του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.
Οκτώ χιλιόμετρα από το Φετιγιέ, στην πλαγιά ενός βουνού, στέκονται πεντακόσια περίπου σπίτια χωρίς στέγες. Παράθυρα χωρίς τζάμια. Αυλές που τις έχουν πάρει τα αγριόχορτα. Στη μέση δύο ναοί, ακόμη όρθιοι. Η Τουρκία το λέει Kayaköy. Όσοι το έχτισαν το έλεγαν Λιβίσι.
Ζούσαν εκεί χιλιάδες άνθρωποι, πάνω από έξι χιλιάδες κατά τις πιο συντηρητικές εκτιμήσεις. Ορθόδοξοι, με σχολεία, εκκλησίες και δουλειές. Και ας το πούμε από την αρχή καθαρά. Το Λιβίσι δεν το άδειασε η Λωζάνη. Το είχαν αδειάσει οι διωγμοί.
Από το 1914 άρχισαν οι διώξεις. Το 1916 πολλές οικογένειες βγήκαν από τα σπίτια τους και περπάτησαν διακόσια είκοσι χιλιόμετρα ως το Ντενιζλί. Όσοι έμειναν επιβιβάστηκαν σε πλοία το 1922. Όταν υπογράφηκε η συνθήκη το 1923, το χωριό ήταν σχεδόν άδειο.
Η Λωζάνη έκανε κάτι άλλο. Έκλεισε την πόρτα για πάντα πίσω από ανθρώπους που ήδη είχαν βγει. Μέχρι τότε ο πρόσφυγας μπορούσε να ελπίζει ότι θα γυρίσει. Από τότε μπορούσε μόνο να θυμάται. Αυτό που ήταν βίαιο τετελεσμένο έγινε διεθνές δίκαιο.
Αυτό είναι το πρόσωπο της ιστορικής μνήμης που δεν αρέσει σε κανέναν. Οι ανταλλαγές πληθυσμών παρουσιάζονται ως συμφωνίες δύο κρατών. Στην πράξη νομιμοποιούν αυτό που έγινε ήδη. Πρώτα ο διωγμός, μετά το χαρτί.
Και τότε έρχεται η εικόνα που δεν ξεχνιέται. Το τουρκικό κράτος έστειλε στο Λιβίσι μουσουλμάνους από την Ελλάδα. Δεν έμειναν. Οι πηγές μιλούν για φήμες ότι τα σπίτια στοίχειωναν από τους Έλληνες που είχαν σκοτωθεί εκεί. Το 1957 ένας σεισμός έκανε τα υπόλοιπα.
Να είμαστε όμως ακριβείς. Το χωριό δεν αρνήθηκε κανέναν. Οι πέτρες δεν έχουν βούληση. Όμως ο συμβολισμός στέκει και δεν χρειάζεται δανεικά επιχειρήματα. Ένα μέρος που αδειάζει με βία δεν γίνεται εύκολα το σπίτι κάποιου άλλου. Οι ίδιοι οι νέοι κάτοικοι το ένιωσαν και έφυγαν.
Σήμερα το Λιβίσι είναι μουσείο υπαίθρου και οι ναοί προστατεύονται. Αυτό είναι καλό και πρέπει να το λέμε. Το ερώτημα είναι ποια ιστορία διαβάζει ο επισκέπτης όταν περπατά ανάμεσα στα ερείπια. Η «ανταλλαγή» ή ο διωγμός.
Το 2014 ανακοινώθηκε διαγωνισμός για μίσθωση 49 ετών, με ξενοδοχείο και τουριστικές εγκαταστάσεις που θα κάλυπταν ως το ένα τρίτο του χωριού. Σήμερα, σύμφωνα με πρόσφατες περιγραφές επισκεπτών, λίγα σπίτια έχουν γίνει κατοικίες και λειτουργεί ένα μικρό ξενοδοχείο, ενώ ο κύριος όγκος του χωριού μένει σχεδόν ανέγγιχτος. Η μάχη δεν έχει κριθεί. Όποιος ελέγχει τον χώρο, ελέγχει και την αφήγηση. Αυτό είναι γεωπολιτική με πέτρα και ασβέστη.
Το έζησα προσωπικά. Σε ιδιωτικές συζητήσεις με Ευρωπαίους συναδέλφους άκουγα κάθε φορά την ίδια φράση. Ανταλλαγή πληθυσμών. Σαν να μιλούσαμε για λογιστικά βιβλία που τακτοποιήθηκαν. Και κάθε φορά έπρεπε να σταματήσω τη συζήτηση και να δώσω την πραγματική εικόνα. Ότι σε όλη τη Μικρά Ασία οι χριστιανικοί πληθυσμοί εκδιώχθηκαν με σφαγές και εγκλήματα, και ότι το χαρτί ήρθε μετά για να το νομιμοποιήσει. Στο Λιβίσι αυτό πήρε τη μορφή των διώξεων και της εκτόπισης του 1916. Την ίδια λογική τη βρίσκεις και στον τουρκικό Τύπο. Η Hürriyet Daily News, στο ρεπορτάζ για τη μίσθωση του χωριού, έγραψε ότι οι Έλληνες κάτοικοι «επέστρεψαν στην Ελλάδα». Δεν επέστρεψαν πουθενά. Έφυγαν από το σπίτι τους. Αυτό δείχνει ποια αφήγηση έχει κερδίσει. Όταν ένας μορφωμένος Ευρωπαίος δεν έχει ακούσει άλλη εκδοχή, η υπόθεση έχει ήδη κριθεί πριν αρχίσει η συζήτηση.
Οι πρόσφυγες του Λιβισιού έφτιαξαν τη Νέα Μάκρη. Έχτισαν, δούλεψαν, μεγάλωσαν παιδιά. Το ελληνικό κράτος τούς χρησιμοποίησε ως ιστορία για τις γιορτές και δεν τους έκανε ποτέ πολιτική. Δεν υπάρχει εθνική στρατηγική για τη μνήμη. Δεν υπάρχει μόνιμος θεσμός που να καταγράφει, να τεκμηριώνει, να μιλά στο εξωτερικό με αρχεία και όχι με συναίσθημα. Η μνήμη μένει στους συλλόγους και στις επετείους, δηλαδή στην καλή θέληση. Η καλή θέληση δεν αρκεί απέναντι σε κράτος που έχει σχέδιο. Υπάρχει και μια σύγκριση που πονάει. Δεν συγκρίνω τα γεγονότα. Συγκρίνω τη δουλειά της μνήμης. Το Ολοκαύτωμα έγινε παγκόσμια μνήμη επειδή χτίστηκε θεσμικά. Με μουσεία, αρχεία, εκπαίδευση και διεθνή ημέρα μνήμης. Δεν έγινε από μόνο του.
Οι Αρμένιοι το κατάλαβαν νωρίς. Η Ουρουγουάη αναγνώρισε τη γενοκτονία τους το 1965. Η Γερμανία το 2016. Οι ΗΠΑ το 2021. Περισσότερα από πενήντα χρόνια επίμονης δουλειάς, και ακόμη η Τουρκία καταφέρνει να κρατά πολλές χώρες σε αμφιταλάντευση.
Εμείς πήραμε νόμους στη Βουλή το 1994 και το 1998. Σωστό και αναγκαίο. Μετά σταματήσαμε. Η Σουηδία, η Ολλανδία και η Αυστρία το αναγνώρισαν. Οι ΗΠΑ μόνο σε επίπεδο πολιτειών και δήμων. Μια αναγνώριση δεν κερδίζεται με ένα ψήφισμα. Κερδίζεται με διπλωματία, με ιστορικούς, με παρουσία στα κοινοβούλια των άλλων, χρόνο με το χρόνο. Αυτό δεν το κάναμε με την ένταση που χρειαζόταν. Το Λιβίσι είναι μία σελίδα αυτής της ιστορίας.
Όποιος δεν γράφει τις σελίδες του, βρίσκει κάποτε άλλον να τις γράφει για αυτόν.
Το κράτος όμως δεν αρκεί. Η μνήμη δεν ζει στα αρχεία. Ζει στο τραπέζι της Κυριακής. Οι απόγονοι των ανθρώπων του Λιβισιού έχουν υποχρέωση. Να κρατούν ζωντανό το όνομα του χωριού. Να ξέρουν από ποιο σπίτι έφυγε ο παππούς και ποια ήταν η εκκλησία του. Να το λένε στα παιδιά τους με την ίδια απλότητα που τους λένε το όνομά τους. Να τα πάνε, όσοι μπορούν, να δουν τις πέτρες με τα μάτια τους. Και να τους εξηγήσουν ότι αυτό που άκουσαν ως «ανταλλαγή» ήταν διωγμός. Οι πρόσφυγες είχαν πρώτα να χτίσουν ξανά τη ζωή τους. Τα παιδιά και τα εγγόνια τους έχουν το σπίτι, τη δουλειά και τον χρόνο. Τους μένει να πληρώσουν το χρέος. Η μνήμη μεταλαμπαδεύεται όπως η φλόγα, από χέρι σε χέρι. Αν σβήσει σε ένα χέρι, σβήνει για πάντα.
Η μνήμη δεν είναι νοσταλγία. Είναι στρατηγικό εργαλείο. Όποιος δεν τη δουλεύει, την παραδίδει σε εκείνον που τη δουλεύει. Το Λιβίσι μάς το λέει με τον πιο απλό τρόπο. Τα σπίτια έμειναν όρθια. Η ιστορία τους θα γραφτεί από όποιον τη γράψει πρώτος.
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.