Ο Β! ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΙ Η ΣΥΝΘΗΚΗ ΤΟΥ ΒΟΥΚΟΥΡΕΣΤΙΟΥ

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

 Γαβριήλ Συντομόρου.

ΔΕΙΤΕ ΕΔΩ ΤΟ Α! ΜΕΡΟΣ

Μέρος B΄

Προϊόντος του Β΄Βαλκανικού πολέμου, ο Ρώσος υπουργός  Εξωτερικών Σαζόνωφ, εκδήλωνε   το ενδιαφέρον της χώρας του για επικράτηση  ισορροπιών στα Βαλκάνια.  Σύμφωνα  με το, υπό μορφή Πολεμικής Έκθεσης, σύγγραμμα του ΓΕΣ, Ο Ελληνικός Στρατός στους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-13 (τ.Γ΄,σ.457), «η Ρωσία αποτυχούσα ν’ αποτρέψη  τον μεταξύ των Βαλκανικών κρατών πόλεμον, δεν έπαυσεν επιζητούσα τον τερματισμόν τούτου».  Γι’ αυτό και  πρότεινε, στις 9 Ιουλίου,   τη σύναψη ανακωχής μεταξύ των εμπολέμων και τη σύγκληση  διαβαλκανικής σύσκεψης   στην Πετρούπολη  για συνομολόγηση ειρήνης. Ο Έλληνας πρωθυπουργός Βενιζέλος  υποστήριζε,ωστόσο, ότι, για το ζήτημα της ειρήνευσης, επιβαλλόταν η Σόφια  να απευθυνθεί προηγουμένως  στην Ελλάδα, προκειμένου η Αθήνα να αποφανθεί για το είδος των ειρηνευτικών όρων. Αλλά και ο ευρισκόμενος,ως αρχιστράτηγος, στο μέτωπο Έλληνας βασιλιάς   Κωνσταντίνος  παρότρυνε  την κυβέρνησή μας: «προσπαθήσατε να απομακρύνετε πάσαν μεσολάβησιν των Δυνάμεων. Δεν αποδέχομαι ανακωχήν άνευ καθορισμού επακριβώς προκαταρκτικών όρων της ειρήνης. Οι Βούλγαροι δεν επιδιώκουν παρά να κερδίσουν χρόνον διά να επανέλθουν. Η Βουλγαρία πρέπει να αναγνωρίση την ήτταν της προ παντός διαβήματος». Επιδιώκοντας, τέλος, ο Κωνσταντίνος να καταστήσει σε όλους   σαφές ότι δεν επρόκειτο να  ανακόψει την προέλασή  των στρατευμάτων του εντός της Βουλγαρίας, ολοκλήρωνε τις ως άνω θέσεις του με την εξής  γνωστή φράση του Κάτωνα,  διασκευάζοντάς την καταλλήλως, ώστε να ανταποκρίνεται στα δεδομένα και τα γεγονότα αυτά των αρχών του 20ου αιώνα: “Ceterum censeo Bulgariam esse delendam [i].  Είχε προηγηθεί  και αυστριακή,βεβαίως, υπόδειξη προς τη Σόφια  να αποταθεί  η τελευταία, για το θέμα της ειρήνευσης, στο βασιλιά Κάρολο της Ρουμανίας.  Μ’  αυτόν,όντως, όχι μόνο  ήρθε σε επαφή-στις 9 Ιουλίου του 1913- ο   τσαρίσκος της Βουλγαρίας, Φερδινάνδος, αλλά  και ο  επί  των Εξωτερικών υπουργός του, Γεννάδιεφ   απευθύνθηκε στο Ρουμάνο πρωθυπουργό Μαγιορέσκο. Την 11η,ακολούθως, Ιουλίου,η Αυστρία  είχε προτείνει να  συνάψουν ανακωχή οι ήδη  στο Νις συγκεντρωθέντες αντιπρόσωποι των εμπολέμων, αλλά   οι διαπραγματεύσεις  για  την ειρήνη να διεξαχθούν  στο Βουκουρέστι  (βλ.Ο Ελληνικός Στρατός στους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-13, παραπάνω τ. και σελ.). Η δε Ρουμανία, σύμφωνα και με το ρόλο του μεσάζοντα που διεκδικούσε για   τον εαυτό της, όχι μόνο   ανταποκρίθηκε  θετικά   στις παραπάνω κινήσεις, αλλά  και  ανέστειλε την παραπέρα προέλασή της μέσα στη Βουλγαρία.

Στις συγκεκριμένες, πάντως, κινήσεις του προέβη το Βουκουρέστι   υπό τους όρους: 1ο  να παραχωρηθεί στη Ρουμανία η γραμμή Τουρκουάια-Ντομπρίτσι-Μπαλτζίκ, και 2ο να παραμείνουν τα ρουμανικά στρατεύματα  στο βουλγαρικό έδαφος μέχρι τη σύναψη  ειρήνης. Δεδομένης δε  και της βουλγαρικής συμφωνίας επί των  ως άνω προϋποθέσεων,  ο  Κάρολος  πρότεινε-στις 20 Ιουλίου (ν.ημερ.)-την κήρυξη ανακωχής   προκειμένου, έτσι, να   διαμορφωθεί το αναγκαίο  ήρεμο  κλίμα,  ώστε να διευκολυνθεί η   έναρξη και  η εξέλιξη   των ειρηνευτικών διαπραγματεύσεων.    Η   επόμενη  κρίσιμη καμπή των σχετικών διαδικασιών  σημειώθηκε στις 11/24 Ιουλίου, όταν η Ρουμανία κάλεσε τις κυβερνήσεις των ενδιαφερομένων να  αποστείλουν αντιπροσώπους στο Βουκουρέστι για τη συνομολόγηση   ειρήνης.  Στις 28,τέλος,  του μηνός (ν.ημερ.), ο Βενιζέλος, ανταποκρινόμενος στη ρουμανική πρόταση,αφίχθηκε στη ρουμανική πρωτεύουσα  με σκοπό να συμμετάσχει στις  ειρηνευτικές συνομιλίες. Την  ίδια   μέρα,  πληροφορούνταν,ωστόσο, ο Έλληνας πρωθυπουργός από τον  άνακτα-αρχιστράτηγό του  ότι «συνεπεία ανεξηγήτου αδρανείας του σερβικού στρατού, επροκαλέσαμεν, διά της ταχείας προελάσεώς μας, το μεγαλύτερο μέρος του βουλγαρικού στρατού εναντίον μας». Αλλά και με το υπ’ αριθ’ 1872 έγγραφό του το  Γενικό μας Στρατηγείο είχε, προηγουμένως, γνωστοποιήσει, από την έδρα του στο (ευρισκόμενο στην αριστερή όχθη του Στρυμόνα)  χωριό Λιβούνοβο  της Βουλγαρίας, στο εν Αθήναις Υπουργείο των Στρατιωτικών: «Από 12ης Ιουλίου ο έναντι της αριστεράς   πτέρυγος ημών βουλγαρικός στρατός ενισχύθη διά σημαντικών δυνάμεων, μεταφερθεισών, εκ του έναντι μετώπου των Σέρβων, εις Τσάρεβο-Σέλο ( το τωρινό Ντέλτσεβο του κράτους των Σκοπίων),Τσούκα-Γκολέκ τοιούτου, ως και δι’ άλλων μεταφερθεισών σιδηροδρομικώς, εκ Τσάριμπροδ εις Κιουστενδήλ και εκείθεν,οδικώς, εις Άνω Τσουμαγιάν, έναντι του κέντρου της παρατάξεως του Στρατού ημών. Αρχηγός Επιτελείου: Δούσμανης».«Ο στρατός μου»,  τόνιζε,επιπλέον, ο Κωνσταντίνος, «έφθασε εις τα φυσικά και ηθικά όρια της αντοχής του. Υπό τας συνθήκας [επομένως] αυτάς, δεν δύναμαι πλέον να επιμένω αρνούμενος ανακωχήν ή εκεχειρίαν[…]». Τα περί «ανεξηγήτου αδρανείας του σερβικού στρατού».μάλιστα, φαίνεται να μην τα απορρίπτει ούτε ο Στρατηγός Γυαλίστρας, μιας και  ο ίδιος  αποφαίνεται  (Εθνικοί Αγώνες, σ.58): «Κατά δε τας τελευταίας ημέρας του μηνιαίου τούτου πολέμου,οι Σέρβοι, είτε δεινώς δοκιμαζόμενοι υπό της χολέρας,είτε επιτυχόντες τους γεωγραφικούς σκοπούς,τους επιδιωκομένους υπό της πολιτικής των,είτε πιεζόμενοι εκ μέρους της Μητρός Ρωσίας,μη επιθυμούσης την πλήρη κατατρόπωσιν του απειθούς Βουλγαρικού Τέκνου[της],είτε,τέλος,λόγω συνδυασμού και των τριών τούτων αιτίων, επεδείξαντο προφανή αδράνειαν,αφήσσαντες ακάλυπτον την αριστεράν πλευράν της ραγδαίως προχωρούσης προς βορράν Ελληνικής Στρατιάς».

        Όπως κι αν είχε, ωστόσο, το ζήτημα,  ακολούθησε   ταχύς και επιδέξιος  χειρισμός ,από πλευράς  Βενιζέλου, των όσων νέων δεδομένων  προέκυψαν εξαιτίας τού- υπαιτιότητι των Σέρβων- νεοεμφανισθέντος αυτού προβλήματος που   αντιμετώπιζε ο στρατός μας. Πέτυχε,δηλαδή,στην περίπτωση εκείνη, ο Έλληνας πρωθυπουργός να   πείσει  τους, εν Ρουμανία, εκπροσώπους των  ενδιαφερομένων πλευρών  να αποδεχθούν  την κήρυξη πενθήμερης  προσωρινής εκεχειρίας πριν οι ευρισκόμενοι στο Βουκουρέστι Βούλγαροι αντιπρόσωποι   πληροφορηθούν την, εν τω μεταξύ, επ’ ωφελεία τους, μεταβληθείσα τακτική κατάσταση  στο μέτωπο. Τηλεγραφούσε, πράγματι, τότε, ο Έλληνας πρωθυπουργός   στον Κωνσταντίνο: «Χωρίς καθόλου να εκτεθώμεν και επιδεικνύοντες τοὐναντίον διαλακτικότητα επετύχαμεν ώστε ο  κ. Μαγιορέσκο να αναλάβη την συνομολόγησιν πενθημέρου αναστολής των εχθροπραξιών κατά την αυριανήν πρώτην συνεδρίασιν».   Και τούτο, επειδή, όπως υποστηρίζει ο Τιμολέων Αμπελάς (βλ.  Ιστορία του Ελληνοβουλγαρικού Πολέμου 1913,σ.235), «η Ρουμανία ειργάσθη υπέρ της επιδιωκόμενης ανακωχής και ειρήνης», όχι μόνο «εξ ενδιαφέροντος εν γένει υπέρ της διατηρήσεως της ισορροπίας εν τη Βαλκανική»[ii], αλλά  και για  άλλο σκοπό: «διότι, αποκτήσασα ήδη» η Ρουμανία «το από Τουκρακάν μέχρι Μπαλτσίκ, παρά τον Δούναβιν, έδαφος και μη αξιούσα εκ της εμπολέμου καταστάσεως των γειτόνων Κρατών πλέον τι», ιδού ποια άλλη δυνατότητα, κατά τον Αμπελά είχε η εν λόγω χώρα:  της συνέφερε,συγκεκριμένα,  να επιβάλει «τους όρους της ειρήνης και διά της, εις Σόφιαν, εισβολής των στρατευμάτων της […] όπως δημιουργηθή μετά τον πόλεμον καθεστώς εξασφαλίζον την, επί του παρόντος, ισορροπίαν». Άλλωστε,  «αι μετά της Ελλάδος διαφωνίαι διά το ζήτημα των Κουτσοβλάχων είχον ήδη αρθή[iii], αι δε φιλικαί αυτής μετά της Ελλάδος και Σερβίας σχέσεις είχον επαναληφθή, και εξέλιπεν ο φόβος της πραγματοποιήσεως των ονείρων του Βουλγαρισμού περί επικρατήσεώς του εν ταις, περί τον Αίμον, χώραις».

Άρχισε, κατά συνέπεια, στις 17/30 Ιουλίου,  στο Βουκουρέστι η συζήτηση  για τους όρους της Ειρήνης, τους οποίους επεξεργάσθηκε η ακόλουθη επιτροπή αντιπροσώπων  των εμπολέμων: από τη Ρουμανία,  πλην του πρωθυπουργού της Μαγιορέσκο, συμμετείχαν στην επιτροπή οι υπουργοί Τάκυ Ιωνέσκου και Μαργιολομάν. Τη Σερβία αντιπροσώπευσε   ο πρωθυπουργός της Πάσιτς  και οι τελευταίοι διατελέσαντες πρεσβευτές  της σε Σόφια και Βουκουρέστι. Εκπρόσωποι της χώρας μας,  πλην του Βενιζέλου, ήσαν οι,επίσης, τελευταίοι πρεσβευτές μας σε Σόφια και  Βελιγράδι, ενώ το Μαυροβούνιο αντιπροσωπεύθηκε, στην ρουμανική πρωτεύουσα  από τον πρωθυπουργό του Βούκοβιτς, τον επιτετραμμένο  της χώρας στο Βουκουρέστι και δύο αξιωματικούς.  Τέλος, η Βουλγαρία εκπροσωπήθηκε   από τον υπουργό της Τόντσεφ και τους στρατηγούς Φίτσεφ και Πατρίκωφ. Κατά δε την πρώτη συνεδρίαση της προαναφερθείσας επιτροπής, ο πρόεδρός της Μαγιορέσκο πρότεινε να αποδεχθούν οι ΄Ελληνες, οι Σέρβοι και οι Βούλγαροι πενθήμερη αναστολή των εχθροπραξιών προκειμένου, όπως προελέχθη, να δευκολυνθεί  το έργο της  ειρηνευτικής διάσκεψης. Δεδομένου,επομένως, ότι την περί εκεχειρίας, εν λόγω, πρόταση αποδέχθηκαν     οι πληρεξούσιοι των εμπολέμων, συνήλθαν, αυθημερόν, τα στρατιωτικά μέλη των αποστολών και συνέταξαν το παρακάτω  κείμενο της συνομολογηθείσας  εκεχειρίας: «Οι στρατιωτικοί πληρεξούσιοι, συνελθόντες  σήμερον 17/30 Ιουλίου 1913 όπως διατυπώσωσι, συμφώνως προς την απόφασιν της Συνδιασκέψεως, τους όρους της εκεχειρίας, ομοφώνως απεφάσισαν όπως διαταχθή η ταυτόχρονος αναστολή των εχθροπραξιών υπό τους εξής όρους: Α΄) Θέλει ορισθή γραμμή διαχωρισμού ίσης αποστάσεως από των εκατέρωθεν προφυλακών, και δη από του σημείου του παρ’ αυτών κατεχομένου την μεσημβρίαν της 18ης/31 Ιουλίου. Η γραμμή αύτη  θέλει ειδικώτερον ορισθή διά λευκών σημαιών.  Β΄) Η εκεχειρία θέλει είσθαι διαρκείας πέντε ημερών αρχομένων την μεσημβρίαν της 18/31 Ιουλίου (ώρα κεντρικής Ευρώπης). Γ΄) Πάσα κίνησις στρατεύματος, ως και ο οιουδήποτε είδους εφοδιασμός, θέλει ενεργείσθαι μόνον  εντεύθεν των προφυλακών. Δ΄) οι εμπόλεμοι θέλουσιν αμοιβαίως αλλήλοις ανακοινώση τας  παρούσας διατάξεις όπως  επιτευχθή η ταυτόχρονος των εχθροπραξιών παύσις. Ε΄) Τα γενικά Στρατηγεία θέλουσιν ειδοποιηθή επειγόντως διά την έγκαιρον  έκδοσιν των οικείων διαταγών. ΣΤ΄) Θέλουσιν εφαρμοσθή αι διατάξεις των άρθρων 50 και 57 της Διεθνούς Συμφωνίας της αφορώσης εις τα νόμιμα του κατά ξηράν πολέμου. Εφ ω και υπεγράφη το παρόν πρακτικόν. Εν Βουκουρεστίω, τη 17/30 Ιουλίου 1913. Γενικός υπασπιστής στρατηγός Κοάντα [ Ρουμάνος], στρατηγός Φίτσεφ [Βούλγαρος], συνταγματάρχης Κριτσέσκο [Ρουμάνος], συνταγματάρχης Σμίλιανιτς [Σέρβος], αντισυνταγματάρχης Στάντσιεφ [Βούλγαρος], αντισυνταγματάρχης Καλαφάτοβιτς [Σέρβος], λοχαγός Πάλλης [Έλληνας]».

Το παραπάνω κείμενο γνωστοποιήθηκε  στα στρατηγεία των εμπολέμων τη νύχτα της 17ης προς την 18η Ιουλίου,  όταν  οι Ρουμάνοι,  έχοντας τον έλεγχο όλων των βόρειων και ανατολικών  προσβάσεων της οροσειρών Στάρα Πλάνινα και  Αίμου, απείχαν από τη Σόφια 30 περίπου χιλιόμετρα.  Την ίδια στιγμή, το μεγαλύτερο μέρος της εναντίον   των Ελλήνων δραστηριοποιούμενης 2ης βουλγαρικής Στρατιάς βρισκόταν στην οροσειρά του Ρίλου, και μικρό τμήμα της   κατείχε θέσεις στα υψώματα της δεξιάς όχθης του Στρυμόνα μέχρι   Λέσκα (υψ.1458) και  Χασάν Πασά (υψ.1495). Τα  ελληνικά στρατεύματα   είχαν υπό την κατοχή τους το μέτωπο Παντζάρεβο (στα δεξιά του Στρυμόνα, 4 χιλιόμετρα νότια της Τζουμαγιάς)-Αρισβάνιτσα- Κάπατνικ-Μαχομία (τα τρία αυτά τελευταία τοπωνύμια ευρισκόμενα στα αριστερά ή ανατολικά του ποταμού).  Οι  Σέρβοι   έλεγχαν πλήρως τα διαφιλονικούμενα, μεταξύ αυτών και των Βουλγάρων, εδάφη, και οι τελευταίοι, όταν αποφασίστηκε η εκεχειρία  βρίσκονταν σε ολοκληρωτική απώθηση[iv].  Σύμφωνα με τον Βεντήρη (τ. 1ος σ.179), «κατά την πρώτην επίσημόν των συνάντησιν με τους Έλληνας, οι Βούλγαροι επρότειναν,ως σύνορον, γραμμήν αρχομένην από τον κόλπον του Ορφανού και διευθυνομένην προς βορράν,εις τρόπον ώστε ολόκληρος η Ανατολική Μακεδονία [να] περιήρχετο εις την Βουλγαρίαν. Η ελληνική αντιπροσωπεία εζήτησε μεθόριον ολίγα χιλιόμετρα δυτικώς του Δεδεαγάτς[Αλεξαδρούπολης]. Ήτο η καλούμενη  γραμμή της Μάκρης. Η αξίωσίς της εδικαιολογείτο με το επιχείρημα της εθνολογικής συνθέσεως του πληθυσμού. Εκτός αυτού, η αποδοχή της ελληνικής προτάσεως εδημιούργει ισορροπίαν μεταξύ Ελλάδος,Ρουμανίας,Σερβίας και Βουλγαρίας. Μόνον τοιαύτην πολιτική σκέψιν αντελαμβάνοντο οι Ευρωπαίοι. Τέλος, ο Βενιζέλος εζήτει την γραμμήν της Μάκρης,διά να ημπορεί, εν ανάγκη, να κρατήση την γραμμήν του Νέστου». Όπως σημειώνεται στο προαναφερθέν συγγραφικό έργο του ΓΕΣ (βλ. ίδιο τόμο και σελ.), η ελληνική αντιπροσωπεία,   αμέσως  κατά την πρώτη μέρα της συμμετοχής στη διάσκεψη του  Βουκουρεστίου, συνάντησε«σφοδράν αντίδρασιν επί των απαιτήσεών της».Γι’ αυτό και ο Βενιζέλος «ανέφερεν εις τον Βασιλέα ότι ήτο προβληματική η υπέρβασις της γραμμής του Νέστου» προκειμένου να επιδιωχθεί η πέραν αυτού χάραξη  των  ανατολικών  μας, εν Μακεδονία,συνόρων. «Αλλά και την γραμμήν ταύτην τότε μόνον θα επετύγχανεν η Ελλάς,εάν κατόρθωνε να εξασφαλίση  την υποστήριξιν της Ρουμανίας». Απαντώντας,επομένως, ο Κωνσταντίνος  «ενέκρινε την γραμμήν του Νέστου ως το ελάχιστον [ανατολικό] όριον των διεκδικήσεών μας».

Όσον αφορά τη δεύτερη διάσκεψη των πληρεξουσίων για τη συζήτηση  σχετικά με την επίτευξη ειρήνης, επρόκειτο για βραχύτατης διάρκειας συνάντηση  πραγματοποιηθείσα στις 4 το απόγευνα της 18ης Ιουλίου. Αποφασίστηκε όμως,στη σύσκεψη εκείνη, να ανακοινωθούν στη Βουλγαρία, σε προσεχή συνεδρίαση, τα της διανομής  όσων περιοχών είχαν αποσπασθεί από την Τουρκία. Πράγματι, οι  πληρεξούσιοι Σερβίας,Ελλάδας και Μαυροβουνίου ανακοίνωσαν, κατά την τρίτη τους  διάσκεψη στους Βουλγάρους, στις 19 Ιουλίου, τους ελληνικούς όρους της συνθήκης ειρήνης συνιστάμενους στην απαίτηση της γραμμής Μάκρης. Και ναι μεν τότε οι Βούλγαροι  υποσχέθηκαν ότι θα απαντούσαν κατά την επόμενη μέρα, στη  δε συνεδρίαση της 20ης Ιουλίου, οι σύμμαχοι, σύμφωνα με  τον Αμπελά (σ.244), ζήτησαν  «αποζημίωσιν των κατοίκων των λεηλατηθεισών, υπό των Βουλγάρων, περιφερειών και διακανονισμόν όλων των υπό αμφισβήτησιν ζητημάτων των σχετιζομένων προς τα Σερβο-Βουλγαρικά σύνορα [όπως συζήτησαν επίσης] και […] περί  [της] ελευθέρας λειτουργίας των Σχολείων και Εκκλησιών των Ελληνικών κοινοτήτων εν Θράκη». Κατά τη συνεδρίαση,εν συνεχεία, της 21ης Ιουλίου, ο Βενιζέλος χαρακτήρισε απαράδεκτη  την  προταθείσα από τη Σόφια ελληνοβουλγαρική συνοριακή γραμμή, ο δε Βούλγαρος  υπουργός Τόντσεφ  δήλωσε στους δημοσιογράφους  ότι η Σόφια    ήταν διατεθειμένη μεν να κάνει υποχωρήσεις,  ουδέποτε όμως  επρόκειτο να  αποδεχθεί την υπαγωγή υπό ελληνική δικαιοδοσία   της Καβάλας.   Συγκεκριμένες,ομοίως, Μεγάλες Δυνάμεις «επέμεναν», σύμφωνα με το προαναφερθέν συγγραφικό έργο του ΓΕΣ (βλ. ίδιο τόμο και σελ.) «όπως η Βουλγαρία μη στερηθή της Καβάλλας, ιδία δε ο εν Βουκουρεστίω πρέσβυς της Αυστρίας εις συνέντευξιν ην έσχε μετά του» Βενιζέλου, «υπεστήριξεν όπως η πόλις αύτη επιδικασθή εις την Βουλγαρίαν. Εις τούτον[ωστόσο] εδηλώθη κατηγορηματικώς ότι η Ελλάς, άνευ της Καβάλλας, δεν θα υπέγραφε την μετά της Βουλγαρίας, συνθήκην ειρήνης, ο δε [Έλληνας] πρωθυπουργός ενήργησε διά την υποστήριξιν, επί του ζητήματος τούτου, της Γαλλίας και της Γερμανίας».

Οι σύμμαχοι  αποφάσισαν να προβούν, κατόπιν, στις τελευταίες δυνατές υποχωρήσεις, και, εάν οι νέες τους προτάσεις απορρίπτονταν από τη βουλγαρική πλευρά, «να διακοπώσιν αι διαπραγματεύσεις και να δοθή ο λόγος εις το τηλεβόλον»(Αμπελάς,σ.246). Ακολούθησε τηλεγραφική συνεννόηση  Βενιζέλου -Κωνσταντίνου αναφορικά,για ακόμη μια φορά, με το ελάχιστο   όριο των ελληνικών υποχωρήσεων.  Αποφασίστηκε, έτσι, να δεχθεί η Αθήνα, ως τελευταία  απόδειξη της  καλής   της θέλησης, τον καθορισμό των ανατολικών ελληνοβουλγαρικών συνόρων με βάση  το   λιμάνι του Πόρτο Λάγο, ευρισκόμενο στη  θρακική ακτή του Βορείου Αιγαίου. Διατυπώθηκαν,εν τέλει, και βουλγαρικοί όροι τελείως απαράδεκτοι μεν για την Ελλάδα,συζητήσιμοι όμως  από τη Σερβία. Σχετικά με τη διαφοροποίηση,μάλιστα, αυτή  της σερβικής στάσης από την ελληνική,  ο Κωνσταντίνος, στις 21 Ιουλίου, με το υπ’ αριθ.1915 τηλεγράφημά του (βλ. Στρατηγού Π.Παναγάκου, Συμβολή εις την Ιστορίαν της δεκαετίας 1912-1922, σ.212), εφιστούσε,ως εξής, την προσοχή τόσο του Βενιζέλου όσο  και του  υπουργού μας των Εξωτερικών: «Η διαφορά των προτάσεων των Βουλγάρων προς ημάς και τους Σέρβους προκαλεί τας επομένας σκέψεις: Μήπως υπάρχει συνεννόησις μεταξύ Σέρβων και Βουλγάρων, είτε αμέσως, είτε διά Ρωσσίας ή Ρουμανίας.  Άλλως δεν εξηγείται η αποδοχή του πλείστου των σερβικών απαιτήσεων και η γελοία προς ημάς πρότασις». Δεδομένου,συνεπώς, ότι   οι Σέρβοι εμφανίζονταν υποχωρητικοί έναντι  των βουλγαρικών  απαιτήσεων, ο Βενιζέλος,  σύμφωνα με  το προμνημονευθέν συγγραφικό έργο του ΓΕΣ (σ.458), «απαντών επί των όρων  τούτων, αφού», υπενθύμισε στους Βουλγάρους «ότι ουδόλως έλαβον υπ’ όψιν την δημιουργηθείσαν,εκ του δευτέρου πολέμου, κατάστασιν, προέτεινεν ως το έσχατον των απαιτήσεών μας την γραμμήν Πόρτο-Λαγό και εζήτησε κατηγορηματικήν απάντησιν κατά την συνεδρίασιν της επομένης 21ης Ιουλίου 1913».  Κατά δε   τον Σπύρο Μελά ( βλ.  Οι Πόλεμοι 1912-13,σ.541), ο Βενιζέλος έδειχνε «φοβισμένος από την ατμόσφαιρα της απομόνωσης» της χώρας μας, «γιατί και η ίδια η Σύμμαχός μας η Σερβία φαινότανε να κλίνει προς την ιδέα να κάνει χωριστές διαπραγματεύσεις με τη Βουλγαρία[v]. Ο κίνδυνος,εξάλλου, ίσως  έπαιρνε ευρύτερες διαστάσεις, «αν η Ελλάδα επέμενε να είναι αδιάλλαχτη», ενώ και με βάση  το «ενδεχόμενο να κάμει [ο Βενιζέλος] μονάχος, αυτή τη φορά, και τρίτο πόλεμο για την Καβάλα, δήλωσε στη διάσκεψη»: «ότι η Ελλάδα υποχωρούσε από την αρχική γραμμή που είχε προτείνει, στη γραμμή του Πόρτο-Λάγο.Πριν [όμως] κάμει την ανακοίνωση αυτή ο Βενιζέλος», προσθέτει ο Σ. Μελάς, «είχε προϊδεάσει τον Κωνσταντίνο για το ενδεχόμενό της». Είχε  απευθυνθεί, αναλυτικότερα, ως εξής ο  Έλληνας πρωθυπουργός στον επικεφαλής του στρατού μας (αρ.εγγράφ.1907, Παναγάκος,σ.210): «Ως έχουσι τα πράγματα, είναι αδύνατον να υπερβώμεν την γραμμήν του Νέστου διά της Συνθήκης της ειρήνης. Αλλά και την γραμμήν ταύτην τότε μόνο θα ασφαλίσωμεν εν Βουκουρεστίω, εάν κατορθώσωμεν να υποστηρίξη ημάς εν τούτω η Ρουμανία, άλλως πρέπει να θεωρήται βεβαία η ματαίωσις των διαπραγματεύσεων. Παρακαλώ την Υμετέραν Μεγαλειότητα να ευαρεστηθή να μοι γνωρίση,εάν με εξουσιοδοτή να ενεργήσω συμφώνως προς την αντίληψιν ταύτην.Θα είμαι ευγνώμων,εάν η απάντησις μοι σταλή επειγόντως».

        Ο δε Έλληνας  βασιλιάς έδωσε μεν,ασφαλώς, τότε τη συγκατάθεσή του, αλλά αυτή θα ίσχυε μόνον αν ήταν εντελώς αδύνατο να  επεκταθούν τα ελληνικά όρια περισσότερον. «Ως τελευταίον όριον δέχομαι την γραμμήν Νέστου», τηλεγραφούσε ο Κωνσταντίνος στον Βενιζέλο, «εάν είναι τελείως αδύνατον να επεκταθώμεν περισσότερον» (αρ.εγγρ.1908, Παναγάκος,σσ.210-211). Και συμπλήρωνε ο Κωνσταντίνος: «Νομίζω όμως ότι, αν ζητήσωμεν ευθύς αμέσως [την] γραμμήν ταύτην,ούτε αυτήν θα λάβωμεν. Προσπαθήσατε,παρακαλώ,και επιμείνατε επί Πόρτο-Λάγο και Ξάνθης, όσον δύνασθε,υποχωρήσατε δε μόνον εν εσχάτη ανάγκη. Εάν δύνασθε, εξασφαλίσατε υποστήριξιν Ρουμανίας.Μοι είναι τούτον λίαν ευπρόσδεκτον».    Σχετικά, άλλωστε, με το  προαναφερθέν  ενδεχόμενο  ενός «τρίτου πολέμου»  τον οποίο ενδεχομένως η χώρα μας να αναλάμβανε   με σκοπό,αυτή τη φορά, να διεκδικήσει την  Καβάλα, ο Βεντήρης  διατυπώνει ως εξής τους ελληνικούς,επί του θέματος, προβληματισμούς (σσ.180-181): «Η Ελλάς θα έφθανε μέχρι πολέμου διά την Καβάλαν. Αλλ’ ηδύνατο να τον διεξαγάγη μόνη κατά της Βουλγαρίας; […].Αν η διαμφισβήτησις της Καβάλας κατεληγεν εις ρήξιν, θα ήτο τραγικόν να ζητηθή από την ελληνικήν νεότητα τρίτη αφαίμαξις εντός ενός μόνου έτους και μετά την ανθρωποθυσίαν Κιλκίς-Κρέσνας. Εν τούτοις, η περίπτωσις δεν απεκλείετο. Αλλά προηγουμένως έπρεπε να εξαντληθούν όλα τα ειρηνικά μέσα, να εξασφαλισθή δε ο τόπος διπλωματικώς και στρατιωτικώς. Εις τούτο ακριβώς ειργάσθη ο Βενιζέλος. Ούτε η Γερμανία ούτε η Γαλλία θα ελάμβαναν τα όπλα διά να δοθή εις την Ελλάδα μεγαλυτέρα ή μικροτέρα παραλία επί του Αιγαίου. Η Ελλάς επολέμησε μαζί με την Σερβίαν και την Ρουμανίαν. Μαζί των είχεν υπέρτατον συμφέρον να κάμη ειρήνην. Ο Πάσιτς και ο Τάκε Ιωνέσκο υπέδειξαν προς τον Βενιζέλον την ανάγκην της υποχωρητικότητος. Τον υπεστήριζαν υπό τον όρον ότι θα εδείκνυε συμβιβαστικότητα, ήτις θα ενεφάνιζεν εκ νέου την Βουλγαρίαν αδιάλλακτον και αδικούσαν. Ο Βενιζέλος ανεγνώρισεν ότι η Καβάλα θα εσώζετο, εάν χάριν αυτής εγκατελείπετο η γραμμή της Μάκρης και, εν ανάγκη, η του Πόρτο-Λάγο.Αι ειδήσεις άλλωστε από το θέατρον του πολέμου τού επέβαλλαν άκραν περίσκεψιν. Ο προεδρεύων της κυβερνήσεως Κορομηλάς του ετηλεγράφει: “Υποθέτω ότι το στρατηγείον μας προ του όγκου της βουλγαρικής αντεπιθέσεως αισθάνεται τον αντίκτυπον της παρά πολύ μεγάλης πεποιθήσεως, την οποίαν είχεν εις την ταυτόχρονον ενέργειαν των Σέρβων και ήτις ώθησεν αυτό εις τόσον τολμηράν προέλασιν του στρατού μας”.Πριν παρουσιάση τας νέας προτάσεις του, ο Έλλην πρωθυπουργός εζήτησε την συγκατάθεσιν του Κωνσταντίνου. Του ανεκοίνωσε την πορείαν των διαπραγματεύσεων και τον ηρώτησεν αν εγκρίνει τον περιορισμόν των ελληνικών αξιώσεων από της Μάκρης εις τον Νέστον. Ο Βενιζέλος εξήγησε σαφώς ότι: “Ο Νέστος αποτελεί το μέγιστον το οποίον  δύναται να επιτύχη η Ελλάς και το ελάχιστον το οποίον θα εδέχετο”. Ο βασιλεύς απήντησε: “Ως τελευταίον όριον δέχομαι την γραμμήν του Νέστου,εάν είναι τελείως αδύνατον να εκταθώμεν περισσότερον”. «Η έγκρισις του στέμματος ήτο ρητή».

Οπότε,κατά τον Βεντήρη, «στηριζόμενος επ’ αυτής ο Βενιζέλος, προέβη εις την σχεδιασθείσαν ενέργειάν του. Εγνωστοποίησε προς την διάσκεψιν ότι η Ελλάς περιώριζε τας αξιώσεις της από της Μάκρης εις Πόρτο Λαγό. Οι Βούλγαροι ηρνήθησαν κατηγορηματικώς. Η ειρήνη εκινδύνευε τα έσχατα. Ο Βενιζέλος προειδοποίει τον Κωνσταντίνον ότι ήτο πιθανή η επανάληψις των εχθροπραξιών. Ο [τσαρίσκος]Φερδινάνδος της Βουλγαρίας ικέτευε εκ νέου την γαλλικήν βοήθειαν διά την Καβάλαν. Ο Πουανκαρέ του εδήλωσε: “Η γαλλική κυβέρνησις συμβουλεύει την Βουλγαρίαν να υποχωρήση-εις το ζήτημα της Καβάλας-αποδεχομένη τους όρους των οποίων η Γαλλία αντιλαμβάνεται την οδυνηράν αυστηρότητα, διότι είναι βεβαία ότι περαιτέρω αντίστασις θα ωδήγει εις επανάληψιν των εχθροπραξιών”. Την 21ην Ιουλίου, ο εις Βουκουρέστιον πρωθυπουργός κατέστησεν ενήμερον τον  Κωνσταντίνον περί της καταστάσεως. Οι Βούλγαροι δεν εδέχοντο την ελληνικήν παραχώρησιν τού, μεταξύ Πόρτο-Λαγό και Μάκρης, εδάφους. Η ρήξις της διασκέψεως ήτο πιθανή», οπότε, αφηγείται ο Βεντήρης: «αίφνης ο Βενιζέλος λαμβάνει τηλεγράφημα του βασιλέως λέγοντος»(βλ. και Παναγάκος,σ.212, αρ.εγγρ.1915):«Λυπούμαι υπερβολικά,διότι τόσον ταχέως εφθάσατε εις μίνιμουμ απαιτήσεων ημών. Εάν όμως δεν υποχωρήσωσι τώρα Βούλγαροι,θα αναγκασθήτε [να] υποχωρήσητε και πάλιν και ούτω χάνομεν το ελάχιστον το οποίον διεκδικούμεν».

 Και   ο Σπύρος Μελάς αποδέχεται πως, όταν   «είδε ο Κωνσταντίνος ότι οι Βούλγαροι δε δέχτηκαν ούτε την καινούργια γραμμή που τους πρότεινε ο Βενιζέλος, του τηλεγράφησε για να του πεί ότι λυπήθηκε, που τόσο γρήγορα υποχώρησε». Αυτό όμως  ο Βενιζέλος (βλ. παραπάνω, ΓΕΣ,σ.458) το «εθεώρησε μειωτικόν της θέσεως του και δεσμευτικόν της πρωτοβουλίας, με την οποίαν έδει να διαχειρισθή τας ελληνικάς διεκδικήσεις παρά τω συνεδρίω της ειρήνης, δι ο εζήτησε την απαλλαγήν του» ως διαπραγματευτή  των ειρηνευτικών όρων στο συνέδριο του Βουκουρεστίου[vi]. Και τούτο, γιατί,κατά την άποψη του Βεντήρη (σ.181), «ο μονάρχης απεδοκίμαζε τον πληρεξούσιον της Ελλάδος. Τον επέπληττε άνευ λεπτότητος. Κάτι χειρότερον ακόμη: Λησμονών ότι προ τριών ημερών εξουσιοδότησε ρητώς τον Βενιζέλον να προτείνη την γραμμήν του Πότο-Λαγό και Νέστου, τον κατηγορεί τώρα ως θυσιάζοντα, ελαφρά τη καρδία, τας ελληνικάς επαρχίας».   Σύμφωνα με  τον Σπ. Μελά (σ.542),  ο Έλληνας πρωθυπουργός, τότε, όχι μόνο  «άναψε», αλλά και «χαρακτήρισε ανακόλουθη  και ασυνάρτητη τη στάση του Βασιλιά. Αν, [δηλαδή,ο Βενιζέλος] είχε υποχωρήσει στο [ήδη προαναφερθέν] ζήτημα της ανακωχής, επειδή [αυτό το ζήτημα] ήτανε στρατιωτικό, στο ζήτημα των διαπραγματεύσεων,[σε  θέμα, με άλλα λόγια,] καθαρά πολιτικό, δεν εννοούσε να τον δεσμεύουν. Ήθελε να είναι ελεύθερος ή θα άφηνε την εξουσία και θα υπέβαλλε την παραίτησή του. Ήτανε [βέβαια] πράξη βαριά [αυτή] που θα μπορούσε νάχει ολέθριες συνέπειες, αν ο Κωνσταντίνος αποδέχονταν» την εν λόγω παραίτηση. «Ο Βενιζέλος είχεν υποχωρήσει εις το ζήτημα της ανακωχής», τονίζει και ο Βεντήρης (βλ. σελ.181), «επειδή του το παρουσίασαν [ως] καθαρώς στρατιωτικόν [θέμα]. Αλλ’ εδώ πλέον δεν επρόκειτο περί πολιτικής ή στρατηγικής αρμοδιότητος. Ενώ αυτός διεπραγματεύετο επί τόπου  υπό δυσχερεστάτας συνθήκας, ο βασιλεύς ενόει να διευθύνη τας διπλωματικάς συζητήσεις εκ του πεδίου της μάχης, κατά τρόπον αυθαίρετον,ασυνάρτητον και αναιρούντα σήμερον όσα εδέχετο χθες ο ίδιος. Διά μακράς τηλεγραφικής εκθέσεως ο πρωθυπουργός υπενθύμισεν όλ αυτά προς τον Κωνσταντίνον, του είπεν εντόνως ότι η ασυνέπειά του μόνον με τας εισηγήσεις του στρατιωτικού του περιβάλλοντος ημπορούσε να εξηγηθή, και κατέληγεν υποβάλλων την παραίτησίν του. Ο Κωνσταντίνος συνησθάνθη το λάθος του. Εβεβαίωσεν αμέσως τον Βενιζέλον ότι δεν ήθελε να επιβάλη τι,αλλά να εκφράση τα συναισθήματά του. Τον παρεκάλεσε να συνεχίση τας διαπραγματεύσεις»[vii].«Αρθείσης»,συνεπώς, «της παρεξηγήσεως», υπογραμμίζεται στο προπαρατεθέν συγγραφικό έργο του ΓΕΣ, «εξηκολούθησαν αι διαπραγματεύσεις […], της Ελλάδος διεκδικούσης τελικώς την γραμμήν του Νέστου ποταμού. Και μεταξύ μεν Ρουμανίας και Βουλγαρίας ταχέως επήλθε συμφωνία επί της γραμμής των συνόρων των, επειδή όμως παρετείνοντο αι συζητήσεις μεταξύ των εμπολέμων κρατών, προτάσει της Ρουμανίας εγένετο αποδεκτόν να παραταθή επί τριήμερον εισέτι η αναστολή των εχθροπραξιών,ουδενός των εμπολέμων [άλλωστε] διατεθειμένου να επαναλάβη τον πόλεμον»!

Κατά δε την πέμπτη συνεδρίαση της 22ας  Ιουλίου/4 Αυγούστου, ο πρωθυπουργός της Ρουμανίας Μαγιορέσκο δήλωσε ότι η χώρα του  επρόκειτο να υπογράψει κοινή συνθήκη ειρήνης  με όλα τα εμπόλεμα κράτη (και όχι, επομένως, μόνο του το Βουκουρέστι με τη Βουλγαρία) και  εισηγήθηκε στους υπόλοιπους πληρεξούσιους την παράταση  της εκεχειρίας  για τρεις ακόμη  μέρες, για να επέλθει, σ’ αυτό το χρονικό διάστημα,  πλήρης συμφωνία μεταξύ όσων συμμετείχαν στην διάσκεψη.   Και ναι μεν, η ως άνω πρόταση έγινε αποδεκτή· κατά την παράταση όμως της ανακωχής (βλ.παραπάνω σύγγραμμα του ΓΕΣ,σ.459),  οι μονάδες των  βουλγαρικών προφυλακών, στην περιοχή της  Άνω Τζουμαγιάς, «κατέδειξαν και πάλιν κακοπιστίαν. Ισχυρίσθησαν»,συγκεκριμένα,«ότι η παλαιά ανακωχή έληγε την μεσημβρίαν, και η νέα  ήρχιζε την 13ην ώραν και, συνεπώς, κατά την μίαν ταύτην [ενδιάμεση] ώραν θα προήλαυνον» οι Βούλγαροι. Όταν,εντούτοις,  ανακοινώθηκε στην αντίπαλη πλευρά ότι,εν τοιαύτη περιπτώσει, κάθε βουλγαρική προέλαση  θα αντιμετωπιζόταν διά ελληνικής «γενικής,εφ’ όλου του μετώπου, επιθέσεως», αναγκάστηκαν  οι Βούλγαροι να δηλώσουν  πως είχε συμβεί «παρεξήγησις και ότι δεν επρόκειτο [οι ίδιοι] να μετακινηθώσι των θέσεών των».  Συνέχιζε, παρ’όλα αυτά, η Σόφια να απαιτεί  τις πόλεις  Σέρρες, Καβάλα και  Ξάνθη,με αποτέλεσμα, κατά τον Αμπελά (σ.247), «ο Ρουμάνος πρωθυπουργός [να υπενθυμίσει] εις τον Βούλγαρον πληρεξούσιον στρατηγόν ότι δεν έπρεπε να λησμονή ότι η Βουλγαρία προσήλθεν εν Βουκουρεστίω ως ηττημένη και ότι, αν οι πληρεξούσιοι ήλθον με τον σκοπόν να στρεψοδικήσωσι […], θα έπραττον καλώς να απέλθουν». Στις 22 Ιουλίου, σύμφωνα με το γνωστό σύγγραμμα του ΓΕΣ (σ.459), «Οι πρεσβευταί Αγγλίας και Αυστροουγγαρίας προέβησαν παρά τω πρωθυπουργώ  της Ρουμανίας εις διάβημα, καθ’ ο  οιαιδήποτε αποφάσεις και αν ελαμβάνοντο διά την Καβάλλαν,αι εν λόγω δυνάμεις επεφύλασσον εαυτοίς το δικαίωμα της αναθεωρήσεως της συνθήκης. Εις την αυτήν [δε] δήλωσιν προέβη την μεθεπομένην και ο πρεσβευτής της Ρωσίας».  Από τις  16 ήδη Ιουλίου, πάντως, είχε πληροφορήσει ο Βενιζέλος τον Κωνσταντίνο  σχετικά με τη στάση της Βιέννης επί του θέματος της Καβάλας (βλ. αρ.εγγρ.1909α,Παναγάκος,σ.209): «Ο Πρέσβυς της Αυστρίας, μεθ’ ου είχον μακράν συνέντευξιν, επέμενεν υποστηρίζων ότι η Καβάλλα πρέπει να επιδικασθή εις τους Βουλγάρους. Εδήλωσα αυτώ απεριφράστως ότι τοιαύτην ειρήνην ούτε η Κυβέρνησις, αλλ’ ούτε ο Βασιλεύς θα ήτο δυνατόν να υπογράψουν και ότι, επομένως, αν επιμείνη εις τούτο η Βουλγαρία, αι διαπραγματεύσεις διά την ειρήνην δύνανται, από τούδε, να θεωρηθώσι ματαιωθείσαι. Επί παρατηρήσει αυτού ότι και αι Μεγάλαι Δυνάμεις έχουσι δικαίωμα γνώμης επί των όρων της ειρήνης, αντιπαρετήρησα ότι αι Δυνάμεις, εφ’ όσον ενδιαφέρονται διά την συνομολόγησιν της ειρήνης, οφείλουν να μη προβάλωσιν αξιώσεις, ματαιούσας αυτήν. Μετά την συνομολόγησιν ειρήνης υπό των εμπολέμων, δύνανται αι Δυνάμεις, ως έχουσαι την υλικήν δύναμιν, να επιζητήσωσι να επιβάλωσι τας τροποποποιήσεις, εφ’ ων θα ήσαν  σύμφωνοι».

Από το Βουκουρέστι ο Βενιζέλος είχε,επιπροσθέτως, ενημερώσει, στις 17 Ιουλίου, την πρεσβεία μας στο Παρίσι (αρ. εγγράφ.191α,Παναγάκος,σ.209): «Ο Πρωθυπουργός της Σερβίας με πληροφορεί ότι [η] Γαλλική Κυβέρνησις είναι εναντία ημών εις το ζήτημα της Καβάλλας. Παρακαλώ να ίδητε Υπουργόν Εξωτερικών της Γαλλίας και να είπητε αυτώ εκ μέρους μου ότι δεν πιστεύω ότι η Γαλλία θα μας εγκαταλείψη εις το ζήτημα τούτο. Είναι αληθές ότι προ του πολέμου εθυσιάζομεν την Καβάλλαν δια να αποφύγωμεν τον πόλεμον και τους εξ αυτού κινδύνους. Αλλά μετά τον πόλεμον, ον μας έκαμεν η Βουλγαρία και όστις απέβη κατ’ αυτής, όχι μόνον η Ελληνική Κυβέρνησις, αλλ’ ουδέ αυτός ο Βασιλεύς, με την μεγίστην δημοτικότητά του, θα ηδύνατο να υπογράψη Συνθήκην ειρήνης, θυσιάζουσαν την Καβάλλαν. Η Καβάλλα υπήρξε το Εθνικόν προπύργιον εν Ανατολική Μακεδονία, ένθα ο Ελληνισμός ήτο τοσούτον ακμαίος, ώστε κατώρθωσε να μη επιτρέψη ποτέ την εν αυτή εγκατάστασιν Βουλγάρων. Η φυσική διέξοδος της Βουλγαρίας εις το Αιγαίον είναι το Δεδεαγάτς [Αλεξανδρούπολη] και ουχί η Καβάλλα. Εάν και μετά τον παρόντα πόλεμον, η Βουλγαρία γίνει ισχυροτέρα ημών, η Ελλάς δεν θα είναι κράτος, ουσιαστικώς, ανεξάρτητον, αλλά θα διατελεί υπό το πέλμα της βουλγαρικής αυθαδείας. Διά τοιαύτην υπεροχήν η Βουλγαρία ουδέν δικαίωμα έχει,αφ’ ου ούτε πληθυσμόν Εθνικόν μεγαλύτερον ημών έχει εν τη Βαλκανική, ούτε βεβαίως πολιτισμόν ανώτερον, ούτε επικράτησιν εν τω πολέμω. Είναι δε θλιβερόν να βλέπη τις την Ρωσσίαν αμιλλωμένην την Αυστρίαν διά να διατηρήση όσον το δυνατόν ισχυροτέραν την Βουλγαρίαν, επί βλάβη της Ελλάδος και της Σερβίας. Αλλά θα ήτο άκρως απογοητευτικόν, δι΄ημάς, εάν εγκατελειπόμεθα και υπό της Γαλλίας. Αρνούμαι δε να πιστεύσω ότι τούτο δύναται να συμβή. Βουκουρέστιον 17.7.1913. Πρωθυπουργός Βενιζέλος».

Προ πάντων, όμως, επί του θέματος της Καβάλας,ο Βενιζέλος γνωστοποιούσε  στον Κωνσταντίνο (Παναγάκος,σ.210): «Υπουργός Εξωτερικών Ρουμανίας συνιστά εμπιστευτικώς ότι θα ήτο  μεγίστης χρησιμότητος υποστήριξις, εκ Βερολίνου προς τον Βασιλέα και την Ρουμανικήν Κυβέρνησιν, των αξιώσεων ημών επί της Καβάλλας». Ακολούθησε,κατά συνέπεια, το παρακάτω τηλεγράφημα του Κωνσταντίνου προς τη σύζυγό του Σοφία, αδελφή του Γερμανού αυτοκράτορα Γουλιέλμου του Β΄ (βλ.Βεντήρης, τ.2,σ.179): «Γενικόν στρατηγείον,17/30 Ιουλίου 1913. Αυτής μεγαλειότητα,Αθήνας. Έμαθον,προ ολίγου, εμπιστευτικώς, ότι θα ήτο υψίστης, δι’ ημάς, σημασίας,εάν εστέλλετο από το Βερολίνον μία λέξις εις τον βασιλέα Κάρολον της Ρουμανίας και την κυβέρνησίν του, διά να υποστηρίξουν τας αξιώσεις μας περί Καβάλας. Λάβε την καλωσύνην να τηλεγραφήσης εις τον Βίλλυ [τον αυτοκράτορα Γουλιέλμο], μέσω της γερμανικής πρεσβείας, με την παράκλησιν να είπη μίαν καλήν λέξιν. Ο  Κουάτ [πρέσβυς της Γερμανίας στην Αθήνα] θα θελήση να τηλεγραφήση εις τον Γιάγκωβ[viii] εξ ονόματός μου ίνα ούτος [δηλ. ο Γουλιέλμος] κάμη το αυτό διάβημα πλησίον του βασιλέως της Ρουμανίας».  Όντως, τηλεγράφησε  τότε η  βασίλισσα  Σοφία στον αδελφό της: «Αθήναι, 18/31 Ιουλίου 1913. Προς την αυτού μεγαλειότητα τον αυτοκράτορα, Βερολίνον. Ο Τίνος [ο βασιλιάς Κωνσταντίνος] μου ετηλεγράφησεν αυτήν την στιγμήν με την παράκλησιν να σου γνωστοποιήσω ότι θα ήτο πολύ σπουδαίον δι’ ημάς,εάν ήθελες, διά μιας συστάσεως, να επηρεάσης τον βασιλέα της Ρουμανίας όπως δεχθή τα αιτήματα της Ελλάδος όσον αφορά την Καβάλαν. Σε παρακαλώ να συγχωρήσης, εκ των προτέρων, το διάβημα τούτο, το οποίον δικαιολογεί η σπουδαιότης του».Το  επόμενο,έτσι, τηλεγράφημα ήταν εκείνο του Γουλιέλμου προς τον βασιλιά Κάρολο της Ρουμανίας, με το παρακάτω περιεχόμενο: «Βερολίνον, 1 Αυγούστου [19 Ιουλίου] 1913. Αυτού μεγαλειότητα βασιλέα, Βουκουρέστιον. Δύνασαι να κάμης τίποτε διά την Καβάλαν; Αποβλέπω συμπαθώς εις το ζήτημα τούτο. Εγκαρδίους χαιρετισμούς και ευχάς διά την επιτυχίαν σου».  Κατά  τον Αμπελά (σ.249),πράγματι,  «εις την  λύσιν του  ζητήματος  υπέρ των Ελληνικών δικαίων […] συνετέλεσεν»,ακριβώς η συγκεκριμένη «γλώσσα  και η στάσις του Γερμανού Αυτοκράτορος  ως δε εβεβαίου ο παρακολουθήσας τας διασκέψεις απεσταλμένος του Παρισινού “Χρόνου” [Le Temps], Ρενε Πυώ[Rene Puaux], είχε  διαβιβασθή [και] επιστολή του [προαναφερθέντος] Κάϊζερ προς τον Βασιλέα Κωνσταντίνον, ης και ανέγραφε γερμανιστί περικοπήν, καθ’ ην ο αυτοκράτωρ τον εβεβαίου ότι “αγωνίζεται ως τίγρις υπέρ των δικαίων Του”».

Ο Έλληνας πρωθυπουργός,πάντως, παρουσιάσε,κατά τον ακόλουθο τρόπο, στον Κωνσταντίνο το αίτιο της-προς όφελός μας- γερμανικής μεσολάβησης στο ζήτημα της Καβάλας: «Γνωρίζετε,πιθανώς, διάβημα της Α.Μ. του Αυτοκράτορος της Γερμανίας παρά τω βασιλεί της Ρουμανίας, και εκείνο της Γερμανικής Κυβερνήσεως εις Βουκουρέστιον. Είναι το αποτέλεσμα των προσπαθειών μου. Κάμνω παν το δυνατόν επίσης και εις Λονδίνον. Ας τελειώσωμεν ταχέως μεταξύ μας,εάν τούτο είναι δυνατόν, και θα ίδωμεν κατόπιν διά τας Δυνάμεις».Tο ότι,πάντως, η συγκεκριμένη γερμανική υποστήριξη υπήρξε τότε πολύτιμη για την πατρίδα μας, το αποδέχεται και ο Βεντήρης (σ.180) σχολιάζοντας ο ίδιος,ως ακολούθως, το γενικότερο ευρωπαϊκό διπλωματικό κλίμα των ημερών εκείνων: «Η Γαλλία επίσης εξετέθη ζωηρώς, ώστε χάριν της Ελλάδος εκινδύνευσε την συμμαχίαν της με την Ρωσσίαν. Αφ’ ετέρου, η Αυστρία ηπείλη σοβαρώς να επέμβη διά πολέμου υπέρ της Βουλγαρίας και συνεκρατήθη μάλλον υπό της Ιταλίας. Η Σερβία κατεπτοήθη. Η Ρουμανία ήτο σύμμαχος με την Αυστρίαν». H δε  ενωμένη εμφάνιση της Ελλάδας της Σερβίας και της Ρουμανίας «επτόησε την Βουλγαρίαν» (Βεντήρης, σ.182). «Η Αυστρία δεν ερριψοκινδύνευε πόλεμον άνευ της Γερμανίας και Ιταλίας. Η Καβάλα εσώθη». Η  υπέρ της Ελλάδας, επέμβαση στις διαπραγματεύσεις  της Αυστροουγγαρίας και της Ρωσίας υποχρέωσε,τέλος, τη Σόφια να υποχωρήσει.

         Την  23η,έτσι, Ιουλίου, οι πληρεξούσιοι της Ελλάδας, της Σερβίας και του Μαυροβουνίου  ανέθεσαν στους Ρουμάνους ομολόγους τους να  γνωστοποιήσουν στη βουλγαρική πλευρά, ως  ύστατη παραχώρησή τους, την  επιδίκαση   της Ξάνθης και της Στρώμνιτσας στους Βουλγάρους με αντάλλαγμα  την παραίτηση των τελευταίων από την Καβάλα,  μιας και ο πληθυσμός της τλευταίας    αποτελούνταν από Έλληνες,  Τούρκους και  ελάχιστους Εβραίους.  Κατά δε τη συνεδρίαση της ίδιας μέρας στο Βουκουρέστι,  αποφασίστηκε να επισπευσθούν οι διαβουλεύσεις, ώστε την  επαύριο να επιτευχθεί  συμφωνία. Κατά τη μεσημεριάτικη, όντως, σύσκεψη της 24ης Ιουλίου, ο Σέρβος  αντιπρόσωπος  ανακοίνωσε  ότι είχε επέλθει συμφωνία μεταξύ της χώρας του και της  Βουλγαρίας  σχετικά με τη διέλευση της κοινής συνοριακής τους γραμμής. Και τούτο, μιας και συμφωνήθηκε   να   καταλήγει η εν λόγω γραμμή στην οροσειρά του Μπέλες[ix], αφού,προηγουμένως,    διερχόταν ανατολικά της Στρώμνιτσας και δυτικά  του  Πετριτσίου.  Την ίδια ημέρα, σύμφωνα με  το σύγγραμμα του ΓΕΣ (σ.459), «o πρώτος αντιπρόσωπος της Ρουμανίας και πρόεδρος της Ρουμανικής Κυβερνήσεως προέτεινε διακοπήν  της συνεδριάσεως, όπως επαναληφθώσιν οι μεταξύ των Ελλήνων και των Βουλγάρων […] συνομιλίαι. Κατά την ιδιαιτέραν ταύτην σύσκεψιν ο Ρουμάνος Στρατηγός Κοάνδα υπέδειξεν ελαφράς τροποποιήσεις της γραμμής του Νέστου», ώστε αυτές  και τις δικές μας τελικές απαιτήσεις  να ικανοποιούν,   και από τη βουλγαρική  πλευρά να γίνουν  αποδεκτές. Όταν,κατά συνέπεια, επαναλήφθηκε η συνεδρίαση,η Ρουμανία «ανεκοίνωσε την επελθούσαν συμφωνίαν μεταξύ Ελλήνων και Βουλγάρων», την προβλέπουσα για τα μελλοντικά ελληνοβουλγαρικά σύνορα να ακολουθούν,κατ’ αρχήν, την κορυφογραμμήν του Μπέλες.

Η  εν λόγω  οροθετική γραμμή επρόκειτο να συναντήσει κατόπιν  τον Στρυμόνα κοντά στη συμβολή του με τον ανατολικό παραπόταμό του Μπιίστριτσα και θα κατευθύνονταν, εν συνεχεία, προς  «Τσιγκανέ Καλεσή (υψ.1500),1650,713,1300,Ζέλιζα,Τσούκα,Καδήρ Καγιά,Διβικλή», οπόθεν  θα κατηφόριζε «εις Κάροβο, Τζούρα Νταγ, υψ.1845 Κουσλάρ». Στη συνέχεια, θα έπαιρνε την άγουσα «προς Νότον διά των υψ. 1350,1300, Οξιλάρ και διά του Νέστου» θα έφθανε «εις τας εκβολάς τούτου». Την  αυτή μέρα, συνομολογήθηκε προφορική συνθήκη ειρήνης· στις δε 25 Ιουλίου/ 7 Αυγούστου 1913,  ανακοινώθηκε πως  επήλθε γενικότερη συμφωνία επί των ελληνοβουλγαρικών διαφορών, με αποτέλεσμα να δοθεί απεριόριστη παράταση στην ισχύουσα ανακωχή. Στη διάρκεια της συγκεκριμένης συνεδρίασης (βλ.ΓΕΣ,σ.460), αφού μονογραφήθηκαν οι παραπάνω  προφορικές συμφωνίες, ο «πρόεδρος της ελληνικής κυβερνήσεως,απαντών εις τον βασιλέα, εξέφραζε την πεποίθησίν του ότι η συνθήκη αύτη τελικώς δεν θ’ ανεθεωρείτο υπό των μεγάλων Δυνάμεων». Δεδομένου,ακολούθως, ότι το κείμενο της συνθήκης  του Βουκουρεστίου  περιέλαβε τελικά  10 άρθρα και 9 πρωτόκολλα, στις 26 Ιουλίου, αναγνώστηκαν και εγκρίθηκαν τα τέσσερα πρώτα άρθρα της ομώνυμης συνθήκης. Από τα άρθρα αυτά, στο 1ο καταγράφηκαν οι όροι αποκατάστασης της ειρήνης·  και τονίστηκε σ’ αυτό  πως, «από της ημέρας της ανταλλαγής των επικυρώσεων της παρούσης συνθήκης θα κρατή  ειρήνη και φιλία μεταξύ» των μοναρχών των τέως εμπολέμων κρατών «όπως επίσης και μεταξύ  των  διαδόχων των» καθώς και  μεταξύ των ίδιων  «των κρατών των» προαναφερθέντων μοναρχών  «και των οικείων  υπηκόων των». Σύμφωνα με το 2ο άρθρο , τα νέα βουλγαρορουμανικά σύνορα είχαν αφετηρία τους το Δούναβη «κατά τον ανάρρουν της Τουρκουκάγιας» και κατέληγαν στον Εύξεινο Πόντο νότια του Εκρέν. Κατά το 3ο  άρθρο, η νέα συνοριακή σερβοβουλγαρική γραμμή   θα εκκινούσε  «εκ των παλαιών συνόρων, εκ της κορυφής Παταρίκα  [ακολουθώντας] τα παλαιά Τουρκοβουλγαρικά σύνορα και την γραμμήν της διαχωρίσεως των υδάτων μεταξύ Αξιού και του  Στρυμόνος, μετά της εξαιρέσεως» όμως «ότι η άνω κοιλάς της Στρωμνίτσης θα περιληφθή εις το Σερβικόν έδαφος, θα καταλήξη δε εις το όρος Μπέλες, όπου θα ενωθή προς τα Ελληνο-Βουλγαρικά σύνορα».

  Όσον αφορά  την ελληνοβουλγαρική-και πάλι- συνοριακή γραμμή, στο 4ο άρθρο της Συνθήκης καθοριζόταν ότι αυτή  θα   είχε την αφετηρία της στο σημείο συνάντησης «των νέων Σερβο-Βουλγαρικών συνόρων επί της κορυφής του Μπέλες διά να καταλήξη», μετά την ήδη προπαρατεθείσα διαδρομή, «εις τας εκβολάς του Νέστου, εις το Αιγαίον Πέλαγος». Η  Ελλάδα,άρα,  επέκτεινε τα  ανατολικά της σύνορα  πέρα από την Καβάλα, μέχρι το συγκεκριμένο ποταμό. Και, ταυτόχρονα  συμφωνήθηκε «ρητώς ότι η Βουλγαρία παραιτείται  από τούδε πάσης αξιώσεως επί της νήσου Κρήτης»[x], ενώ και οι δύο παραπάνω αποφάσεις είχαν ως  αποτέλεσμα ο  ελληνικός πληθυσμός  από 2,7 εκατομμύρια, που  αριθμούσε προηγουμένως,  να  αυξηθεί, ήδη,   στα 4,6. Οι μετέπειτα συζητήσεις  επικεντρώθηκαν  σε εκκλησιαστικά  και εκπαιδευτικά ζητήματα  και σε  θέματα αποζημιώσεων. Ως προς τα τελευταία,μάλιστα, κατά τη συνεδρίαση της 27ης Ιουλίου,  Σερβία και Ελλάδα δήλωσαν ότι.για τις εν λόγω αποζημιώσεις, επρόκειτο να απευθυνθούν στο δικαστήριο της Χάγης.Ακολούθως, αναγνώσθηκαν και εγκρίθηκαν τα άρθρα 5,6,7&8, σχέση έχοντα με την αποστράτευση, με την  απόσυρση  στρατευμάτων από  όσες περιοχές  είχαν αυτά καταλάβει (στο βαθμό που, τώρα, αυτές οι περιοχές  επιδικάζονταν στο,τέως, αντίπαλο,του, καθενός των εμπολέμων, κράτος)  και με την ανταλλαγή αιχμαλώτων. Τέλος, την Κυριακή, 28η  Ιουλίου/ 10 Αυγούστου, κατά την δωδέκατη συνεδρίαση της διάσκεψης του Βουκουρεστίου υπογράφηκε η ομώνυμη συνθήκη, με Καβάλα ελληνική,γεγονός που το  σχολιάζει  ως εξής ο Σπ.Μελάς: «Η χαρά του μεγάλου αυτού περιστατικού έσβησε, για λίγο, και τις αντιθέσεις που είχαν αρχίσει να παρουσιάζονται στις σχέσεις των δύο μεγάλων  πρωταγωνιστών του ελληνικού θριάμβου. Ο Βενιζέλος έφτασε στο μέγαρο Στούρτζα, στου Κάψα[xi],και πήδησε από το αυτοκίνητο με νεανική ευλυγισία, έξαλλος από χαρά, φωνάζοντας στους Έλληνες που πρόσμεναν στην πόρτα: -Ειρήνη Υμίν! Ειρήνη Υμίν!…Μετά», ακολούθως, «τη συνομολόγηση των όρων, ο Βενιζέλος τηλεγράφησε στον Κωνσταντίνο για να του γνωρίσει την επιδίκαση της Καβάλας και τη [συμφωνηθείσα και καθορισθείσα] μεθοριακή γραμμή». «Ο Βασιλιάς του απάντησε μ’ ένα συγχαρητήριο τηλεγράφημα με τη γαλλική φράση: “Vous avez merité la patrie”-Εγίνατε άξιος της πατρίδος».

Την  30η Ιουλίου του 1913, υπογράφηκε,επίσης στο Βουκουρέστι (βλ. ΓΕΣ,σ.460), «μεταξύ των τεσσάρων Βαλκανικών Κρατών, άτινα επολέμησαν εναντίον της Βουλγαρίας (Ρουμανία,Σερβία, Ελλάς και Μαυροβούνιο), πρωτόκολλον αμοιβαίας αλληλεγγύης και Στρατιωτικής και διπλωματικής υποστηρίξεως αντιμετωπίζον τον ενδεχόμενον εξαναγκασμόν της Βουλγαρίας, όπως εκτελέση την συνθήκην,εάν τυχόν εδυστρόπει εις τούτο. Ο [δεΈλληνας] Αρχιστάτηγος βασιλεύς, δι’ ενθουσιώδους τηλεγραφήματος, συνεχάρη τον εις Βουκουρέστιον Πρόεδρον της Ελληνικής Κυβερνήσεως και του απένειμε τον Μεγαλόσταυρον του Βασιλικού Τάγματος του Σωτήρος εις  ένδειξιν ευγνωμοσύνης διά τας παρασχεθείσας εξόχους προς την Πατρίδα υπηρεσίας». Την 31η,τέλος, Ιουλίου, η ελληνική αντιπροσωπεία αναχώρησε από το Βουκουρέστι και επανήλθε στην Αθήνα, μιας και οι εθνικοί μας εκείνοι αγώνες, κατά τον  Σπ. Μελά (σ.542),είχαν πλέον «πετύχει χάρη στη γοργή και καλή προετοιμασία [και] στην απόλυτη σύμπνοια και τον  ακράτητο ενθουσιασμό. Οι πλούσιοι καρποί των αγώνων του έθνους για να συντηρηθούν είχαν»,ασφαλώς,«ανάγκη από διπλάσια σύμπνοια κι απαραμείωτο ενθουσιασμό. Το βαλκανικό καθεστώς  είχε κάπως ρυθμιστεί. Αλλά θα μας έφηναν απερίσπαστους οι Δυνάμεις να οργανώσουμε και να σταθεροποιήσουμε την κατάσταση; Κι έπειτα, η Τουρκία απαιτούσε να πάρει τα νησιά της Μικρασιατικής παραλίας. Τι θα γινότανε μ’ αυτό το ζήτημα;».Σε οποιαδήποτε, πάντως, περίπτωση, η  μεγάλη ηττημένη του Β΄ Βαλκανικού πολέμου   ήταν η Βουλγαρία,  παρά το ότι της είχαν επιδικασθεί:  η κοιλάδα του Στρυμόνα    μέχρι το  σημερινό Άνω Πετρίτσι  μαζί με το θύλακα της ελληνικότατης Στρώμνιτσας, τα επίσης ελληνικότατα Μελένοικο και  Νευροκόπι.  Και οι μεν βουλγαρικές κτήσεις  στη Θράκη “περιορίζονταν” μεταξύ  Έβρου και Νέστου, όπου, όμως,  κατέχοντας οι υπήκοοι του  Φερδινάνδου    τα θρακικά παράλια, αποκτούσαν διέξοδο  στο Αιγαίο.

Αδυνατώντας, παρ’ όλα αυτά, και υπό τα ως άνω ακόμη δεδομένα, η Σόφια   να αντιδράσει  διαφορετικότερα έναντι των Ελλήνων, επιχείρησε να  απομονώσει την Αθήνα διπλωματικά. Έτσι,η Βουλγαρία, αφενός, προσέγγισε τότε  την Πύλη,  εκδήλωσε όμως,διά του τρόπου αυτού,ταυτόχρονα, επιπόλαιη   υποχωρητικότητα έναντι  των Σέρβων και των  Ρουμάνων. Πράγματι, οι Βούλγαροι, απασχολημένοι  συνεχώς με τις  απαιτήσεις τους    για την απόκτηση της Καβάλας, έθεσαν σε δευτερότερη μοίρα την   εξασφαλίση εγγυήσεων για   όσους  συμπατριώτες τους της Σιλίστριας και της νότιας Δοβρουτσάς   είχαν μεταβληθεί σε υπηκόους της Ρουμανίας[xii]. Όσον αφορά   το μέγα διπλωματικό παρεπόμενο της  δεύτερης βαλκανικής πολεμικής αντιπαράθεσης,  αυτό δεν ήταν άλλο από  την   επιτυχία της Πετρούπολης να  αναχαιτίσει από τα νότια Βαλκάνια τη διπλωματική διείσδυση της προστάτιδας των Βουλγάρων, Αυστροουγγαρίας. Πολύ πρισσότερο,μάλιστα, καθώς, όπως ήδη τονίστηκε, στην-αντιρωσικού χαρακτήρα- πολιτική της Βιέννης οφειλόταν η έκρηξη του Β΄βαλκανικού πολέμου, παρά το ότι η Δυαδική αυτοκρατορία    δεν είχε κατορθώσει τότε να  προγνώσει έγκαιρα το ενδεχόμενο μιας σε βάρος των-δικών της ευνοουμένων- Βουλγάρων, πολεμικής  έκβασης.  Ούτε  είχε  προλάβει η   προστάτιδα  της Σόφιας να ανακόψει,τουλάχιστον, την, επ’ ωφελεία  των   Ελλήνων και  Σέρβων, πρόοδο των συγκριμένων πολεμικών επιχειρήσεων. Ήταν φυσικό, κατά συνέπεια, να καταλογιστούν τα αποτελέσματα του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου  στις αστοχίες της αυστροουγγρικής διπλωματίας   ή και στον γενικότερο ανεπιτυχή   τρόπο με τον οποίο  η Βιέννη    χειρίστηκε  το όλο θέμα της πολεμικής εκείνης  αναμέτρησης.   Οπότε, και η ίδια η σύναψη της συνθήκης του Βουκουρεστίου   υπήρξε   αποτέλεσμα   της  βιεννέζικης  έλλειψης διορατικότητας.

Γι’αυτό και    ο αυστριακός βασιλοκαίσαρ  Φραγκίσκος Ιωσήφ διαμήνυε    σχετικά με τη νέα  καθεστηκυία τάξη   την παγιωθείσα στα Βαλκάνια δυνάμει της ως άνω συνθήκης: «Η Αυστρία και η Γερμανία δεν μπορούν να δεχθούν τη συνθήκη του Βουκουρεστίου ως τον οριστικό διακανονισμό του βαλκανικού ζητήματος. Μόνο ένας γενικός πόλεμος θα δώσει την αρμόζουσα λύση» (Βεντήρης, τ.1, 214 κ.ε.).  Όπως, εξάλλου,  έγραφε ο αυστριακός αρχιστράτηγος Franz  Conrad von Hötzendorf  στο Γερμανό συνάδελφό του (βλ. Gerhard Ritter, “Staatskunst und Kriegshandwerk: Das Problem des “Militarismus” in Deutschland”,τ.2, σ.311), αργά ή γρήγορα επιβαλλόταν να έρθει ένας ευρωπαϊκός πόλεμος (ο Α΄, δηλαδή,Παγκόσμιος) προκειμένου να οδηγηθεί η Γερμανία σε σύγκρουση με τους Σλάβους. Και ναι μεν ο εν λόγω πόλεμος εξερράγη, όντως,  μετά ένα ακριβώς έτος μετά την υπογραφή της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, και ναι μεν  την εναρκτήρια επίθεση  της  νέας αυτής αιματοχυσίας  τήν υπέστησαν, κατά τον προαναφερθέντα Conrad,   οι Σλάβοι,   από τους τελευταίους  όμως η δόλια, κουτοπόνηρη λογική της   γερμανοαυστριακής διπλωματίας εξαιρούσε  τους φίλους της Βουλγάρους· με αποτέλεσμα, η  πολιτική των Αψβούργων  να ενδιαφέρεται μεν  για την  αναθεώρηση της Συνθήκης του Βουκουρεστίου αλλά προς όφελος της Σόφιας.  Τέλος,και  ο τότε   Γερμανός  πρέσβης στην Κωνσταντινούπολη, Hans Freiherr Baron von  Wangenheim, απευθυνόμενος προς τον Έλληνα ομόλογό του Πανά ανέφερε για την ως άνω συνθήκη: « Η Αυστρία διέπραξε βαρύτατο σφάλμα με το να μην εμποδίσει, έστω και διά της βίας, το δεύτερο Βαλκανικό πόλεμο. Θα ενεργούσε τότε με τη βοήθεια της Γερμανίας, ενώ η Ρωσία δεν θα   έκανε οποιαδήποτε κίνηση. Και έτσι δε θα υπήρχε σήμερα η συνθήκη του Βουκουρεστίου, η οποία ούτε φυσιολογική είναι ούτε και να διατηρηθεί μπορεί». 

Μολονότι, αφετέρου,  η Τουρκία είχε  προβεί στις  προσημειωθείσες καταλήψεις πόλεων της  Ανατολικής Θράκης,  η διάσκεψη του Βουκουρεστίου δεν ασχολήθηκε με το   βουλγαροτουρκικό αυτό  πρόβλημα.   Ούτε, όπως ήδη φάνηκε, η Πύλη    αντιπροσωπεύθηκε  στην ως άνω διάσκεψη, πράγμα που ενδεχομένως   προκάλεσε στη Σόφια   την εξής  εντύπωση:   ότι ίσως, δηλαδή,να  συνεχιζόταν η, σε βάρος των Βουλγάρων, τουρκική  προέλαση, οπότε  κινδύνευε και  η ανοχύρωτη βουλγαρική  Φιλιππούπολη.  Οι υπήκοοι του τσαρίσκου Φερδινάνδου,  επομένως,  χρειάζονταν,την εποχή εκείνη,   συμμάχους εναντίον της Ημισελίνου, τους οποίους όμως  οι ίδιοι ματαίως τους αναζητούσαν μεταξύ των  πιστών του Εσταυρωμένου. Έτσι, η Σόφια, μη διαθέτοντας,μετά την υπογραφή της περί ης ο λόγος συνθήκης, αρκετή  υποστήριξη από τη Χριστιανική Ευρώπη, αρκέστηκε στο εξής: αποδέχθηκε σε τόσο μεγάλο βαθμό την όποια  τετελεσμένη  κατάσταση  της επέβαλε η Κωνσταντινούπολη, ώστε να συναφθεί και     βουλγαροτουρκικό Σύμφωνο, στις 16/29 Σεπτεμβρίου  1913.  Προκειμένου,εντούτοις, να επιτευχθεί η συγκεριμένη προσέγγιση Σόφιας-Κωνσταντινούπολης, όχι μόνο   η Βουλγαρία  υποχρεώθηκε να δηλώσει   ότι δεν είχε βλέψεις στην Αδριανούπολη, αλλά    έκανε λόγο και για παραχώρηση της Δυτικής Θράκης στην Τουρκία,  στο μέτρο που η   τελευταία  θα  συνέδραμε τους Βουλγάρους  για να  αποκτήσουν αυτοί την Καβάλα. Ακολούθησε κατά συνέπεια, τότε προώθηση  ελληνικών στρατευμάτων στην Ανατολική Μακεδονία και συγκέντρωση τουρκικών δυνάμεων απέναντι  από τη Χίο και τη Λέσβο,ενώ συνεχίζονταν οι διαπραγματεύσεις Σόφιας-Πύλης για  υπογραφή βουλγαροτουρκικής συμμαχίας. Εξαιτίας,ωστόσο, της ύπαρξης της ελληνοσερβικής συμμαχίας, οι εν λόγω εξελίξεις δεν άφησαν αδιάφορο  ούτε το Βελιγράδι, ενώ  τόσο η επίσκεψη του Ρουμάνου υπουργού εξωτερικών στην Αθήνα όσο και η θέση του υπέρ της ισχύος της Συνθήκης του Βουκουρεστίου αποτέλεσαν  υποστηρικτικούς, για τη χώρα μας, παράγοντες.  Έτσι η  κρίση των ημερών εκείνων έληξε πρόσκαιρα με την υπογραφή  της ελληνοτουρκικής συνθήκης των Αθηνών στις 1/14 Νοεμβρίου 1913.

[i]Ceterum censeo Bulgariam esse delendam”=Επιπλέον,νομίζω ότι η Βουλγαρία πρέπει να καταστραφεί.

[ii]  Σύμφωνα με τον ίδιο συγγραφέα (σσ  240-241),  η Ρουμανία,για λόγους βαλκανικής  ισορροπίας, «δεν επεθύμει να ίδη ούτε την Βουλγαρίαν εν αποσυνθέσει και καταλαμβανομένην υπό των πολεμίων της, ούτε τους Έλληνας στερουμένους των, εκ των αλλεπαλλήλων νικών, κτηθέντων δικαιωμάτων των». Αλλά και οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, «μη έχουσαι πάσαι τα αυτά  συμφέροντα, αλλά διάφορα και εν πολλοίς αντιμαχόμενα, [και ευρισκόμενες επίσης] εις δύο διηρημένας τριάδας, την τριπλήν Συμμαχίαν [Triple Alliance] και την Τριπλήν Συνεννόησιν [Triple Entente], αφήκαν, ή μάλλον ηνέχθησαν, την διαρρύθμισιν  των πραγμάτων δι’ ανακωχής και ειρήνης εις τους συνελθόντας επί τούτω εις την πρωτεύουσαν της μεσολαβησάσης Ρουμανίας».

[iii]  Στο πλαίσιο της Συνθήκης του Βουκουρεστίου, είχαν ανταλλαγεί, μεταξύ  του Βενιζέλου και  Ρουμάνου πρωθυπουργού Μαγιορέσκο, επιστολές αναφερόμενες στο κουτσοβλαχικό ζήτημα.  Ο  Έλληνας πρωθυπουργός,συγκεκριμένα, με επιστολή του,  γραμμένη στις  28 Ιουλίου (10 Αυγούστου) 1913, αποδεχόταν  ότι η «Ελλάς συγκατατίθεται να παράσχη αυτονομίαν εις τας των Κουτσοβλάχων σχολάς και εκκλησίας  τας ευρισκομένας εν ταις μελλούσαις ελληνικαίς κτήσεσι και να επιτρέψη  την σύστασιν επισκοπής διά τους Κουτσοβλάχους τούτους, της ρουμανικής κυβερνήσεως δυναμένης να επιχορηγή, υπό την επίβλεψιν της ελληνικής κυβερνήσεως, τα ειρημένα ενεστώτα ή μέλλοντα θρησκευτικά και εθνικά ιδρύματα» (Παπαρηγόπουλος-Καρολίδης,τ.Στ΄β,σ.153 & Αρχείο Π.Δαγκλή, τ.2, σ.142). Πάντα ωστόσο υπήρχε ο ρουμανικός  φόβος ότι κάποτε το κουτσοβλαχικό στοιχείο  θα εξελληνιζόταν.

[iv] Βλ.Ν. Κλαδά, Στρατιωτική Ιστορία των Βαλκανικών πολέμων στο: Βαλκάνια – Οι Βαλκανικοί και ελληνοτουρκικοί πόλεμοι, σ.164, Μέδουσα,Σέλας, Εκδοτική, Αθήνα 1999.  Παρ’ όλα αυτά,  ευθύς μετά τον εν λόγω πόλεμο, και οι Βούλγαροι  και τα συμπαθούντα αυτούς κράτη  υποστήριζαν  ότι, αν δεν αποφασιζόταν η ανακωχή, θα ακολουθούσε υπερκέραση του-δυτικά του Στρυμόνα- αριστερού ελληνικού πλευρού από τους Βουλγάρους·  αλλά και, παράλληλα,  θα απειλούνταν και το-ανατολικά του εν λόγω ποταμού- δεξιό  πλευρό μας  όπου  οι θέσεις της 7ης ελληνικής Μεραρχίας. Τέτοιες, εντούτοις, απόψεις  δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα για τους εξής λόγους: α) εφόσον μέχρι την 18η  Ιουλίου, ο εχθρός δεν είχε  κατορθώσει να πραγματοποιήσει  ορισμένες ανάλογες,σε βάρος μας, ενέργειες υπερκέρασης,  βάσει ποιας λογικής θα  είχε μεγαλύτερη επιτυχία,  αν επιδίωκε οτιδήποτε το παρόμοιο, το απόγευμα της ως άνω μέρας, και β) όπως σωστά υποστήριζε ο Γάλλος συνταγματάρχης Boucabeille, γιατί, εν τοιαύτη περιπτώσει, δεν χρονοτρίβησαν για λίγες, ακόμη, μέρες οι Βούλγαροι, ώστε να καθυστερήσει η  υπογραφή της ανακωχής, με συνέπεια οι υποτιθέμενες  βουλγαρικές υπερφαλαγγίσεις να πραγματοποιηθούν και να επιφέρουν   τα αναμενόμενα  καταστροφικά αποτελέσματα  σε βάρος  των Ελλήνων (Κλαδάς, παραπάνω, ίδια σελίδα).

[v] Και ο Βεντήρης βεβαιώνει (βλ.σ.181) ότι «ο εις Πετρούπολιν Γάλλος πρέσβυς Δελκασσέ ετηλεγράφει: “Ο πρεσβευτής της Σερβίας μου έδωκε να εννοήσω ότι,εάν η Ελλάς εφαίνετο υπέρ το δέον αδιάλλακτος, η Σερβία,ακολουθούσα την Ρουμανίαν, θα απεφάσιζε να διαπραγματευθή χωριστά με την Βουλγαρίαν”».

[vi]  Ιδού  και  η τότε δοθείσα  απάντηση  του Βενιζέλου προς τον Έλληνα βασιλιά και αρχιστράτηγο (βλ. Παναγάκος,σσ.212-213, αρ.εγγρ.1916): «Η Υμετέρα Μεγαλειότης λυπείται υπερβολικά,διότι τόσον ταχέως εφθάσαμεν εις το ελάχιστον των αξιώσεων ημών. Αλλ’ η Υμετέρα Μεγαλειότης με εξουσιοδότησε, και τελευταίως ακόμη, να αποδεχθώ, εν ανάγκη, και την γραμμήν  του Νέστου. Επειδή δε ελπίζω ότι η Υμετέρα Μεγαλειότης θα αναγνωρίση ότι η Στρατιωτική ατμόσφαιρα,εντός της οποίας ζη, είναι όλως διαφορετική της ατμοσφαίρας, εντός της οποίας ευρισκόμεθα, εν Βουκουρεστίω, οι εντεταλμένοι την διαπραγμάτευσιν της ειρήνης, είναι τούτο επαρκής εξήγησις της διαφόρου αντιλήψεως, ως προς τον τρόπον της διεξαγωγής των διαπραγματεύσεων. Εγώ φρονώ ακραδάντως ότι η Πολιτική ατμόσφαιρα του Βουκουρεστίου είναι η μάλλον πρόσφορος, όπως ρυθμίζει τον τρόπον της διεξαγωγής των διαπραγματεύσεων,αφ’ ου, περί της εκτάσεως των δυνατών υποχωρήσεων, έχομεν ρητήν την εξουσιοδότησιν της Υμετέρας Μεγαλειότητος. Εάν η Υμετέρα μεγαλειότης έχη αντίθετον γνώμην, είμαι έτοιμος να παραδώσω την  συνέχισιν των διαπραγματεύσεων προς όντινα ήθελεν Αύτη με διατάξη. Εκπληρώ όμως στοιχειώδες καθήκον, επικαλούμενος,ευλαβώς, προσοχήν Υμετέρας Μεγαλειότητος, ότι μόνη  η δύναμις των όπλων   δεν επιβάλλει πάντοτε  τους όρους της ειρήνης. Εξ άλλου, δεν δυνάμεθα να είπωμεν, ακόμη, ότι κατεβάλαμεν εντελώς τον εχθρόν και ότι ούτος είναι εις την διάθεσιν ημών,εφ’ όσον δεν εφθάσαμεν εις την Πρωτεύουσαν του Κράτους του. Οπωσδήποτε, θα αναστείλω πάσαν περαιτέρω διαπραγμάτευσιν, μέχρις ου η Υμετέρα Μεγαλειότης ευαρεστηθή να απαντήση επειγόντως εις το παρόν τηλεγράφημά μου, είτε εξουσιοδοτούσα με, εκ νέου, όπως κλείσω την ειρήνην υπό τους καλυτέρους όρους,ους ήθελον δυνηθή να επιτύχω,αποδεχόμενος, εν ανάγκη, και την γραμμήν Νέστου, είτε εντελομένη μοι να παραδώσω την συνέχισιν των διαπραγματεύσεων, εις όντινα ήθελε με διατάξη. Βουκουρέστιον 22.7.1913. Πρωθυπουργός Βενιζέλος».

[vii]  Ο υποχωρητικός αυτός   ελιγμός του Κωνσταντίνου  ως προς την τηρούμενη διαπραγματευτική στάση του Βενιζέλου προκύπτει από το παρακάτω  αποσταλέν, υπ’ αριθ. 1916, τηλεγράφημα του πρώτου προς τον δεύτερο ( βλ. Παναγάκος,σ.213):  «Πρωθυπουργον Βενιζέλον. Βουκουρέστιον. Διά τηλεγραφήματός μου, το οποίον επικαλείσθε, δεν ηθέλησα ουδόλως να εννοηθή ότι επεδίωκον την αντικατάστασιν υμών εις διαπραγματεύσεις. Ήθελον να μεταδοθή υμίν το αίσθημά μου επί των αποστελλομένων μοι  ισχνών ειδήσεων. Επιφυλάσσομαι εις εμαυτόν το δικαίωμα τούτο. Μου είναι άπορον πώς εξηγείτε κατ’ αυτόν τον τρόπον το τηλεγράφημά μου, όταν γνωρίζετε κάλλιστα τον τρόπον του σκέπτεσθαι τον οποίον επέδειξα υμίν τοσάκις. Η Στρατιωτική ατμόσφαιρα, εν τη οποία ζω,βεβαιωθήτε ότι δεν με έχει τυφλώσει εις τον βαθμόν, εις τον οποίον υποθέτετε, και γνωρίζω ότι μόνη η δύναμις των όπλων δεν επιβάλλει όρους ειρήνης, άλλως δεν θα σας είχον αποστείλει τηλεγράφημά μου περί ανακωχής. Σας παρακαλώ να εξακολουθήσετε τας διαπραγματεύσεις. Δεν νομίζω ότι είναι καιρός διά παρεξηγήσεις. Λιβούνοβον 23.7.1913. Κωνσταντίνος Β.».

[viii] Gottlieb von Jagow (1863-1935) υπουργός  Εξωτερικών της Γερμανίας.

[ix]   Όπως εξηγούσε τότε ο  επιτελάρχης του ελληνικού Στρατηγείου Συνταγματάρχης Βίκτωρ Δούσμανης (βλ. ο Ελληνισμός της Στρωμνίτσης,σ,140 & Ο Ελλην.Στρατ. κατά τους Βαλκ. Πολέμ.κλπ.,Παράρτ.τ.Γ2,σσ.854-855), «η οροσειρά του Μπέλεσι,μήκους 100 χιλιομέτρων περίπου αποτελεί, ως εκ του ύψους (από 800 μέχρι 1600 μέτρων) και του αποτόμου των κλιτύων αυτής, φραγμόν μεταξύ της κοιλάδος της Στρωμνίτσης και της Νοτιοανατολικής  Μακεδονίας. Η οροσειρά αύτη διασχίζεται υπό μιάς και μόνης αμαξιτής οδού της από Δοϊράνης εις Στρώμνιτσαν, δυσκόλου και ταύτης ως εκ της καταστάσεως και των μεγάλων κλιτύων αυτής.Πλην της οδού ταύτης,μόνον ατραποί διασχίζουσι δύσβατοι,εκ νότου προς βορράν, την οροσειράν».

[x]  Σύμφωνα  με  το 4ο άρθρο  της συνθήκης του Λονδίνου, με την οποία περατώθηκε ο Α΄Βαλκανικός πόλεμος, η Πύλη είχε παραιτηθεί- υπέρ,γενικά, του συνόλου των τότε συμμάχων, των Ελλήνων δηλαδή, των Βουλγάρων και των  Σέρβων- από  «πάντων των επί της [συγκεκριμένης] Νήσου κυριαρχικών δικαιωμάτων της».

[xi]  Πρόκειται για  περιοχή του Βουκουρεστίου όπου βρισκόταν το Hotel Capsa   και το ομώνυμο Καφέ, τόποι συνάντησης της υψηλής ρουμανικής αριστοκρατίας  και των λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών κύκλων της εκεί Μπελ Επόκ.

[xii] Δεν παρέλειψαν, ωστόσο,  οι Βούλγαροι  να θερμοπαρακαλέσουν τον Κάρολο  της Ρουμανίας να δείξει κατανόηση, ώστε  η  νέα  ρουμανοβουλγαρική μεθόριος να μη  διέρχεται διά μέσου των  προσωπικών κτήματων του Βούλγαρου τσαρίσκου Φερδινάνδου, κατατεμαχίζοντάς τα!

*Ο Γαβριήλ Συντομόρου είναι φιλόλογος καθηγητής της Μέσης Εκπαίδευσης και διαμένει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Ασχολείται ιδιαίτερα με θέματα στρατιωτικής ιστορίας τόσο της αρχαίας όσο και της νεώτερης Ελλάδας και έχει δημοσιεύσει σχετικά άρθρα στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο.

spot_img

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,750ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
22,400ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα