Γιατί φοβούνται την Καρυστιανού; Η «κβαντική ιατρική», η πλασμαφαίρεση και η εύκολη επιστημονικοφάνεια των επικριτών της

ΕΙΔΙΚΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ

Η δημόσια αντιπαράθεση γύρω από τη Μαρία Καρυστιανού έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά που υπερβαίνουν κατά πολύ τη θεμιτή πολιτική και επιστημονική κριτική. Με αφορμή αναφορές της επαγγελματικής ιστοσελίδας της στην «κβαντική ιατρική», επιχειρήθηκε να συνδεθεί η ίδια, έστω και συνειρμικά, με την υπόθεση του θανάτου του Γιώργου Μαζωνάκη και με την πλασμαφαίρεση στην οποία φέρεται να υποβλήθηκε.

Η σύνδεση αυτή είναι επιστημονικά αβάσιμη.

Η πλασμαφαίρεση είναι πραγματική και καθιερωμένη εξωσωματική ιατρική πράξη. Κατά τη θεραπευτική ανταλλαγή πλάσματος, το αίμα διαχωρίζεται μηχανικά, απομακρύνεται το πλάσμα που μπορεί να περιέχει παθολογικά αντισώματα ή άλλες μεγαλομοριακές ουσίες και τα κύτταρα του αίματος επιστρέφουν στον ασθενή μαζί με υγρό αντικατάστασης. Η μέθοδος χρησιμοποιείται σε συγκεκριμένες αιματολογικές, ανοσολογικές και νευρολογικές παθήσεις. Δεν αποτελεί «κβαντική θεραπεία», δεν στηρίζεται σε βιοσυντονισμό και δεν έχει καμία ειδική σχέση με τις επαγγελματικές αναφορές της Καρυστιανού. Η κατάλληλη ή ακατάλληλη εφαρμογή της στην υπόθεση Μαζωνάκη αποτελεί ξεχωριστό ιατρικό και δικαστικό ζήτημα.

Επομένως, η χρησιμοποίηση αυτής της τραγικής υπόθεσης για να απαξιωθεί η Καρυστιανού συνιστά κλασικό σφάλμα ενοχής διά συνειρμού: δύο διαφορετικές υποθέσεις τοποθετούνται δίπλα-δίπλα, ώστε η αρνητική φόρτιση της μιας να μεταφερθεί στην άλλη χωρίς πραγματική αιτιώδη ή επιστημονική σύνδεση.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι ισχυρισμοί οποιουδήποτε γιατρού βρίσκονται υπεράνω επιστημονικού ελέγχου. Σημαίνει, όμως, ότι ο έλεγχος οφείλει να γίνεται με ακρίβεια, συμμετρικά κριτήρια και πραγματικά δεδομένα — όχι με πολιτικά υποκινούμενους συνειρμούς.

Τι έχει πράγματι σπουδάσει και εργαστεί η Μαρία Καρυστιανού

Σύμφωνα με το δημοσιευμένο βιογραφικό της, η Μαρία Καρυστιανού αποφοίτησε από την Ιατρική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης το 2000. Ειδικεύτηκε στην Παιδιατρική στο Νοσοκομείο Λοιμωδών Νοσημάτων Θεσσαλονίκης και στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ και έλαβε τον τίτλο της παιδιάτρου το 2009. Αναφέρει επίσης τρίμηνη εκπαίδευση στο Παιδοενδοκρινολογικό Τμήμα της Β΄ Παιδιατρικής Κλινικής του ΑΧΕΠΑ.

Από το 2011 και για πέντε χρόνια εργάστηκε στη Μεγάλη Βρετανία. Το βιογραφικό της αναφέρει εξειδίκευση στην παιδοκαρδιολογία στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο του Southampton και στο Πανεπιστημιακό Παιδιατρικό Νοσοκομείο του Manchester. Αναφέρει ακόμη εργασία σε ιδιωτικά ιατρικά κέντρα του Λονδίνου, στα οποία απέκτησε εμπειρία σε προσεγγίσεις ολιστικής ιατρικής.

Στην Ελλάδα παρέχει συμβατικές παιδιατρικές υπηρεσίες: παρακολούθηση της ανάπτυξης, κλινική εξέταση, αντιμετώπιση οξέων και χρόνιων παιδιατρικών προβλημάτων, συμβουλευτική για τον θηλασμό, τη διατροφή, τα εμβόλια και την ψυχοκινητική ανάπτυξη. Δηλώνει επίσης ότι συνδυάζει την κλασική παιδιατρική με μεταβολομική, functional medicine, νευροανάδραση, ομοιοπαθητική και βιοσυντονισμό. Αυτά προκύπτουν από τη δική της επαγγελματική ιστοσελίδα.

Τι μας διδάσκει πραγματικά η κβαντική φυσική

Το κβαντικό υπόβαθρο του κειμένου αυτού βασίζεται σε τρία βιβλία των David Kaiser, Manjit Kumar και Carlo Rovelli τα οποία δείχνουν κάτι πολύ διαφορετικό από την εικόνα που συχνά παρουσιάζεται στον δημόσιο διάλογο.

Στο πρώτο μέρος του Quantum Legacies, με τίτλο «Quanta», ο David Kaiser περιγράφει πώς η κβαντική μηχανική συγκροτήθηκε μέσα από αυστηρά μαθηματικά, συγκρούσεις ερμηνειών και αλλεπάλληλες πειραματικές δοκιμές. Υπενθυμίζει ότι, έναν αιώνα μετά τη διαμόρφωσή της, οι προβλέψεις της κβαντικής θεωρίας εξακολουθούν να συμφωνούν με τα πειράματα με εντυπωσιακή ακρίβεια. Η κβαντική ηλεκτροδυναμική, στην οποία συνέβαλε αποφασιστικά ο Paul Dirac, αποτελεί μία από τις ακριβέστερα ελεγμένες θεωρίες στην ιστορία της επιστήμης.

Ο Manjit Kumar, στο Quantum: Einstein, Bohr and the Great Debate About the Nature of Reality, ανασυνθέτει τη μεγάλη σύγκρουση γύρω από το νόημα της κβαντικής θεωρίας. Δείχνει ότι ακόμη και κορυφαίοι επιστήμονες, όπως ο Einstein και ο Bohr, διαφωνούσαν βαθιά για το τι μας λέει η θεωρία σχετικά με την πραγματικότητα. Η διαφωνία, όμως, διεξαγόταν πάνω σε μαθηματικά, πειράματα και σαφώς διατυπωμένες προβλέψεις.

Ο Carlo Rovelli, στο La realtà non è come ci appare, εξηγεί ότι η εικόνα της φύσης που προκύπτει από τη σύγχρονη φυσική απέχει πολύ από την καθημερινή μας διαίσθηση. Η ύλη δεν αποτελείται από συμπαγή και αμετάβλητα «πράγματα», αλλά περιγράφεται μέσα από αλληλεπιδράσεις, πεδία, κβαντισμένες ποσότητες και πιθανοκρατικές σχέσεις.

Καταλήγουμε, λοιπόν, στα εξής δύο συμπεράσματα.

Πρώτον, η κβαντική φυσική δεν είναι λεκτικό τέχνασμα ούτε πεδίο που μπορεί να απορρίψει κανείς με ειρωνείες. Είναι το θεμέλιο της σύγχρονης κατανόησης της ύλης, της ακτινοβολίας και των χημικών δεσμών.

Δεύτερον, ακριβώς επειδή είναι τόσο αυστηρή επιστήμη, δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως γενική ετικέτα για οποιαδήποτε θεραπευτική πρόταση. Μια κλινική μέθοδος δεν αποδεικνύεται «κβαντική» επειδή χρησιμοποιεί λέξεις όπως «ενέργεια», «πεδίο», «συχνότητα» ή «ταλάντωση». Πρέπει να προσδιορίζει τι ακριβώς μετρά, με ποια μονάδα, μέσω ποιου μηχανισμού και με ποια αναπαραγώγιμα κλινικά αποτελέσματα.

Μπόρ και Αινστάιν

Υπάρχει επιστημονικό πεδίο που συνδέει τα κβαντικά φαινόμενα με τη ζωή;

Ασφαλώς. Η κβαντική βιολογία αποτελεί υπαρκτό και αναπτυσσόμενο ερευνητικό πεδίο. Μελετά εάν φαινόμενα όπως η κβαντική συνοχή, η σήραγγα ηλεκτρονίων ή πρωτονίων και η δυναμική του spin συμμετέχουν σε συγκεκριμένες βιολογικές διεργασίες, όπως η φωτοσύνθεση, ορισμένες ενζυμικές αντιδράσεις ή ο μαγνητικός προσανατολισμός ζώων. Η βρετανική Royal Society περιγράφει την κβαντική βιολογία ως τη μελέτη διαδικασιών των ζωντανών οργανισμών που ενδέχεται να μην εξηγούνται επαρκώς μόνο με κλασικά μοντέλα.

Παράλληλα, αναπτύσσονται κβαντικοί αισθητήρες, νέες μέθοδοι απεικόνισης και υπολογιστικά εργαλεία για τη μελέτη μορίων και την ανακάλυψη φαρμάκων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση χρηματοδοτεί κβαντικές τεχνολογίες με πιθανές εφαρμογές στη διάγνωση και στην ιατρική έρευνα.

Είναι συνεπώς επιστημονικά εύλογο ότι μελλοντικές ανακαλύψεις σε μοριακό ή κβαντικό επίπεδο θα φωτίσουν μηχανισμούς ασθενειών που σήμερα δεν κατανοούμε πλήρως. Η ιστορία της επιστήμης μάς διδάσκει ότι βασική έρευνα, η οποία αρχικά φαίνεται μακρινή από την κλινική πράξη, μπορεί αργότερα να οδηγήσει σε νέες διαγνωστικές και θεραπευτικές τεχνολογίες.

Το όριο που πρέπει να διατηρήσουμε

Στην ιστοσελίδα της, η Καρυστιανού ταυτίζει την «κβαντική ιατρική» με τον βιοσυντονισμό και υποστηρίζει ότι μέσω «ανεστραμμένων ηλεκτρομαγνητικών δονήσεων» μπορούν να αντιμετωπιστούν αλλεργίες και άλλες δυσλειτουργίες. Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί δεν ταυτίζονται με το ακαδημαϊκό πεδίο της κβαντικής βιολογίας. Μέχρι σήμερα δεν διαθέτουν το επίπεδο κλινικής τεκμηρίωσης που απαιτείται για να θεωρηθούν καθιερωμένη θεραπεία. Το Memorial Sloan Kettering Cancer Center αναφέρει ότι οι σχετικές κλινικές μελέτες δεν έχουν επιβεβαιώσει την αξιοπιστία του βιοσυντονισμού στη διάγνωση αλλεργιών ούτε την αποτελεσματικότητά του σε παθήσεις όπως το ατοπικό έκζεμα και το άσθμα.

Αυτό το σημείο δεν πρέπει να αποκρύπτεται. Η απόκρυψή του θα προσέφερε στους επικριτές της Καρυστιανού ένα εύκολο και δικαιολογημένο επιχείρημα. Η υπεράσπισή της είναι ισχυρότερη όταν λέει την αλήθεια:

Η Καρυστιανού είναι κανονικά εκπαιδευμένη γιατρός και ειδικευμένη παιδίατρος, με πολυετή επαγγελματική εμπειρία στην Ελλάδα και στη Βρετανία. Δεν έχει καμία σχέση με την υπόθεση Μαζωνάκη και η πλασμαφαίρεση δεν έχει σχέση με κβαντικές μεθόδους. Η πολιτική και προσωπική της απαξίωση μέσω αυτής της υπόθεσης είναι αθέμιτη.

Ταυτόχρονα, οι συγκεκριμένοι θεραπευτικοί ισχυρισμοί που προβάλλονται ως «κβαντική ιατρική» δικαιούνται και οφείλουν να υποβάλλονται στον ίδιο έλεγχο που εφαρμόζεται σε κάθε ιατρική μέθοδο. Η κβαντική βιολογία επι παραδείγματι, είναι σοβαρή επιστήμη.

Πλασμαφαίρεση

Η πολιτική κριτική δεν μπορεί να υποκαθιστά την επιστήμη

Είναι εύκολο να επικαλείται κάποιος τον Einstein, τον Bohr ή την «κβαντική πραγματικότητα» χωρίς να έχει μελετήσει ούτε τις εξισώσεις ούτε τα πειράματα που συγκρότησαν το πεδίο. Εξίσου εύκολο είναι να χαρακτηρίζει συλλήβδην οτιδήποτε περιέχει τη λέξη «κβαντικό» ως ανοησία. Και οι δύο στάσεις είναι αντιεπιστημονικές.

Ούτε οι πολιτικοί αντίπαλοι της Καρυστιανού ούτε οι υποστηρικτές της μπορούν να λύσουν ένα επιστημονικό ζήτημα με ειρωνείες, αυθεντίες ή συνθήματα. Η κρίση πρέπει να γίνεται ανά ισχυρισμό: ποιος είναι ο μηχανισμός, ποια είναι η μέτρηση, ποια η κλινική μελέτη, ποιο το αποτέλεσμα και μπορεί αυτό να αναπαραχθεί ανεξάρτητα;

Η επιστημονική εντιμότητα επιβάλλει, επομένως, μια διπλή απόρριψη: και της πολιτικής απόπειρας να συσχετισθεί η Καρυστιανού με μια ξένη τραγική υπόθεση και της προσπάθειας να θεωρηθεί κάθε εναλλακτική πρακτική επιβεβαιωμένη μόνο και μόνο επειδή επικαλείται την κβαντική φυσική.

Η δικαιοσύνη απέναντι σε έναν άνθρωπο δεν απαιτεί να αποδεχθούμε άκριτα κάθε επιστημονικό ισχυρισμό του. Απαιτεί να μην του αποδίδουμε πράξεις που δεν έκανε, να μην τον ενοχοποιούμε μέσω άσχετων γεγονότων και να αξιολογούμε τις θέσεις του με τα ίδια ακριβώς κριτήρια που θα εφαρμόζαμε σε οποιονδήποτε άλλο.

Αν η συζήτηση διεξαχθεί σε αυτό το επίπεδο, η Καρυστιανού δεν έχει τίποτε να φοβηθεί από τον επιστημονικό έλεγχο — και οι πολιτικοί της αντίπαλοι δεν θα μπορούν να χρησιμοποιούν την επιστήμη ως πρόσχημα για προσωπική απαξίωση.

Το πρόβλημα είναι ότι μεγάλο μέρος της δημόσιας αντιπαράθεσης δεν διεξάγεται πλέον σε αυτό το επίπεδο. Δεν εξετάζει με ακρίβεια ποια μέθοδος εφαρμόζεται, ποια είναι τα διαθέσιμα κλινικά δεδομένα και πού τελειώνει η επιστημονική υπόθεση και αρχίζει ο θεραπευτικός ισχυρισμός. Αντί γι’ αυτό, συναντάμε όλο και συχνότερα χαρακτηρισμούς, ειρωνείες, ψυχιατρικές ετικέτες, σεξιστικά υπονοούμενα και ιδεολογικούς συνειρμούς.

Η επιστημονική κριτική έχει κανόνες. Η πολιτική δολοφονία χαρακτήρα έχει τεχνικές.

Το πρώτο βήμα είναι η ενοχή διά συνειρμού. Μια άσχετη τραγική υπόθεση, στην οποία φέρεται να εφαρμόστηκε πλασμαφαίρεση, συνδέεται επικοινωνιακά με την Καρυστιανού επειδή σε άλλο ιατρείο και διαφορετικό πλαίσιο εμφανίστηκε ο όρος «κβαντική ιατρική». Η πλασμαφαίρεση, όμως, δεν αποτελεί κβαντική μέθοδο ούτε έχει σχέση με τον βιοσυντονισμό που περιγράφεται στην επαγγελματική ιστοσελίδα της. Παρ’ όλα αυτά, δημοσιεύθηκαν διατυπώσεις όπως «κβαντικός χασάπης», δημιουργώντας ένα συναισθηματικά φορτισμένο περιβάλλον μέσα στο οποίο η επιστημονική συζήτηση αντικαθίσταται από την εικόνα του επικίνδυνου και αδίστακτου γιατρού.

Από εκεί και πέρα, η μεταφορά του υπαινιγμού γίνεται εύκολη: αφού ένας άνθρωπος πέθανε σε χώρο όπου προβάλλονταν μη συμβατικές θεραπείες, κάθε γιατρός που χρησιμοποιεί παρόμοια ορολογία αντιμετωπίζεται περίπου ως εν δυνάμει υπεύθυνος για την ίδια τραγωδία. Αυτό δεν είναι επιστημονικός συλλογισμός. Είναι επικοινωνιακό τέχνασμα.

Το δεύτερο πεδίο είναι η ψυχιατρικοποίηση της πολιτικής διαφωνίας. Αντί να απαντηθούν οι θέσεις ενός προσώπου, αμφισβητείται η ψυχική του ισορροπία. Όροι που ανήκουν στην ψυχιατρική μετατρέπονται σε ύβρεις: «παρανοϊκή», «μανιοκαταθλιπτική», «ψυχοπαθής». Τα “παράθυρα” έχουν γεμίσει απο κομματικούς σχολιαστές.

Η κατάχρηση της ψυχιατρικής για την απαξίωση αντιφρονούντων έχει βαρύ ιστορικό φορτίο. Στα κομμουνιστικά καθεστώτα του εικοστού αιώνα, η πολιτική ανυπακοή μπορούσε να παρουσιάζεται ως απόδειξη ψυχικής διαταραχής. Ο άνθρωπος που αρνιόταν να προσαρμοστεί δεν θεωρούνταν απλώς αντίπαλος· παρουσιαζόταν ως παράλογος, επικίνδυνος ή ανίκανος να κρίνει την πραγματικότητα. Έτσι, η καταστολή μπορούσε να μεταμφιεστεί σε θεραπεία.

Η σημερινή Ελλάδα δεν είναι η Σοβιετική Ένωση, η Ρουμανία της Securitate ή η Ανατολική Γερμανία της Stasi. Η ιστορική ακρίβεια απαιτεί να μην εξισώνουμε ανόμοια καθεστώτα. Μπορούμε, όμως, να αναγνωρίσουμε την ομοιότητα μιας μεθόδου: όταν η πολιτική απάντηση αντικαθίσταται από μια αυθαίρετη ψυχιατρική «διάγνωση», χρησιμοποιείται ένα παλαιό εργαλείο εξουσίας — η μετατροπή του αντιπάλου από συνομιλητή σε ασθενή.

Το τρίτο πεδίο είναι η ιδεολογική δαιμονοποίηση. Η φημολογία περί συνεργασίας με πρόσωπα καταδικασμένα για νεοναζιστική εγκληματική δράση δεν μπορεί να παρουσιάζεται ως γεγονός χωρίς σαφή, επαληθεύσιμα στοιχεία. Άλλο η δημοσιογραφική έρευνα για πιθανές πολιτικές επαφές και άλλο η κατασκευή μιας ταυτότητας μέσω υπαινιγμών: «άρα είναι ναζί», «άρα αποτελεί απειλή για τη δημοκρατία», «άρα το κόμμα της πρέπει να τεθεί εκτός νόμου».

Η δημοκρατία δεν λειτουργεί με φήμες. Η απαγόρευση ενός πολιτικού κόμματος είναι εξαιρετικά σοβαρό νομικό ζήτημα και δεν μπορεί να προεξοφλείται μέσα από αναρτήσεις, τρολ και τηλεοπτικές υποθέσεις. Αν υπάρχουν στοιχεία, πρέπει να παρουσιαστούν. Αν δεν υπάρχουν, η επανάληψη ενός σεναρίου δεν το μετατρέπει σε πραγματικότητα. Και δείχνει μια βαθιά πολιτική και κοινωνική ασθένεια.

Το τέταρτο πεδίο είναι η ηθική και έμφυλη απαξίωση. Η ίδια γυναίκα μπορεί να παρουσιάζεται ταυτόχρονα ως θρησκόληπτη και ως ελευθεριάζουσα, ως υποχείριο πνευματικών και ως γυναίκα χωρίς ηθικούς φραγμούς. Η αντίφαση δεν αποτελεί αδυναμία της προπαγανδιστικής μεθόδου· αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της. Σε διαφορετικά ακροατήρια προσφέρεται διαφορετική εκδοχή του ίδιου «εχθρού».

Στο φιλελεύθερο κοινό επιστρατεύονται η ειρωνεία απέναντι στη θρησκευτικότητα και η εικόνα της «ανορθολογικής» γυναίκας. Στο συντηρητικό κοινό χρησιμοποιούνται σεξιστικά σχόλια, αισχρά υπονοούμενα και επιθέσεις στην προσωπική της ζωή. Ο στόχος δεν είναι να αποδειχθεί μία συνεπής κατηγορία. Ο στόχος είναι κάθε κοινωνική ομάδα να λάβει το μήνυμα που μπορεί να την απομακρύνει από το ίδιο πρόσωπο.

Όταν η πολιτική κριτική χρειάζεται χυδαιότητες για το σώμα, τη σεξουαλικότητα ή την προσωπική ζωή μιας γυναίκας, έχει ήδη εγκαταλείψει το πεδίο των επιχειρημάτων. Ο σεξισμός δεν αποτελεί πολιτική ανάλυση. Είναι μέθοδος κοινωνικής πειθάρχησης.

Στην εκστρατεία αυτή μπορούν να συναντηθούν άνθρωποι που, υπό κανονικές συνθήκες, εμφανίζονται ως ιδεολογικοί αντίπαλοι: αυτοαποκαλούμενοι φιλελεύθεροι, ακροδεξιοί σχολιαστές, τηλεοπτικοί διασκεδαστές, κομματικοί μηχανισμοί και λούμπεν μέσα ενημέρωσης. Η σύμπτωση της ρητορικής τους δεν αποδεικνύει από μόνη της την ύπαρξη ενός ενιαίου κέντρου καθοδήγησης. Αποδεικνύει, όμως, κάτι πολιτικά σημαντικό: διαφορετικά συμφέροντα μπορούν να συγκλίνουν στη δαιμονοποίηση ενός κοινού αντιπάλου.

Ιδιαίτερα οξύμωρο είναι να εμφανίζονται ως υπερασπιστές του φιλελευθερισμού πρόσωπα ή περιβάλλοντα που δεν έχουν λογαριαστεί καθαρά με τις αυταρχικές παραδόσεις της χώρας — ακόμη και με σκοτεινά κεφάλαια της δημόσιας ζωής κατά την περίοδο της δικτατορίας. Ο φιλελευθερισμός δεν είναι άδεια για διαπόμπευση. Προϋποθέτει δικαιώματα, τεκμήριο αθωότητας, ελευθερία λόγου, ανεκτικότητα στη διαφωνία και αντίσταση στην αυθαιρεσία της εξουσίας.

Δεν μπορεί κανείς να επικαλείται τον φιλελευθερισμό και ταυτόχρονα να απαιτεί κοινωνική εξόντωση του αντιπάλου. Δεν μπορεί να υπερασπίζεται τον ορθολογισμό χρησιμοποιώντας φήμες. Δεν μπορεί να καταγγέλλει τον ολοκληρωτισμό ενώ ζητά τη φίμωση, την ψυχιατρικοποίηση ή την επαγγελματική εξαφάνιση ενός διαφωνούντος προσώπου.

Η απάντηση στην προπαγάνδα δεν μπορεί να είναι μια αντίστροφη προπαγάνδα. Πρέπει να είναι η διαφάνεια. Και η Καρυστιανού την έχει.

Η απάντηση στην ψυχιατρικοποίηση δεν είναι η ανταπόδοση ύβρεων. Είναι η απαίτηση να σταματήσει η χρήση της ψυχιατρικής ως πολιτικού όπλου.

Η απάντηση στη σεξιστική χυδαιότητα δεν είναι η σιωπή. Είναι η δημόσια έκθεση της μεθόδου.

Η απάντηση στην ενοχή διά συνειρμού είναι η επιμονή στα πραγματικά γεγονότα: η Καρυστιανού δεν συνδέεται με την υπόθεση Μαζωνάκη, η πλασμαφαίρεση δεν είναι κβαντική μέθοδος και η επιστημονική αξιολόγηση μιας θεραπείας δεν μπορεί να μετατραπεί σε συλλογική ενοχοποίηση ανθρώπων που χρησιμοποιούν την ίδια λέξη.

Τι μπορεί να ακολουθήσει όταν μια τέτοια εκστρατεία δεν συναντά αντίσταση; Συνήθως ακολουθούν η διαρκής επανάληψη των χαρακτηρισμών, η κοινωνική απομόνωση, η πίεση προς επαγγελματικούς φορείς, η αναζήτηση οποιασδήποτε παλαιότερης δήλωσης που μπορεί να αποκοπεί από το πλαίσιό της και η προσπάθεια να εξαναγκαστεί το στοχοποιημένο πρόσωπο να απαντά καθημερινά σε διαφορετικές κατηγορίες. Υπάρχει κεντρικό σχέδιο που θα εξελιχθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο; Οι ενδείξεις εκεί κατατείνουν.  Γνωρίζουμε, όμως, από την ιστορία της πολιτικής επικοινωνίας ότι αυτές είναι συνηθισμένες τεχνικές φθοράς.

 

Η ισχυρότερη θέση της Καρυστιανού δεν είναι να εμφανιστεί ως αλάνθαστη. Είναι να αποδείξει ότι δεν φοβάται ούτε τις δύσκολες ερωτήσεις ούτε τις καθαρές απαντήσεις. Να υπερασπιστεί την πολιτική της αυτονομία. Να υπερασπιστεί την ιατρική της ιδιότητα με πλήρη διαφάνεια. Να αρνηθεί τον ρόλο που της αποδίδουν: δικαιούται να κρίνεται για όσα πραγματικά λέει και κάνει.

Απέναντι στην ύβρη, τεκμήρια. Απέναντι στη συκοφαντία, νόμος. Απέναντι στην ψυχιατρικοποίηση, ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Απέναντι στην πολιτική δαιμονοποίηση, δημοκρατία.

Και απέναντι σε κάθε μορφή ολοκληρωτισμού —από όπου κι αν προέρχεται— ελευθερία με αλήθεια.

 

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,600ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα