Levent Kenez / Στοκχόλμη
Η σχεδιαζόμενη μεταβίβαση αμερικανικής κατασκευής οπλικών συστημάτων αξίας 283 εκατομμυρίων δολαρίων από την Τουρκία στην Ουκρανία προκάλεσε αυστηρή προειδοποίηση από τη Μόσχα. Η εξέλιξη προσθέτει ένα ακόμη σημείο έντασης στις σχέσεις μεταξύ της Άγκυρας και του Κρεμλίνου, καθώς ο πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ενισχύει τους δεσμούς του με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και η Τουρκία περιορίζει μέρος της ενεργειακής εξάρτησής της από τη Ρωσία.
Η προτεινόμενη μεταβίβαση περιλαμβάνει 70 τακτικούς βαλλιστικούς πυραύλους M39 ATACMS, 12 πολλαπλούς εκτοξευτές πυραύλων M270, 2.524 ρουκέτες M26 και 47.000 βλήματα πυροβολικού M509A1 των 203 χιλιοστών. Το αμερικανικό Υπουργείο Εξωτερικών ενημέρωσε το Κογκρέσο για την προτεινόμενη μεταβίβαση τον Αύγουστο, αναφέροντας την Τουρκία ως χώρα μεταβίβασης και την Ουκρανία ως αποδέκτη.
Το πακέτο αποτελεί τη μεγαλύτερη στρατιωτική μεταβίβαση προς την Ουκρανία που έχει προτείνει η Τουρκία από τότε που η Ρωσία εξαπέλυσε την πλήρους κλίμακας εισβολή της τον Φεβρουάριο του 2022. Οι πύραυλοι M39 ATACMS έχουν βεληνεκές περίπου 165 χιλιομέτρων και μπορούν να χρησιμοποιηθούν εναντίον στόχων πίσω από τη γραμμή του μετώπου. Κάθε πύραυλος μεταφέρει 950 υποπυρομαχικά M74.
Η Ρωσία αντέδρασε στο σχέδιο. Η εκπρόσωπος του ρωσικού Υπουργείου Εξωτερικών Μαρία Ζαχάροβα δήλωσε στις 15 Αυγούστου ότι η μεταβίβαση θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρή ζημιά στις σχέσεις της Μόσχας τόσο με την Άγκυρα όσο και με την Ουάσιγκτον. Ζήτησε επίσης εξηγήσεις από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Τουρκία σχετικά με τη σχεδιαζόμενη αποστολή.
Η ρωσική αντίδραση εκδηλώνεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι σχέσεις της Άγκυρας με την Ουάσιγκτον έχουν γίνει στενότερες, στη διάρκεια της δεύτερης προεδρικής θητείας του Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει αναπτύξει στενή σχέση με τον Ερντογάν και έχει υποστηρίξει την ενίσχυση της αμυντικής συνεργασίας με την Τουρκία.
Την ίδια στιγμή, οι απευθείας επαφές του Ερντογάν με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν έχουν γίνει λιγότερο συχνές. Σύμφωνα με τη Διεύθυνση Επικοινωνίας της Τουρκικής Προεδρίας, η τελευταία τηλεφωνική συνομιλία των δύο ηγετών πραγματοποιήθηκε στις 3 Απριλίου. Συζήτησαν τις διμερείς σχέσεις, καθώς και περιφερειακά και παγκόσμια ζητήματα. Ο Ερντογάν δήλωσε επίσης ότι η Τουρκία επιθυμεί να αποτρέψει περαιτέρω κλιμάκωση του ρωσοουκρανικού πολέμου και κάλεσε όλες τις πλευρές να αποφεύγουν ενέργειες που θα μπορούσαν να αυξήσουν την ένταση.

Η προτεινόμενη μεταβίβαση όπλων στην Ουκρανία εντάσσεται σε μια ευρύτερη μεταβολή των στρατιωτικών σχέσεων της Τουρκίας με το Κίεβο. Από την έναρξη του πολέμου, η Τουρκία υποστηρίζει την εδαφική ακεραιότητα της Ουκρανίας, διατηρώντας παράλληλα διπλωματικές επαφές με τη Μόσχα.
Η σχεδιαζόμενη μεταβίβαση αφορά οπλικά συστήματα αμερικανικής προέλευσης που βρίσκονται ήδη στην Τουρκία. Επειδή τα όπλα είχαν αρχικά παραχωρηθεί από τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Άγκυρα χρειάζεται την έγκριση της Ουάσιγκτον για τη μεταβίβασή τους σε τρίτη χώρα. Η αμερικανική κυβέρνηση ενημέρωσε το Κογκρέσο ότι είναι διατεθειμένη να εγκρίνει τη μεταβίβαση. Το Κογκρέσο διαθέτει προθεσμία 15 ημερών για να εξετάσει την πρόταση και να προβάλει αντιρρήσεις. Εάν δεν εμποδίσει τη μεταβίβαση εντός της συγκεκριμένης περιόδου, η διαδικασία μπορεί να προχωρήσει.
Η Τουρκία έχει δηλώσει ότι σκοπός της μεταβίβασης είναι να περιορίσει το απόθεμα παλαιότερου αμυντικού υλικού και να κατευθύνει οικονομικούς πόρους προς τον εκσυγχρονισμό και τη συντήρηση των υφιστάμενων συστημάτων της. Σύμφωνα με την αμερικανική γνωστοποίηση, η Ουκρανία επιθυμεί να αποκτήσει τα όπλα προκειμένου να ενισχύσει τις επιθετικές και αμυντικές δυνατότητες υποστήριξης πυρός που διαθέτει απέναντι στη Ρωσία.
Το πακέτο περιλαμβάνει επίσης πυρομαχικά διασποράς. Οι 2.524 ρουκέτες M26 και τα 47.000 βλήματα πυροβολικού, μαζί με τους πυραύλους ATACMS, περιέχουν συνολικά περισσότερα από 10 εκατομμύρια εκρηκτικά υποπυρομαχικά. Η Σύμβαση του 2008 για τα Πυρομαχικά Διασποράς απαγορεύει στα συμβαλλόμενα μέρη τη χρήση, την παραγωγή, την αποθήκευση και τη μεταβίβαση τέτοιων όπλων. Η Τουρκία, η Ρωσία, η Ουκρανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι συμβαλλόμενα μέρη στη Σύμβαση.
Η Τουρκία είχε δηλώσει στο παρελθόν ότι δεν χρησιμοποιεί, δεν παράγει, δεν εισάγει και δεν μεταβιβάζει πυρομαχικά διασποράς. Η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Τουρκίας στη Γενεύη προέβη σε αυτή τη δήλωση το 2023 και επανέλαβε τη συγκεκριμένη θέση τον Σεπτέμβριο του 2024. Ως εκ τούτου, η προτεινόμενη μεταβίβαση επανέφερε τις προηγούμενες αυτές δηλώσεις στο επίκεντρο της προσοχής.
Η αυξανόμενη στρατιωτική απομάκρυνση από τη Μόσχα συνοδεύεται από μεταβολές στις ενεργειακές σχέσεις της Τουρκίας με τη Ρωσία, μολονότι η τελευταία εξακολουθεί να αποτελεί σημαντικό προμηθευτή. Η Τουρκία περιόρισε φέτος τις αγορές ρωσικού πετρελαίου και αύξησε τις προμήθειες από άλλες χώρες. Το Reuters μετέδωσε ότι οι τουρκικές εισαγωγές από ρωσικά λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας μειώθηκαν σε περίπου 900.000 τόνους τον Ιούλιο του 2026, από 1,2 εκατομμύρια τόνους τον Ιούνιο. Οι εισαγωγές αναμενόταν να μειωθούν περαιτέρω τον Αύγουστο, ενώ η Τουρκία αύξανε τις αγορές από προμηθευτές όπως η Βραζιλία και η Γουιάνα.
Η Τουρκία επιδιώκει επίσης τη διαφοροποίηση του εφοδιασμού της με φυσικό αέριο. Το ρωσικό φυσικό αέριο εξακολουθεί να καλύπτει σημαντικό μέρος του τουρκικού ενεργειακού μείγματος, αλλά η Άγκυρα έχει αυξήσει τη χρήση υγροποιημένου φυσικού αερίου και έχει συνάψει μακροπρόθεσμες συμβάσεις, μεταξύ άλλων με Αμερικανούς προμηθευτές. Το ρωσικό φυσικό αέριο που μεταφέρεται μέσω των αγωγών Blue Stream και TurkStream αντιπροσώπευε λιγότερο από το 40% του τουρκικού μείγματος φυσικού αερίου βάσει των συμβάσεων που συζητήθηκαν στα τέλη του 2025, έναντι ποσοστού άνω του 50% το 2018.
Η μεταβολή στις ενεργειακές αγορές συντελείται παρά τον συνεχιζόμενο ρόλο της Ρωσίας στις ενεργειακές υποδομές της Τουρκίας. Η ρωσική κρατική εταιρεία πυρηνικής ενέργειας Rosatom κατασκευάζει στο Μερσίν το πυρηνικό εργοστάσιο του Ακούγιου, την πρώτη εγκατάσταση αυτού του είδους στην Τουρκία. Το έργο αποτελείται από τέσσερις ρωσικής σχεδίασης αντιδραστήρες VVER-1200, συνολικής ισχύος 4,8 γιγαβάτ. Η Rosatom άρχισε τις διαδικασίες εκκίνησης της πρώτης μονάδας τον Ιούνιο, ενώ η θέση της σε εμπορική λειτουργία αναμένεται εντός του 2026.

Το Ακούγιου εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους τομείς μακροπρόθεσμης οικονομικής συνεργασίας μεταξύ Τουρκίας και Ρωσίας. Η Rosatom χρηματοδοτεί το έργο και έχει συζητήσει το ενδεχόμενο πώλησης ποσοστού έως και 49% σε τουρκικές εταιρείες. Η συμφωνία για την κατασκευή του έργου συνήφθη μεταξύ Άγκυρας και Μόσχας το 2010, ενώ οι κατασκευαστικές εργασίες άρχισαν το 2018.
Ο συνδυασμός των στενότερων σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας, της διευρυμένης στρατιωτικής υποστήριξης προς την Ουκρανία και της μείωσης των αγορών ρωσικής ενέργειας έχει μεταβάλει αρκετές πτυχές των σχέσεων μεταξύ Άγκυρας και Μόσχας. Παράλληλα, η Τουρκία εξακολουθεί να εξαρτάται από τη Ρωσία σε τομείς όπως το φυσικό αέριο και η πυρηνική ενέργεια.
Η προτεινόμενη μεταβίβαση όπλων προσέθεσε μια στρατιωτική διάσταση στις μεταβολές αυτές. Η δημόσια προειδοποίηση της Μόσχας διατυπώθηκε αφού ενημερώθηκε το αμερικανικό Κογκρέσο για τη σχεδιαζόμενη μεταβίβαση, αλλά πριν πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε παράδοση όπλων.
Για την Άγκυρα, η προτεινόμενη μεταβίβαση συνδέει την υποστήριξή της προς την Ουκρανία με τη διαρκώς στενότερη σχέση της με την Ουάσιγκτον. Για τη Μόσχα, η κίνηση πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία η Τουρκία εξακολουθεί να περιορίζει ορισμένες από τις αγορές ρωσικής ενέργειας, διατηρώντας ταυτόχρονα σημαντική ρωσική παρουσία στον τομέα της πυρηνικής ενέργειας.

Επί χρόνια, η Τουρκία επέμενε ότι δεν θα συμμετείχε στις δυτικές κυρώσεις, λόγω της εξάρτησής της από το ρωσικό φυσικό αέριο και τα έσοδα από τους Ρώσους τουρίστες. Πλέον, όμως, επιδιώκει να αποστασιοποιηθεί από τη Μόσχα στον τομέα του ενεργειακού εμπορίου, παρότι δεν έχει εφαρμόσει επισήμως τις κυρώσεις.
Η Τουρκία είχε επωφεληθεί από το φθηνό ρωσικό πετρέλαιο και είχε υποδεχθεί ρωσικές εταιρείες, αξιοποιώντας την εύνοια της Μόσχας χωρίς να προσχωρήσει στο δυτικό μέτωπο κατά της Ρωσίας. Αυτό επέτρεψε στην Άγκυρα να περιορίσει τις δαπάνες για πετρέλαιο και να εξασφαλίσει έσοδα εν μέσω νομισματικής κρίσης, καθώς η τουρκική λίρα είχε χάσει περισσότερο από το 28% της αξίας της έναντι του δολαρίου το 2022.
Ο πρόεδρος Ερντογάν είχε προβεί ακόμη και σε μια αμφιλεγόμενη δήλωση, σύμφωνα με την οποία οι πόρτες της Τουρκίας ήταν ανοικτές σε ρωσικούς επιχειρηματικούς ομίλους που επιδίωκαν να «σταθμεύσουν» τις εγκαταστάσεις τους στη χώρα. Το μήνυμα αυτό φαίνεται ότι εισακούστηκε, καθώς οι Ρώσοι κατέλαβαν την πρώτη θέση μεταξύ των ξένων επενδυτών στην Τουρκία το 2022, ιδρύοντας 1.363 κοινές επιχειρήσεις, έναντι μόλις 177 το 2021, κυρίως στους τομείς των ακινήτων και των επενδυτικών συμβουλευτικών υπηρεσιών.
Σύμφωνα με κοινή ανακοίνωση που εξέδωσαν το 2023 τα αμερικανικά υπουργεία Δικαιοσύνης, Εμπορίου και Οικονομικών, κακόβουλοι παράγοντες συνέχιζαν να επιχειρούν την παράκαμψη των κυρώσεων που σχετίζονται με τη Ρωσία, χρησιμοποιώντας συχνά μεσάζοντες ή κόμβους μεταφόρτωσης για να συγκαλύπτουν τις συναλλαγές και να αποκρύπτουν την ταυτότητα των Ρώσων τελικών χρηστών.
Η στροφή του προέδρου Ερντογάν προς τη Δύση δεν στερείται εσωτερικών πολιτικών κινήτρων. Η τουρκική αντιπολίτευση υποστηρίζει ότι ο Ερντογάν εδραιώνει την εξουσία του παραμερίζοντας τους εγχώριους αντιπάλους του μέσω φυλακίσεων ή άσκησης πίεσης και ότι η διατήρηση καλών σχέσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση συμβάλλει στον περιορισμό της δυτικής κριτικής για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Καθώς η τουρκική οικονομία βρίσκεται ήδη υπό πίεση, οποιαδήποτε σύγκρουση με τη Δύση θα μπορούσε να επιδεινώσει την κρίση, να προκαλέσει απότομη υποτίμηση του νομίσματος και να εντείνει περαιτέρω τις οικονομικές πιέσεις, καθιστώντας τη θέση του Ερντογάν ακόμη πιο επισφαλή.



Ο Ερντογαν φροντίζει την Τουρκία ελισσόμενος με εναλλασσόμενες συμμαχίες και διπλωματία εις βάρος των γειτόνων του που τους ανταγωνίζεται και θέλει να τους εκμεταλλευτεί!
Δυστυχώς για εμασ ο Μητσοτάκης δεν μπορεί να τον φτάσει!
Ρετζέπ Ταϊγίπ Έρντογαν, όχι Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν.