του Παντελή Σαββίδη
Στις 7 μμ σήμερα Τετάρτη 20 Μαίου θα παρουσιάσουμε στην Λέσχη Αξιωματικών Θεσσαλονίκης το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του Αντιστρατήγου ε.α. Δημητρίου Καραμπέρη για την Σχολή Ευελπίδων.
Το βιβλίο θα παρουσιάσουν ο πρώην Αρχηγός ΓΕΣ Αντιστράτηγος Αλκιβιάδης Στεφανής, ο πρώην Αρχηγός της Εθνικής Φρουράς Κύπρου και Επίτιμος Διοικητής Α’ Στρατιάς Αντιτράτηγος ε.α. Ηλίας Λεοντάρης και ο Αντιστράτηγος ε.α. Αναστάσιος Μανώλας, Επίτιμος Γενικός Επιθεωρητής Στρατού. Η ταπεινότητά μου θα συντονίσει.
Την κατάταξή μας στον στρατό και τις εμπειρίες μας από αυτόν τις θυμόμαστε όλοι. Ο στρατός, για τις παλαιότερες γενιές, υπήρξε καθοριστικό στοιχείο της ζωής τους. Η δική μου σειρά που κατετάγη τον Απρίλιο του 1982 βρέθηκε σε ένα μεταίχμιο. Μιας νοοτροπίας που έφευγε και μιας νέας που διαμορφωνόταν.
Όταν εμείς που υπηρετήσαμε 22 ή 24 μήνες στο στρατό έχουμε μνήμες που αναπαράγουμε σε όλη την διάρκεια της ζωής μας φαντάζεσθε πόσο καθοριστικά επηρέασε ο στρατός την ζωή ανθρώπων που έζησαν σ αυτόν 35 και περισσότερα χρόνια. Είναι μια άλλη κοινωνία.
Το βιβλίο πρέπει να είναι το πρώτο που γράφηκε για την Σχολή Ευελπίδων, από όσα μου λένε όσοι γνωρίζουν. Δεν είναι αυτοβιογραφία. Ουσιαστικά περιγράφει το πνεύμα, την φιλοσοφία και την καθημερινότητα της Σχολής. Και τονίζει τον σκοπό της. Δεν το έγραψε ο συγγραφέας από γενικές αναμνήσεις και εντυπώσεις Κρατούσε όσο υπηρετούσε σημειώσεις. Και βασίστηκε σε αυτές.
Επειδή ως συντονιστής δεν θα μπορέσω να πω αυτά που θα ήθελα λόγω χρόνου, καταθέτω παρακάτω μερικές σημειώσεις μου.
Το βιβλίο του Δημητρίου Στεφάνου Καραμπέρη, Αντιστρατήγου ε.α., με τίτλο «Εὔελπις: Ἡ ὑπερτάτη τιμή — Τό ὁδοιπορικόν ἑνός Εὐέλπιδος τῆς τάξεως 1981», δεν είναι απλώς μια προσωπική αναδρομή στα χρόνια της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων. Είναι μια κατάθεση μνήμης, ένα τεκμήριο εποχής και, ταυτόχρονα, ένας φόρος τιμής σε έναν ιδιαίτερο κόσμο: τον κόσμο της παλαιάς Σχολής Ευελπίδων στην Κυψέλη.
Ο ίδιος ο συγγραφέας σημειώνει ότι το βιβλίο περιγράφει την παλαιά Σχολή Ευελπίδων και τη ζωή των Ευέλπιδων κατά τη διάρκεια της τετραετούς φοιτήσεως, με βάση ημερολόγιο και σημειώσεις που κρατούσε τότε. Αυτή η πληροφορία είναι κρίσιμη, διότι αποκαλύπτει αμέσως τη φύση του έργου: δεν πρόκειται για μια εκ των υστέρων φαντασιακή ανακατασκευή, αλλά για αφήγηση θεμελιωμένη σε προσωπικά βιώματα, σημειώσεις, εικόνες, ημερολογιακές μνήμες και λεπτομέρειες καθημερινότητας.
Το βιβλίο έχει ως κέντρο του την παλαιά Σχολή Ευελπίδων στο Πολύγωνο–Κυψέλη, έναν χώρο που δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό. Αντιθέτως, γίνεται σχεδόν πρωταγωνιστής. Τα κτίρια των λόχων, η Πλατεία Ηρώου, οι θάλαμοι, τα εστιατόρια, οι αίθουσες διδασκαλίας, οι χώροι αναφοράς και τελετών, όλα ανασυντίθενται με επιμονή και ακρίβεια. Ο αναγνώστης δεν διαβάζει μόνο τι συνέβαινε στη Σχολή· αρχίζει να βλέπει πώς οργανωνόταν ο χώρος, πώς διαμορφωνόταν η καθημερινότητα, πώς η αρχιτεκτονική και η πειθαρχία συνυπήρχαν με τη μνήμη, το καθήκον και την αδελφικότητα.
Ιδιαίτερη αξία έχει το ότι ο συγγραφέας ανήκει στην Τάξη του 1981, δηλαδή σε μια γενιά Ευέλπιδων που έζησε την παλαιά Σχολή λίγο πριν κλείσει οριστικά ένας μεγάλος ιστορικός κύκλος. Η αφήγηση αποκτά έτσι χαρακτήρα μαρτυρίας. Δεν είναι απλώς η ιστορία ενός νέου που εισέρχεται στη Σχολή· είναι η καταγραφή μιας ολόκληρης εκπαιδευτικής, στρατιωτικής και ηθικής παράδοσης, λίγο πριν αυτή μεταβεί σε άλλη εποχή.
Η δύναμη του βιβλίου βρίσκεται στη διπλή του φύση. Από τη μία πλευρά, είναι ένα προσωπικό οδοιπορικό. Παρακολουθούμε τον νεαρό Εύελπι μέσα από τη δοκιμασία, την προσαρμογή, την πειθαρχία, τη συντροφικότητα, τις δυσκολίες και τις εσωτερικές μεταβολές που γεννά η στρατιωτική αγωγή. Από την άλλη πλευρά, είναι ένα ιστορικό και θεσμικό τεκμήριο για τη Σχολή Ευελπίδων, την παλαιότερη στρατιωτική εκπαιδευτική μήτρα του νεότερου ελληνικού κράτους.
Κεντρική ιδέα του βιβλίου είναι ότι ο Εύελπις δεν εκπαιδεύεται απλώς για να αποκτήσει γνώσεις ή να υπηρετήσει έναν επαγγελματικό ρόλο. Εκπαιδεύεται πρώτα για να διαμορφώσει χαρακτήρα. Το παλαιό ρητό της Σχολής, «Ἄρχεσθαι μαθών, ἄρχειν ἐπιστήσει», συμπυκνώνει αυτή την παιδαγωγική φιλοσοφία: για να μάθει κανείς να διοικεί, πρέπει πρώτα να μάθει να διοικείται. Η υπακοή, η πειθαρχία και η δοκιμασία δεν παρουσιάζονται ως μηχανισμοί ταπείνωσης, αλλά ως δρόμος εσωτερικής συγκρότησης.
Το βιβλίο δεν ωραιοποιεί. Δεν μετατρέπει τη στρατιωτική ζωή σε ρομαντικό μύθο. Αντιθέτως, διασώζει την αυστηρότητα, την πίεση, την κόπωση, την καθημερινή τριβή και τις μικρές ή μεγάλες δοκιμασίες που σημάδεψαν εκείνη την εμπειρία. Η Σχολή εμφανίζεται ως χώρος όπου ο άνθρωπος δοκιμάζεται, αλλά και συγκροτείται· όπου η ατομικότητα περιορίζεται, αλλά δεν εξαφανίζεται· όπου η προσωπική πορεία εντάσσεται σε μια κοινότητα καθήκοντος.
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία του έργου είναι η γλώσσα του. Η χρήση πολυτονικού και η προσήλωση σε ένα παλαιότερο ύφος γραφής δεν λειτουργούν ως απλή αισθητική επιλογή. Συνδέονται με την εποχή που περιγράφεται, με το εκπαιδευτικό περιβάλλον του συγγραφέα και με τον σεβασμό προς τη θεσμική μνήμη. Το ύφος του βιβλίου μάς μεταφέρει σε έναν κόσμο όπου οι λέξεις «τιμή», «καθήκον», «πατρίδα», «πειθαρχία», «συνάδελφος» και «ευθύνη» δεν είναι ρητορικά σχήματα, αλλά βιωμένες πραγματικότητες.
Το έργο έχει επίσης έντονη συλλογική διάσταση. Δεν είναι αυτοβιογραφία με την στενή έννοια του όρου. Είναι βιβλίο για μια τάξη, για μια γενιά, για ανθρώπους που μοιράστηκαν κοινούς θαλάμους, κοινή εκπαίδευση, κοινές δοκιμασίες και κοινά όνειρα. Η προσωπική μνήμη του συγγραφέα μετατρέπεται σε κοινή μνήμη. Ο ένας Εύελπις γίνεται φορέας μιας εμπειρίας που αφορά πολλούς.
Η συνέχεια της στρατιωτικής πορείας, όπως προκύπτει από τα αποσπάσματα, ανοίγει την αφήγηση πέρα από τη Σχολή. Η μαθητεία της Κυψέλης δεν μένει κλεισμένη στο παρελθόν. Μεταφέρεται στον Έβρο, στη Λέσβο, στις επιτελικές θέσεις, στις διεθνείς αποστολές, στις απαιτήσεις της σύγχρονης στρατιωτικής πραγματικότητας. Έτσι, το βιβλίο δείχνει ότι η Σχολή δεν ήταν απλώς τέσσερα χρόνια νεότητας. Ήταν αφετηρία ζωής.
Το «Εὔελπις: Ἡ ὑπερτάτη τιμή» αξίζει να διαβαστεί από τρεις κατηγορίες αναγνωστών.
Πρώτον, από όσους φοίτησαν στη Σχολή Ευελπίδων ή έζησαν από κοντά τον κόσμο των Ενόπλων Δυνάμεων, διότι θα βρουν μέσα του μνήμες, πρόσωπα, τόπους και συναισθήματα που αναγνωρίζουν.
Δεύτερον, από όσους ενδιαφέρονται για τη στρατιωτική ιστορία της Ελλάδας, διότι το βιβλίο διασώζει υλικό, περιγραφές και λεπτομέρειες που δύσκολα αποτυπώνονται σε επίσημες ιστορικές εκδόσεις.
Τρίτον, από κάθε αναγνώστη που θέλει να καταλάβει τι σημαίνει θεσμική αγωγή, τι σημαίνει πειθαρχία χωρίς κυνισμό, τι σημαίνει παράδοση χωρίς μουσειακή ακινησία, τι σημαίνει να διαμορφώνεται ένας νέος άνθρωπος μέσα σε ένα περιβάλλον ευθύνης.
Το βιβλίο του Δημητρίου Καραμπέρη είναι, τελικά, ένα βιβλίο μνήμης. Όχι όμως μνήμης αδρανούς ή νοσταλγικής. Είναι μνήμη ζωντανή, που ζητά να παραδοθεί στους νεότερους ως εμπειρία, ως παράδειγμα και ως ερώτημα. Τι κρατούμε από έναν κόσμο που αλλάζει; Τι σημαίνει σήμερα η λέξη «Εύελπις»; Πώς μεταδίδεται η τιμή από γενιά σε γενιά, χωρίς να καταντά σύνθημα;
Ο τίτλος του βιβλίου δίνει την απάντηση: η «υπερτάτη τιμή» δεν είναι η στολή, ο βαθμός ή η εξωτερική αναγνώριση. Είναι η συμμετοχή σε μια αλυσίδα ευθύνης. Είναι η αίσθηση ότι υπηρέτησες κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό σου. Είναι η μνήμη των ανθρώπων με τους οποίους μοιράστηκες πορεία. Είναι, πάνω απ’ όλα, η συνείδηση ότι ο βίος αποκτά αξία όταν συνδέεται με καθήκον.


