του Θεόδωρου Ατματζίδη, Υποστρατήγου ε.α.
Εισαγωγή
Η Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα (7–8 Ιουλίου 2026) σηματοδοτεί μία σημαντική καμπή στις σχέσεις Ηνωμένων Πολιτειών–Τουρκίας. Παρότι η επίσημη ατζέντα της Συνόδου επικεντρώνεται στην ενίσχυση της συλλογικής άμυνας της Συμμαχίας, στις αμυντικές δαπάνες και στη συνεχιζόμενη υποστήριξη προς την Ουκρανία, η πολιτική διάσταση των επαφών μεταξύ του Προέδρου των ΗΠΑ Donald Trump και του Προέδρου της Τουρκίας Recep Tayyip Erdoğan έχει προκαλέσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.¹
- Ο Erdoğan ως βασικός στρατηγικός συνομιλητής
Το σημαντικότερο ίσως, μέχρι τώρα, πολιτικό συμπέρασμα της Συνόδου δεν είναι κάποια συγκεκριμένη συμφωνία, αλλά η σαφής αναβάθμιση της Τουρκίας στη στρατηγική σκέψη της Ουάσιγκτον.
Η κυβέρνηση Trump φαίνεται να αντιμετωπίζει πλέον την Τουρκία ως απαραίτητο γεωπολιτικό εταίρο για τη διαχείριση της Μέσης Ανατολής, της Μαύρης Θάλασσας και της Ανατολικής Μεσογείου.²
Σε αντίθεση με την περίοδο 2019–2024, όπου κυριαρχούσαν οι διαφωνίες για τους πυραύλους S-400 και τις κυρώσεις CAATSA, σήμερα παρατηρείται μία περισσότερο πραγματιστική προσέγγιση, στην οποία υπερισχύουν οι γεωπολιτικές ανάγκες έναντι των προηγούμενων πολιτικών αντιπαραθέσεων.³

- Η Συρία ως κεντρικός άξονας της νέας σχέσης
Η Συρία αποτελεί τον σημαντικότερο λόγο αυτής της επαναπροσέγγισης.
Σύμφωνα με αναλύσεις των Brookings Institution και Chatham House, η Ουάσιγκτον φαίνεται να επιδιώκει τη μεταφορά μεγαλύτερου μέρους της ευθύνης ασφαλείας προς την Άγκυρα, περιορίζοντας την ανάγκη διατήρησης σημαντικών αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στη βόρεια Συρία.⁴
Η Τουρκία εμφανίζεται πλέον ως ο βασικός περιφερειακός παράγοντας που μπορεί να:
- διατηρήσει σχετική σταθερότητα,
- περιορίσει την ιρανική επιρροή,
- ελέγξει την αναβίωση του ISIS,
- λειτουργήσει ως αντίβαρο στη ρωσική παρουσία.
- Το Κουρδικό
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεταβολή της αμερικανικής στάσης απέναντι στις κουρδικές οργανώσεις.
Οι περισσότερες αναλύσεις συγκλίνουν ότι οι ΗΠΑ δεν εγκαταλείπουν πλήρως τους Κούρδους συμμάχους τους, ωστόσο η διατήρηση της στρατηγικής συνεργασίας με την Τουρκία φαίνεται πλέον να αποτελεί υψηλότερη προτεραιότητα.⁵
Η εξέλιξη αυτή συνιστά μία από τις σημαντικότερες ανακατατάξεις της αμερικανικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή κατά την τελευταία δεκαετία.

- Η Τουρκία ως περιφερειακή δύναμη
Ο Erdoğan δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως ηγέτης ενός κράτους-μέλους του ΝΑΤΟ.
Η Ουάσιγκτον φαίνεται να του αναγνωρίζει ρόλο περιφερειακού διαχειριστή ασφαλείας (regional security manager), με δυνατότητα παρέμβασης:
- στη Συρία,
- στον Νότιο Καύκασο,
- στη Μαύρη Θάλασσα,
- στην Ανατολική Μεσόγειο,
- αλλά και στις ισορροπίες μεταξύ αραβικών κρατών και Ιράν.⁶
- Τα F-35 και η αποκατάσταση των σχέσεων
Η πρόθεση της κυβέρνησης Trump να επανεξετάσει το ζήτημα της συμμετοχής της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35 αποτελεί σαφή ένδειξη βελτίωσης των διμερών σχέσεων.
Παρά τα σημαντικά πολιτικά και θεσμικά εμπόδια που εξακολουθούν να υφίστανται στο αμερικανικό Κογκρέσο, η ίδια η έναρξη αυτής της συζήτησης θεωρείται από αρκετούς αναλυτές ως ένδειξη σημαντικής στρατηγικής μεταβολής.⁷

6. Ο παράγοντας Ισραήλ και τα όρια της αμερικανοτουρκικής προσέγγισης
Ένας από τους σημαντικότερους περιοριστικούς παράγοντες στην περαιτέρω εμβάθυνση των σχέσεων ΗΠΑ–Τουρκίας είναι το Ισραήλ. Παρά τη στενή προσωπική σχέση που φαίνεται να διατηρεί ο Donald Trump με τον Recep Tayyip Erdoğan, η στρατηγική σχέση ΗΠΑ–Ισραήλ εξακολουθεί να αποτελεί θεμελιώδη πυλώνα της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. 9
Η κυβέρνηση του Ισραήλ αντιμετωπίζει με εμφανή επιφυλακτικότητα κάθε ενδεχόμενο σημαντικής στρατηγικής αναβάθμισης της Τουρκίας. Οι βασικές ανησυχίες σχετίζονται με τη ρητορική του Erdoğan απέναντι στο Ισραήλ μετά τον πόλεμο στη Γάζα, τις σχέσεις της Άγκυρας με τη Hamas και τον φόβο ότι μια ισχυρότερη τουρκική παρουσία στη Συρία θα μπορούσε να περιορίσει την επιχειρησιακή ελευθερία δράσης των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων εναντίον ιρανικών και φιλοϊρανικών στόχων. 10
Ταυτόχρονα, αρκετά αμερικανικά think tanks επισημαίνουν ότι η Ουάσιγκτον επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα σε δύο στρατηγικούς εταίρους, αποφεύγοντας να μετατρέψει την αναβάθμιση της Τουρκίας σε εξέλιξη που θα υπονόμευε τις σχέσεις ασφαλείας με το Ισραήλ. Ως εκ τούτου, η αμερικανική πολιτική φαίνεται να επιδιώκει μια δύσκολη ισορροπία, στην οποία τόσο η Άγκυρα όσο και η Ιερουσαλήμ θεωρούνται απαραίτητοι αλλά όχι ταυτόσημοι εταίροι. 11
7. Επιπτώσεις για την Ελλάδα
Η αναβάθμιση της Τουρκίας δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκην άμεση στρατηγική υποβάθμιση της Ελλάδας αλλά είναι κάτι που πρέπει να παρακολουθούμε με ιδιαίτερη προσοχή και επαγρύπνηση. Η Ελλάδα εξακολουθεί να θεωρείται από τις ΗΠΑ αξιόπιστος σύμμαχος (και για αρκετούς δεδομένος), κυρίως λόγω της σταθερότητας της εξωτερικής της πολιτικής, των στρατιωτικών υποδομών που διαθέτει και της γεωγραφικής της θέσης στην Ανατολική Μεσόγειο.⁴
Ωστόσο, από την ανάγνωση των μέχρι σήμερα εξελίξεων, προκύπτει ότι οι ελληνοτουρκικές διαφορές και ειδικότερα τα ζητήματα του Αιγαίου δεν φαίνεται να αποτελούν κορυφαία προτεραιότητα της κυβέρνησης Trump. Η αμερικανική προσοχή εστιάζεται πρωτίστως στη Συρία, στο Ιράν, στη συνοχή του ΝΑΤΟ, στη Μαύρη Θάλασσα και στη γενικότερη αρχιτεκτονική ασφαλείας της Μέσης Ανατολής.⁵
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αρκετοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα κινδυνεύει να θεωρηθεί από την Ουάσιγκτον ως ένας σταθερός και προβλέψιμος σύμμαχος, του οποίου η στρατηγική κατεύθυνση θεωρείται δεδομένη. Η αντίληψη αυτή ενδέχεται να μειώνει την πολιτική πίεση που αισθάνεται η αμερικανική πλευρά να ανταποκριθεί άμεσα στις ελληνικές ανησυχίες, ιδιαίτερα όταν αυτές συγκρούονται με την επιδίωξη διατήρησης μιας λειτουργικής σχέσης με την Τουρκία.⁶
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ΗΠΑ υιοθετούν απόλυτα τις τουρκικές θέσεις ούτε ότι εκαταλείπουν τις σχέσεις τους με την Ελλάδα. Υποδηλώνει όμως μια ιεράρχηση προτεραιοτήτων, στην οποία η διαχείριση των ευρύτερων περιφερειακών κρίσεων φαίνεται, τουλάχιστον στην παρούσα συγκυρία, να υπερισχύει της ενεργού ενασχόλησης με τις ελληνοτουρκικές διαφορές.⁷ Για αυτό η χώρα μας και ιδιαίτερα η στρατηγική της εξωτερικής μας πολιτικής πρέπει να είναι ξεκάθαρη με σαφή σχεδιασμό και προσανατολισμό και επιβάλλεται να είναι στην μέγιστη εγρήγορση και ετοιμότητα.
Βιβλιογραφία
¹ Reuters, NATO leaders meet in Ankara as US ceasefire with Iran teeters, 8 Ιουλίου 2026· NATO, Overview – 2026 NATO Summit in Ankara, 7–8 Ιουλίου 2026.
² Reuters, NATO Ankara summit: who’s going and what to expect, 6 Ιουλίου 2026.
³ Reuters, Gray & Bayer, NATO leaders including Trump to affirm “ironclad commitment”…, 3 Ιουλίου 2026.
⁴ Brookings Institution, A Rebalancing NATO Gathers in Ankara, Ιούλιος 2026· Chatham House, The Security and Defence Implications of the NATO Summit, 8 Ιουλίου 2026.
⁵ Associated Press, The Latest: US strikes Iran as Trump meets with NATO leaders in Turkey, 8 Ιουλίου 2026.
⁶ Financial Times, Trump signals reversal of Turkey F-35 ban, 8 Ιουλίου 2026.
⁷ Reuters, NATO to unveil big arms deals in Ankara before summit with Trump, 7 Ιουλίου 2026.
⁸ Reuters, Kremlin says Russia will follow NATO summit closely, 7 Ιουλίου 2026· NATO, Overview – 2026 NATO Summit in Ankara.
9 The Washington Institute for Near East Policy. Turkey, Israel and the Changing Balance in the Middle East. 2025–2026.
10 Foundation for Defense of Democracies. Israel’s Security Concerns Regarding U.S.–Turkey Rapprochement. 2026.
11 Center for Strategic and International Studies. Balancing Turkey and Israel in U.S. Strategy. 2026.
Θεόδωρος Ατματζίδης
Ο Υποστράτηγος ε.α. Θεόδωρος Ατματζίδης, έχει υπηρετήσει σε ανώτατες θέσεις στρατηγικής ασφάλειας, πληροφοριών, διοίκησης και διεθνών σχέσεων, με πολυετή υπηρεσία στο ΝΑΤΟ, στο ΓΕΣ και στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας. Υπηρέτησε ως Director – Assistant Chief of Staff (ACOS) (2019–2021), καθώς και ως Executive Officer στο Public Affairs Office (2006–2009) στο NATO SHAPE Mons- Βέλγιο , με ευθύνη στη στρατηγική επικοινωνία και διεθνή εκπροσώπηση. Διετέλεσε επίσης ως Τμηματάρχης στην Διεύθυνση Εξοπλισμών του ΓΕΣ , ως Διευθυντής Πληροφοριών και Ασφάλειας και Διευθυντής Αντικατασκοπείας στο ΓΕΕΘΑ, ενώ έχει διατελέσει και καθηγητής στη Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Διαθέτει μεταπτυχιακούς τίτλους στις Στρατηγικές Σπουδές και στη Διοίκηση .



Μου άρεσε όλο το υπ’ α .α 7 ως ρεαλιστικό κείμενο .
Φυσικά δεν άρεσε στους Έλληνες φίλους-από την ανάποδη -(και είναι πολλοί) της σημερινής ελληνικής κυβέρνησης. Αυτή είναι όμως η ζωή .
Σταύρος Αθαν. Ναλμπάντης
Η εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ διαμορφώνεται από τέσσερις πυλώνες: Τον Πρόεδρο, το Κογκρέσο, το ΥΠΕΞ (διπλωμάτες) και το Υπουργείο Άμυνας (στρατιωτικοί). Η θεσμική μνήμη των ΗΠΑ εκτός του προέδρου είναι επιφυλακτική έως και αντίθετη με την πολιτική του Ερντογάν και τα πάρε δώσε με Ρωσία και Ιράν.
Όποτε η παρούσα σχέση των προέδρων είναι ευκαιριακή και χωρίς αντίκρισμα. Σε κάποια από τις συναντήσεις τους ο Τραμπ είχε καρφίτσα το F35 αλλά δεν έγινε τίποτα.
Ο χρόνος θα δείξει αν η Τουρκία έχει κερδίσει ή χάσει από την αμφιλεγόμενη πολιτική που ακολουθεί. Μια πρώτη ανάγνωση λέει ότι έχει ξεμείνει από αεροπορία και πέτυχε την επαναλειτουργία της γραμμής παραγωγής των eurofighter στην Μεγάλη Βρετανία για 20 αεροσκάφη! Κάποιοι μιλούν για κατάντια.
Αυτό που έχει χάσει επίσης είναι το trust το οποίο στις διεθνείς σχέσεις είναι καθοριστικός παράγοντας.
Η Ελλάδα θα πρέπει να σκέφτεται την παρούσα κατάσταση αλλά κυρίως την μετά – Τραμπ, Ερντογάν και Νετανιάχου εποχή.
Συμφωνώ απόλυτα…και κυρίως η κυβέρνηση..την μετά Νετανιάχου εποχή.. που δεν θα έχει υποστήριξη…