του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.
Το Σύμφωνο της Μέκκας και η δοκιμασία της συνοχής του ΝΑΤΟ
Σε 43 χρόνια υπηρεσίας μου στις Ένοπλες Δυνάμεις έμαθα ότι οι συμμαχίες δεν κρίνονται στις υπογραφές, αλλά την ώρα της κρίσης. Τότε αποκαλύπτεται ποιος έχει δεσμευτεί απέναντι σε ποιον και ποια συμφέροντα είναι διατεθειμένος να υπηρετήσει.
Στις 7 Αυγούστου 2026, Τουρκία, Σαουδική Αραβία και Πακιστάν υπέγραψαν στη Μέκκα συμφωνία κοινής άμυνας. Ένοπλη επίθεση εναντίον ενός μέλους θεωρείται επίθεση εναντίον όλων, με υποχρέωση αμοιβαίας συνδρομής. Δεν πρόκειται για μια απλή πολιτική διακήρυξη. Η συμφωνία προβλέπει ανταλλαγή πληροφοριών, κοινές ασκήσεις, επιχειρησιακή συνεργασία, ανταλλαγές προσωπικού, αμυντική βιομηχανική συνεργασία και υλικοτεχνική υποστήριξη. Προβλέπει ακόμη τη δυνατότητα ένταξης νέων μελών.
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία επειδή η Τουρκία είναι ταυτόχρονα μέλος του ΝΑΤΟ. Συμμετέχει πλέον σε δύο μηχανισμούς συλλογικής άμυνας, με διαφορετικές γεωπολιτικές επιδιώξεις. Η Μέκκα δεν ακυρώνει τις Συμφωνίες του Αβραάμ, ούτε σημαίνει ότι η Σαουδική Αραβία εγκαταλείπει τις σχέσεις της με τις ΗΠΑ. Αναδεικνύει όμως μια νέα περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας, στην οποία η Τουρκία διεκδικεί τον ρόλο του στρατιωτικού πυλώνα. Εάν το σχήμα διευρυνθεί, η επιρροή του θα πλησιάσει ακόμη περισσότερο την Ανατολική Μεσόγειο.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι θα συμβεί όταν οι δύο δεσμεύσεις συγκρουστούν. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο πολιτικό, αλλά πρώτιστα επιχειρησιακό. Όποιος έχει υπηρετήσει σε κέντρο επιχειρήσεων γνωρίζει ότι η στρατιωτική συνεργασία δεν περιορίζεται στην ανταλλαγή ανακοινώσεων, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της εθνικής και συμμαχικής ασφάλειας.
Κατά τη γνώμη μου οι τομείς που θα βρεθούν σε κίνδυνο είναι αρκετοί και σοβαροί. Ενδεικτικά θα αναφέρω τα δίκτυα διοίκησης και ελέγχου (C2), τις διαβαθμισμένες επικοινωνίες, τις συχνότητες και τα κλειδιά κρυπτογράφησης, τα συστήματα αναγνώρισης φίλου και εχθρού (IFF), τα δεδομένα ραντάρ και έγκαιρης προειδοποίησης, τις εικόνες δορυφορικής επιτήρηση και τα συστήματα αεράμυνας και αντιπυραυλικής άμυνας. Επιπλέον εκτίθενται οι δυνατότητες ηλεκτρονικού πολέμου, οι τεχνικές υπογραφές οπλικών συστημάτων, οι ευπάθειες λογισμικού, οι στόχοι και οι προτεραιότητες επιχειρήσεων, τα σχέδια ανάπτυξης δυνάμεων, οι χρόνοι αντίδρασης, οι διαδικασίες εφοδιασμού, τα αποθέματα πυρομαχικών, οι δυνατότητες συντήρησης και οι αδυναμίες υποδομών.
Στην ίδια κατηγορία ανήκουν οι κοινές ασκήσεις, οι ανταλλαγές αξιωματικών, η πρόσβαση σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις, βάσεις, λιμάνια και υποδομές, καθώς και η τεχνογνωσία της αμυντικής βιομηχανίας. Δεν ισχυρίζομαι ότι έχει ήδη υπάρξει διαρροή νατοϊκών πληροφοριών. Επισημαίνω ότι η παράλληλη πρόσβαση σε διαφορετικά στρατιωτικά δίκτυα δημιουργεί έναν κίνδυνο που πρέπει να αξιολογηθεί πριν γίνει πραγματικό πρόβλημα.
Το κείμενο της συμφωνίας προβλέπει ασφαλείς διαύλους ανταλλαγής πληροφοριών και περιορισμούς στη διαβίβαση διαβαθμισμένων στοιχείων. Δεν απαντά όμως στο ερώτημα πώς θα προστατεύονται οι πληροφορίες που ένα κράτος-μέλος έχει αποκτήσει μέσω της συμμετοχής του στο ΝΑΤΟ.
Υπάρχει ήδη ένα χαρακτηριστικό προηγούμενο. Η αγορά των ρωσικών S-400 από την Τουρκία προκάλεσε σοβαρή κρίση στις σχέσεις της με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ. Η Ουάσιγκτον εκτίμησε ότι η λειτουργία ενός ρωσικού συστήματος αεράμυνας στην ίδια χώρα που θα επιχειρούσε με τα αμερικανικά F-35 δημιουργούσε κίνδυνο αποκάλυψης ευαίσθητων τεχνικών δεδομένων και χαρακτηριστικών χαμηλής παρατηρησιμότητας του αεροσκάφους. Το ενδεχόμενο να συλλέγονται στοιχεία για τις δυνατότητες του F-35 από ένα σύστημα που συνδέεται με τη ρωσική αμυντική τεχνολογία κρίθηκε απαράδεκτο. Η Τουρκία αποκλείστηκε από το πρόγραμμα F-35 και ακολούθησαν αμερικανικές κυρώσεις βάσει του νόμου CAATSA.
Αυτό είναι το ουσιαστικό δίδαγμα. Δεν χρειάστηκε να αποδειχθεί ότι είχε ήδη διαρρεύσει τεχνολογία. Αρκούσε η εκτίμηση ότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος έκθεσής της. Η ίδια αρχή πρέπει να εφαρμοστεί και στη νέα στρατιωτική συνεργασία της Άγκυρας.
Ας εξετάσουμε τώρα ένα εντελώς υποθετικό σενάριο, που όμως κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει, ιδιαίτερα σε αυτόν τον ρευστό γεωπολιτικό χώρο και χρόνο που ζούμε. Σε μια κρίση στον Ινδικό Ωκεανό, γαλλικές δυνάμεις, δηλαδή δυνάμεις χώρας του ΝΑΤΟ, εμπλέκονται σε ένοπλη σύγκρουση με το Πακιστάν. Το Ισλαμαμπάντ ζητά τη συνδρομή των εταίρων του. Η Τουρκία καλείται να προσφέρει πληροφορίες, οπλικά συστήματα ή υλικοτεχνική υποστήριξη στο Πακιστάν, ενώ η Γαλλία βρίσκεται στην αντίπερα πλευρά. Το Άρθρο 5 δεν ενεργοποιείται αυτομάτως, αφού η συγκεκριμένη σύγκρουση βρίσκεται εκτός της γεωγραφικής κάλυψης του Άρθρου 6. Η πολιτική και επιχειρησιακή αντίφαση, όμως, είναι ήδη υπαρκτή.
Η Ελλάδα οφείλει να θέσει το ζήτημα στο Βορειοατλαντικό Συμβούλιο και να ζητήσει επίσημη συζήτηση και γραπτές διευκρινίσεις από την Άγκυρα. Το Άρθρο 8 της Συνθήκης της Ουάσιγκτον απαγορεύει διεθνείς δεσμεύσεις που συγκρούονται με τις υποχρεώσεις της Συμμαχίας. Το Άρθρο 9 προβλέπει το Συμβούλιο για την εξέταση ζητημάτων εφαρμογής της Συνθήκης. Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία αποτελεί πολιτική πρόταση της Ελλάδας, όχι ειδική διαδικασία που προβλέπεται ρητά στο κείμενο της Συνθήκης.
Δεν ζητάμε να απαγορευτούν οι συμφωνίες τρίτων κρατών. Ζητάμε να διασφαλιστεί ότι η συμμετοχή σε αυτές δεν θα υπονομεύει την ασφάλεια της Συμμαχίας.
Ένας στρατός μπορεί να συμμετέχει σε δύο συμμαχίες. Όταν όμως οι στρατηγικές τους επιδιώξεις συγκρουστούν, και υπάρχουν και στις δύο συμμαχίες παρόμοιες ρήτρες επέμβασης υπέρ των μελών των συμμαχιών, ο στρατός αυτός δεν μπορεί να υπηρετήσει ταυτόχρονα και τις δύο χωρίς συνέπειες. Το ερώτημα δεν είναι αν η Τουρκία έχει δικαίωμα να συνάπτει νέες συμμαχίες, αλλά αν το ΝΑΤΟ έχει την πολιτική βούληση να προστατεύσει τη δική του συνοχή πριν βρεθεί αντιμέτωπο με τις συνέπειες της σιωπής του.
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.