Λ. Τσουλφίδης: Χρέος, επιτόκια και αγορές: Η μετάβαση στη νέα πραγματικότητα

Δευτέρα 27/07/2026, 08:40
ΛΕΥΤΕΡΗΣ ΤΣΟΥΛΦΙΔΗΣ

 

Το δημόσιο χρέος αποτελεί σήμερα μία από τις σημαντικότερες προκλήσεις της παγκόσμιας οικονομίας. Δεν αφορά πλέον μόνο τους παραδοσιακούς «συνήθεις υπόπτους», αλλά και οικονομίες που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν δημοσιονομικά υπεράνω υποψίας. Στις ΗΠΑ, το χρέος ανέρχεται στο 126% του ΑΕΠ, υπερβαίνοντας το επίπεδο του 119,1% του 1947. Η σύγκριση των δύο αυτών περιόδων αποκαλύπτει μια δομική διαφοροποίηση: το 1947 το χρέος ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της πολεμικής προσπάθειας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, και η σταδιακή αποκλιμάκωσή του θεωρούνταν βέβαιη λόγω της ειρηνικής οικονομικής ανασυγκρότησης. Σήμερα, αντιθέτως, οι εκτιμήσεις δείχνουν διαρκή ανοδική τροχιά, η οποία συμπαρασύρει και τα επιτόκια. Η εξέλιξη αυτή τροφοδοτείται από αυξανόμενες κρατικές δανειακές ανάγκες για την αντιμετώπιση των γεωπολιτικών εντάσεων, την ενίσχυση των στρατιωτικών δαπανών, τις επενδύσεις της ενεργειακής μετάβασης, τη δημογραφική γήρανση και τις επίμονες πληθωριστικές πιέσεις. Υπό αυτές τις συνθήκες, η επιστροφή στο καθεστώς των εξαιρετικά χαμηλών επιτοκίων της περιόδου 1982–2022 καθίσταται ολοένα και λιγότερο εφικτή.

Σημειωτέον ότι, πριν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008–2009, κυριαρχούσε στη διεθνή οικονομική συζήτηση η αντίληψη ότι τα πολύ υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους περιόριζαν σημαντικά τις αναπτυξιακές προοπτικές και αύξαναν τον κίνδυνο δημοσιονομικών κρίσεων. Η άποψη αυτή ενισχύθηκε τόσο από μελέτες του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου όσο και από σημαντικό μέρος της σχετικής βιβλιογραφίας. Χαρακτηριστική υπήρξε η μελέτη των Reinhart και Rogoff (2010), σύμφωνα με την οποία όταν το δημόσιο χρέος υπερέβαινε το 90% του ΑΕΠ, οι ρυθμοί οικονομικής ανάπτυξης επιβραδύνονταν αισθητά. Ωστόσο, η μελέτη αυτή δέχθηκε στη συνέχεια έντονη κριτική, καθώς διαπιστώθηκαν σφάλματα στον υπολογισμό των στοιχείων, επιλεκτική χρήση δεδομένων και μεθοδολογικές αδυναμίες, γεγονός που αμφισβήτησε ότι το 90% είναι πράγματι το  «κατώφλι» χρέους που απαιτεί παρέμβαση. Η κριτική αυτή ενισχύθηκε από μεταγενέστερες εμπειρικές έρευνες, οι οποίες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η σχέση μεταξύ δημόσιου χρέους και οικονομικής ανάπτυξης είναι περισσότερο σύνθετη και εξαρτάται από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά κάθε οικονομίας. Η ελληνική εμπειρία μετά το 2010 ανέδειξε με τον πιο εμφατικό τρόπο ότι το ύψος του χρέους αποτελεί ασφαλώς σημαντικό παράγοντα, αλλά δεν αρκεί από μόνο του για να εξηγήσει την εκδήλωση μιας κρίσης. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζουν η εξέλιξη των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, η σχέση μεταξύ του επιτοκίου δανεισμού και του ρυθμού οικονομικής μεγέθυνσης, η διάρθρωση του χρέους, η αξιοπιστία της οικονομικής πολιτικής και οι θεσμικοί περιορισμοί, όπως εκείνοι που επιβάλλει η συμμετοχή σε μια νομισματική ένωση.

Σήμερα, η διεθνής οικονομία εισέρχεται σε μια νέα φάση, όπου δημόσιο χρέος και επιτόκια αλληλοτροφοδοτούνται. Οι αυξημένες δανειακές ανάγκες των κρατών δυσκολεύουν την επιστροφή των κεντρικών τραπεζών σε περιβάλλον πολύ χαμηλών επιτοκίων, χωρίς να τεθούν σε κίνδυνο η σταθερότητα των τιμών και η αξιοπιστία της νομισματικής πολιτικής. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed), όπως και οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες, καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη συγκράτηση του πληθωρισμού και τον έλεγχο του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους. Ο Τζερόμ Πάουελ, ο οποίος τοποθετήθηκε στη θέση του Προέδρου της Fed από τον Ντόναλντ Τραμπ κατά την πρώτη του θητεία, δέχθηκε έντονες πολιτικές πιέσεις για μειώσεις επιτοκίων. Ο αντικαταστάτης του, Κέβιν Γουόρς, δεν μπορεί να αναμετρηθεί με τις ‘αγορές’, οι οποίες ισχυροποιήθηκαν ακόμη περισσότερο συνεπεία της περεταίρω αύξησης του δημόσιου χρέους και ο κίνδυνος αναζωπύρωσης των πληθωριστικών πιέσεων περιορίζουν τα περιθώρια νομισματικής χαλάρωσης και καθιστούν αναγκαία ακόμη και μια νέα αύξηση των επιτοκίων.

Οι συνέπειες είναι ήδη ορατές στις αγορές: η απόδοση του δεκαετούς αμερικανικού ομολόγου (i) ξεπέρασε τη σχέση κερδών (e) προς τιμή (p) των εταιρειών του δείκτη S&P 500. Ιστορικά, οι μετοχές προσφέρουν υψηλότερη αναμενόμενη απόδοση (e/p > i) λόγω του αναλαμβανόμενου ρίσκου. Η αντιστροφή αυτή (e/p i), που καταγράφεται ήδη από το 2022 και αναφέρθηκα σε αυτήν ήδη, συνιστά ανισορροπία, η οποία ιστορικά προαναγγέλλει σοβαρά προβλήματα ενώ η  αποκατάσταση της ισορροπίας μπορεί να προκύψει με τρεις τρόπους:
  1. Μείωση των μακροπρόθεσμων επιτοκίων πράγμα που είναι αδύνατο όσο οι δημόσιες δανειακές ανάγκες παραμένουν αυξανόμενες.
  2. Ταχύτερη αύξηση των κερδών (e) έναντι των τιμών των μετοχών (p): πρόκειται για το αισιόδοξο σενάριο στο οποίο ποντάρει η πλειοψηφία των επενδυτών, προσδοκώντας ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα ενισχύσει την παραγωγικότητα, θα μειώσει το κόστος και θα αυξήσει τα κέρδη.
  3. Μεγάλη πτώση των τιμών των μετοχών (p), τόσο μεγάλη όση χρειάζεται προκειμένου να αποκαταστήσει την ισορροπία μεταξύ μετοχών και ομολόγων.
Ο τρίτος τρόπος κατά τη γνώμη μας είναι ο πιο πιθανός και θυμίζει τις περιόδους του 1929, 1966, 1987, 2001 και του 2008-2009, όταν επίσης επικρατούσε η συνθήκη e/p i. Συμπερασματικά, η παγκόσμια οικονομία μεταβαίνει από την εποχή του «φθηνού χρήματος» σε εκείνη του «ακριβού χρέους», με επιπτώσεις για κυβερνήσεις, αγορές, επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

 

* Ο Λευτέρης Τσουλφίδης είναι Αφ. Καθηγητής ΠΑΜΑΚ. 

moneyreview.gr

 

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,100ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα