Russia Today για Αιγαίο: Υπάρχει μια φλεγόμενη θάλασσα στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ

RT.com
21 Μαΐου 2026, 01:38 GMT+11

Καθώς η Αθήνα και η Άγκυρα συγκρούονται για τις θαλάσσιες διεκδικήσεις, παλιές διαφορές για νησιά και νέοι χάρτες απειλούν να μετατρέψουν το Αιγαίο σε εστία ανάφλεξης μέσα στη Συμμαχία.

Στα μέσα Μαΐου 2026, η διαμάχη ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία πέρασε ξανά από τη διπλωματία στον πιο επικίνδυνο κόσμο των χαρτών, των νόμων και των στρατιωτικών προειδοποιήσεων.

Τούρκοι αξιωματούχοι επιβεβαίωσαν ότι συνεχίζεται η επεξεργασία νέου νόμου για τις περιοχές θαλάσσιας δικαιοδοσίας, ενώ Έλληνες αξιωματούχοι αντιμετώπισαν αμέσως την πρωτοβουλία ως προσπάθεια της Άγκυρας να προσδώσει νομική μορφή στο δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Το μήνυμα της Αθήνας ήταν ότι μια μονομερής τουρκική κίνηση που αφορά θαλάσσιες ζώνες στο Αιγαίο θα απορριφθεί ως νομικά άνευ αντικειμένου και πολιτικά προκλητική. Η Τουρκία, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι δεν επιτίθεται σε κανέναν, αλλά προστατεύει τα θαλάσσια δικαιώματά της και οργανώνει την κρατική της πολιτική στις γύρω θάλασσες.

Το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας», Mavi Vatan στα τουρκικά, οικοδομείται πάνω σε μια απλή αλλά συναισθηματικά ισχυρή ιδέα: η Τουρκία δεν πρέπει να αντιλαμβάνεται την κυριαρχία της μόνο μέσα από τα χερσαία της σύνορα, διότι και οι θάλασσες που την περιβάλλουν αποτελούν μέρος της ασφάλειας, της οικονομίας και του περιφερειακού της μέλλοντος. Το Αιγαίο, η Μαύρη Θάλασσα και η Ανατολική Μεσόγειος είναι γεμάτες εμπόριο, ναυτική κίνηση, υποθαλάσσιες υποδομές και γεωπολιτικό ανταγωνισμό. Αν η Άγκυρα δεν υπερασπιστεί εκεί τα συμφέροντά της, υποστηρικτές του δόγματος λένε ότι άλλοι δρώντες θα σχεδιάσουν τους χάρτες αντί γι’ αυτήν.

Η συζήτηση περνά στη νομοθεσία

Η έννοια της «Γαλάζιας Πατρίδας» προέκυψε μέσα από τουρκικούς ναυτικούς και στρατηγικούς κύκλους, ενώ ως πνευματικοί της αρχιτέκτονες αναφέρονται συνήθως ο απόστρατος ναύαρχος Τζεμ Γκιουρντενίζ και ο απόστρατος υποναύαρχος Τζιχάτ Γιαϊτζί. Ο Γκιουρντενίζ συνδέεται ευρέως με τη γέννηση και τη διάδοση του όρου Mavi Vatan στα μέσα της δεκαετίας του 2000, ενώ ο Γιαϊτζί συνέβαλε στη μετατροπή της ιδέας σε πιο συγκεκριμένο γεωπολιτικό και νομικό δόγμα.

Ο Γκιουρντενίζ έδωσε στην έννοια την ευρύτερη στρατηγική της γλώσσα, μετατρέποντας τη θάλασσα σε κεντρικό στοιχείο της τουρκικής γεωπολιτικής φαντασίας. Ο Γιαϊτζί, με τη σειρά του, εργάστηκε ώστε αυτή η φαντασία να αποκτήσει πιο τεχνική και χαρτογραφική μορφή. Συνέδεσε τις θαλάσσιες ζώνες, τις υφαλοκρηπίδες, τις διαφορές γύρω από τα νησιά και την Ανατολική Μεσόγειο σε μία ενιαία στρατηγική εικόνα. Κατά μία έννοια, η «Γαλάζια Πατρίδα» είναι απάντηση σε ένα βαθύ τουρκικό άγχος ότι η χώρα απομακρύνεται από τις θάλασσες που την περιβάλλουν.

Αυτή η προέλευση εξηγεί επίσης γιατί το δόγμα δεν μπορεί να περιοριστεί στην προσωπική εξωτερική πολιτική του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Η «Γαλάζια Πατρίδα» προήλθε από μια παράδοση που έβλεπε το μέλλον της Τουρκίας ως εξαρτημένο από τη μετατροπή της σε σοβαρή ναυτική δύναμη. Αργότερα απορροφήθηκε από την πολιτική και έγινε μέρος ενός ευρύτερου εθνικού αφηγήματος. Αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους επιβίωσε μέσα από διαφορετικές τακτικές φάσεις της τουρκικής πολιτικής. Δεν απευθύνεται μόνο σε ισλαμιστές, εθνικιστές ή αξιωματικούς του ναυτικού, αλλά σε ένα ευρύτερο αίσθημα μέσα στην Τουρκία ότι η χώρα έχει περιοριστεί από μια περιφερειακή τάξη πραγμάτων σχεδιασμένη από άλλους.

Για την Ελλάδα, ωστόσο, το δόγμα αυτό ακούγεται πολύ λιγότερο αμυντικό. Η Αθήνα βλέπει τη «Γαλάζια Πατρίδα» ως προσπάθεια αμφισβήτησης της νομικής τάξης του Αιγαίου, περιορισμού των θαλάσσιων δικαιωμάτων των ελληνικών νησιών και επανανοίγματος ζητημάτων που η Ελλάδα θεωρεί ότι έχουν διευθετηθεί από διεθνείς συνθήκες. Ο φόβος δεν είναι μόνο ότι η Άγκυρα θέλει περισσότερη επιρροή στη θάλασσα, αλλά ότι η Τουρκία σταδιακά κανονικοποιεί την ιδέα πως ορισμένα τμήματα του Αιγαίου είναι νομικά ασαφή και, επομένως, ανοιχτά σε πιέσεις.

Εδώ ακριβώς γίνεται τόσο ευαίσθητη η αντιπαράθεση για τις 152 μικρές νήσους, νησίδες και βραχονησίδες. Στον τουρκικό εθνικιστικό και στρατηγικό λόγο, οι σχηματισμοί αυτοί συχνά περιγράφονται ως εδάφη των οποίων το καθεστώς δεν καθορίστηκε με σαφήνεια από διεθνείς συμφωνίες. Η Ελλάδα απορρίπτει αυτό το επιχείρημα και επιμένει ότι η κυριαρχία των νησιών της δεν τίθεται υπό συζήτηση.

Η μνήμη της κρίσης των Ιμίων / Καρντάκ του 1996 εξακολουθεί να βαραίνει και τις δύο χώρες. Εκείνη η αντιπαράθεση ξεκίνησε γύρω από μικρές ακατοίκητες νησίδες, αλλά παραλίγο να οδηγήσει την Ελλάδα και την Τουρκία σε ανοιχτή σύγκρουση. Στο Αιγαίο, η κλιμάκωση μπορεί να αρχίσει από ένα περιπολικό σκάφος, ένα ελικόπτερο, ένα αλιευτικό, μια τηλεοπτική μετάδοση ή μια εθνικιστική ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όταν η γεωγραφία είναι στενή και τα πολιτικά νεύρα εκτεθειμένα, η κλιμάκωση μπορεί να κινηθεί ταχύτερα από τη διπλωματία.

Η σημερινή κατάσταση είναι ιδιαίτερα εύθραυστη, διότι η διαφορά μετακινείται από τη ρητορική στη νομοθεσία. Μια ομιλία μπορεί να διορθωθεί και μια στρατιωτική άσκηση μπορεί να τελειώσει, αλλά ένας νόμος έχει διαφορετικό πολιτικό βάρος. Αν η Άγκυρα κωδικοποιήσει τη «Γαλάζια Πατρίδα», αυτό δεν θα αλλάξει αυτομάτως το διεθνές δίκαιο, μπορεί όμως να αλλάξει την τουρκική πολιτική. Θα καθιστούσε δυσκολότερους τους μελλοντικούς συμβιβασμούς και θα επέτρεπε στις εθνικιστικές δυνάμεις να κατηγορούν οποιαδήποτε κυβέρνηση ότι εγκαταλείπει δικαιώματα που έχουν ήδη γραφτεί στον νόμο.

Όταν κανείς δεν κοιτάζει

Η δυνατότητα του ζητήματος να εξελιχθεί σε σημείο ανάφλεξης ενισχύεται από τη χρονική συγκυρία. Το Αιγαίο δεν βρίσκεται πλέον μέσα σε ένα σταθερό διεθνές περιβάλλον, όπου οι μεγάλες δυνάμεις μπορούν να παγώνουν τοπικές συγκρούσεις και να επαναφέρουν τους συμμάχους σε προβλέψιμα κανάλια. Η παγκόσμια τάξη περνά μια σκληρή μεταμόρφωση, όπου ο πόλεμος γύρω από το Ιράν έχει μετατρέψει την ευρύτερη Μέση Ανατολή σε ζώνη διαρκούς στρατιωτικής και οικονομικής νευρικότητας. Η σύγκρουση αυτή και η επακόλουθη κρίση στη ναυσιπλοΐα έδειξαν ότι ο θαλάσσιος χώρος έχει γίνει ξανά μία από τις βασικές αρτηρίες του πολέμου.

Αυτή η ευρύτερη κρίση αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα και η Αθήνα βλέπουν την ίδια θάλασσα. Όταν η περιοχή είναι ήρεμη, η Ελλάδα και η Τουρκία μπορούν να κρατούν τις διαφορές τους μέσα στον διπλωματικό χώρο και στα κανάλια του ΝΑΤΟ. Όταν όμως τα Στενά του Ορμούζ δείχνουν πόσο γρήγορα οι θαλάσσιες οδοί μπορούν να μετατραπούν σε πεδία μάχης, κάθε παράκτιο κράτος αρχίζει να σκέφτεται με όρους στρατηγικού βάθους. Η Τουρκία βλέπει αυτό το χάος ως ακόμη ένα επιχείρημα υπέρ της «Γαλάζιας Πατρίδας». Η Ελλάδα το βλέπει ως έναν ακόμη λόγο να μην επιτρέψει την εμφάνιση «γκρίζων ζωνών» στο Αιγαίο.

Υπάρχει επίσης ο παράγοντας Τραμπ. Ως το σημαντικότερο μέλος του ΝΑΤΟ, θα περίμενε κανείς από την Ουάσιγκτον να λειτουργήσει ως διαχειριστής της σύγκρουσης μεταξύ συμμάχων. Αυτή τη στιγμή όμως είναι πλήρως απασχολημένη με τον πόλεμο στο Ιράν και τις εσωτερικές πιέσεις που τον συνοδεύουν. Μια πιθανή κλιμάκωση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία είναι απίθανο να έχει αξιόπιστη αμερικανική διαμεσολάβηση.

Για την Άγκυρα, αυτό μπορεί να μοιάζει με παράθυρο ευκαιρίας για να επισημοποιήσει τη «Γαλάζια Πατρίδα» και να προωθήσει με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση τις θαλάσσιες διεκδικήσεις της. Για την Αθήνα, είναι μια απειλητική στιγμή, κατά την οποία η πολιτική ομπρέλα ασφαλείας του ΝΑΤΟ φαίνεται να κλονίζεται.

Ένας πόλεμος στο Αιγαίο δεν είναι αναγκαστικά προ των πυλών, αλλά ο μηχανισμός που θα μπορούσε να τον πυροδοτήσει έχει γίνει ευκολότερο να ενεργοποιηθεί. Ένα νομοσχέδιο στην Άγκυρα, μια ελληνική στρατιωτική δήλωση, μια περιπολία κοντά σε αμφισβητούμενη βραχονησίδα, μια εκστρατεία στα μέσα ενημέρωσης περί «κατεχόμενων νησιών» ή ένα ναυτικό επεισόδιο που άλλοτε ίσως θα μπορούσε να περιοριστεί — οποιοδήποτε από αυτά, αν εκδηλωθεί σε έναν κόσμο όπου όλοι είναι ήδη οπλισμένοι και σε κατάσταση νευρικότητας, μπορεί εύκολα να κάνει μια τοπική διαφορά να πάψει να είναι τοπική.

Ο γόρδιος δεσμός του Αιγαίου

Η Τουρκία πιστεύει ότι έχει λόγους να είναι ανυποχώρητη. Από την οπτική της Άγκυρας, η Ελλάδα χρησιμοποιεί τα νησιά της, πολλά από τα οποία βρίσκονται πολύ κοντά στις τουρκικές ακτές, για να διεκδικεί θαλάσσιες ζώνες που θα άφηναν στην Τουρκία περιορισμένο χώρο στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Τούρκοι αξιωματούχοι και αναλυτές συχνά υποστηρίζουν ότι μια μεγάλη ηπειρωτική ακτογραμμή δεν μπορεί να «παγιδεύεται» από μικρά νησιά που βρίσκονται ακριβώς απέναντί της. Παρουσιάζουν τη «Γαλάζια Πατρίδα» όχι ως επέκταση, αλλά ως αντίσταση σε αυτό που θεωρούν άδικη περιφερειακή τάξη.

Η Ελλάδα βλέπει το ίδιο επιχείρημα ως αναθεωρητισμό. Για την Αθήνα, τα νησιά είναι κατοικημένες κοινότητες, στρατιωτικές θέσεις, ιστορικοί χώροι και κυρίαρχο έδαφος. Αν η Ελλάδα αποδεχθεί ότι το καθεστώς τους ή η θαλάσσια επήρειά τους μπορεί να τεθεί υπό διαπραγμάτευση υπό πίεση, πολλοί Έλληνες φοβούνται ότι ολόκληρη η τάξη πραγμάτων στο Αιγαίο θα μπορούσε να αρχίσει να ξηλώνεται.

Κάθε πλευρά έχει χτίσει τη δική της αφήγηση γύρω από αυτή τη διαφορά — και καθεμία βλέπει τον εαυτό της σε αμυντική θέση και την άλλη πλευρά ως απειλή. Τούρκοι αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα θέλει να εγκλωβίσει τη χώρα τους κατά μήκος των ακτών της Ανατολίας, ενώ Έλληνες αξιωματούχοι προειδοποιούν ότι η Τουρκία θέλει να αναθεωρήσει σύνορα και συνθήκες μέσω πίεσης.

Η κλιμάκωση ως η μόνη επιλογή;

Το περιβάλλον των μέσων ενημέρωσης ρίχνει ακόμη περισσότερο λάδι στη φωτιά. Ενώ τα φιλοκυβερνητικά μέσα στην Τουρκία συνήθως τηρούν κάποια αυτοσυγκράτηση, τα εθνικιστικά κανάλια και οι λογαριασμοί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συχνά δεν κάνουν το ίδιο. Μιλούν για «κλεμμένα νησιά», «κατοχή» και «ταπείνωση». Ελληνικά μέσα ενημέρωσης και πολιτικές φωνές συχνά απαντούν με την ίδια συναισθηματική ένταση, προειδοποιώντας ότι η Άγκυρα προετοιμάζει άμεση αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας.

Το ΝΑΤΟ δεν μπορεί εύκολα να λύσει αυτό το πρόβλημα, παρότι τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία είναι μέλη της Συμμαχίας. Η συμμετοχή στο ΝΑΤΟ μειώνει την πιθανότητα ενός πολέμου πλήρους κλίμακας, αλλά δεν εξαφανίζει τη διαφορά. Το ΝΑΤΟ μπορεί να καλέσει σε αυτοσυγκράτηση, να παρέχει στρατιωτικούς διαύλους επικοινωνίας και να βοηθήσει στην αποφυγή ατυχημάτων, αλλά δεν μπορεί να αποφανθεί για την κυριαρχία νησιών. Η Συμμαχία θέλει ενότητα, αλλά δεν μπορεί να κάνει πολλά απέναντι σε μια παλαιά αντιπαλότητα ανάμεσα σε δύο μέλη της.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει επιρροή, αλλά όχι τέτοια που θα μπορούσε να οδηγήσει σε διευθέτηση — επειδή η Ελλάδα και η Κύπρος είναι μέλη της, ενώ η Τουρκία δεν είναι. Στην πραγματικότητα, η Τουρκία είναι επί μακρόν υποψήφια προς ένταξη χώρα και συχνά αισθάνεται πικρία επειδή άλλα κράτη προσπέρασαν τη «σειρά» της ένταξης· δεκαπέντε χώρες έχουν ενταχθεί από τότε που η Άγκυρα υπέβαλε αίτηση να γίνει μέλος της Ένωσης.

Έτσι, για την Τουρκία, οι Βρυξέλλες αποτελούν μέρος του διπλωματικού περιβάλλοντος, αλλά βρίσκονται στην πλευρά των Ελλήνων και των Κυπρίων και δεν λειτουργούν ως ουδέτερος κριτής. Η Αθήνα και η Λευκωσία αναμένουν ευρωπαϊκή αλληλεγγύη. Η Άγκυρα, όμως, συχνά βλέπει τις δηλώσεις της ΕΕ ως ελληνικές και κυπριακές θέσεις διατυπωμένες σε ευρωπαϊκή γλώσσα.

Και καθώς το περιθώριο της διπλωματίας στενεύει, η Ελλάδα και η Τουρκία συνεχίζουν να μιλούν για διαφορετικά πράγματα, με αποτέλεσμα να μη φτάνουν πουθενά. Η Αθήνα θέλει η συζήτηση να επικεντρώνεται κυρίως στην οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών, ενώ η Άγκυρα επιμένει σε μια ευρύτερη ατζέντα που περιλαμβάνει τον εναέριο χώρο, τα χωρικά ύδατα, την αποστρατιωτικοποίηση και το καθεστώς ορισμένων σχηματισμών στο Αιγαίο. Δεν διαφωνούν απλώς ως προς την απάντηση· δεν μπορούν καν να φτάσουν στο σημείο να την επεξεργαστούν, διότι διαφωνούν εξαρχής για το ποιο είναι το ίδιο το ερώτημα. Με αυτή την προϋπόθεση, κάθε διαπραγμάτευση κινδυνεύει να μετατραπεί σε ακόμη μία παράσταση διαφωνίας.

Αργά ή γρήγορα, η Αθήνα και η Άγκυρα θα πρέπει να αντιμετωπίσουν σοβαρά το θαλάσσιο ζήτημα, απλώς και μόνο λόγω της αμετάβλητης γεωγραφίας. Το Αιγαίο δεν μπορεί να παραμένει για πάντα υπό καθεστώς κρίσης. Οι δύο πλευρές θα πρέπει να επιλέξουν ανάμεσα σε μια δύσκολη διπλωματική διαδικασία και σε ένα μέλλον όπου κάθε μικρό επεισόδιο θα κινδυνεύει να γίνει η σπίθα μιας σύγκρουσης.

Προς το παρόν, η περιοχή ζει σε συνθήκες ελεγχόμενης κλιμάκωσης. Καμία από τις δύο πλευρές δεν φαίνεται να επιθυμεί πόλεμο, όμως και οι δύο κάνουν κινήσεις που μειώνουν την ευελιξία και αυξάνουν την καχυποψία. Αυτή είναι η πιο επικίνδυνη μορφή ηρεμίας: εκεί όπου οι κυβερνήσεις μπορούν να λένε ότι όλα βρίσκονται υπό έλεγχο, ενώ ο πολιτικός χώρος για αποκλιμάκωση συρρικνώνεται μέρα με τη μέρα, ώσπου η σύγκρουση να εμφανίζεται ως η μόνη δυνατή εξέλιξη.

Το ναυτικό δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» έχει γίνει δήλωση για τη θέση της Τουρκίας στην περιοχή και για την άρνησή της να αποδεχθεί αυτό που θεωρεί θαλάσσιο περιορισμό. Η ελληνική αντίσταση σε αυτό αποτελεί, με τη σειρά της, υπεράσπιση ενός εθνικού χάρτη, μιας ιστορικής μνήμης και μιας κρατικής ταυτότητας οικοδομημένης γύρω από τα νησιά του Αιγαίου. Στον πυρήνα της, αυτή η διαφορά αφορά την εθνική αξιοπρέπεια — και αυτό ακριβώς την καθιστά τόσο επικίνδυνη.

bignewsnetwork.com

Η Τουρκία πρέπει να διευθετήσει τη διαφορά της «Γαλάζιας Πατρίδας» με την Ελλάδα και να σημειώσει πρόοδο με την ΕΕ

Murat Yetkin Journalist-Writer

Το ζήτημα της «Γαλάζιας Πατρίδας» βρίσκεται πλέον στην κορυφή της ατζέντας της Ελλάδας. Στην πραγματικότητα, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έχει επίσης επίγνωση της κατάστασης, όμως η εσωτερική πολιτική στην Ελλάδα εξακολουθεί να είναι δομημένη γύρω από το αφήγημα της «απειλής από την Τουρκία». Η φωτογραφία τραβήχτηκε κατά τη συνάντηση της Άγκυρας στις 11 Φεβρουαρίου 2026.

Τις τελευταίες ημέρες παρατηρείται έντονη διπλωματική κινητικότητα στην τουρκική εξωτερική πολιτική, τόσο στο δυτικό μέτωπο —δηλαδή στο ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση— όσο και στο ανατολικό μέτωπο, το οποίο διαμορφώνεται από τις εξελίξεις γύρω από το Ιράν και το Ισραήλ. Σε αυτό το πλαίσιο, η τηλεφωνική επικοινωνία του προέδρου Ταγίπ Ερντογάν με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν ήρθε αμέσως μετά τις συναντήσεις του υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν στο Ηνωμένο Βασίλειο τον περασμένο μήνα και στη Γερμανία νωρίτερα αυτή την εβδομάδα.

Ο χρόνος αυτών των επαφών δίνει επίσης ένα σημαντικό πλαίσιο, καθώς πραγματοποιήθηκαν ενόψει της σημερινής συνόδου των υπουργών Εξωτερικών του ΝΑΤΟ στη Σουηδία, όπου θα συζητηθεί η ατζέντα της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ που θα πραγματοποιηθεί στην Άγκυρα στις 7–8 Ιουλίου. Οι συνομιλίες αυτές συνδέονται αναμφίβολα με ευρύτερα ζητήματα παγκόσμιας ασφάλειας, τα οποία συζητούνται σήμερα σε παγκόσμιο επίπεδο μεταξύ των ηγετών των Ηνωμένων Πολιτειών, της Κίνας και της Ρωσίας. Μέσα σε αυτή τη «μεγάλη εικόνα», έχει αναδυθεί και μια νέα συζήτηση ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία γύρω από το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας».

Αναζωπυρώθηκε η συζήτηση για τη «Γαλάζια Πατρίδα»

Η διαφορά με την Ελλάδα γύρω από την έννοια της «Γαλάζιας Πατρίδας» αναζωπυρώθηκε στις 12 Μαΐου, όταν ο Μουσταφά Μπασκαρά, επικεφαλής του Κέντρου Έρευνας Ναυτικού Δικαίου του Πανεπιστημίου της Άγκυρας, παρουσίασε δημοσίως σε συνέντευξη Τύπου πρόταση για «Νόμο περί Θαλάσσιων Περιοχών Δικαιοδοσίας».

Η συμμετοχή του Τσαγρί Ερχάν, αντιπροέδρου του Συμβουλίου Ασφάλειας και Εξωτερικής Πολιτικής της Προεδρίας και ήδη γνωστού για την εμπλοκή του σε εργασίες πάνω στο ζήτημα αυτό την τελευταία δεκαετία, ερμηνεύθηκε ως ένδειξη πολιτικής στήριξης. Αν και το πλήρες κείμενο του σχεδίου νόμου —το οποίο φέρεται να έχει εκπονηθεί με τη συμβολή ειδικών από το υπουργείο Εξωτερικών και το υπουργείο Εθνικής Άμυνας— δεν έχει ακόμη δημοσιοποιηθεί, οι χάρτες και τα επιχειρήματα σχετικά με την κυριότητα διαφόρων νησιών έχουν ήδη προκαλέσει έντονη συζήτηση τόσο στην τουρκική όσο και στην ελληνική πολιτική και στα μέσα ενημέρωσης.

Στην Τουρκία, η συζήτηση έχει παραμείνει σε μεγάλο βαθμό περιορισμένη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με τη βοήθεια της αρχικής στήριξης από το CHP. Το σχέδιο νόμου αναμένεται να κατατεθεί στη Μεγάλη Εθνοσυνέλευση της Τουρκίας μετά την εννεαήμερη αργία του Κουρμπάν Μπαϊράμ.

Το ερώτημα «γιατί τώρα;» και το Ισραήλ

Όταν φτάσαμε στην Αθήνα στις 17 Μαΐου για τις συναντήσεις του Τουρκοελληνικού Φόρουμ, του οποίου είμαι μέλος, έγινε αμέσως σαφές ότι το ζήτημα της «Γαλάζιας Πατρίδας» κυριαρχούσε στην ατζέντα. Τόσο οι αξιωματούχοι του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών όσο και οι συμμετέχοντες στις συζητήσεις μας τις επόμενες δύο ημέρες έθεταν επανειλημμένα το ίδιο ερώτημα: «Γιατί τώρα;»

Ένα ακόμη επαναλαμβανόμενο ερώτημα ήταν: «Δεν είχαμε συμφωνήσει να σταματήσουμε να αιφνιδιάζουμε ο ένας τον άλλον;» Σύμφωνα με πληροφορίες, η Αθήνα ανέμενε από την Άγκυρα να διαβουλευθεί με την Ελλάδα πριν παρουσιάσει το σχέδιο νόμου για τις Θαλάσσιες Περιοχές Δικαιοδοσίας. Η απάντηση της Άγκυρας —«Εσείς μας συμβουλευθήκατε όταν στρατιωτικοποιούσατε τα νησιά του Αιγαίου κατά παράβαση της Συνθήκης της Λωζάννης;»— συνάντησε την ελληνική απάντηση: «Αυτό είναι διαφορετικό ζήτημα».

Η Αθήνα πιστεύει επίσης ότι οι λεπτομέρειες που εμφανίστηκαν στον Τύπο, ιδίως στο Bloomberg, διέρρευσαν από την τουρκική κυβέρνηση. Οι Έλληνες αξιωματούχοι φαίνεται να μην είναι διατεθειμένοι να αναγνωρίσουν την αυξανόμενη κινητικότητα πάνω στα πολιτικά ρήγματα της περιοχής. Μεταξύ αυτών των εξελίξεων είναι και η διευρυνόμενη συμμαχία της Ελλάδας με το Ισραήλ —με τη συμμετοχή και της ελληνοκυπριακής πλευράς— σε μια περίοδο κατά την οποία το Ισραήλ κατηγορείται ότι επιχειρεί να διαγράψει τους Παλαιστινίους από τον χάρτη.

Οι Τούρκοι αξιωματούχοι, από την πλευρά τους, προσπαθούν να εξηγήσουν στους ψηφοφόρους του AKP ότι «η κυβέρνηση δεν κάθεται με σταυρωμένα χέρια», επιμένοντας ταυτόχρονα ότι οι κινήσεις αυτές «δεν στρέφονται κατά της Τουρκίας».

Παρανοήσεις και πραγματικότητα

Ο ισραηλινός παράγοντας ασφαλώς δεν είναι το κύριο ζήτημα. Το πιο θεμελιώδες σημείο είναι ότι η Τουρκία εξακολουθεί να μη διαθέτει ένα ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο που να ορίζει τις θαλάσσιες περιοχές δικαιοδοσίας της, παρά τις πολυάριθμες εξελίξεις από το 1982.

Ο νομικός Γιουτζέλ Ατζέρ, ο οποίος διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην προετοιμασία της πρότασης νόμου και είναι και ο ίδιος μέλος του Τουρκοελληνικού Φόρουμ, συγκαταλέγεται σε εκείνους που γνωρίζουν το πλήρες κείμενο. Σύμφωνα με τον Ατζέρ:

Ούτε ο τίτλος ούτε το κείμενο του σχεδίου νόμου περιέχουν τη φράση «Γαλάζια Πατρίδα».

Το σχέδιο νόμου δεν περιέχει χάρτες.

Οι «γκρίζες ζώνες», δηλαδή οι περιοχές αμφισβητούμενης κυριαρχίας, δεν περιλαμβάνονται. Η πρόταση δεν αφορά διεκδικήσεις κυριαρχίας, αλλά λειτουργεί ως νόμος-πλαίσιο.

Αναφορές όπως «152 νησιά» ή παρόμοιοι αριθμητικοί ισχυρισμοί δεν εμφανίζονται στο σχέδιο. Δεν πρόκειται για κείμενο που ορίζει περιοχές κυριαρχίας.

Οι Αποκλειστικές Οικονομικές Ζώνες εμπίπτουν στο πεδίο του σχεδίου νόμου.

Στην πραγματικότητα, η πρόταση δεν εισάγει κάτι θεμελιωδώς νέο, αλλά επιδιώκει να κωδικοποιήσει και να επισημοποιήσει την υπάρχουσα κατάσταση.

Μια άλλη ανησυχία στην Αθήνα είναι ότι το σχέδιο νόμου θα παραχωρούσε στον Πρόεδρο πρόσθετες αρμοδιότητες σε ζητήματα που σχετίζονται με το δίκαιο της θάλασσας. Ωστόσο, με βάση το ισχύον Σύνταγμα, όλη η εκτελεστική εξουσία ανήκει ήδη στον Πρόεδρο.

Χρονική συγκυρία και ΝΑΤΟ

Η Αθήνα μπορεί να επιδιώξει είτε να μπλοκάρει πλήρως τον νόμο είτε τουλάχιστον να τον καθυστερήσει αρκετά, ώστε να πιέσει την Άγκυρα για αναθεωρήσεις μέσω της επιρροής των ΗΠΑ και της ΕΕ. Προς αυτή την κατεύθυνση, η Ελλάδα ίσως προτιμά το ζήτημα της «Γαλάζιας Πατρίδας» να παγώσει ουσιαστικά μέχρι τις ελληνικές εκλογές του επόμενου έτους.

Το διαπραγματευτικό χαρτί της Άγκυρας στο ζήτημα αυτό φαίνεται να είναι η επικείμενη Σύνοδος Κορυφής του ΝΑΤΟ. Με τη στήριξη του CHP ήδη εξασφαλισμένη, η κυβέρνηση μπορεί να επιδιώξει να περάσει τη νομοθεσία με ισχυρή κοινοβουλευτική υποστήριξη πριν από τη Σύνοδο, ακολουθώντας τη λογική της τουρκικής παροιμίας: «χτύπα το σίδερο όσο είναι ζεστό». Από την οπτική της Άγκυρας, αυτό φαίνεται να είναι μια ορθολογική επιλογή.

Σε ό,τι αφορά το ΝΑΤΟ, η πολιτική ενεργητικής ουδετερότητας της Τουρκίας —πρώτα στον πόλεμο Ρωσίας-Ουκρανίας και στη συνέχεια στην αντιπαράθεση ΗΠΑ/Ισραήλ-Ιράν— φαίνεται να έχει ενισχύσει τον ολοένα και πιο «ευρωπαϊκό» προσανατολισμό του ΝΑΤΟ, παρά τις προσπάθειες του άξονα Γαλλίας-Ελλάδας να τον περιορίσει. Αν ζητήματα όπως η Μέση Ανατολή, η Μαύρη Θάλασσα και η αμυντική βιομηχανία παραμείνουν ψηλά στην ατζέντα του ΝΑΤΟ, η θέση της Τουρκίας θα μπορούσε να ενισχυθεί ακόμη περισσότερο.

Το ΝΑΤΟ ως δρόμος προς την ΕΕ;

Αν ο Ερντογάν σκοπεύει να χρησιμοποιήσει τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ ως ευκαιρία για να υπερβεί αυτές τις διαφορές και να επιδιώξει στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση —και αν αυτό είναι κάτι περισσότερο από έναν τακτικό ελιγμό— τότε θα πρόκειται για ορθή στρατηγική. Ωστόσο, ο στόχος αυτός δεν μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω γεωπολιτικών πλεονεκτημάτων ή στρατιωτικοβιομηχανικής ισχύος. Είναι αναγκαία δύο βήματα εκδημοκρατισμού, τα οποία θα συνέβαλαν και στην εσωτερική ειρήνη της Τουρκίας:

Πρώτον, η εξεύρεση πολιτικής λύσης στο Κουρδικό ζήτημα υπό τη στέγη του Κοινοβουλίου, μέσω του αφοπλισμού του PKK, ώστε να διασφαλιστεί η επιτυχία της διαδικασίας για μια «Τουρκία χωρίς τρομοκρατία».

Δεύτερον, η εφαρμογή των αποφάσεων του Συνταγματικού Δικαστηρίου και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, παράλληλα με μια δικαστική μεταρρύθμιση που θα τερματίσει την αντίληψη ότι η Δικαιοσύνη χρησιμοποιείται εναντίον της αντιπολίτευσης.

Αν η συζήτηση για τη «Γαλάζια Πατρίδα» ενισχύσει τελικά την πολιτική διατήρησης «ήρεμων νερών» με την Ελλάδα, τότε, παρά τις σημερινές σκληρές ανταλλαγές, θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να ωφελήσει και τις δύο χώρες.

Ο Μητσοτάκης αντιλαμβάνεται, αλλά…

Στην πραγματικότητα, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης φαίνεται να έχει επίγνωση αυτής της πραγματικότητας. Η απόφασή του —μέσα στη διαμάχη για τη «Γαλάζια Πατρίδα»— να αποσύρει δύο συστοιχίες πυραύλων Patriot από τα νησιά που είχαν βρεθεί στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης μπορεί να ιδωθεί ως ένδειξη αυτής της επίγνωσης.

Ωστόσο, η εσωτερική πολιτική στην Ελλάδα εξακολουθεί να είναι σε μεγάλο βαθμό δομημένη πάνω στο αφήγημα της «απειλής από την Τουρκία», κάτι που συνεχίζει να αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για πραγματικά πιο ήρεμες σχέσεις.

Πρέπει να προστεθεί και ένα τελευταίο σημείο: απ’ όσο μπορώ να παρατηρήσω, η ελληνική κοινή γνώμη δεν στηρίζει την πολιτική συμμαχίας της κυβέρνησής της με το Ισραήλ. Οι συμπάθειες της κοινωνίας βρίσκονται με τον παλαιστινιακό λαό που δέχεται επίθεση. Οι επιθετικές πολιτικές της ισραηλινής κυβέρνησης κινδυνεύουν να δηλητηριάσουν όχι μόνο τις σχέσεις της Ελλάδας με την Τουρκία, αλλά ενδεχομένως και τις ευρύτερες περιφερειακές σχέσεις της μακροπρόθεσμα.

Murat Yetkin  Journalist-Writer

yetkinreport.com

spot_img

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,000ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα