Ουκρανία: BlackRock, Bayer–Monsanto και ο γεωοικονομικός έλεγχος της αγροτικής παραγωγής

του Θεόδωρου Ατματζίδη, Υπστρατήγου ε.α. 

Αεροφωτογραφία ουκρανικών σιτοβολώνων

Ο πόλεμος στην Ουκρανία διεξάγεται στο πεδίο των επιχειρήσεων, των όπλων και των εδαφών, αλλά παράλληλα διαμορφώνεται μια δεύτερη μάχη, με διαφορετικά μέσα και πολύ μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα. Είναι η μάχη για την ανοικοδόμηση, τις επενδύσεις, τις υποδομές, την ενέργεια, τη γεωργία, την τεχνολογία και τους παραγωγικούς πόρους μιας χώρας που διαθέτει τεράστιες εκτάσεις καλλιεργήσιμης γης και αποτελεί μία από τις σημαντικότερες αγροτικές δυνάμεις της Ευρώπης.

Σε αυτό το περιβάλλον έχουν ήδη εμφανιστεί ορισμένοι από τους μεγαλύτερους διεθνείς οικονομικούς και αγροτεχνολογικούς ομίλους. Ανάμεσά τους βρίσκονται η BlackRock και η Bayer, η οποία μετά την εξαγορά της Monsanto το 2018 ενσωμάτωσε στον όμιλό της ένα από τα μεγαλύτερα χαρτοφυλάκια σπόρων, φυτοπροστατευτικών προϊόντων και αγροτικής βιοτεχνολογίας παγκοσμίως.

Το πρώτο στοιχείο που πρέπει να εξεταστεί είναι η BlackRock.

 

Τον Νοέμβριο του 2022, το υπουργείο Οικονομίας της Ουκρανίας υπέγραψε μνημόνιο συνεργασίας με τη BlackRock Financial Markets Advisory για την παροχή συμβουλών σχετικά με τη δημιουργία ενός πλαισίου προσέλκυσης ιδιωτικών κεφαλαίων για την ανοικοδόμηση της χώρας.[1] Το 2023 η συνεργασία συνδέθηκε με τον σχεδιασμό του Ukraine Development Fund, με τομείς ενδιαφέροντος που περιλάμβαναν τις υποδομές, την ενέργεια, τη γεωργία, τη μεταποίηση και την τεχνολογία.[2]

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη το μέγεθος της ανοικοδόμησης που απαιτείται. Η Ουκρανία χρειάζεται τεράστιες επενδύσεις και, συνεπώς, θα δημιουργηθεί ένα περιβάλλον στο οποίο διεθνή επενδυτικά κεφάλαια θα αποκτήσουν πρόσβαση σε υποδομές, ενέργεια, βιομηχανία και αγροτική παραγωγή.

Εγκατάσταση παραγωγής σπόρων ή κοντινό σε σπόρους καλαμποκιού στην ενότητα Bayer.

Η γεωργία αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους αυτούς τομείς.

Η Ουκρανία διαθέτει τεράστια αγροτική παραγωγική βάση και παραμένει σημαντικός παραγωγός και εξαγωγέας σιτηρών. Οι εκτιμήσεις για την παραγωγή σιταριού το 2026 κινούνται περίπου στους 22–23 εκατομμύρια τόνους.[3] Παράλληλα, οι εξαγωγές ουκρανικών δημητριακών προς την Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, με τις εισαγωγές σιταριού, καλαμποκιού και κριθαριού να έχουν υπερδιπλασιαστεί μεταξύ 2020 και 2024.[4]

Επομένως, η ουκρανική γεωργία δεν αποτελεί απλώς έναν εθνικό οικονομικό πόρο. Αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τις ευρωπαϊκές αγορές τροφίμων, τις διεθνείς εμπορικές ροές και την επισιτιστική ασφάλεια.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο εμφανίζεται η Bayer.

Η Bayer εξαγόρασε τη Monsanto το 2018 έναντι περίπου 63 δισ. δολαρίων. Η Monsanto έπαψε να λειτουργεί ως ανεξάρτητη εταιρεία, όμως οι δραστηριότητες που συνδέονται με τους σπόρους, τη γενετική, την προστασία των καλλιεργειών και την αγροτική βιοτεχνολογία πέρασαν στη Bayer Crop Science.[5]

Η παρουσία της Bayer στην Ουκρανία είναι ήδη σημαντική.

Η εταιρεία δραστηριοποιείται στον τομέα των σπόρων και της φυτοπροστασίας και διαθέτει στο Pochuiky της περιοχής Zhytomyr μεγάλη εγκατάσταση παραγωγής σπόρων καλαμποκιού. Η Bayer αναφέρει ότι έχει επενδύσει περίπου 60 εκατομμύρια ευρώ στη συγκεκριμένη μονάδα, η οποία αποτελεί μία από τις σημαντικότερες εγκαταστάσεις παραγωγής σπόρων της εταιρείας στην Ευρώπη.[6]

Η εγκατάσταση έχει δυνατότητα παραγωγής, αποθήκευσης και διανομής έως περίπου 1,2 εκατομμύρια μονάδες σπόρων καλαμποκιού ετησίως και εξυπηρετεί περίπου 2.500 Ουκρανούς πελάτες.[7]

Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, διότι μεταφέρει τη συζήτηση από την ιδιοκτησία της γης στον έλεγχο της ίδιας της παραγωγικής αλυσίδας.

Σύγχρονο εργαστήριο φυτικής γενετικής στην ενότητα genome editing.

Η γη είναι ένα στοιχείο της γεωργικής ισχύος. Ο σπόρος, η γενετική τεχνολογία, η τεχνογνωσία, τα φυτοπροστατευτικά προϊόντα, η χρηματοδότηση και η πρόσβαση στις αγορές αποτελούν τα υπόλοιπα.

Όποιος κατέχει κρίσιμες τεχνολογίες και παραγωγικά εργαλεία μπορεί να αποκτήσει επιρροή πολύ μεγαλύτερη από εκείνη που αποτυπώνεται απλώς σε έναν τίτλο ιδιοκτησίας γης.

Και εδώ εμφανίζεται ένας ακόμη κρίκος.

Η BlackRock αποτελεί σημαντικό θεσμικό επενδυτή της Bayer. Στις εταιρικές γνωστοποιήσεις της Bayer για το 2025, η BlackRock εμφανίζεται με ποσοστό περίπου 7,2% των δικαιωμάτων ψήφου, κατατάσσοντάς την μεταξύ των σημαντικών μετόχων του γερμανικού ομίλου.[8]

Έτσι διαμορφώνεται μια αλυσίδα οικονομικών σχέσεων που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον:

Ουκρανία → ανοικοδόμηση → διεθνή κεφάλαια → BlackRock → Bayer → Monsanto/Crop Science → σπόροι και γενετική τεχνολογία → αγροτική παραγωγή → ευρωπαϊκές και διεθνείς αγορές.

Στην αλυσίδα αυτή προστίθεται και ο Friedrich Merz.

Ο σημερινός καγκελάριος της Γερμανίας είχε διατελέσει πρόεδρος του εποπτικού συμβουλίου της BlackRock Asset Management Deutschland από το 2016 έως το 2020.[9] Η επαγγελματική αυτή σχέση ανήκει στο παρελθόν, όμως αποτελεί ένα πραγματικό σημείο επαφής ανάμεσα στον σημερινό πολιτικό ηγέτη της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης και έναν από τους μεγαλύτερους διαχειριστές κεφαλαίων στον κόσμο.

Ο Merz, ως καγκελάριος, έχει υιοθετήσει ιδιαίτερα ισχυρή πολιτική γραμμή υπέρ της υποστήριξης της Ουκρανίας και της ενίσχυσης της ευρωπαϊκής άμυνας. Η πολιτική αυτή εντάσσεται στη γερμανική και ευρωπαϊκή στρατηγική αντιμετώπισης της ρωσικής επιθετικότητας.

Όταν όμως η πολιτική, η χρηματοδότηση, η αγροτική παραγωγή και η τεχνολογία εξετάζονται ταυτόχρονα, δημιουργείται ένα ευρύτερο γεωοικονομικό πλαίσιο που αξίζει να παρακολουθηθεί.

Και η επόμενη διάσταση είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.

Η Ουκρανία βρίσκεται σε διαδικασία εφαρμογής νέου κανονιστικού πλαισίου για τους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς. Η νέα νομοθεσία προβλέπει κανόνες για την καταχώριση, τον έλεγχο, την ιχνηλασιμότητα και την κυκλοφορία προϊόντων που σχετίζονται με GMO και αποσκοπεί στην προσέγγιση του ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου.[10]

Παράλληλα, οι ουκρανικές αρχές έχουν κινηθεί προς τη δημιουργία διαδικασιών ελέγχου για μη εγκεκριμένους γενετικά τροποποιημένους οργανισμούς και έχουν αναπτύξει το θεσμικό πλαίσιο για έρευνα και δοκιμές στον συγκεκριμένο τομέα.[11]

Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος όταν συνδυάζεται με την κατεύθυνση της Bayer στον χώρο της γενετικής τεχνολογίας.

Η εταιρεία επενδύει πλέον σε τεχνολογίες genome editing και σε νέες μεθόδους βελτίωσης φυτών. Τον Σεπτέμβριο του 2026 ανακοίνωσε εξελίξεις σε γενετικά επεξεργασμένη σόγια και σε νέα χαρακτηριστικά ανθεκτικότητας σε ζιζανιοκτόνα, ενώ διατηρεί ένα εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο νέων τεχνολογιών για τη γεωργία.[12]

Παράλληλα, τον Ιούλιο του 2026 η Bayer ανακοίνωσε συμφωνία με τη RAGT για την ανάπτυξη και εμπορική αξιοποίηση υβριδικού σιταριού στην Ευρώπη και τη Βόρεια Αμερική, με στόχο ευρύτερη εμπορική ανάπτυξη στις αρχές της δεκαετίας του 2030 και μακροπρόθεσμο στόχο ετήσιων εσόδων που θα μπορούσαν να φτάσουν το 1 δισ. ευρώ.[13]

Το υβριδικό σιτάρι δεν ταυτίζεται με τα γενετικά τροποποιημένα σιτηρά. Ωστόσο, η ταυτόχρονη ανάπτυξη υβριδικών ποικιλιών, genome editing και άλλων προηγμένων τεχνολογιών φυτικής γενετικής δείχνει προς μια γεωργία στην οποία η γενετική τεχνολογία θα αποκτά ολοένα μεγαλύτερη οικονομική σημασία.

Και εδώ βρίσκεται ένας προβληματισμός που αφορά ολόκληρη την Ευρώπη.

Τι θα συμβεί εάν μία από τις μεγαλύτερες παραγωγικές περιοχές σιτηρών της Ευρώπης εξελιχθεί τα επόμενα χρόνια σε έναν τεράστιο κόμβο σύγχρονης αγροτικής βιοτεχνολογίας; Τι σημαίνει για την ευρωπαϊκή γεωργία η δυνατότητα παραγωγής τεράστιων ποσοτήτων σιτηρών με νέες γενετικές τεχνολογίες; Ποιος θα ελέγχει τους σπόρους, τα δικαιώματα γενετικού υλικού και τις τεχνολογίες που θα χρησιμοποιούνται; Πόσο θα εξαρτώνται οι παραγωγοί από συγκεκριμένες πολυεθνικές εταιρείες;

Το ζήτημα γίνεται ακόμη πιο ευαίσθητο επειδή σημαντικό μέρος των ευρωπαϊκών κοινωνιών εξακολουθεί να αντιμετωπίζει με επιφυλακτικότητα τα γενετικά τροποποιημένα προϊόντα.

Επομένως, η συζήτηση δεν περιορίζεται στην επιστημονική ασφάλεια ενός συγκεκριμένου προϊόντος. Αφορά την κυριαρχία πάνω στην παραγωγική διαδικασία, την ιχνηλασιμότητα, τη βιοποικιλότητα, την ελευθερία επιλογής του καταναλωτή, τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και την εξάρτηση των αγροτών από συγκεκριμένες γενετικές τεχνολογίες.

Αυτό είναι ένα σοβαρό ζήτημα γεωοικονομικής ασφάλειας.

Η Ουκρανία, μετά το τέλος του πολέμου, θα χρειαστεί τεράστιες επενδύσεις. Διαθέτει όμως κάτι που λίγες ευρωπαϊκές χώρες διαθέτουν σε αυτή την κλίμακα: τεράστια αγροτική παραγωγική δυνατότητα. Εάν η ανοικοδόμηση συνδυαστεί με μαζικές επενδύσεις, σύγχρονες υποδομές, μεγάλους διεθνείς επενδυτές και προηγμένες τεχνολογίες σπόρων και γενετικής, τότε η ουκρανική γεωργία μπορεί να μετατραπεί σε έναν από τους σημαντικότερους γεωοικονομικούς πυλώνες της Ευρώπης.

Και αυτό ακριβώς καθιστά το θέμα στρατηγικό.

Η συζήτηση, επομένως, δεν πρέπει να περιοριστεί στο ερώτημα ποιος αγοράζει ουκρανική γη. Το βαθύτερο ερώτημα είναι ποιος θα ελέγχει την παραγωγική αλυσίδα της ουκρανικής γεωργίας μετά τον πόλεμο.

Ποιος θα διαθέτει το κεφάλαιο;

Ποιος θα ελέγχει τις υποδομές;

Ποιος θα διαθέτει τους σπόρους;

Ποιος θα κατέχει τη γενετική τεχνολογία;

Ποιος θα καθορίζει τις καλλιεργητικές επιλογές;

Και τελικά, ποιος θα έχει τη μεγαλύτερη επιρροή στην παραγωγή και διακίνηση τροφίμων προς την ευρωπαϊκή αγορά;

Αν συνδέσουμε τα δεδομένα, η εικόνα γίνεται ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα: η BlackRock συμμετέχει στον σχεδιασμό της προσέλκυσης ιδιωτικών κεφαλαίων για την ανοικοδόμηση της Ουκρανίας, αποτελεί σημαντικό μέτοχο της Bayer, η Bayer έχει ενσωματώσει τη Monsanto και διαθέτει ήδη ισχυρή αγροτική παρουσία στην Ουκρανία, ενώ η ίδια εταιρεία επενδύει στις νέες γενετικές και αγροτεχνολογικές εφαρμογές.

Την ίδια στιγμή, ο Friedrich Merz, πρώην επικεφαλής της BlackRock Asset Management Deutschland, βρίσκεται σήμερα στην ηγεσία της Γερμανίας, μιας χώρας που αποτελεί έναν από τους βασικούς πολιτικούς και οικονομικούς πυλώνες της ευρωπαϊκής στήριξης προς την Ουκρανία.

Κανένα από αυτά τα στοιχεία από μόνο του δεν απαντά στο μεγάλο ερώτημα.

Όλα μαζί όμως συνθέτουν ένα γεωοικονομικό περιβάλλον το οποίο αξίζει να παρακολουθείται στενά.

Γιατί η μάχη για την Ουκρανία δεν αφορά μόνο τα σύνορα, τα όπλα και τα εδάφη.

Αφορά τα κεφάλαια, τις υποδομές, την ενέργεια, τη γη, τους σπόρους, τη γενετική τεχνολογία και τον έλεγχο της παραγωγής.

Και ίσως, στο τέλος, το πιο κρίσιμο ερώτημα να μην είναι ποιος θα κερδίσει τον πόλεμο.

Αλλά ποιος θα διαμορφώσει την οικονομική και παραγωγική Ουκρανία που θα προκύψει μετά τον πόλεμο.

Πηγές

[1] Ministry of Economy of Ukraine, Ukraine and BlackRock Sign Memorandum of Understanding on Reconstruction, November 2022.

[2] BlackRock Financial Markets Advisory / Ministry of Economy of Ukraine, Ukraine Development Fund / Reconstruction Investment Framework, 2023.

[3] Reuters, Ukraine’s 2026 wheat production outlook, May 2026.

[4] OSW – Centre for Eastern Studies, Ukrainian agricultural exports and EU imports, December 2025.

[5] Bayer AG, Bayer completes acquisition of Monsanto, 2018.

[6] Bayer AG, Bayer’s Efforts in Ukraine, 28 March 2025.

[7] Bayer Ukraine, Seed Production Plant – Pochuiky, Zhytomyr Region.

[8] Bayer AG, Annual Report 2025 – Shareholder Structure and Voting Rights.

[9] BlackRock Asset Management Deutschland / corporate records concerning Friedrich Merz’s chairmanship, 2016–2020.

[10] Ministry of Economy of Ukraine, New GMO Law to Enter into Force in September 2026, 30 June 2026.

[11] Ministry of Economy of Ukraine, GMO research, testing and inspection procedures, June 2026.

[12] Bayer AG, Bayer advances next generation of crop protection and genome-edited crops, September 2026.

[13] Bayer AG, Bayer signs licensing agreement with RAGT and begins broad hybrid wheat commercialization by early 2030s, 15 July 2026.

Θεόδωρος Ατματζίδης

Ο Υποστράτηγος ΕΑ Θεόδωρος Ατματζίδης,  έχει υπηρετήσει σε ανώτατες θέσεις στρατηγικής ασφάλειας, πληροφοριών, διοίκησης και διεθνών σχέσεων, με πολυετή υπηρεσία στο ΝΑΤΟ, στο ΓΕΣ και στο Γενικό Επιτελείο Εθνικής Άμυνας. Υπηρέτησε ως Director – Assistant Chief of Staff (ACOS) (2019–2021), καθώς και ως Executive Officer στο Public Affairs Office (2006–2009) στο NATO SHAPE Mons- Βέλγιο , με ευθύνη στη στρατηγική επικοινωνία και διεθνή εκπροσώπηση. Διετέλεσε επίσης ως Τμηματάρχης στην Διεύθυνση Εξοπλισμών του ΓΕΣ , ως Διευθυντής Πληροφοριών και Ασφάλειας και Διευθυντής Αντικατασκοπείας στο ΓΕΕΘΑ, ενώ έχει διατελέσει  και καθηγητής  στη Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Διαθέτει μεταπτυχιακούς τίτλους στις Στρατηγικές Σπουδές και στη Διοίκηση .

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,600ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα