ΟΗΕ: Η τουρκική υποψηφιότητα Σινιρλίογλου και οι αντιφάσεις της ελληνικής διπλωματίας

του Γεωργίου Καλογερά

Το αδιέξοδο στην εκλογή νέου Γενικού Γραμματέα ανοίγει τον δρόμο για νέες υποψηφιότητες. Η Άγκυρα διερευνά την προώθηση του επικεφαλής του ΟΑΣΕ, τον οποίο η Αθήνα είχε προηγουμένως στηρίξει, παρά τον ρόλο του στην προβολή των τουρκικών διεκδικήσεων στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η αδυναμία του Συμβουλίου Ασφαλείας να καταλήξει σε κοινά αποδεκτό υποψήφιο για τη θέση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ δημιουργεί νέα δεδομένα στις διπλωματικές διεργασίες, προσφέροντας στην Τουρκία την ευκαιρία να διερευνήσει την υποψηφιότητα του Φεριντούν Σινιρλίογλου, σημερινού Γενικού Γραμματέα του Οργανισμού για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ). Μια προοπτική που, πέραν των δυσκολιών της, αναδεικνύει και τις αντιφάσεις της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής.

Η έκτη άτυπη ψηφοφορία του Συμβουλίου Ασφαλείας, στις 16 Οκτωβρίου, επιβεβαίωσε το αδιέξοδο, καθώς κανένας από τους επτά υποψηφίους δεν απέφυγε τις αρνητικές ψήφους μονίμων μελών. Σύμφωνα με το Reuters και το Associated Press, η πρώην αντιπρόεδρος της Κόστα Ρίκα και επικεφαλής της UNCTAD, Ρεμπέκα Γκρίνσπαν, διατήρησε το προβάδισμα με εννέα θετικές ψήφους, πέντε αρνητικές και μία αποχή. Ωστόσο, δύο από τις αρνητικές ψήφους προήλθαν από κράτη με δικαίωμα βέτο. Ανάλογες αντιρρήσεις αντιμετώπισαν η πρέσβειρα της Γουιάνας Καρολάιν Ροντρίγκεζ-Μπίρκετ και ο γενικός διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας Ραφαέλ Γκρόσι, οι οποίοι συγκέντρωσαν από οκτώ θετικές ψήφους.

Η χρήση διαφορετικού χρώματος ψηφοδελτίων επέτρεψε, για πρώτη φορά στη φετινή διαδικασία, να διαπιστωθεί εάν οι αρνητικές ψήφοι προέρχονταν από τα πέντε μόνιμα μέλη. Παρότι οι άτυπες ψηφοφορίες δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα, το αποτέλεσμά τους επιβεβαιώνει τις δυσκολίες επίτευξης συναίνεσης, λιγότερο από τρεις μήνες πριν από τη λήξη της θητείας του Αντόνιο Γκουτέρες.

Στο περιβάλλον αυτό εντάσσονται οι κινήσεις της Άγκυρας για τον Σινιρλίογλου, πρώην υπουργό Εξωτερικών και μόνιμο αντιπρόσωπο της Τουρκίας στον ΟΗΕ. Σύμφωνα με δημοσίευμα της “Καθημερινής”, η τουρκική διπλωματία είχε ήδη πραγματοποιήσει διερευνητικές επαφές με τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας. Το Associated Press ανέφερε επίσης ότι το ενδεχόμενο υποψηφιότητάς του συζητήθηκε στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ στη Νέα Υόρκη. Μέχρι στιγμής, πάντως, δεν έχει κατατεθεί επίσημη τουρκική υποψηφιότητα.

Ο Σινιρλίογλου διαθέτει μακρά διπλωματική εμπειρία και ισχυρό δίκτυο διεθνών επαφών. Η ανάδειξή του στη Γενική Γραμματεία του ΟΑΣΕ, τον Δεκέμβριο του 2024, αποτέλεσε προϊόν ευρύτερης διπλωματικής συμφωνίας, στην οποία είχε συναινέσει και η Ελλάδα. Η συγκεκριμένη επιλογή αποκτά σήμερα ιδιαίτερη σημασία, καθώς ο Τούρκος διπλωμάτης ενδέχεται να αξιοποιήσει το θεσμικό κύρος που απέκτησε στον ΟΑΣΕ για τη διεκδίκηση μιας σημαντικότερης διεθνούς θέσης.

Εδώ ακριβώς ανακύπτει το ζήτημα της ελληνικής στάσης. Η Αθήνα γνώριζε το διπλωματικό παρελθόν του Σινιρλίογλου και τον ενεργό ρόλο του στην προβολή των τουρκικών θέσεων για τις θαλάσσιες ζώνες στην Ανατολική Μεσόγειο. Ως μόνιμος αντιπρόσωπος της Τουρκίας στον ΟΗΕ είχε διαβιβάσει επιστολές με τις οποίες η Άγκυρα ανέπτυσσε τις διεκδικήσεις της, αμφισβητώντας ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα. Παρά ταύτα, η ελληνική κυβέρνηση συναίνεσε στην ανάδειξή του στην ηγεσία του ΟΑΣΕ, στο πλαίσιο της ευρύτερης ελληνοτουρκικής προσέγγισης.

Η επιλογή αυτή μπορεί να εξηγηθεί από την επιδίωξη διατήρησης ενός λειτουργικού διαλόγου με την Άγκυρα και από τις ισορροπίες που απαιτούσε η συμφωνία για την ηγεσία του ΟΑΣΕ. Δεν παύει, ωστόσο, να εγείρει ερωτήματα για τη στάθμιση των μακροπρόθεσμων συνεπειών της. Διότι η Ελλάδα συνέβαλε στην αναβάθμιση του διεθνούς κύρους ενός διπλωμάτη του οποίου την προηγούμενη δραστηριότητα επικαλείται σήμερα ως λόγο επιφύλαξης απέναντι στο ενδεχόμενο ανάδειξής του στην κορυφή του ΟΗΕ.

Η Αθήνα βρίσκεται έτσι αντιμέτωπη με μια εμφανή πολιτική αντίφαση. Εάν αποφασίσει να αντιταχθεί σε ενδεχόμενη υποψηφιότητα Σινιρλίογλου, θα κληθεί να εξηγήσει γιατί τα ίδια στοιχεία που σήμερα προκαλούν προβληματισμό δεν είχαν θεωρηθεί επαρκή για να αποτρέψουν την ελληνική συναίνεση στον ΟΑΣΕ. Εάν, αντιθέτως, επιλέξει να μην αντιδράσει, θα ανακύψει το ερώτημα κατά πόσον η πολιτική των χαμηλών τόνων στις ελληνοτουρκικές σχέσεις υπερισχύει της ανάγκης προσεκτικής αξιολόγησης προσώπων που διεκδικούν κορυφαίες διεθνείς θέσεις.

Βεβαίως, η συναίνεση στην επιλογή Γενικού Γραμματέα ενός περιφερειακού οργανισμού δεν συνεπάγεται αυτομάτως υποστήριξη του ίδιου προσώπου για την ηγεσία των Ηνωμένων Εθνών. Οι δύο θέσεις διαφέρουν ως προς τις αρμοδιότητες, τη διεθνή βαρύτητα και τις πολιτικές προϋποθέσεις επιλογής. Ωστόσο, η διάκριση αυτή δεν αναιρεί την ανάγκη εξήγησης της προηγούμενης ελληνικής απόφασης, ούτε απαλλάσσει την Αθήνα από την υποχρέωση συνεπούς αξιολόγησης των διπλωματικών της επιλογών.

Η ελληνική κυβέρνηση δεν έχει μέχρι στιγμής τοποθετηθεί επισήμως κατά του Σινιρλίογλου. Το υπουργείο Εξωτερικών έχει περιοριστεί στην επισήμανση ότι η Ελλάδα, ως εκλεγμένο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας για τη διετία 2025–2026 και προεδρεύουσα κατά τον Οκτώβριο, εργάζεται για την επίτευξη των αναγκαίων συγκλίσεων. Πρόκειται για θεσμικά ορθή τοποθέτηση, η οποία, ωστόσο, δεν απαντά στο πολιτικό ερώτημα που ενδέχεται να τεθεί εφόσον η Άγκυρα επισημοποιήσει την υποψηφιότητα.

Η τουρκική προσπάθεια αντιμετωπίζει, πάντως, σημαντικά εμπόδια. Η άτυπη πρακτική της γεωγραφικής εναλλαγής ενισχύει αυτή τη φορά τις υποψηφιότητες από τη Λατινική Αμερική, ενώ αυξάνονται οι πιέσεις για την ανάδειξη γυναίκας στη Γενική Γραμματεία, για πρώτη φορά στην ιστορία του Οργανισμού. Επιπλέον, σύμφωνα με το Associated Press, μια ενδεχόμενη υποψηφιότητα Σινιρλίογλου θα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις από την Ελλάδα και το Ισραήλ. Καθοριστική, ωστόσο, παραμένει η στάση των πέντε μονίμων μελών, καθώς για την επιλογή απαιτούνται τουλάχιστον εννέα θετικές ψήφοι και απουσία βέτο.

Για την Τουρκία, ακόμη και η διερεύνηση της υποψηφιότητας εντάσσεται στην προσπάθεια ενίσχυσης της παρουσίας της στην ηγεσία διεθνών οργανισμών. Για την Ελλάδα, αντίθετα, η υπόθεση αποτελεί δοκιμασία της συνέπειας με την οποία συνδέει την πολιτική ελληνοτουρκικής προσέγγισης με την προάσπιση των εθνικών της θέσεων.

Το ουσιαστικό ζήτημα δεν είναι η τουρκική εθνικότητα του Σινιρλίογλου, αλλά η πολιτική διαδρομή του και ο τρόπος με τον οποίο η Αθήνα αξιολόγησε τις συνέπειες της προηγούμενης συναίνεσής της. Η διπλωματία προϋποθέτει συμβιβασμούς, όχι όμως επιλογές των οποίων οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις παραμένουν ανεξήγητες. Και στην περίπτωση αυτή, η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να αποσαφηνίσει εάν η στήριξη στον ΟΑΣΕ υπήρξε συνειδητή στρατηγική επιλογή με συγκεκριμένα ανταλλάγματα ή μια κίνηση καλής θέλησης, χωρίς επαρκή πρόβλεψη για την περαιτέρω διεθνή αναβάθμιση του Τούρκου διπλωμάτη.

Η ενδεχόμενη υποψηφιότητα Σινιρλίογλου δεν έχει ακόμη επισημοποιηθεί. Έχει, όμως, ήδη αναδείξει ένα ευρύτερο πρόβλημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής: την ανάγκη οι βραχυπρόθεσμοι διπλωματικοί χειρισμοί να εντάσσονται σε μια συνεκτική στρατηγική, ώστε οι σημερινές παραχωρήσεις να μη μετατρέπονται σε αυριανά διλήμματα.

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,000ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα