του Δρ. Ηρακλή Γωνιάδη, Οικονομολόγου
Η υπόθεση Μαζωνάκη θέτει ένα πολύ μεγαλύτερο πολιτικό ερώτημα: ποιος ελέγχει πραγματικά την ιδιωτική υγεία και ποιος προστατεύει τον ανώνυμο ασθενή;
Υπάρχουν στιγμές που ένα τραγικό γεγονός παύει να αφορά μόνο μια οικογένεια και γίνεται καθρέφτης ενός ολόκληρου συστήματος. Η υπόθεση του Γιώργου Μαζωνάκη είναι μια τέτοια περίπτωση. Όχι επειδή το θύμα ήταν επώνυμο, ούτε επειδή η δημοσιότητα μπορεί να υποκαταστήσει την έρευνα των αρμόδιων αρχών. Η ιατρική και δικαστική διερεύνηση πρέπει να ολοκληρωθεί και κανείς δεν μπορεί να αποδώσει προκαταβολικά ευθύνες εκεί όπου αυτές δεν έχουν αποδειχθεί.
Ωστόσο, υπάρχει ένα πολιτικό ερώτημα που δεν χρειάζεται κανένα πόρισμα για να τεθεί: ως πότε η ανθρωποθυσία –όπως, εν προκειμένω, ο θάνατος ενός επώνυμου– θα αποτελεί προϋπόθεση για να θυμηθεί η κυβέρνηση ότι η ποιότητα και η ασφάλεια κάθε είδους υπηρεσιών υγείας απαιτούν διαρκή και αυστηρό έλεγχο;
Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιεστικότερο, επειδή τα τελευταία χρόνια η ιδιωτική υγεία έχει αποκτήσει ολοένα μεγαλύτερο βάρος στην καθημερινότητα των πολιτών. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί: καθώς το δημόσιο σύστημα πιέζεται από ελλείψεις προσωπικού, υποδομών και πόρων, οι αναμονές μεγαλώνουν και η πρόσβαση σε ορισμένες υπηρεσίες γίνεται δυσκολότερη, με συνέπεια όσοι έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν να αναζητούν λύσεις στον ιδιωτικό τομέα.
Με άλλα λόγια, η σταδιακά (και στρατηγικά) εξελισσόμενη «αδυναμία» του δημόσιου συστήματος μετατρέπεται σε ζήτηση για ιδιωτικές υπηρεσίες. Τη ζήτηση αυτή ενισχύουν και οι «δωρεάν» προληπτικές εξετάσεις του προγράμματος «ΠΡΟΛΑΜΒΑΝΩ», το κόστος των οποίων από 1/9 θα καλύπτει ο ΕΟΠΥΥ, χωρίς συμμετοχή του Ταμείου Ανάκαμψης της Ε. Ένωσης. Ο ασθενής-πολίτης μεταλλάσσεται πλέον σε ασθενή-πελάτη.
Η πρακτική αυτή ενισχύει την εξάρτηση των πολιτών από την ιδιωτική αγορά, χωρίς να αναδεικνύει –όπως θα έπρεπε– την ευθύνη της κυβέρνησης και των οργάνων της Πολιτείας για αυστηρό έλεγχο. Και οι δημόσιες εμφανίσεις υπουργού που κόβει κορδέλες ιδιωτικών κλινικών ή διαφημίζει εργαλεία ευεξίας (νανοβιονικό γιλέκο!) τι άλλο σημαίνουν παρά άκριτη πριμοδότηση του ιδιωτικού τομέα παροχής υπηρεσιών υγείας;
Η ιδιωτική υγεία δεν είναι μια αγορά όπως όλες οι άλλες, γιατί ο ασθενής-πελάτης δεν αγοράζει ένα προϊόν που μπορεί να επιστρέψει επειδή δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του. Παραδίδει την υγεία και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τη ζωή του στην κρίση επαγγελματιών και δομών που ο ίδιος δεν έχει ούτε τη γνώση ούτε τη δυνατότητα να ελέγξει. Αυτό είναι καθήκον της Πολιτείας, η οποία οφείλει να ελέγχει την εφαρμογή των κανόνων της, να επιβάλλει κυρώσεις όταν απαιτείται και, κυρίως, να προλαμβάνει.
Γι’ αυτό και η όψιμη ευαισθησία της κυβέρνησης για τον έλεγχο των ιδιωτικών δομών υγείας προκαλεί εύλογα ερωτήματα. Αν πράγματι διαπιστώθηκε ανάγκη για αυστηρότερους ελέγχους, καλώς γίνεται. Αλλά γιατί τώρα, υπό το βάρος των επικείμενων εκλογών και μετά από ένα περιστατικό που έλαβε τεράστια δημοσιότητα λόγω της δημοφιλίας του θύματος; Η ανάγκη αυτή δεν υπήρχε προτού συμβεί το μοιραίο; Και, κυρίως, πόσο συστηματικοί ήταν μέχρι σήμερα οι έλεγχοι και πόσο αποτελεσματικό το υφιστάμενο πλαίσιο εποπτείας;
Η εποπτεία δεν είναι πυροσβεστική υπηρεσία, αλλά καθημερινή κρατική υποχρέωση. Το έχουμε δει ξανά: μετά τα Τέμπη «ανακαλύφθηκαν» κενά ελέγχου και υποχρεώσεις που υπήρχαν μόνο στα χαρτιά.
Αυτά δεν είναι ερωτήματα εναντίον της ιδιωτικής υγείας, αλλά υπέρ του ασθενούς-πελάτη. Ζητούμενο δεν είναι να καταδικαστεί συλλήβδην ο ιδιωτικός τομέας ούτε να θεωρηθεί ύποπτη κάθε ιδιωτική δομή, αλλά να γνωρίζει ο πολίτης ότι, όταν μπαίνει σε ένα ιδιωτικό ιατρείο, διαγνωστικό κέντρο ή θεραπευτήριο, το κράτος έχει ήδη κάνει τη δουλειά του: ότι υπάρχουν κανόνες που ελέγχονται, ότι οι παραβάσεις εντοπίζονται και ότι οι κυρώσεις δεν εξαρτώνται από το αν η υπόθεση θα φτάσει στα δελτία ειδήσεων για να ευαισθητοποιηθεί η κυβέρνηση.
Κάπου εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη πολιτική αντίφαση. Από τη μια πλευρά, η αποδυνάμωση ή οι χρόνιες αδυναμίες του δημόσιου συστήματος δημιουργούν μεγαλύτερο χώρο στον ιδιωτικό τομέα. Από την άλλη, όσο περισσότερες υπηρεσίες υγείας μετακινούνται προς την ιδιωτική αγορά, τόσο ισχυρότερη οφείλει να είναι η κρατική εποπτεία. Δεν μπορεί το κράτος να ζητά από τον πολίτη να εμπιστευθεί τον ιδιώτη, περιορίζοντας ταυτόχρονα τον ρόλο του στην έκδοση αδειών και στην εκ των υστέρων αντιμετώπιση των προβλημάτων.
Όσο περισσότερο ιδιωτικοποιείται η πρόσβαση στην υγεία, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η δημόσια ευθύνη για την ασφάλειά της. Αυτό δεν είναι ιδεολογική θέση κάποιου κρατιστή, αλλά στοιχειώδης αρχή προστασίας του πολίτη.
Επιπλέον, υπάρχει ένα ζήτημα το οποίο δεν πρέπει να χαθεί μέσα στη δημοσιότητα της συγκεκριμένης υπόθεσης. Ο Γιώργος Μαζωνάκης είχε όνομα, αναγνωρισιμότητα και δημόσια παρουσία, χάρη στα οποία εκατομμύρια άνθρωποι πληροφορήθηκαν τι συνέβη. Ένας ανώνυμος ασθενής δεν διαθέτει κανένα από αυτά τα πλεονεκτήματα: ούτε δημοσιογράφους να παρακολουθούν την υπόθεσή του ούτε δημόσιο βήμα. Δεν μπορεί να μετατρέψει την προσωπική του περιπέτεια σε ζήτημα πολιτικής πίεσης, μολονότι τα δικαιώματά του είναι ακριβώς τα ίδια.
Δικαιούται ασφαλή περίθαλψη, ενημέρωση και επαγγελματίες που λειτουργούν σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης. Δικαιούται δομές οι οποίες πληρούν τις προδιαγραφές και ένα κράτος που δεν περιμένει να συμβεί το μοιραίο για να ελέγξει αν όλα αυτά ισχύουν. Επομένως, η πραγματική δοκιμασία για την κυβέρνηση δεν είναι τι θα ανακοινώσει τώρα, υπό το βάρος της δημοσιότητας, αλλά τι θα κάνει όταν φύγουν οι κάμερες.
Θα υπάρξει σταθερός και διαφανής μηχανισμός ελέγχου και θα δημοσιοποιούνται τα αποτελέσματά του; Θα υπάρχουν ουσιαστικές κυρώσεις όπου διαπιστώνονται παραβάσεις; Και θα ελέγχονται με τον ίδιο τρόπο οι μεγάλες και οι μικρές δομές, οι επώνυμοι και οι άγνωστοι ασθενείς, οι περιπτώσεις που γίνονται πρωτοσέλιδο και όσες μένουν θαμμένες στην καθημερινότητα;
Η πολιτική ευθύνη στην υγεία αρχίζει πριν από την τραγωδία και όχι μετά από αυτή. Αρχίζει από τον έλεγχο, την πρόληψη, τη στελέχωση, την τήρηση των κανόνων και τη λογοδοσία. Και σίγουρα δεν τελειώνει με μια αναφορά σε προγραμματικές δηλώσεις ενόψει εκλογών.
Αν η υπόθεση Μαζωνάκη οδηγήσει σε ουσιαστικότερη εποπτεία της ιδιωτικής υγείας, σε αυστηρότερους ελέγχους και σε μεγαλύτερη διαφάνεια, τότε θα έχει προκύψει τουλάχιστον ένα θεσμικό αποτέλεσμα από μια τραγωδία. Αν όμως η κυβερνητική κινητικότητα εξαντληθεί στην επικαιρότητα και, όταν αυτή περάσει, όλα επιστρέψουν στην προηγούμενη κατάσταση, τότε θα παραμείνει αναπάντητο το πιο απλό ερώτημα: πόσοι άγνωστοι ασθενείς πρέπει να περιμένουν ακόμη μέχρι η ασφάλεια της υγείας τους να αποκτήσει την αξία ενός πρωτοσέλιδου;


