Δ.Τσαϊλάς: χτίζουμε τον Στόλο του μέλλοντος, αλλά χάνουμε τους ανθρώπους του σήμερα

του Δημήτρη Τσαϊλά, Υποναυάρχου ε.α.

Η πρόσφατη κρίση στα Στενά του Ορμούζ έφερε στο προσκήνιο ένα πρόβλημα που εδώ και χρόνια προσπαθούσε να κρύψει ακόμη και το ισχυρότερο ναυτικό του κόσμου. Παρά τα έντεκα αεροπλανοφόρα, τα δεκάδες αντιτορπιλικά και τη διαρκή τεχνολογική υπεροχή του, το Αμερικανικό Ναυτικό παραδέχθηκε δημόσια ότι η διατήρηση υψηλού επιχειρησιακού ρυθμού για μεγάλο χρονικό διάστημα εξαντλεί τα πληρώματα, φθείρει τα μέσα και δοκιμάζει τα όρια της οργανωτικής του αντοχής.

Αν αυτό ισχύει για τις Ηνωμένες Πολιτείες, τότε η Ελλάδα οφείλει να προβληματιστεί ακόμη περισσότερο.

Το Πολεμικό Ναυτικό επιχειρεί καθημερινά σε ένα από τα πιο απαιτητικά γεωστρατηγικά περιβάλλοντα παγκοσμίως. Το Αιγαίο, η Ανατολική Μεσόγειος, η προστασία των θαλάσσιων ενεργειακών υποδομών, η επιτήρηση κρίσιμων θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας, αλλά και η συμμετοχή σε αποστολές του ΝΑΤΟ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης δημιουργούν έναν επιχειρησιακό φόρτο που δύσκολα γίνεται αντιληπτό από την κοινή γνώμη.

Κάθε ημέρα δεκάδες μονάδες του Στόλου βρίσκονται σε αποστολή. Πίσω όμως από κάθε φρεγάτα, κανονιοφόρο ή υποβρύχιο βρίσκεται ένα ανθρώπινο δυναμικό που εργάζεται ξεπερνώντας ακόμη και τα όρια των δυνατοτήτων του.

Τα τελευταία χρόνια, το Πολεμικό Ναυτικό αντιμετωπίζει μια σιωπηλή αλλά ιδιαίτερα επικίνδυνη κρίση στελέχωσης. Οι παραιτήσεις μόνιμων στελεχών αυξάνονται, οι αποστρατείες επιταχύνονται και η προσέλκυση νέου προσωπικού δεν επαρκεί για να καλύψει τις απώλειες. Παράλληλα, πολλές κρίσιμες ειδικότητες όπως μηχανικοί, ηλεκτρονικοί, τεχνικοί οπλικών συστημάτων και ειδικοί πληροφορικής, είναι πλέον περιζήτητες και στον ιδιωτικό τομέα, ο οποίος προσφέρει σημαντικά καλύτερες οικονομικές απολαβές και συνθήκες εργασίας.

Η εικόνα αυτή δημιουργεί ένα επικίνδυνο παράδοξο. Η Ελλάδα επενδύει δισεκατομμύρια ευρώ στην απόκτηση νέων φρεγατών FDI HN, στον εκσυγχρονισμό των φρεγατών ΜΕΚΟ, στα ελικόπτερα MH-60R, στα υποβρύχια, σε πυραυλακάτους και σε νέα μη επανδρωμένα συστήματα, όμως η αποτελεσματικότητα αυτών των επενδύσεων θα εξαρτηθεί από το αν θα υπάρχουν επαρκή και κατάλληλα εκπαιδευμένα πληρώματα για να τα αξιοποιήσουν.

Η τεχνολογία δεν αντικαθιστά τον άνθρωπο. Αντίθετα, όσο πιο προηγμένα γίνονται τα ναυτικά συστήματα, τόσο αυξάνεται η ανάγκη για προσωπικό υψηλής εξειδίκευσης. Η μετάβαση σε ένα ψηφιοποιημένο και δικτυοκεντρικό ναυτικό απαιτεί στελέχη με γνώσεις κυβερνοασφάλειας, διαχείρισης δικτύων, προηγμένων αισθητήρων και ολοκληρωμένων συστημάτων μάχης. Αυτές οι δεξιότητες δεν αποκτώνται γρήγορα ούτε αντικαθίστανται εύκολα.

Παράλληλα, η είσοδος νέων μονάδων σημαίνει ότι για αρκετά χρόνια το Πολεμικό Ναυτικό θα πρέπει να διατηρεί σε υπηρεσία τόσο τα παλαιότερα όσο και τα νεότερα πλοία. Αυτό μεταφράζεται σε ακόμη μεγαλύτερες ανάγκες στελέχωσης, σε μια περίοδο κατά την οποία το διαθέσιμο ανθρώπινο δυναμικό μειώνεται.

Οι επιχειρησιακές επιπτώσεις είναι ήδη ορατές. Με λιγότερο προσωπικό, οι ίδιοι άνθρωποι καλούνται να εκτελέσουν περισσότερες υπηρεσίες, περισσότερες ημέρες εν πλω και μεγαλύτερες περιόδους μακριά από τις οικογένειές τους. Η κόπωση αυξάνεται, η διατήρηση της επιχειρησιακής ετοιμότητας γίνεται δυσκολότερη και η παραμονή στο στράτευμα καθίσταται λιγότερο ελκυστική. Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος, όπου οι αυξημένες απαιτήσεις οδηγούν σε περισσότερες αποχωρήσεις και οι αποχωρήσεις αυξάνουν περαιτέρω το βάρος όσων παραμένουν.

Η αντιμετώπιση του προβλήματος δεν μπορεί να περιοριστεί σε έκτακτες εξαγγελίες του πολιτικού προϊσταμένου ή οικονομικές παροχές περιορισμένης διάρκειας. Απαιτείται μια ολοκληρωμένη πολιτική ανθρώπινου δυναμικού με ορίζοντα δεκαετιών. Αναβάθμιση των στρατιωτικών σχολών, βελτίωση των αποδοχών, ουσιαστικά κίνητρα παραμονής, καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, ενίσχυση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και αξιοποίηση της τεχνολογίας για τη μείωση του διοικητικού φόρτου αποτελούν βασικές προϋποθέσεις.

Η Ελλάδα βρίσκεται σε μια περίοδο εκτεταμένου εξοπλιστικού εκσυγχρονισμού. Όμως η ισχύς ενός στόλου δεν αποτυπώνεται μόνο στον αριθμό των νέων πλοίων που παραλαμβάνει. Αποτυπώνεται στην ικανότητά του να τα διατηρεί επιχειρησιακά διαθέσιμα, να τα στελεχώνει με άρτια εκπαιδευμένα πληρώματα και να τα υποστηρίζει σε παρατεταμένες επιχειρήσεις.

Η επένδυση στο ανθρώπινο δυναμικό δεν είναι κοινωνική πολιτική. Είναι επένδυση στην εθνική αποτρεπτική ισχύ.

Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ απέδειξε ότι ακόμη και οι μεγαλύτερες ναυτικές δυνάμεις έχουν όρια όταν οι επιχειρήσεις παρατείνονται. Για την Ελλάδα, που διαθέτει πολύ μικρότερο στόλο αλλά αντιμετωπίζει διαρκείς προκλήσεις στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο, το δίδαγμα είναι σαφές, χωρίς επαρκές και ποιοτικό προσωπικό, ακόμη και τα πιο σύγχρονα πολεμικά πλοία δεν μπορούν να μετατραπούν σε πραγματική ναυτική ισχύ.

Οι φρεγάτες, οι πυραυλάκατοι, τα υποβρύχια και τα ελικόπτερα αποτελούν τα μέσα. Οι άνθρωποι παραμένουν ο αποφασιστικός παράγοντας.

Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι Αντιναύαρχος ε.α. του Πολεμικού Ναυτικού. Δίδαξε επί σειρά ετών Επιχειρησιακή Σχεδίαση, Στρατηγική και Ασφάλεια στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security (INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).

 

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,100ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα