Ηρ. Γωνιάδης: Ως πότε θα πληρώνουμε ένσημα για τον Παράδεισο;

του Δρ. Ηρακλή Γωνιάδη, Οικονομολόγου

Υπάρχει μια φράση που θα μπορούσε να συνοψίζει την ιστορία μιας ολόκληρης κοινωνίας: «Τα ένσημα για τον Παράδεισο τα ’χω συμπληρωμένα».

Μόνο που εδώ δεν μιλάμε για τον Παράδεισο των θρησκειών ούτε και για τη μεταθανάτια ανταμοιβή των ενάρετων, αλλά για τον Παράδεισο της αξιοπρεπούς ύπαρξης. Για τη δυνατότητα ενός ανθρώπου να εργάζεται και να αμείβεται, να δημιουργεί και να απολαμβάνει τους καρπούς της δημιουργίας του, να γερνά χωρίς να φοβάται, να αρρωσταίνει χωρίς να καταστρέφεται οικονομικά, να μεγαλώνει τα παιδιά του χωρίς να αισθάνεται ότι τους κληροδοτεί την ανασφάλεια και την αδικία.

Μιλάμε, τελικά, για το δικαίωμα να ζεις χωρίς να χρειάζεται να αποδεικνύεις καθημερινά ότι το αξίζεις.

Κι όμως, για εκατομμύρια ανθρώπους, αυτός ο Παράδεισος παραμένει διαρκώς υπόσχεση, μια ελπίδα σε εκκρεμότητα  και ένας προορισμός μετατιθέμενος στο μέλλον, κάθε φορά που το παρόν γίνεται δυσκολότερο. Δούλεψε λίγο ακόμη, κάνε υπομονή, περίμενε να αναπτυχθεί η οικονομία, να αυξηθούν τα εισοδήματα, να αποδώσουν οι μεταρρυθμίσεις, να έρθει και η σειρά σου. Και, βέβαια, συνέχισε να πληρώνεις για μια πατρίδα όπου οι κυβερνώντες είναι αποκομμένοι από την πραγματικότητά σου.

Πλήρωνε με την εργασία σου, με τον χρόνο σου, με τους φόρους σου, με τις ασφαλιστικές σου εισφορές, με την αναβολή των αναγκών σου. Πλήρωνε με την αβεβαιότητα, με την εξάντληση, με την αίσθηση ότι, όσο κι αν προσπαθείς, ο στόχος απομακρύνεται. Πόσα ένσημα πρέπει να συγκεντρώσει ένας άνθρωπος για να αποκτήσει το αυτονόητο δικαίωμα σε μια αξιοπρεπή ζωή;

Το πρόβλημα δεν είναι ότι η κοινωνία απαιτεί συνεισφορά από τα μέλη της, καθώς η οργάνωσή της στηρίζεται στην εργασία, στη φορολογία, στην αλληλεγγύη και στην ανάληψη κοινών υποχρεώσεων. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η συνεισφορά γίνεται μονόδρομος, όταν οι υποχρεώσεις των πολλών είναι συγκεκριμένες και απαιτητές, ενώ οι υποχρεώσεις της εξουσίας απέναντί τους παραμένουν γενικόλογες υποσχέσεις.

Όταν ο πολίτης αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως φορολογούμενος, ασφαλισμένος, καταναλωτής και αριθμός σε έναν δημοσιονομικό πίνακα, αλλά σπανίως ως άνθρωπος με ανάγκες, όρια, φόβους και προσδοκίες, τότε μετατρέπεται σε υπήκοο. Τότε η πολιτική παύει να είναι η τέχνη της οργάνωσης μιας καλύτερης κοινής ζωής και μετατρέπεται σε διαχείριση αντοχών. Πόσο ακόμη μπορεί να πληρώνει ο υπήκοος, να περιμένει και να αντέχει χωρίς να αντιδρά; Η απάντηση εξαρτάται και από την απόσταση που χωρίζει τους κυβερνώντες από τους κυβερνώμενους..

Πολλοί από εκείνους που φτάνουν στις θέσεις λήψης αποφάσεων έχουν διαμορφωθεί μέσα σε περιβάλλοντα προστασίας, προνομίων και πρόσβασης σε ευκαιρίες οι οποίες δεν είναι εξίσου διαθέσιμες σε όλους. Έχουν μάθει να αντιλαμβάνονται την κοινωνία μέσα από θεσμούς, μηχανισμούς και αριθμούς, ενίοτε χωρίς να έχουν βιώσει από κοντά την αγωνία του ανθρώπου που μετρά τα χρήματα μέχρι το τέλος του μήνα, που περιμένει μια ιατρική εξέταση, που αδυνατεί να εξασφαλίσει στέγη ή που εργάζεται χωρίς να μπορεί να σχεδιάσει το αύριο.

Δεν είναι η προσωπική διαδρομή κάθε πολιτικού που καθορίζει την ποιότητα της πολιτικής του. Ούτε η προέλευση από ένα προνομιούχο περιβάλλον αποτελεί από μόνη της καταδίκη. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν εκείνος που αποκτά εξουσία μπορεί να υπερβεί τον κόσμο μέσα στον οποίο μεγάλωσε και να κατανοήσει τον κόσμο μέσα στον οποίο ζουν οι άλλοι.

Αν μπορεί να δει πίσω από τους αριθμούς τους ανθρώπους. Πίσω από το δημοσιονομικό αποτέλεσμα την κοινωνική του συνέπεια. Πίσω από μια απόφαση που χαρακτηρίζεται «αναγκαία» και το πραγματικό κόστος της για εκείνους με τις λιγότερες δυνατότητες να το απορροφήσουν.

Γιατί η πολιτική χωρίς ενσυναίσθηση δεν είναι ουδέτερη. Μπορεί να είναι τεχνικά επεξεργασμένη, να παρουσιάζεται ως ορθολογική και να συνοδεύεται από εντυπωσιακούς δείκτες με τη συνδρομή «αξιόπιστων» ιδρυμάτων ή συμβούλων. Αν, όμως, δεν αναμετριέται με τις συνθήκες της πραγματικής ζωής, κινδυνεύει να αναπαράγει τις ίδιες ανισότητες που υποτίθεται ότι καλείται να περιορίσει.

Και για να γίνουμε συγκεκριμένοι, τι βελτιώθηκε στην επταετία του «νέου» δρόμου προς τον Παράδεισο, όταν τα ένσημά μας οικειοποιούνται ξανά όσοι οχυρώνονται πίσω από τα προνόμια και το ακαταδίωκτο της εξουσίας; Για άλλη μια φορά, οι τροφοδότες του συστήματος εγκλωβίζονται σε ρόλο υπηκόου, βλέποντας τον κόπο τους να μεταγγίζεται προς όφελος μιας ελίτ η οποία κινεί τα νήματα πίσω από τις πολιτικές βιτρίνες.

Οι άνθρωποι που παράγουν τον πλούτο, συντηρούν τις υπηρεσίες, χρηματοδοτούν το κράτος και κρατούν την κοινωνία όρθια, ανακαλύπτουν ότι δεν έχουν την ίδια πρόσβαση στα αγαθά που η δική τους προσπάθεια καθιστά δυνατά. Ο πλούτος μπορεί να αυξάνεται χωρίς να μεταφράζεται σε ανάλογη ασφάλεια για όλους και οι ευκαιρίες να πολλαπλασιάζονται αλλά να παραμένουν άνισα κατανεμημένες. Η πρόοδος μπορεί να καταγράφεται στους δείκτες, ενώ απουσιάζει εμφατικά από την καθημερινότητα ενός σημαντικού μέρους της κοινωνίας, το οποίο αγγίζει το 27% για το 2025, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Eurostat.

Κάπως έτσι διαμορφώνεται ένας παράδοξος κοινωνικός καταμερισμός: κάποιοι σχεδιάζουν και απολαμβάνουν τον Παράδεισο, ενώ άλλοι, οι περισσότεροι, καλούνται να τον χρηματοδοτούν.

Κι όταν η δυσαρέσκεια μεγαλώνει, η επίκληση της υπομονής, της ατομικής ευθύνης και της αναγκαιότητας των θυσιών λειτουργεί ως μηχανισμός εκτόνωσης. Η υπόσχεση μιας μελλοντικής δικαίωσης μπορεί, σε ορισμένα κοινωνικά συμφραζόμενα, να προσφέρει παρηγοριά, αλλά παράλληλα απορροφά τους κραδασμούς της αδικίας, όταν υποκαθιστά τη διεκδίκηση μιας καλύτερης παρούσας πραγματικότητας.

Και δεν χρειάζεται να καταφύγουμε στη μεταφυσική για να δούμε ότι η αναβολή της δικαιοσύνης υπηρετείται εξίσου αποτελεσματικά από πολιτικά συνθήματα, επικοινωνιακές διαβεβαιώσεις, ατέρμονες υποσχέσεις ανάπτυξης και την επωδό ότι οι θυσίες είναι αναγκαίες, χωρίς ποτέ να προσδιορίζεται πειστικά ποιοι θυσιάζονται, για πόσο και με ποιο αντάλλαγμα.

Το ζητούμενο δεν είναι να πάψει ο άνθρωπος να ελπίζει, αλλά να πάψει η ελπίδα να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της πολιτικής ευθύνης.

Μια κυβέρνηση με ενσυναίσθηση δεν είναι εκείνη που απλώς μιλά συγκινητικά για τους αδύναμους, αλλά εκείνη που οργανώνει τις προτεραιότητές της με γνώμονα την αξιοπρέπειά τους:

  • Αξιολογώντας τις αποφάσεις της όχι μόνο βάσει του κόστους, αλλά και του ποιος το επωμίζεται.
  • Θεωρώντας την κοινωνική προστασία όχι εμπόδιο στην ανάπτυξη ούτε αντάλλαγμα για «πρωτογενή πλεονάσματα», αλλά μέρος του σκοπού της.
  • Αναγνωρίζοντας ότι η πρόσβαση στην υγεία, στην παιδεία, στη στέγη, στην ασφάλεια και σε μια δίκαιη αμοιβή δεν είναι φιλάνθρωπες παραχωρήσεις προς τους λιγότερο τυχερούς, αλλά θεμελιώδεις προϋποθέσεις μιας ελεύθερης και συνεκτικής κοινωνίας.
  • Αναλαμβάνοντας η ίδια την απόδειξη ότι αξίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών, αντί να ζητά διαρκώς από αυτούς να αποδεικνύουν την αντοχή τους.

Βλέπετε κάποια ενόψει των επικείμενων εκλογών;

Ίσως, λοιπόν, πρέπει να πάψουμε να ρωτάμε πόσα ένσημα μάς λείπουν για να φτάσουμε στον Παράδεισο. Το ερώτημα είναι διαφορετικό και πολύ πιο πολιτικό: ποιοι αποφασίζουν τους όρους της ζωής μας; Ποιοι καρπώνονται τα οφέλη του συλλογικού μόχθου και ποιοι πληρώνουν διαρκώς το τίμημα;

Γιατί η αξιοπρέπεια δεν μπορεί να είναι μια υπόσχεση που ανανεώνεται από κυβέρνηση σε κυβέρνηση. Δεν μπορεί να αποτελεί έπαθλο για όσους άντεξαν περισσότερο, ούτε προνόμιο για όσους γεννήθηκαν πιο κοντά στα κέντρα των αποφάσεων.

Δεν χρωστάμε τη ζωή μας σε κανέναν για να δικαιούμαστε να τη ζήσουμε. Και δεν είναι αποδεκτό μια ολόκληρη κοινωνία να συμπληρώνει τα ένσημά της χωρίς ποτέ να φτάνει στην ώρα της ανταμοιβής.

Ως πότε θα πληρώνουμε ένσημα για τον Παράδεισο, όταν εκείνοι που τον διαχειρίζονται δεν σκοπεύουν να μας αφήσουν να μπούμε;

 

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,100ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα