Στο τέλος του 2019, 408.494 ιστότοποι μπλοκαρίστηκαν στην «δημοκρατία» του Ερντογάν

31/7/20 | 0 | 0 | 226 εμφανίσεις

Του Αλκη Καλλιαντζίδη, Οικονομολόγου, alkis@kalkis.eu, www.kalkis.eu

Με πρόσχημα την καταπολέμηση της εγκληματικότητας, το τουρκικό «Κοινοβούλιο» ενέκρινε την Τετάρτη 29-7-2020 νόμο που καταργεί κάθε επικριτικό περιεχόμενο στα κοινωνικά δίκτυα.

Αυτό, και πολλά άλλα που θα δούμε παρακάτω, μετέδωσε το ρεπορτάζ της πάντα έγκριτης ανταποκρίτριας από την Κωνσταντινούπολη της εφημερίδας Le Monde στις 30-7-2020, Marie Jégo, με τίτλο : «Στην Τουρκία, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προκαλεί ασφυξία στα κοινωνικά δίκτυα» (En Turquie, Recep Tayyip Erdogan asphyxie les réseaux sociaux). «Ένας νέος νόμος που τον επέβαλε ο πρόεδρος δίνει στις αρχές, πλήρες περιθώριο, να λογοκρίνουν τα διαδικτυακά περιεχόμενα». Στο όνομα της καταπολέμησης της διαδικτυακής παρενόχλησης και του εγκλήματος γενικά. «Αθώες» και νόμιμες προθέσεις που κρύβουν ελάχιστα τη βούληση της εξουσίας για καλύτερο έλεγχο των ψηφιακών πλατφορμών των οποίων δεν ελέγχει ούτε τους κωδικούς, ούτε το περιεχόμενο, και οι οποίες είναι ο τελευταίος χώρος όπου οι Τούρκοι μπορούσαν να εκφραστούν με μια σχετική  ελευθερία.

Αλλά και το ρεπορτάζ του ανταποκριτή στην Κωνσταντινούπολη της εφημερίδας Libération στις 29-7-2020, Jérémie Berlioux, με τίτλο : «Τουρκία: ο Ερντογάν εξακολουθεί να κλειδώνει τα κοινωνικά δίκτυα» (Turquie : Erdogan verrouille encore les réseaux sociaux).

Πριν κλείσει για διακοπές, το τουρκικό «κοινοβούλιο» ενέκρινε, την Τετάρτη 29 Ιουλίου 2020, έναν δρακόντειο νόμο με σκοπό την ενίσχυση της λογοκρισίας στα κοινωνικά δίκτυα, σφραγίζοντας έτσι μια βαλβίδα ελευθερίας έκφρασης σε μια χώρα όπου οι κριτικές φωνές θα μπορούσαν να ακουστούν από εκεί. Την ίδια ημέρα, η τουρκική προεδρία εξέδωσε διάταγμα που απαγορεύει στους κρατικούς λειτουργούς να χρησιμοποιούν κινητές εφαρμογές «αλλοδαπής προελεύσεως», επικαλούμενη  προβλήματα ασφαλείας.

Ο νέος νόμος παρέχει στις αρχές πλήρες περιθώριο να λογοκρίνουν τα διαδικτυακά περιεχόμενα. Αναγκάζει δε τις πλατφόρμες των κοινωνικών δικτύων με πάνω από 1 εκατομμύριο συνδρομητές, όπως το Facebook, το YouTube, και το Twitter, να ορίσουν εκπροσώπους στην Τουρκία προκειμένου να απαντούν σε προσφυγές σχετικές με τα περιεχόμενά τους εντός 48 ωρών, με τη δαμόκλειο σπάθη της δίωξής τους.

Οι επιχειρήσεις που αρνούνται να ορίσουν τους επίσημους εκπροσώπους τους θα υπόκεινται σε πρόστιμα 1 εκατ. ευρώ, σε απαγορεύσεις διαφήμισης και σε περικοπές του εύρους της ζώνης από 50% έως και 90% που θα μπορούσαν να καταστήσουν έτσι τα δίκτυά τους άχρηστα. Πιο ανησυχητικό για τους επικριτές της τουρκικής κυβέρνησης είναι ότι  η νομοθεσία απαιτεί από τους παρόχους να αποθηκεύουν τα δεδομένα των χρηστών τους στην Τουρκία και στην ανάγκη να τα διαβιβάζουν στην κυβέρνηση. Σύμφωνα με την Rumeysa Kadak, βουλευτή του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP, που βρίσκεται στην εξουσία από το 2002) η οποία υπερασπίστηκε τον νόμο στο «Κοινοβούλιο», αυτός θα βοηθήσει στην καταπολέμηση του εγκλήματος στον κυβερνοχώρο και θα αποτρέψει τις «προσβολές κατά των γυναικών» . Η μειοψηφούσα κοινοβουλευτική αντιπολίτευση είχε δίκαιο  να φωνάζει κάλλιστα για λογοκρισία,  όμως ο νόμος ψηφίστηκε χάρη στις πλειοψηφικές ψήφους του AKP και του υπερ-εθνικιστικού συμμάχου του, του Εθνικιστικού Κόμματος Δράσης (MHP). «Με αυτόν τον τρόπο, κόβουν τον τελευταίο σύνδεσμο της αντιπολίτευσης με την κοινή γνώμη», δήλωσε ο Garo Paylan, βουλευτής του Λαϊκού Δημοκρατικού Κόμματος (HDP, φιλο-κουρδικό, αντιπολιτευόμενο). Το άρθρο 9 του κειμένου ορίζει ότι ο νόμος «διέπεται από τον πρόεδρο», δεδηλωμένο εχθρό των κοινωνικών δικτύων. Ο Ερντογάν δίνει έναν προσωπικό αγώνα. Κατόπιν αιτήματός του εγκρίθηκε ο νέος νόμος. Στις αρχές Ιουλίου 2020, ο Τούρκος πρόεδρος εμφανίστηκε πολύ θυμωμένος στην τηλεόραση, υποσχόμενος να «αποκαταστήσει την τάξη», απαγορεύοντας όλα τα κοινωνικά δίκτυα. Ήταν πρόθυμος να σφραγίσει τα ψηφιακά γραφόμενα των αναιδών χρηστών στο Twitter που ειρωνεύτηκαν την είδηση ​​για τη γέννηση του όγδοου εγγονού του.

Η τουρκική  εξουσία προσπάθησε  να είναι καθησυχαστική. «Δεν υπάρχει εμπόδιο στην ελεύθερη έκφραση των απόψεων των χρηστών των κοινωνικών δικτύων», δήλωσε την Τρίτη ο εκπρόσωπος της Προεδρίας της Δημοκρατίας, Ιμπραήμ Καλίν, στο φιλοκυβερνητικό κανάλι CNN Türk. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι «οτιδήποτε συνιστά έγκλημα στον πραγματικό κόσμο και επίσης έγκλημα στον κόσμο του κυβερνοχώρου… πρέπει να έχει όρια στην κριτική». Λαμβάνοντας υπόψη όμως το ιστορικό του τουρκικού καθεστώτος που υπονομεύει την ελευθερία έκφρασης και χειραγωγεί τη δικαιοσύνη για καταπιεστικούς σκοπούς, πολλοί ανησυχούν.

Οι σχέσεις του Ερντογάν με τα κοινωνικά δίκτυα, τα οποία αποκαλεί «ανήθικα», ήταν πάντοτε εκρηκτικές  και σημαδεμένες  από τη λογοκρισία. Ειδικότερα, το YouTube και το Twitter πλήρωσαν το τίμημα το 2007 και το 2014. «Οι Τούρκοι, συνεπώς αναγκάστηκαν να εκπαιδευτούν εξ αρχής, αναφορικά με την καταστρατήγηση της κρατικής λογοκρισίας», ανέφερε ο Gürkan Özturan, κυβερνο-ακτιβιστής  και δημοσιογράφος  του αντιπολιτευόμενου  on line μέσου  Dokuz8haber (https://dokuz8haber.net/en/), πολλές φορές θύμα κρατικής καταστολής, στον Jérémie Berlioux. Ωστόσο, και το ίδιο το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP) του Ερντογάν έχει επίσης προωθήσει τη δημιουργία ενός στρατού από  τρολ  που επιτίθενται σε προσωπικότητες  και μέσα ενημέρωσης της αντιπολίτευσης.

Το Twitter ιδιαίτερα στοχοποιημένο

Οι Τούρκοι χρήστες του Διαδικτύου βρίσκονται ήδη κάτω από το μεγεθυντικό φακό των αρχών. Σχεδόν 100.000 άτομα έχουν ερευνηθεί για «προσβολή του αρχηγού του Κράτους», η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 299 του ποινικού κώδικα, έχει μέγιστη ποινή φυλάκισης 4 ετών. Εκδόθηκαν 30.000 ποινές μετά την άνοδο του  Ερντογάν στην προεδρία το 2014. Ο στρατηγός Kenan Evren, ο δράστης του πραξικοπήματος του 1980, ο οποίος ήταν επικεφαλής του τουρκικού κράτους για 9 χρόνια, καταδίκασε μόνο 80 άτομα για το ίδιο άρθρο. Ο διάδοχός του Turgut Özal, 207 άτομα, και μετά από αυτόν ο Süleyman Demirel, 158 άτομα. Ο Abdullah Gül, πρώην σύμμαχος του Ερντογάν που ήταν πρόεδρος από το 2007 έως το 2014, είχε καταδικάσει 848 άτομα για προσβολή του, σύμφωνα με τα στοιχεία της  Marie Jégo.

Από το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου 2016, ο έλεγχος των αρχών στο Διαδίκτυο έχει ενισχυθεί. Σύμφωνα με το Freedom House, μια ΜΚΟ με έδρα τις ΗΠΑ που ειδικεύεται στη δημοκρατία και τα ανθρώπινα δικαιώματα, η Τουρκία βρίσκεται σήμερα πίσω από τη Ζιμπάμπουε, τη Ρουάντα και το Αζερμπαϊτζάν στην ελευθερία του Διαδικτύου. Σύμφωνα με την τελευταία έκθεση για τη διαφάνεια που εκπόνησε το Twitter, η Τουρκία, το πρώτο εξάμηνο του 2019, ήταν στην κορυφή των κρατών που ζήτησαν την κατάργηση περιεχομένου σε αυτό το κοινωνικό δίκτυο, με περισσότερα από 6.000 αιτήματα. Στο τέλος του 2019, 408.494 ιστότοποι μπλοκαρίστηκαν, συμπεριλαμβανομένης και της Wikipedia.

Η επιχείρηση Twitter είναι ιδιαίτερα στοχοποιημένη από την Άγκυρα. Η τουρκική προεδρία είναι θυμωμένη με αυτό επειδή είχε αναστείλει τον Ιούνιο 7.000 «ψεύτικους λογαριασμούς» που τους διαχειρίζονταν ένα δίκτυο τρολ στην υπηρεσία του κόμματος του Ερντογάν. Αυτές οι αναστολές αποτελούσαν μέρος μιας ευρύτερης επιχείρησης στην οποία το Twitter κατάργησε 32.242 λογαριασμούς προπαγάνδας που υπηρετούν τις κυβερνήσεις της Κίνας, της Ρωσίας και της Τουρκίας. Όλες τις γνωστές «δημοκρατίες» του κόσμου δηλαδή. Ο διευθυντής επικοινωνιών του Τούρκου προέδρου, ο Fahrettin Altun, κατήγγειλε τότε «την μηχανή προπαγάνδας του Twitter».

Ο τουρκικός πληθυσμός λατρεύει τα κοινωνικά δίκτυα και τους on line ιστότοπους ειδήσεων. Σύμφωνα με το Τουρκικό Ινστιτούτο Στατιστικής, το 88% των νοικοκυριών έχουν πρόσβαση στο internet υψηλής ταχύτητας. Στερούμενοι από ποιοτικές πληροφορίες, ως αποτέλεσμα του στραγγαλισμού του κυβερνώντος κόμματος των ΜΜΕ, οι Τούρκοι βασίζονται όλο και περισσότερο σε διαδικτυακά μέσα και δίκτυα για να μάθουν ή να εξοικειωθούν με κριτικές απόψεις. Αυτό αποκαλύπτει μια έρευνα που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο του 2020 από την ερευνήτρια Didem Tali με την υποστήριξη του Freedom House και σύμφωνα με την οποία το 54% των ερωτηθέντων προτιμούν να χρησιμοποιούν το Διαδίκτυο για να ενημερώνονται, ενώ μόνο το 31% παραμένει πιστό στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση, πραγματικές ντουντούκες της τουρκικής εξουσίας. Έτσι θα μπορούσε να εξηγηθεί η πτώση της δημοτικότητας του Ερντογάν-πασά, ο οποίος, παρά την μαύρη προπαγάνδα στα παραδοσιακά ΜΜΕ και τις συνεχείς διώξεις των αντιφρονούντων που κάνει, υπολείπεται σε θετικές γνώμες του Δημάρχου της Κωνσταντινούπολης.

Από το 2019, η ηγεσία του κόμματος του Ερντογάν φοβάται ότι θα χάσει έδαφος μεταξύ των νέων που γεννήθηκαν μετά την ανάληψη της εξουσίας το 2002. Το AKP είχε υποσχεθεί τότε ότι θα δημιουργούσε μια «χρυσή γενιά» που θα τρέφεται από την αφθονία και τη δημοκρατία. Πρόκειται για μια αποτυχία. Η ανεργία των νέων είναι στο υψηλότερο σημείο και η τουρκική εξουσία είναι κωφή στις προσδοκίες της Generation Z. Δηλαδή της γενιάς που γεννήθηκε, όταν η ψηφιακή τεχνολογία είχε ήδη καθιερωθεί στην τουρκική κοινωνία.

Μια πρόσφατη δημοσκόπηση  του Ινστιτούτου MAK Polling έδειξε ότι μόνο το 25% των ερωτηθέντων νέων υποστηρίζει το προεδρικό κόμμα. Τον Ιούνιο 2020, ο Ερντογάν το βίωσε σκληρά κατά τη διάρκεια τηλεδιάσκεψης στο YouTube. Η τεχνική ομάδα του αναγκάστηκε να απενεργοποιήσει τα σχόλια, καθώς ήταν επικριτικά για την κυβέρνηση. Συνολικά, το σχετικό  βίντεο έλαβε 388.000 αρνητικές ψήφους, έναντι 114.000 θετικών.

Και την κατρακύλα της τουρκικής λίρας την έχει σε πλήρη εξέλιξη, ενώ πλησιάζει, όλο και περισσότερο, στη στάση πληρωμών η τουρκική οικονομία με την κοστοβόρα ιμπεριαλιστική πολιτική που ασκείται

 

 

 

Category: Διπλωματία

Leave a Reply

 characters available

 


Το σχόλιο της ημέρας

Ροή Ειδήσεων


Εορτολόγιο

Φωτογραφία της ημέρας