Η ναυτική συνεργασία αποδεικνύεται πυλώνας σταθερότητας και ασφάλειας

Print Friendly, PDF & Email
spot_img

του Δημήτρη Τσαϊλά*

Η αυξανόμενη ισχύς της Κίνας και η εξελισσόμενη σινο-αμερικανική αντιπαλότητα ισχύος θα είναι τα καθοριστικά γεωπολιτικά χαρακτηριστικά της εποχής μας. Θα έχουν αναμφισβήτητα καθοριστικό αντίκτυπο στην ατζέντα του ΝΑΤΟ για το 2030 και στη νέα στρατηγική αντίληψή του. Το ΝΑΤΟ χρειάζεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και την ΕΕ να συγκεντρωθούν και να βελτιώσουν την κοινή στρατηγική ευαισθητοποίηση, να ενθαρρύνουν μια συνεκτική ευρωατλαντική προσέγγιση για τον Ινδο-Ειρηνικό και να δεσμευτούν ξανά για την υπεράσπιση κοινών δημοκρατικών αξιών και μιας διεθνούς τάξης που βασίζεται σε κανόνες.

Τέτοιες ευρείας κλίμακας προκλήσεις είναι πολύπλοκες. Θα απαιτήσουν μια ολοκληρωμένη προσέγγιση ΝΑΤΟ-ΕΕ-ΗΠΑ και ένα κοινό όραμα καθώς και έναν εποικοδομητικό διάλογο με την Κίνα όπου είναι δυνατόν. Η συμμαχία θα πρέπει επίσης να ξεπεράσει σημαντικά πολιτικά και στρατιωτικά οργανωτικά εμπόδια εντός της συμμαχίας που ενδέχεται να σταματήσουν. Μια στενότερη συνεργασία με την ΕΕ, δεδομένων των ρυθμιστικών, οικονομικών και τεχνολογικών μέσων καινοτομίας της, θα επέτρεπε στο ΝΑΤΟ να ανταποκριθεί στους πολύπλευρους κινδύνους και απειλές αυτής της νέας εποχής.

Με αυτές τις σκέψεις η τετραμερής Quad που διαμορφωνόταν στον Ειρηνικό και Ινδικό από τις ΗΠΑ, την Ιαπωνία, την Ινδία και την Αυστραλία φαίνεται πως επειδή θα είχε περιορισμένα συγκεκριμένα αποτελέσματα καθώς οι «τέσσερις σύντροφοι είχαν διαφορετικές ασθένειες» κατέρρευσε για να δημιουργηθεί μια νέα συνεργασία, η Aukus με την Αυστραλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις ΗΠΑ που  ανακοίνωσαν ένα ιστορικό σύμφωνο ασφαλείας στην Ασία-Ειρηνικό, σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης της Κίνας. Αυτό μας φέρνει στο πιο σημαντικό δυνητικό μάθημα ιστορίας από τους Ναπολεόντειους Πολέμους.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αγκάλιασαν την παγκόσμια ηγεμονία μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά έχασαν από την ανάγκη να προχωρήσουν τελικά προς μια ισορροπία δυνάμεων καθώς οι διεθνείς συνθήκες άλλαξαν. Αντιλαμβανόμενοι πως η Βρετανία έλαβε αργά αυτή την απόφαση για να αντιμετωπίσει τον Ναπολέοντα, και το αποτέλεσμα ήταν ένας μακρύς, μακράς διάρκειας πόλεμος που δοκίμασε τη βρετανική ισχύ στο μέγιστο, οι ΗΠΑ σπεύδουν να δώσουν προτεραιότητα στην συγκράτηση της οικονομικής πρόοδού της Κίνας.

Από την πλευρά μας ο Ελληνισμός αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις στο εγγύς περιβάλλον. Η σύγχρονη εποχή με το καθορισμό των θαλασσίων ζωνών έχει οδηγήσει σε μια αναζωογόνηση του ανταγωνισμού ισχύος. Συγκεκριμένα, η ελληνική κυβέρνηση αντιμετωπίζει μια μοναδική και ολοκληρωμένη πρόκληση από την Τουρκία, όπως οι ΗΠΑ από τη Κίνα. Και σε αντίθεση με τις παλαιότερες εποχές, όταν κατελάμβανε την ουσία της πρόκλησης και τις βασικές προϋποθέσεις του ανταγωνισμού λίγο πολύ η ψυχροπολεμική γεωπολιτική, αυτή τη φορά η Ελλάδα ξεκινά να αντιλαμβάνεται πλέον τη φύση της πρόκλησης και καθιερώνει την απάντησή της.

Αν και έχει ξεκινήσει μια εποχή δυσκολίας και κινδύνου, ο Ελληνισμός έχει μια ευκαιρία, να θέσει τη χώρα σε μια στρατηγική πορεία που είναι αποφασιστική, ανυποχώρητη, ανταγωνιστική και ενεργητική, αλλά και ειρηνική, σταθερή και βιώσιμη για όλο το ζωτικό χώρο. Για να πετύχουμε, θα πρέπει να κατανοήσουμε και να λάβουμε υπόψη τα μαθήματα – θετικά και αρνητικά – από τις προηγούμενες κυβερνήσεις που αντιμετώπισαν τη στρατηγική εθνικής ασφάλειας με ουτοπισμό και με κατευναστική διάθεση. Η κατανόηση του τρόπου και του γιατί οι προηγούμενες κυβερνήσεις πέτυχαν ή απέτυχαν να αναπτύξουν μια ανταγωνιστική στρατηγική εθνικής ασφάλειας δεν είναι απλώς ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος, αλλά αποτελεί ζωτικό στοιχείο κάθε αποτελεσματικής προσπάθειας.

Οι διμερείς και πολυμερείς σχέσεις μας αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της εθνικής αποστολής για να δημιουργήσουμε μια πιο ασφαλή, δημοκρατική και ευημερούσα περιφέρεια προς όφελος του ελληνικού λαού και της διεθνούς κοινότητας, καθώς πολλές από αυτές τις σχέσεις υποστηρίζονται από στρατηγικές στρατιωτικές συμμαχίες. Μία από τις κύριες δεσμεύσεις μας κατά την εκτέλεση αυτής της αποστολής είναι η οικοδόμηση συνασπισμών ή εταιρικών σχέσεων για την επίλυση κοινών προβλημάτων, είτε αυτά σχετίζονται με την ασφάλεια, όπως οι απειλές για άσκηση των νόμιμων κυριαρχικών δικαιωμάτων μας, της αντιμετώπισης τρομοκρατίας ή της διάδοσης των όπλων μαζικής καταστροφής, είτε περισσότερο κοινωνικά και αναπτυξιακά ζητήματα όπως η πανδημία Covid-19, η παράνομη μετανάστευση και η εμπορία ανθρωπίνων ζωών ή η οικοδόμηση μιας κοινότητας δημοκρατίας και η ελευθερία θαλασσίων και εναερίων διαύλων επικοινωνίας. Οι θάλασσες που μας ενώνουν, είναι από υπάρξεως της ανθρώπινης ζωής το πρώτο παγκόσμιο κοινό.

Σήμερα, αντιμετωπίζουμε και πάλι κοινές απειλές και προκλήσεις στο θαλάσσιο τομέα, και είναι καιρός να αγωνιστούμε για κοινές μεθόδους και τεχνικές για την αντιμετώπιση αυτών των απειλών. Αυτές οι απειλές περιλαμβάνουν τη χρήση των υδάτων μας για παράνομες δραστηριότητες όπως η μη εξουσιοδοτημένη εκμετάλλευση εθνικών πόρων στις ΑΟΖ, η διακίνηση ναρκωτικών και όπλων, η εμπορία ανθρώπων και η μόλυνση του περιβάλλοντος. Όλοι διαθέτουμε περιορισμένους πόρους, και η εθνική στρατηγική μας καλείται να χρησιμοποιήσει αυτούς τους λιγοστούς πόρους για να ανταποκριθεί σε ποικίλες εθνικές ανάγκες, από την εκπαίδευση έως τις δημόσιες υποδομές και την εθνική άμυνα. Μπορούμε όλοι να μεγιστοποιήσουμε τη χρήση αυτών των πόρων αποφεύγοντας την αλληλεπικάλυψη των προσπαθειών και συνεργαζόμενοι για την αντιμετώπιση αυτών των κοινών προκλήσεων. Δεν είναι πάντα εύκολο. Υπάρχει ένα πλήθος εμποδίων που κυμαίνονται από τα πιο βασικά, όπως τα διαφορετικά δίκτυα επικοινωνιών, οι ανεπαρκείς πόροι που διατίθενται γι’ αυτή την αποστολή, έως τις πιο περίπλοκες, όπως οι ιστορικές περιφερειακές εντάσεις.

Μαζί μπορούμε να ξεπεράσουμε πολλά, αν όχι όλα, αυτά τα εμπόδια. Αλλά πρέπει να θέλουμε να το κάνουμε αυτό. Χρειάζεται μια συνειδητή απόφαση να συνεργαστούμε. Τα επικοινωνιακά εμπόδια μπορούν να ξεπεραστούν με την τεχνολογία και την κατάρτιση. Οι περιορισμένοι πόροι μπορούν να ελαχιστοποιηθούν με την κοινή χρήση αποστολών και με τη βοήθεια συμμάχων. Στα θέματα κυριαρχίας, εκτιμάται ίσως το πιο δύσκολο εμπόδιο, διότι ο εθνικισμός απευθύνεται σε έντονα συναισθήματα σε όλους μας. Αλλά πρέπει να θυμόμαστε ότι οι “κακοί παράγοντες” παραβιάζουν την κυριαρχία μας κάθε μέρα, προκαλώντας τεράστια κοινωνική και οικονομική ζημία. Εκμεταλλεύονται συνειδητά τις πολιτικές εντάσεις για τους δικούς τους σκοπούς.

Δουλεύοντας με συνεργάτες και ένα καλά διαφοροποιημένο μείγμα εργαλείων για διμερή επιρροή, οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής της Ελλάδας μπορούν να διαχειριστούν πιο αποτελεσματικά και παραγωγικά τον ανταγωνισμό με την Τουρκία στη Ανατολική Μεσόγειο και πέραν αυτής. Αντίθετα, μια μονομερής, στρατιωτικοκεντρική προσέγγιση θα ήταν ένα λάθος – ίσως ένα θανατηφόρο λάθος, όπου ο ανταγωνισμός κλιμακώνεται σε απόλυτη σύγκρουση.

Σε αυτή τη λεπτή χρονική στιγμή, το ενδιαφέρον της Ελλάδας δεν είναι να κλείσει την πόρτα για πιθανό διάλογο με την Τουρκία, αλλά να καταστήσει σαφές ότι σε έναν τέτοιο διάλογο οι ανάγκες (και φόβοι), των Μεσογειακών δρώντων όπως του Ισραήλ, της Κύπρου, και της Αιγύπτου πρέπει να βρίσκονται στο τραπέζι παράλληλα με τις ανησυχίες της Ελλάδας. Ο χάρτης της ΑΟΖ στη Μεσόγειο μπορεί ίσως να επανασχεδιαστεί, αλλά μόνο εάν γίνονται σεβαστά τα συμφέροντα της Ελλάδας, του Ισραήλ, της Αιγύπτου και της Κύπρου, συμπεριλαμβανομένης της απρόσκοπτης πρόσβασης, μέσω αγωγού ή με οποιοδήποτε μέσο, σε ευρωπαϊκές αγορές. Επομένως, πρέπει να υποστηριχθούν οι προσπάθειες της Ελλάδας και της Αιγύπτου (που υποστηρίζονται από τη Γαλλία και τις ΗΠΑ) για να διασφαλιστεί ότι η Λιβύη δεν θα γίνει στρατηγικό συμπλήρωμα της τουρκικής πολιτικής

Στον τομέα της ασφάλειας, υπάρχει εκτεταμένη συνεργασία μεταξύ των τριών χωρών. Αυτή η συνεργασία εξυπηρετεί τα συμφέροντα την Ελλάδα σε διάφορες διαστάσεις:

Πρώτον, είναι η διαμόρφωση κοινής απάντησης στις ναυτικές απειλές κατά της ελευθερίας των θαλασσών και του θαλάσσιου εμπορίου (το μεγαλύτερο μέρος του εμπορίου πετρελαίου της Ελλάδας, περνά από την Ανατολική Μεσόγειο). Αυτή η συνεργασία, στο πλαίσιο της αμερικανικής συνεργασίας, είναι ιδιαίτερα σημαντική λόγω της διευρυμένης ρωσικής παρουσίας στη Μεσόγειο -απειλές κατά της Ελλάδας, της Κύπρου και του Ισραήλ από την Τουρκία- και η διαμάχη για τα θαλάσσια σύνορα μεταξύ των χωρών μας.

Δεύτερο, είναι η δημιουργία στρατηγικής συνεργασίας σε έναν πόλεμο. Αυτό αποτελείται κυρίως από την πιθανή χρήση των UAV του Ισραήλ και την υπηρεσία πληροφοριών σε καιρό πολέμου.

Τρίτο, είναι η κοινή στρατιωτική εκπαίδευση και ασκήσεις,  Υπάρχουν κοινές ναυτικές ασκήσεις, με τη συμμετοχή πεζικού και αεροπορικών δυνάμεων.

Η τέταρτη διάσταση αφορά τις συμφωνίες μεταξύ των τριών χωρών σχετικά με την εσωτερική ασφάλεια και τον αγώνα κατά της τρομοκρατίας, τα οποία είναι χρήσιμα για την Ελλάδα τόσο στην πρόληψη της τρομοκρατίας όσο και σε κοινή δράση για την καταπολέμηση του εγκλήματος.

Καθώς οι δεσμοί μεγαλώνουν, αναδύεται ένα περιφερειακό γεωπολιτικό μπλοκ, το οποίο μπορεί να βοηθήσει την Ελλάδα στην πολιτική αρένα. Το Ισραήλ, η Αίγυπτος και η Κύπρος υποστηρίζουν την Ελλάδα, ειδικά σε συζητήσεις σχετικά με την οριοθέτηση των θαλάσσιων συνόρων τους και την κατανομή των κερδών από την παραγωγή φυσικού αερίου στις αμφισβητούμενες προοπτικές φυσικού αερίου.

Η επιτυχία της Ελλάδας στο να κάνει τις Ηνωμένες Πολιτείες μέρος της συμμαχικής δραστηριότητας εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Ελλάδας να αποκτήσει τη χορηγία της υπερδύναμης για τη διασφάλιση της ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο. Παρόλο που αυτή η συμμετοχή εμπνέεται επίσης από τα αμερικανικά συμφέροντα (κυρίως κατά της Ρωσίας), αυτή η χορηγία ενισχύει τους στρατηγικούς δεσμούς μεταξύ των χωρών. Μπορεί επίσης να συμβάλει στην υλοποίηση ορισμένων από τα φιλόδοξα έργα της ατζέντας, ιδίως του αγωγού φυσικού αερίου EastMed, ο οποίος περιλαμβάνει τη συμμετοχή των Ηνωμένων Πολιτειών.

Συμπέρασμα και συστάσεις

Η επισημοποίηση ενός συμμαχικού πλαισίου αποτελεί επίτευγμα για την περιφερειακή εξωτερική πολιτική της Ελλάδας. Η συνεργασία μεταξύ των τεσσάρων χωρών έχει σημειώσει ραγδαία πρόοδο, αλλάζοντας ουσιαστικά την περιφερειακή αρχιτεκτονική και ενισχύοντας την εθνική ισχύ της Ελλάδας. Μπορεί επίσης να εδραιώσει τη συνεργασία της Ελλάδας με αυτήν την περιοχή και να εμβαθύνει την ταυτότητά της ως μεσογειακής χώρας. Θα πρέπει να εξεταστεί η δυνατότητα επέκτασης του πλαισίου ώστε να συμπεριληφθεί η Ιταλία και πιθανώς άλλες ευρωπαϊκές χώρες, καθώς και η ενοποίηση της αμερικανικής συμμετοχής και υποστήριξης, προκειμένου να προωθηθεί η παλιά ιδέα μιας ευρείας περιφερειακής συμμαχίας που θα προσθέσει στην ασφάλεια της Ελλάδας και τη περιφερειακή σταθερότητα.

*Ο Υποναύαρχος (εα) Δημήτριος Τσαϊλάς ΠΝ δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου, είναι μέλος και ερευνητής του Ινστιτούτου για την Εθνική και Διεθνή Ασφάλεια.

geopolitics.iisca.eu

 

spot_img

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,640ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
17,800ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής
- Advertisement -spot_img

Τελευταία Άρθρα