Αχ. Ταουξής: Το πραγματικό «Όχι» γράφεται με φτυάρι και DNA

του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.

Σήμερα, 28 Οκτωβρίου 2026, λέμε για ακόμη μία φορά «Όχι», σαν να πρόκειται για μια λέξη φτιαγμένη για επετείους, σχολικές γιορτές και τηλεοπτικά σχόλια. Πίσω από αυτή τη λέξη, όμως, στέκονταν άνθρωποι, αγρότες, εργάτες, μαθητές και πατεράδες που άφησαν τα σπίτια τους και ανέβηκαν σε παγωμένα βουνά για να μην περάσει ο εχθρός.

Από εκείνα τα βουνά δεν γύρισαν όλοι. Ογδόντα έξι χρόνια μετά, χιλιάδες από αυτούς εξακολουθούν να περιμένουν την επιστροφή τους στην πατρίδα, όχι ως στρατιώτες, αλλά ως άνθρωποι που δικαιούνται ένα όνομα, έναν τάφο και την τιμή που τους οφείλει το κράτος για το οποίο έπεσαν.

Περίπου 8.000 Έλληνες πεσόντες αναζητούνται ακόμη στη Βόρεια Ήπειρο. Η συμφωνία με τα Τίρανα για την αναζήτηση, την εκταφή, την ταυτοποίηση και τον ενταφιασμό τους υπογράφηκε στις 9 Φεβρουαρίου 2009, κυρώθηκε από την ελληνική Βουλή τον Αύγουστο του ίδιου έτους και τέθηκε σε ισχύ στις 6 Μαΐου 2010. Παρέμεινε, όμως, ανενεργή μέχρι τον Ιανουάριο του 2018, όταν άρχισαν οι εργασίες στο Ντραγκότ. Οκτώ χρόνια χάθηκαν πριν κινηθεί ουσιαστικά η διαδικασία.

Από τότε έχουν πραγματοποιηθεί 1.295 εκταφές και έχουν ενταφιαστεί 1.003 πεσόντες στα δύο στρατιωτικά κοιμητήρια, στους Βουλιαράτες και στην Κλεισούρα. Τα στοιχεία του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, τον Μάιο του 2026, επιβεβαιώνουν ότι τα κοιμητήρια έχουν πλέον γεμίσει, ενώ τα οστά που έχουν καταγραφεί φυλάσσονται σε ειδικά οστεοκιβώτια στο Ντραγκότ, περιμένοντας να βρεθεί χώρος για την ταφή τους.

Με έναν μέσο ρυθμό περίπου 125 ενταφιασμών τον χρόνο, η ολοκλήρωση της διαδικασίας για χιλιάδες ακόμη πεσόντες μετατρέπεται σε υπόθεση δεκαετιών. Δεν πρόκειται για μια απλή γραφειοκρατική εκκρεμότητα. Πρόκειται για μια εθνική υποχρέωση που παραμένει ανολοκλήρωτη.

Η ευθύνη της Αθήνας είναι εμφανής. Η συμφωνία κυρώθηκε το 2009, αλλά για χρόνια δεν προχώρησε τίποτα στο πεδίο. Το 2015, το υπουργείο Εξωτερικών απαντούσε σε κοινοβουλευτικές παρεμβάσεις ότι αναμένει την ανταπόκριση της αλβανικής πλευράς. Ένα κράτος που περιμένει επί χρόνια, χωρίς να εξασφαλίζει την εφαρμογή μιας συμφωνίας, δεν διεκδικεί αποτελεσματικά. Η επίκληση της αδράνειας του άλλου δεν απαλλάσσει από την ευθύνη εκείνον που έχει την υποχρέωση να προστατεύσει τη μνήμη των δικών του νεκρών.

Η Αλβανία, από την άλλη, δεν είναι θεατής. Η συμφωνία είναι διμερής και δεσμεύει και τις δύο πλευρές. Η εκκρεμής παραχώρηση των 10 στρεμμάτων για την επέκταση του κοιμητηρίου της Κλεισούρας, που είχε συμφωνηθεί το 2019, εμποδίζει την επανέναρξη των ενταφιασμών. Η Ένωση Συγγενών Πεσόντων έχει επανειλημμένα αναδείξει το ζήτημα, ενώ τα οστά παραμένουν σε οστεοκιβώτια στο Ντραγκότ.

Οι αλβανικές αρχές, που κύρωσαν τη συμφωνία, δεν δικαιούνται να την αφήνουν γράμμα νεκρό. Η Αθήνα οφείλει να θέτει το ζήτημα σε κάθε συνάντηση, με συγκεκριμένες απαιτήσεις, χρονοδιάγραμμα και έλεγχο εφαρμογής. Η Αλβανία επιδιώκει την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Ελλάδα, ως κράτος μέλος, διαθέτει θεσμικά μέσα για να απαιτήσει τον σεβασμό των συμφωνιών και των ανθρωπιστικών υποχρεώσεων. Η μνήμη των νεκρών δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο διπλωματικής αβρότητας ούτε να παραμερίζεται κάθε φορά που προκύπτει μια άλλη πολιτική προτεραιότητα.

Η πρώτη ταυτοποίηση με DNA ήρθε μόλις τον Ιούλιο του 2026, όταν ανακοινώθηκε ότι τα οστά του έφεδρου λοχία Γεωργίου Βέλιου, από το Παλαιοχώρι Χαλκιδικής, ανήκαν στον στρατιώτη που έπεσε στις 12 Μαρτίου 1941. Η ταυτοποίηση έγινε έπειτα από δεκαετίες αναμονής και έδωσε στην οικογένειά του τη δυνατότητα να μάθει πού είχε ταφεί ο άνθρωπός της. Ακολούθησε η ταυτοποίηση του έφεδρου δεκανέα πεζικού Δημήτρη Κόλλια, από τη Λάρυμνα, που σκοτώθηκε στις 2 Δεκεμβρίου 1940 στη μάχη για το Ύψωμα 669.

Μετά από περίπου 85 χρόνια, δύο οικογένειες ξαναβρήκαν τους δικούς τους. Η επιστήμη απέδειξε ότι η ταυτοποίηση είναι εφικτή, ακόμη και όταν έχουν περάσει τόσες δεκαετίες. Δεν δικαιολογείται, λοιπόν, κανένας νεκρός να περιμένει άλλο επειδή λείπει ένα οικόπεδο, μια διοικητική απόφαση ή η πολιτική βούληση.

Οι αρχαίοι μας πρόγονοι έβλεπαν τον άταφο νεκρό ως ντροπή ολόκληρης της πόλης. Εμείς τους επικαλούμαστε κάθε φορά που βολεύει τον λόγο μας, ενώ αφήνουμε τους δικούς μας νεκρούς στη λάσπη. Λόγια, σημαίες και παρελάσεις καλύπτουν το κενό, αλλά δεν το εξαφανίζουν.

Η εγκατάλειψη δυστυχώς δεν αφορά μόνο τους νεκρούς μας. Στα οχυρά του Μπέλες, εκεί όπου Έλληνες στρατιώτες αντιστάθηκαν με απαράμιλλο ηρωισμό στη γερμανική εισβολή τον Απρίλιο του 1941, η ιστορική μνήμη παραδίδεται στη φθορά και στους λεηλάτες. Στο οχυρό Τρεις Βρύσες, στο συγκρότημα Καρατάς, άγνωστοι αφαίρεσαν πόρτες, σωληνώσεις, ηλεκτρολογικό υλικό και ακόμη και τα προστατευτικά καλύμματα των τυφεκιοθυρίδων, μετατρέποντας ιστορικά κειμήλια σε υλικό για σκραπ. Τα περισσότερα οχυρά της περιοχής έχουν αφεθεί στην εγκατάλειψη, με την πολιτεία να αδυνατεί να τα προστατεύσει αποτελεσματικά. Οι Γερμανοί χρειάστηκαν στρατό για να προσπαθήσουν να τα καταλάβουν. Σήμερα, κάποιοι τα απογυμνώνουν για λίγα κιλά μέταλλο, ενώ το ελληνικό κράτος παρακολουθεί.

Από την Αθήνα απαιτείται ένα μόνιμο πρόγραμμα με εξασφαλισμένο προϋπολογισμό, σαφές χρονοδιάγραμμα και δημόσια ενημέρωση για την πρόοδο των εκταφών και των ταυτοποιήσεων. Από τα Τίρανα απαιτείται η άμεση παραχώρηση των 10 στρεμμάτων στην Κλεισούρα και η εξασφάλιση των αναγκαίων υποδομών για την επανέναρξη των ενταφιασμών. Παράλληλα, πρέπει να επιταχυνθεί η συλλογή δειγμάτων DNA από κάθε συγγενή που βρίσκεται ακόμη στη ζωή, γιατί κάθε χρόνο χάνεται ένας ακόμη άνθρωπος που μπορεί να δώσει την απάντηση σε μια οικογένεια που περιμένει.

Το πραγματικό «Ζήτω το Έπος του ’40» δεν γράφεται με κορδέλες και λόγους. Γράφεται με φτυάρι, με εργαστήριο DNA, με οικόπεδο για νεκροταφείο και με ένα κράτος που δεν αντιμετωπίζει την ταφή των νεκρών του ως μια γραφική τελετή γύρω από κάθε επέτειο.

Το «Όχι» του 1940 ήταν πράξη εθνικής αξιοπρέπειας. Η επιστροφή των νεκρών μας είναι η δική μας υποχρέωση απέναντί της.

Χρόνια πολλά σε όλους τους Έλληνες και τις Ελληνίδες.

Υποστράτηγος ε.α
Αχιλλεύς Ταουξης

Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.

Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,100ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα