν έχει δεχθεί επίσημη απειλή από ξένη δύναμη. Είναι η μεγαλύτερη κατοικημένη ΥΧΕ που συνδέεται με τη Γαλλία, και το νομικό της καθεστώς έχει αποτελέσει αντικείμενο συζήτησης μεταξύ της γαλλικής κυβέρνησης και τοπικών πολιτικών δυνάμεων που υποστηρίζουν την ανεξαρτησία. Έχουν διεξαχθεί αρκετά δημοψηφίσματα, τα οποία οδήγησαν το 2025 στην υιοθέτηση ενός εκσυγχρονισμένου νομικού καθεστώτος για το αρχιπέλαγος, με μεγαλύτερο βαθμό αυτοδιοίκησης.
Η Νέα Καληδονία διαθέτει τα τρίτα μεγαλύτερα επιβεβαιωμένα αποθέματα μεταλλεύματος νικελίου στον κόσμο, μετά την Ινδονησία και τις Φιλιππίνες, γεγονός που της προσδίδει στρατηγική σημασία. Παρά το υψηλό κόστος παραγωγής, η διατήρηση της εξόρυξης και της επεξεργασίας του νικελίου της αποτελεί στρατηγικό στόχο της γαλλικής κυβέρνησης. Γενικότερα, Γάλλοι ερευνητές εξακολουθούν να παρακολουθούν την οικονομική και στρατιωτική παρουσία της Κίνας στον Ειρηνικό Ωκεανό.
Δύο ακόμη γαλλικές ΥΧΕ στον Νότιο Ειρηνικό —η Γαλλική Πολυνησία και τα νησιά Ουάλις και Φουτούνα— συγκαταλέγονται στα εδάφη υψηλής στρατηγικής σημασίας λόγω των μεγάλων ΑΟΖ τους. Οι ζώνες αυτές παρέχουν στα ίδια και στη Γαλλία κυριαρχικά δικαιώματα σε ένα τεράστιο τμήμα του ωκεανού, με συνέπειες για τα αλιευτικά δικαιώματα, τα τουριστικά έσοδα, τον στρατιωτικό έλεγχο και τα μελλοντικά δικαιώματα εξόρυξης. Η κατάσταση αυτή συνεπάγεται σημαντικό κόστος για τη Γαλλία κατά την άσκηση της κυριαρχίας της, με τη διατήρηση διοικητικού μηχανισμού και χερσαίας, ναυτικής και αεροπορικής παρουσίας.
Στρατηγικά εδάφη εκτός της κατηγορίας των ΥΧΕ
Για λόγους πληρότητας, αξίζει να αναφερθούν τρεις περιπτώσεις εδαφών που δεν κατατάσσονται στις ΥΧΕ, επειδή αποτελούν αναπόσπαστα τμήματα των κρατών στα οποία ανήκουν: το Σβάλμπαρντ και το Γιαν Μάγεν της Νορβηγίας, η Γαλλική Γουιάνα της Γαλλίας και η Θέουτα και η Μελίγια της Ισπανίας. Πρόκειται για ένα νομικό καθεστώς που τα προστατεύει από εξωτερικές παρεμβάσεις. Παρ’ όλα αυτά, τα εδάφη αυτά έχουν μεγάλη σημασία στο σημερινό περιβάλλον οξυμένου ανταγωνισμού για παγκόσμια παρουσία.
Η σημασία του Σβάλμπαρντ συνδέεται με το αυξανόμενο ενδιαφέρον για θαλάσσιες διαδρομές στην Αρκτική που θα μπορούν να χρησιμοποιούνται όλο τον χρόνο. Στο αρχιπέλαγος λειτουργεί επίσης ρωσική εξορυκτική επιχείρηση. Το Γιαν Μάγεν, το οποίο δεν κατοικείται μόνιμα, αποτελεί παρατηρητήριο κοντά στη Γροιλανδία. Και τα δύο υπάγονται στη διοίκηση του Τμήματος Πολικών Υποθέσεων της Νορβηγίας.
Η Γαλλική Γουιάνα διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στις διαστημικές δραστηριότητες της Γαλλίας και της Ευρώπης, τις οποίες συντονίζει ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος. Επιπλέον, η αντιευρωπαϊκή στάση της αμερικανικής Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας του 2025 ενδέχεται να δημιουργήσει νέες εμπορικές δυσκολίες στην Καραϊβική, όπου η Γαλλία διαθέτει και άλλους υπερπόντιους νομούς και περιφέρειες, πέρα από τη Γαλλική Γουιάνα.
Τα ισπανικά εδάφη της Θέουτας και της Μελίγιας, στις μεσογειακές ακτές του Μαρόκου, αποτελούν αναπόσπαστα τμήματα της Ισπανίας. Ωστόσο, έχουν μετατραπεί σε εστίες έντασης κατά τις επανειλημμένες απόπειρες μεταναστών να περάσουν σε αυτά από το μαροκινό έδαφος. Επιπλέον, λόγω της γεωγραφικής της θέσης στο Στενό του Γιβραλτάρ, η Θέουτα εξασφαλίζει τη συνέχεια των ισπανικών χωρικών υδάτων από τις νότιες ακτές της Ισπανίας έως τη δική της ακτογραμμή. Έτσι, όλα τα πλοία που εισέρχονται στη Μεσόγειο ή εξέρχονται από αυτήν διέρχονται από ισπανικά χωρικά ύδατα.
Η γεωπολιτική σημασία των υπερπόντιων χωρών και εδαφών της Ευρώπης
Όπως αναφέρθηκε, οι τριάντα ΥΧΕ της Ευρώπης αποτελούν κληρονομιά των παλαιών αυτοκρατοριών των κρατών στα οποία υπάγονται ή των τολμηρών εξερευνήσεών τους σε μακρινούς τόπους. Τα κράτη αυτά θεωρούν τα εδάφη τους αρκετά σημαντικά ώστε να διαθέτουν πόρους για αυτά, για λόγους ιστορίας, πολιτικής ή κύρους. Επιπλέον, ορισμένα από τα τριάντα αυτά εδάφη παρουσιάζουν σημαντικό στρατηγικό, περιβαλλοντικό, οικονομικό ή στρατιωτικό ενδιαφέρον.
Στην περίπτωση των επτά εδαφών στρατηγικής σημασίας της ομάδας Γ, η γεωπολιτική ανάλυση γίνεται πιο σύνθετη λόγω του σημερινού τεταμένου διεθνούς περιβάλλοντος, το οποίο χαρακτηρίζεται από τρεις βασικούς παράγοντες. Ο πρώτος είναι η υποχώρηση της διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες και η συνακόλουθη διάβρωση του ρυθμιστικού ρόλου του ΟΗΕ. Ο δεύτερος είναι ο αυξανόμενος αριθμός κυβερνήσεων που δρουν αποσταθεροποιητικά. Δεν συγκροτούν μια συνεκτική ομάδα, αλλά σαφώς αποτυπώνουν μια τάση. Ο τρίτος είναι η αρπακτική συμπεριφορά ορισμένων χωρών, η οποία στηρίζεται σε αυτοκρατορική νοσταλγία, στρατιωτικά συμφέροντα, επιδίωξη απόκτησης κρίσιμων υλικών για τις νέες τεχνολογίες ή τεράστιους χρηματοδοτικούς πόρους.
Η αρπακτική αυτή συμπεριφορά λαμβάνει πολλές μορφές, όπως έχει φανεί τα τελευταία χρόνια. Το πιο προφανές παράδειγμα είναι η κατάληψη της Κριμαίας και του Ντονμπάς στην Ουκρανία από τη Ρωσία το 2014, με βάση αμφισβητήσιμα επιχειρήματα για ιστορικούς δεσμούς, τη ρωσική γλώσσα και απειλές που η Μόσχα θεωρούσε ότι προέρχονταν από χώρες του ΝΑΤΟ. Η περίπτωση αυτή βρίσκεται σαφώς εκτός του αντικειμένου του παρόντος άρθρου.
Παράλληλα, η Κίνα έχει χρησιμοποιήσει ένα ευρύ φάσμα μεθόδων στη δράση της στο εξωτερικό: από τη στρατιωτική παρουσία —για παράδειγμα, στην Αραβική Θάλασσα κατά τον αμερικανοϊσραηλινό πόλεμο κατά του Ιράν το 2026— ή τη δημιουργία τεχνητών νησιών στη Νότια Σινική Θάλασσα, μέχρι επενδύσεις σε στρατηγικές τοποθεσίες, όπως το λιμάνι του Πειραιά στην Ελλάδα ή το αεροδρόμιο της Τουλούζης στη Γαλλία, όπου βρίσκεται μεγάλο εργοστάσιο αεροσκαφών της Airbus. Τα παραδείγματα αυτά δεν αφορούν ευρωπαϊκές ΥΧΕ, αλλά αποτυπώνουν ένα πρότυπο συμπεριφοράς που θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε πολλές περιοχές του κόσμου, ξεκινώντας από την αύξηση του εμπορίου και της αλιευτικής δραστηριότητας και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την ενίσχυση των επενδύσεων.
Στην περίπτωση του Τραμπ, οι αντιπαραθέσεις αρχίζουν συχνά με μια δήλωση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όπως συνέβη με τη Γροιλανδία: «Οι χώρες πρέπει να έχουν την κυριότητα, και υπερασπίζεσαι την κυριότητα, όχι τις μισθώσεις. Και θα πρέπει να υπερασπιστούμε τη Γροιλανδία». Η ιδέα της υπεράσπισης της Γροιλανδίας συνδέεται με τη στρατιωτική παρουσία της Κίνας και της Ρωσίας γύρω από το νησί. Ενδέχεται επίσης να υπεισέρχεται ένας μακροπρόθεσμος οικονομικός υπολογισμός, ιδίως όσον αφορά τις κρίσιμες πρώτες ύλες. Ο Τραμπ χρησιμοποίησε παρόμοιο τρόπο επικοινωνίας φέτος για το Ντιέγκο Γκαρσία, απειλώντας να αγοράσει ξανά το αρχιπέλαγος.
Τα διπλωματικά τετελεσμένα απέναντι στη δημοκρατική αρχιτεκτονική της Ευρώπης
Οι δυναμικές αυτές κινήσεις αντανακλούν —χωρίς συγκεκριμένη σειρά— χρηματοδοτική ισχύ, στρατιωτική δύναμη και εδαφικές φιλοδοξίες. Δεν έχουν έρεισμα στο διεθνές δίκαιο και αντιβαίνουν στις αρχές που καθιερώθηκαν μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς και στον ρόλο που αποδόθηκε στο σύστημα του ΟΗΕ στα τέλη της δεκαετίας του 1940.
Οι ενέργειες της Κίνας, της Ρωσίας και των Ηνωμένων Πολιτειών τους τελευταίους μήνες και τα τελευταία χρόνια αντανακλούν διαφορετικές πολιτικές σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα και δύσκολα μπορούν να συγκριθούν μεταξύ τους. Έχουν, όμως, ένα κοινό στοιχείο: τη δημιουργία των δικών τους διπλωματικών τετελεσμένων. Συνδυάζοντας δημόσιους και ιδιωτικούς χρηματοδοτικούς πόρους, οικονομική στρατηγική, στρατιωτική δύναμη, προπαγάνδα και αμφισβήτηση παγιωμένων κανόνων διεθνούς συμπεριφοράς, τα κράτη αυτά έχουν καταφέρει να επιβάλουν τις πολιτικές της επιλογής τους στη διεθνή κοινότητα, τόσο σε φίλους όσο και σε αντιπάλους.
Η Δυτική Ευρώπη, λόγω της ιστορίας της, της πολιτικής της παράδοσης και των κανόνων που έχει υιοθετήσει με δημοκρατικές διαδικασίες, δεν ενεργεί με αυτόν τον τρόπο. Επιπλέον, έχει συχνά βρεθεί απροετοίμαστη όταν καλείται να διαμορφώσει απάντηση σε εχθρικές ενέργειες εξωτερικών δυνάμεων.
Σε μια μεταστροφή που έχει επιβαρύνει τις διατλαντικές σχέσεις από τις 20 Ιανουαρίου 2025, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν υιοθετήσει πολιτική ανοιχτά εχθρική προς τους μέχρι πρότινος συμμάχους τους στην Ευρώπη. Η πολιτική αυτή αποτυπώθηκε επίσημα στη Στρατηγική Εθνικής Ασφάλειας του Νοεμβρίου 2025. Μετά την αρχική δυσπιστία τους, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις φαίνεται να έχουν βρει τρόπους συλλογικής αντίδρασης, παρότι παραμένουν ευάλωτες σε προσωπικές επιθέσεις και δεν εμφανίζονται πάντοτε ενωμένες.
Οι δυνάμεις της Δυτικής Ευρώπης μπορούν να αντιδράσουν μόνο στο πλαίσιο της δικής τους νομικής αρχιτεκτονικής, η οποία στηρίζεται στο κράτος δικαίου, τα εθνικά συντάγματα, τις διαδοχικές συνθήκες της ΕΕ, τις συμβάσεις και τα πρωτόκολλα του Συμβουλίου της Ευρώπης, καθώς και τις διαδικασίες που διέπουν τις αποφάσεις της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής.
Όσον αφορά το ενδεχόμενο εξωτερικών παρεμβάσεων στις ΥΧΕ, οι αντιδράσεις των δυτικοευρωπαϊκών κυβερνήσεων θα εξαρτηθούν, βεβαίως, από κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Σε ορισμένα εδάφη, όπως η Νέα Καληδονία, μια τέτοια παρέμβαση αποτελεί αυστηρά εθνικό ζήτημα και παραμένει υποθετική. Σε άλλα, όπως το Βρετανικό Έδαφος του Ινδικού Ωκεανού, αφορά μόνο έναν μικρό αριθμό συνομιλητών. Σε άλλες περιπτώσεις, όπως η Γροιλανδία, αφορά μία κυβέρνηση της ΕΕ και το αντίστοιχο έδαφος, αλλά από νομική άποψη και ολόκληρη την ΕΕ. Δεν υπάρχει ένα ενιαίο νομικό και διπλωματικό πρότυπο που να μπορεί να εφαρμοστεί παντού.
Ωστόσο, όλες οι αποσταθεροποιητικές ενέργειες κατά των ευρωπαϊκών ΥΧΕ έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά: κλονίζουν τα νομικά θεμέλια των ευρωπαϊκών κρατών, αποσταθεροποιούν τους πολιτικούς τους θεσμούς και, τελικά, διαρρηγνύουν τη δημοκρατική τους αρχιτεκτονική. Γι’ αυτό ακριβώς οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις —και η ίδια η ΕΕ, όπου εμπλέκεται— πρέπει να αντιδρούν συστηματικά και αποφασιστικά σε τέτοιες ενέργειες. Κανένα καλοπιάσιμο και καμία υποχωρητικότητα απέναντι σε αποσταθεροποιητικές ξένες δυνάμεις δεν πρόκειται ποτέ να προστατεύσουν την ευρωπαϊκή δημοκρατία.
Ο Μαρκ Πιερίνι ευχαριστεί τη Λιζ Ντεμπρέν, πτυχιούχο Πολιτικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Paris 8, η οποία, κατά την πρακτική της άσκηση στο Carnegie Europe τον Μάιο και τον Ιούνιο του 2026, ανέλαβε να συγκεντρώσει και να οργανώσει ενημερωτικά δελτία για τις τριάντα ΥΧΕ που εξετάζονται στο άρθρο. Η συμβολή της αποτέλεσε ουσιώδες μέρος αυτής της ανάλυσης.
Σχετικά με τον συγγραφέα
Μαρκ Πιερίνι
Ανώτερος ερευνητής, Carnegie Europe
Ο Μαρκ Πιερίνι είναι ανώτερος ερευνητής στο Carnegie Europe. Η έρευνά του επικεντρώνεται στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και την Τουρκία από ευρωπαϊκή σκοπιά.


