του Δημήτρη Τσαϊλά, Υποναυάρχου ε.α.
Το ΝΑΤΟ στο χείλος του γκρεμού: Η κωδικοποίηση της Τουρκίας για «Γαλάζια Πατρίδα» και η στρατηγική σιωπή της Ελλάδας
Η επιταχυνόμενη προσπάθεια της Τουρκίας να θεσμοθετήσει το δόγμα της λεγόμενης «Γαλάζιας Πατρίδας», σηματοδοτεί ένα αποφασιστικό σημείο καμπής στη γεωπολιτική διαμάχη που εκτυλίσσεται στην Ανατολική Μεσόγειο. Αυτό που επιδιώκει τώρα η Άγκυρα δεν είναι πλέον απλώς ρητορικές προκλήσεις ή επεισοδιακές ναυτικές ακροβατικές κινήσεις. Είναι η συστηματική νομική, στρατιωτική, βιομηχανική και διπλωματική εδραίωση μιας αναθεωρητικής στρατηγικής που έχει σχεδιαστεί για να αναδιαμορφώσει την ισορροπία δυνάμεων από το Αιγαίο έως την Κύπρο και πέρα από αυτήν.
Οι πρόσφατες ανακοινώσεις στελεχών της Τουρκίας, αποκαλύπτουν με ασυνήθιστη σαφήνεια τη διττή στρατηγική που εφαρμόζει η Άγκυρα. Από τη μία πλευρά, η Τουρκία ενισχύει τις αναθεωρητικές της ναυτιλιακές φιλοδοξίες μέσω νομικής κωδικοποίησης και στρατιωτικής επέκτασης. Από την άλλη, κατασκευάζει μια ολοένα και πιο εξελιγμένη διπλωματική αφήγηση που αποσκοπεί στην ανατροπή της πραγματικότητας μπροστά στα μάτια της διεθνούς κοινότητας, παρουσιάζοντας τον εαυτό της όχι ως αποσταθεροποιητικό παράγοντα, αλλά ως μια υπεύθυνη περιφερειακή δύναμη που περιορίζεται άδικα από την Ελλάδα και τους συμμάχους της.
Ακριβώς τη στιγμή που η Ανατολική Μεσόγειος απαιτεί αποκλιμάκωση, στρατηγικό συντονισμό και διπλωματική αυτοσυγκράτηση, η Άγκυρα φαίνεται αποφασισμένη να επισημοποιήσει την αντιπαράθεση ως κρατικό δόγμα.
Η νομιμοποίηση του αναθεωρητισμού
Σύμφωνα με δηλώσεις του Υπουργείου Άμυνας της Τουρκίας, η Άγκυρα ολοκληρώνει ένα νέο νομοθετικό πλαίσιο που ορίζει τις ζώνες θαλάσσιας δικαιοδοσίας της τόσο στο Αιγαίο όσο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Πρόκειται ουσιαστικά για την εσωτερική νομική κωδικοποίηση του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» και της ευρύτερης έννοιας των «Θαλασσών Ειδικού Καθεστώτος». Στην πράξη, η Τουρκία επιδιώκει να μετατρέψει τις μονομερείς θαλάσσιες αξιώσεις σε εσωτερικό εθνικό δίκαιο.
Αυτή η εξέλιξη έχει βαθιά σημασία επειδή μετατοπίζει τον τουρκικό αναθεωρητισμό από το πεδίο της πολιτικής ρητορικής σε θεσμοθετημένο νομικό δόγμα. Μόλις ενσωματωθούν στην τουρκική νομοθεσία, αυτοί οι ισχυρισμοί καθίστανται σημαντικά πιο δύσκολο να αντιστραφούν πολιτικά και διπλωματικά. Οι μελλοντικές τουρκικές κυβερνήσεις θα αντιμετωπίσουν τεράστια εσωτερική πίεση κατά του συμβιβασμού, ενώ τα γειτονικά κράτη θα αντιμετωπίσουν μια Τουρκία της οποίας οι μαξιμαλιστικές ναυτικές θέσεις δεν είναι πλέον απλώς στρατηγικές επιδιώξεις, αλλά κωδικοποιημένη εθνική πολιτική.
Αυτό είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα σύγχρονης «νομικής». Δηλαδή, η χρήση νομικών μηχανισμών για την κατασκευή γεωπολιτικών γεγονότων επί τόπου χωρίς να πέσει ούτε ένας πυροβολισμός. Η Τουρκία επιχειρεί να δημιουργήσει μια de facto πραγματικότητα νομοθετώντας θαλάσσιες ζώνες που ουσιαστικά διχοτομούν το Αιγαίο και αμφισβητούν διεθνώς αναγνωρισμένες ερμηνείες του ναυτικού δικαίου στο πλαίσιο της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS).

Τα Υλικά Θεμέλια της Τουρκικής Ισχύος
Σε αντίθεση με προηγούμενες περιόδους έντασης, η στρατηγική στάση της Τουρκίας υποστηρίζεται πλέον από μια ταχέως αναπτυσσόμενη εγχώρια αμυντική βιομηχανία, ικανή να διατηρήσει μακροπρόθεσμη προβολή περιφερειακής ισχύος. Η πρόσφατη έκθεση άμυνας SAHA Expo στην Κωνσταντινούπολη φέρεται να απέφερε αμυντικές συμφωνίες αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσα σε λίγες μέρες, υπογραμμίζοντας τον τρόπο με τον οποίο η Άγκυρα χρηματοδοτεί και νομιμοποιεί ολοένα και περισσότερο τις γεωπολιτικές της φιλοδοξίες μέσω της εγχώριας στρατιωτικής παραγωγής.
Ο ναυτικός εκσυγχρονισμός της Τουρκίας, οι δυνατότητες πολέμου με μη επανδρωμένα σκάφη, η ανάπτυξη πυραύλων και οι αμυντικές εξαγωγές δεν αποτελούν μεμονωμένες βιομηχανικές επιτυχίες. Αποτελούν την υλική υποδομή ενός ευρύτερου γεωπολιτικού δόγματος που επιδιώκει να αναδείξει την Τουρκία στον κυρίαρχο ναυτικό και στρατιωτικό παράγοντα μεταξύ Ευρώπης και Μέσης Ανατολής.
Αυτό είναι που καθιστά την τρέχουσα στιγμή ιδιαίτερα σημαντική. Η τουρκική αυτοπεποίθηση δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από εξωτερικούς προμηθευτές ή επεισοδιακή εθνικιστική ρητορική. Είναι ολοένα και πιο αυτοσυντηρούμενη.
Αντιθέτως, η Ελλάδα αντιμετωπίζει διαρθρωτικούς οικονομικούς περιορισμούς που συνεχίζουν να περιορίζουν την ανάπτυξη ενός πλήρως αυτόνομου αμυντικού-βιομηχανικού οικοσυστήματος. Παρά τις σημαντικές προσπάθειες εκσυγχρονισμού και τις σημαντικές εξαγορές από εταίρους όπως η Γαλλία, το Ισραήλ και οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Αθήνα παραμένει περιορισμένη από τις μακροπρόθεσμες πιέσεις χρέους και ένα μοντέλο οικονομικής εξάρτησης που περιπλέκει τις βιώσιμες στρατηγικές επενδύσεις.
Αυτή η ασυμμετρία διαμορφώνει το ευρύτερο στρατηγικό περιβάλλον. Η Τουρκία προσπαθεί να δημιουργήσει γεωπολιτική ορμή, ενώ η Ελλάδα αγωνίζεται να διατηρήσει την αποτροπή μέσω συμμαχιών και εξωτερικής εξισορρόπησης.
Η διπλωματική μάσκα της «υπεύθυνης δύναμης»
Ίσως η πιο εξελιγμένη πτυχή της στρατηγικής της Άγκυρας είναι η διπλωματική της παρουσίαση στο Ευρω-ατλαντικό κοινό. Η Τουρκία προωθεί όλο και περισσότερο τον εαυτό της ως τον απαραίτητο «υπεύθυνο ενήλικα» εντός της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, μια γέφυρα μεταξύ ανταγωνιστικών μπλοκ και έναν μοναδικά πολύτιμο γεωπολιτικό παράγοντα που δεν μπορεί να αποξενωθεί.
Αυτή η αφήγηση εξυπηρετεί δύο αλληλένδετους σκοπούς.
Πρώτον, επιδιώκει να εξασφαλίσει την ανοχή της Δύσης για τις τουρκικές παραβιάσεις των διεθνών κανόνων στο Αιγαίο και την Κύπρο, τονίζοντας τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας. Η Άγκυρα κατανοεί ότι η γεωγραφία της, το στρατιωτικό της βάρος, η μεταναστευτική της επιρροή και η περιφερειακή της επιρροή καθιστούν πολλές δυτικές κυβερνήσεις απρόθυμες να την αντιμετωπίσουν άμεσα.
Δεύτερον, επιχειρεί να απομονώσει διπλωματικά την Ελλάδα, παρουσιάζοντας τις ελληνικές αντιρρήσεις ως συναισθηματικές, μαξιμαλιστικές που διαταράσσουν τη συνοχή της Συμμαχίας. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι ελληνικές ανησυχίες για την κυριαρχία αναδιατυπώνονται όχι ως θεμιτά ζητήματα ασφάλειας, αλλά ως άβολες διμερείς διαφορές που εμποδίζουν την ενότητα του ΝΑΤΟ και τις αμυντικές ανησυχίες της ΕΕ.
Αυτή η διπλωματική αντιστροφή είναι μια από τις καθοριστικές γεωπολιτικές πραγματικότητες της τρέχουσας εποχής. Η Τουρκία ταυτόχρονα κλιμακώνει τις εντάσεις, ενώ παράλληλα παρουσιάζεται διεθνώς ως η σταθεροποιητική δύναμη.

Σύνοδος κορυφής του ΝΑΤΟ τον Ιούλιο και η Στρατηγική Δοκιμασία που μας περιμένει
Το χρονοδιάγραμμα της νομοθετικής πρωτοβουλίας της Τουρκίας φαίνεται προσεκτικά συγχρονισμένο με τις επερχόμενες διαβουλεύσεις του ΝΑΤΟ που αναμένονται αργότερα φέτος τον Ιούλιο. Σύμφωνα με πληροφορίες, η Άγκυρα επιδιώκει να φτάσει σε αυτές τις συζητήσεις έχοντας ήδη θεσπίσει το νομικό ναυτικό της πλαίσιο, αυξάνοντας έτσι την πίεση για τουρκικές ερμηνείες ώστε να επηρεάσουν τον επιχειρησιακό σχεδιασμό και τη χαρτογράφηση εντός των νέων δομών διοίκησης του ΝΑΤΟ σε πόλεις όπως τα Άδανα και η Κωνσταντινούπολη.
Αυτό εγείρει ένα κρίσιμο στρατηγικό ερώτημα για την Αθήνα: πόσο μακριά είναι διατεθειμένη να φτάσει η Ελλάδα στην υπεράσπιση των κόκκινων γραμμών της εντός των ίδιων των δομών του ΝΑΤΟ;
Η συζήτηση γύρω από την πιθανή άσκηση βέτο αντικατοπτρίζει ένα ευρύτερο δίλημμα που στοιχειώνει την ελληνική εξωτερική πολιτική εδώ και δεκαετίες. Θα πρέπει η Ελλάδα να συνεχίσει να δίνει προτεραιότητα στη συνοχή της συμμαχίας ακόμη και όταν αμφισβητούνται βασικά κυρίαρχα ζητήματα ή θα πρέπει να αξιοποιήσει πιο επιθετικά τα θεσμικά της δικαιώματα για να επιβάλει κόστος σε αναθεωρητική συμπεριφορά;
Η Άγκυρα επιχειρεί συνειδητά να φτάσει στη Σύνοδο Κορυφής του NATO τον Ιούλιο έχοντας ήδη μετατρέψει τη «Γαλάζια Πατρίδα» από πολιτικό σύνθημα σε θεσμοθετημένο κρατικό δόγμα.
Στόχος της είναι να επιβάλει, έστω έμμεσα, τις τουρκικές ερμηνείες περί θαλάσσιων ζωνών στους επιχειρησιακούς χάρτες, στις δομές διοίκησης και στον στρατηγικό σχεδιασμό της Συμμαχίας, ιδιαίτερα στις νέες νατοϊκές δομές στα Άδανα και την Κωνσταντινούπολη.
Αυτό συνιστά ιστορική στρατηγική δοκιμασία για την Αθήνα. Το πραγματικό ερώτημα πλέον δεν είναι αν η Τουρκία θα συνεχίσει την αναθεωρητική της πορεία. Αυτό θεωρείται δεδομένο. Το ερώτημα είναι αν η Ελλάδα διαθέτει ακόμη την πολιτική βούληση να υπερασπιστεί έμπρακτα τις κόκκινες γραμμές της εντός της ίδιας της Συμμαχίας ή αν θα αποδεχθεί σιωπηρά τη σταδιακή νομιμοποίηση των τουρκικών τετελεσμένων.
Η συζήτηση περί βέτο δεν αποτελεί «ακραία επιλογή», όπως ορισμένοι επιχειρούν να παρουσιάσουν. Αντιθέτως, αποτελεί το τελευταίο θεσμικό εργαλείο εθνικής άμυνας που διαθέτει μια χώρα όταν διαπιστώνει ότι οι ίδιες οι δομές της Συμμαχίας κινδυνεύουν να χρησιμοποιηθούν για τη νομιμοποίηση αναθεωρητικών διεκδικήσεων εις βάρος της.
Εάν η Ελλάδα αποδεχθεί νέες νατοϊκές δομές χωρίς προηγούμενη ρητή, έγγραφη και θεσμικά κατοχυρωμένη δέσμευση ότι: το NATO σέβεται πλήρως το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, δεν υιοθετεί τουρκικές μονομερείς ερμηνείες περί θαλάσσιων ζωνών, αναγνωρίζει τα πλήρη κυριαρχικά δικαιώματα των ελληνικών νησιών, και δεν ενσωματώνει επιχειρησιακούς χάρτες που υπονομεύουν ελληνική κυριαρχία, τότε η Αθήνα ουσιαστικά θα έχει αποδεχθεί τη σταδιακή γεωπολιτική συρρίκνωση του ελληνικού θαλάσσιου χώρου μέσα από τους ίδιους τους μηχανισμούς της Συμμαχίας.
Το επιχείρημα ότι «δεν πρέπει να διαταραχθεί η συνοχή της Συμμαχίας» αποκτά πλέον επικίνδυνα χαρακτηριστικά πολιτικού κατευνασμού. Διότι καμία συμμαχία δεν μπορεί να απαιτεί από ένα κράτος-μέλος να αποδέχεται αμφισβήτηση της κυριαρχίας του στο όνομα της συνοχής. Η συνοχή χωρίς σεβασμό στο διεθνές δίκαιο μετατρέπεται σε εργαλείο πίεσης εις βάρος των αδύναμων μελών.
Η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη φορά μετά τη Μεταπολίτευση, ενώπιον μιας ιστορικής επιλογής: Ή θα αξιοποιήσει πλήρως το θεσμικό και γεωπολιτικό βάρος της χώρας, ξεκαθαρίζοντας ότι καμία νέα δομή, κανένας επιχειρησιακός σχεδιασμός και καμία στρατηγική αναβάθμιση της Τουρκίας δεν μπορεί να προχωρήσει όσο η Άγκυρα νομοθετεί μονομερώς εις βάρος ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, ή θα επιλέξει τον δρόμο της σιωπηρής προσαρμογής, επιτρέποντας στη «Γαλάζια Πατρίδα» να μετατραπεί σταδιακά από αναθεωρητικό αφήγημα σε επιχειρησιακή πραγματικότητα. Για πολλούς στην Ελλάδα, η μεγαλύτερη ανησυχία δεν είναι πλέον μόνο η τουρκική επιθετικότητα.
Είναι η πιθανότητα η Αθήνα να εισέλθει στη Σύνοδο του Ιουλίου χωρίς ξεκάθαρη στρατηγική, χωρίς δημόσιες κόκκινες γραμμές και χωρίς διάθεση σύγκρουσης με τη λογική του κατευνασμού. Διότι η γεωπολιτική διάβρωση δεν συμβαίνει πάντα με πόλεμο. Συχνά συντελείται αργά, μέσα από: τη νομική ομαλοποίηση τετελεσμένων, τη διπλωματική κόπωση, την εσωτερική πολιτική σιωπή, και την αποδοχή «προσωρινών» υποχωρήσεων που τελικά μετατρέπονται σε μόνιμες στρατηγικές απώλειες. Η Σύνοδος του Ιουλίου δεν θα είναι απλώς άλλη μία νατοϊκή συνάντηση. Μπορεί να αποδειχθεί η στιγμή κατά την οποία η Ελλάδα είτε θα υπενθυμίσει ότι παραμένει κυρίαρχο κράτος με αδιαπραγμάτευτα δικαιώματα είτε θα επιτρέψει να καταγραφεί ιστορικά ως η περίοδος όπου η στρατηγική σιωπή μετατράπηκε σε εθνική υποχώρηση.
Για πολλούς επικριτές εντός της Ελλάδας, η σιωπή του πολιτικού κατεστημένου έχει γίνει ολοένα και πιο ανησυχητική. Κυβερνητικοί αξιωματούχοι και μεγάλα κόμματα της αντιπολίτευσης φαίνονται απρόθυμοι να διατυπώσουν δημόσια μια συνεκτική μακροπρόθεσμη στρατηγική ανάλογη με την κλίμακα της πρόκλησης. Αυτή η αντιληπτή «στρατηγική σιωπή» τροφοδοτεί την αυξανόμενη ανησυχία ότι η γεωπολιτική διάβρωση μπορεί να συμβεί σταδιακά, μέσω νομικής ομαλοποίησης, διπλωματικής κόπωσης και μεταβαλλόμενων επιχειρησιακών πραγματικοτήτων, χωρίς ποτέ να λάβει χώρα επίσημη στρατιωτική αντιπαράθεση.
Το δίλημμα ασφάλειας στο Αιγαίο
Η στρατιωτική διάσταση της κρίσης δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η Ελλάδα έχει επιταχύνει τα προγράμματα εκσυγχρονισμού που περιλαμβάνουν προηγμένα αεροσκάφη, ναυτικά συστήματα, πλατφόρμες αεράμυνας και ενισχυμένες αναπτύξεις στην περιοχή του ανατολικού Αιγαίου και του Έβρου. Από την οπτική γωνία της Αθήνας, αυτά είναι αμυντικά μέτρα απαραίτητα για τη διατήρηση της αποτροπής έναντι ενός πιο στρατιωτικά ισχυρού γείτονα.
Από την οπτική γωνία της Άγκυρας, ωστόσο, αυτές οι κινήσεις ενισχύουν μια αφήγηση περί περικύκλωσης και συρρίκνωσης του στρατηγικού χώρου.
Αυτή η αμοιβαία τιτλοποίηση παράγει μια κλασική σπείρα κλιμάκωσης. Κάθε ελληνική αμυντική ενίσχυση βαθαίνει τις τουρκικές ανησυχίες. Κάθε τουρκική ναυτική ανάπτυξη εντείνει τους ελληνικούς φόβους για αναθεωρητισμό. Το αποτέλεσμα είναι ένα ολοένα και πιο στρατιωτικοποιημένο επιχειρησιακό περιβάλλον όπου η τυχαία κλιμάκωση γίνεται πιο πιθανή.
Ο κίνδυνος σήμερα είναι αναμφισβήτητα μεγαλύτερος από ό,τι κατά τη διάρκεια προηγούμενων κρίσεων, επειδή οι ισχυρές παρατάξεις εντός του αμυντικού κατεστημένου της Τουρκίας υποστηρίζουν ολοένα και περισσότερο ότι η διπλωματία από μόνη της δεν θα διασφαλίσει τους στόχους της Τουρκίας. Από το 2016, φωνές που υποστηρίζουν μεγαλύτερο επιχειρησιακό κίνδυνο και πιο δυναμική ναυτική επιβολή έχουν αποκτήσει επιρροή, ιδίως εντός των ναυτικών κύκλων που συνδέονται με το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας.
Αυτός ο ιδεολογικός μετασχηματισμός έχει μεγαλύτερη σημασία από οποιαδήποτε μεμονωμένη ανάπτυξη ή ομιλία, επειδή μεταβάλλει τη στρατηγική κουλτούρα που καθοδηγεί τη λήψη αποφάσεων στην Τουρκία.

Η Κύπρος και το Επεκτεινόμενο Τόξο της Αστάθειας
Η Κύπρος παραμένει ένα από τα πιο ασταθή σημεία ανάφλεξης της περιοχής. Η Τουρκία συνεχίζει να διατηρεί στρατεύματα στην κατεχόμενη Κύπρο μετά τα γεγονότα του 1974 και παραμένει το μόνο κράτος που αναγνωρίζει την αυτοανακηρυγμένη Τουρκική Δημοκρατία της Βόρειας Κύπρου. Η Άγκυρα συνδέει ολοένα και περισσότερο τις θαλάσσιες διαφορές με τις κυπριακές δραστηριότητες εξερεύνησης ενέργειας, απειλώντας κράτη και εταιρείες που συνεργάζονται με τη διεθνώς αναγνωρισμένη Κυπριακή Δημοκρατία.
Οι ευρύτερες συνέπειες εκτείνονται πολύ πέρα από τις διμερείς εντάσεις. Ενεργειακά έργα που μπορούν να ενισχύσουν την ευρωπαϊκή ενεργειακή ασφάλεια καθίστανται πιο δύσκολο να αναπτυχθούν εν μέσω επίμονης αστάθειας. Οι επενδύσεις μειώνονται. Η περιφερειακή εμπιστοσύνη επιδεινώνεται. Η συνοχή του ΝΑΤΟ αποδυναμώνεται ακριβώς τη στιγμή που η δυτική ενότητα βρίσκεται ήδη υπό πίεση από πολλαπλές εξωτερικές κρίσεις.
Κατά ειρωνικό τρόπο, οι ίδιες οι φιλοδοξίες της Τουρκίας να γίνει ένας κεντρικός εμπορικός και ενεργειακός διάδρομος, μέσω πρωτοβουλιών όπως ο «Μεσαίος Διάδρομος» και ο Δρόμος Ανάπτυξης του Ιράκ, θα μπορούσαν τελικά να υπονομευτούν από την αστάθεια που δημιουργείται από την αντιπαραθετική της στάση.
Μια περιοχή που πλησιάζει την στρατηγική εξάντληση
Το ιδεολογικό θεμέλιο που στηρίζει το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας είναι τελικά κάτι περισσότερο από τα θαλάσσια σύνορα. Αντανακλά μια βαθύτερη νεο-ιμπεριαλιστική και εθνικιστική κοσμοθεωρία που έχει ολοένα και μεγαλύτερη επιρροή σε τομείς του πολιτικού και στρατιωτικού κατεστημένου της Τουρκίας. Σε αυτήν την κοσμοθεωρία, η Τουρκία δεν υπερασπίζεται απλώς τις ακτές. Ανακτά το στρατηγικό της πεπρωμένο και προβάλλει επιρροή σε διασυνδεδεμένα θαλάσσια θέατρα από τη Μαύρη Θάλασσα έως την Ανατολική Μεσόγειο.
Αυτό θέτει την Άγκυρα σε μια διευρυνόμενη πορεία σύγκρουσης όχι μόνο με την Ελλάδα και την Κύπρο, αλλά ενδεχομένως με πολλαπλούς περιφερειακούς παράγοντες.
Οι υποστηρικτές της Τουρκίας υποστηρίζουν ότι η Άγκυρα αντιδρά στον αποκλεισμό από τις περιφερειακές ενεργειακές ρυθμίσεις και υπερασπίζεται τα νόμιμα εθνικά συμφέροντα. Υπάρχει αλήθεια στον ισχυρισμό ότι η Τουρκία συχνά ένιωθε στρατηγικά περιθωριοποιημένη. Αλλά ο εξαναγκασμός, ο μονομερής νομικός αναθεωρητισμός και τα στρατιωτικά σήματα δεν παράγουν βιώσιμη περιφερειακή ολοκλήρωση. Εντείνουν την έλλειψη εμπιστοσύνης και επιταχύνουν τις αντίθετες φωνές στη συμμαχία.
Η Ανατολική Μεσόγειος σήμερα απαιτεί μηχανισμούς αποσυμφόρησης, ενεργειακό συντονισμό και στρατηγική αυτοσυγκράτηση. Αντίθετα, οδεύει προς ένα μοντέλο μόνιμης διαχειριζόμενης αντιπαράθεσης.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος μπορεί να μην είναι ο άμεσος πόλεμος. Είναι η σταδιακή ομαλοποίηση του ίδιου του αναθεωρητισμού, η αργή αποδοχή των αλλοιωμένων πραγματικοτήτων μέσω της κόπωσης, της σιωπής και της διπλωματικής ασάφειας.
Η ιστορία καταδεικνύει ότι η κυριαρχία δεν χάνεται μόνο μέσω εισβολής. Μπορεί επίσης να διαβρωθεί σταδιακά όταν η μία πλευρά ασκεί συνεχή νομική, διπλωματική, στρατιωτική και ψυχολογική πίεση, ενώ η άλλη αντιδρά με δισταγμό, κατευνασμό ή σιωπή.
Τα διακυβεύματα, επομένως, εκτείνονται πέρα από τις θαλάσσιες ζώνες ή τους επιχειρησιακούς χάρτες. Αυτό που εκτυλίσσεται στην Ανατολική Μεσόγειο είναι ένας ανταγωνισμός για τη μελλοντική στρατηγική αρχιτεκτονική της ίδιας της περιοχής. Εάν τα μαξιμαλιστικά δόγματα θεσμοθετηθούν και ομαλοποιηθούν, οι συνέπειες θα διαρκέσουν για δεκαετίες.
Σε ένα από τα πιο εύθραυστα γεωπολιτικά θέατρα του κόσμου, η κωδικοποίηση της αντιπαράθεσης μπορεί να αποδειχθεί ένα στοίχημα του οποίου το κόστος ούτε η ΕΕ ούτε η Ατλαντική Συμμαχία μπορούν τελικά να συγκρατήσουν.
Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).



Πολύ σωστά, ήρθε η ώρα του veto στο ΝΑΤΟ.
Όμως, για να γίνει αυτό πρέπει να έχει προηγηθεί η καταγγελία της άθλιας “Διακήρυξης των Αθηνών”
https://www.antinews.gr/166381/politiki/na-kataggelthei-amesa-i-diakiryxi-ton-athinon/
“Τι στην ευχή περιμένει ο Κυριάκος Μητσοτάκης για να την καταγγείλει; Να εισβάλουν στον Έβρο ή στα νησιά; Να ξεκινήσουν τον «Αττίλα 3» στην Κύπρο; Ο πρωθυπουργός της Ελλάδας ας βάλει καλά στον νου του ότι η συνέχιση του κατευνασμού έναντι της Τουρκίας είναι εσχάτη προδοσία.”
(από τη “δημοκρατία”)
Πρέπει να μιμηθούμε το Ισραήλ. Καλή προετοιμασία χωρίς να πάρει μυρουδιά κανένας και πρώτο πλήγμα . Ώστε να μη μείνει ούτε τούρκικο κολυμπηθρόξυλο στο Αιγαίο. Ένα βράδυ ξαφνικά θα τελειώσει η γαλάζια τους πατρίδα.
Το τυχόν VETO μας θέλει ”σιγοντάρισμα ” από δυνατούς συμμάχους μας στο ΝΑΤΟ -ας πούμε Γαλλία, Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο (κάτι που δεν θα γίνει)- νομίζω πως θα επιμείνουμε τουλάχιστον στα Τελικά Συμπεράσματα να περιληφθεί και η φράση ότι ” όλα τα κράτη-μέλη συμφωνούν απολύτως στην επίλυση θαλασσίων διαφορών με βάση το Διεθνές Δίκαιο της Θαλάσσης του 1982”.
Νόμοι κρατών ”δεν κοινοποιούνται” στον ΟΗΕ και ούτε λαμβάνονται υπόψη από αυτόν για επίλυση διεθνών διαφορών.
Απλώς φοβερίζουν , όπως το άδειο πιστόλι.
Το άλλο με τον Τοτό -τον πόλεμο-ας το αφήσουμε για τις μελλοντικές φιλοπόλεμες κυβερνήσεις της Αριστεράς ,που αυτή τη φορά δεν θα υπογράψουν τις Πρέσπες του Αιγαίου.
1.Τοτοί είναι όση τη δειλία βαφτίζουν σωφροσύνη
2. Η πάση θυσία ειρήνη με τον τούρκο δίπλα οδηγεί στη σίγουρη υποδούλωση και ξεριζωμό
Πως να δεχθώ και να δικαιολογήσω την απάντησή σας ,αφού ούτε την λέξη δειλία έγραψα ούτε την λέξη σωφροσύνη και ούτε την πάση θυσία ειρήνη με τον Τούρκο θέλω .
Να σας θέσω ένα δύσκολο ερώτημα .
Να ξεκινήσουμε πρώτοι τον πόλεμο, ή να πούμε σαν τον Μεταξά ΟΧΙ και να αμυνθούμε μέχρις εσχάτων, όταν μας επιβληθεί και τότε να νικήσουμε-αν βέβαια μας αφήσουν οι σύμμαχοι να πολεμήσουμε.;;;.
Να βασανίζουμε λίγο το μυαλό μας ,καληνύχτα
όσοι συγνώμη για το ορθογραφικό
Ελληνογερμανική συμφωνία, ένα ακόμη δείγμα τής γελοιότητας τής ελληνικής εξωτερικής πολιτικής:
Συνάντηση Γιόχαν Βάντεφουλ με Χακάν Φιντάν: Η Τουρκία «σταθερός» σύμμαχος της Γερμανίας
Στο Βερολίνο, οι ΥΠΕΞ Τουρκίας και Γερμανίας επιδιώκουν εμβάθυνση σχέσεων ΕΕ-Τουρκίας προωθώντας στρατηγικές συνεργασίες σε άμυνα και εμπόριο.
Πώς μπορεί να εμπιστευτεί κανείς τούς Γερμανούς, οι οποίοι τουλάχιστον από το 1871 διατηρούν σταθερά τουρκόφιλη πολιτική, βοήθησαν την Τουρκία στις σφαγές Ελλήνων και Αρμενίων, κατέστρεψαν την χώρα μας στον Β’ΠΠ και είναι αυτοί που απαίτησαν την ανάμειξη τού ΔΝΤ για να κινηθεί ο ΕΜΣ; Τελικά, ποιος κοροϊδεύει ποιον;