του Δημήτρη Τσαϊλά, Υποναυάρχου ε.α.
Το Αιγαίο δεν ανταμείβει όσους μπερδεύουν την ηρεμία με τη σταθερότητα. Είναι μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση. Πρόσφατες αναφορές ότι η Τουρκία προετοιμάζει νομοθετική δράση, παρουσιάζοντας διεκδικήσεις επί 152 νησιών του Αιγαίου με βάση επανερμηνείες της Συνθήκης της Λωζάνης, δεν θα πρέπει να θεωρούνται ως μεμονωμένη εξέλιξη. Ούτε θα πρέπει να απορριφθούν ως ρητορική υπερβολή. Πρέπει να γίνουν κατανοητά ως μέρος ενός συνεπούς στρατηγικού μοτίβου.
Το ζήτημα συνδέεται με μακροχρόνιες διαφορές μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας σχετικά με τα θαλάσσια όρια, την κυριαρχία και τις νομικές ερμηνείες στην περιοχή του Αιγαίου.
Από την ασάφεια στην κωδικοποίηση
Επί χρόνια, η Άγκυρα καλλιεργεί ασάφεια γύρω από την κυριαρχία στο Αιγαίο εγείροντας ερωτήματα σχετικά με τις λεγόμενες «γκρίζες ζώνες», αμφισβητώντας καθιερωμένες ερμηνείες και διερευνώντας τα όρια των ελληνικών και διεθνών αντιδράσεων. Αυτό που φαίνεται να αλλάζει τώρα είναι η μετάβαση από την ασάφεια στην κωδικοποίηση.
Αν η Τουρκία προχωρήσει με επίσημη νομοθεσία, δεν θα αλλάξει την κυριαρχία της εν μία νυκτί. Αλλά θα κάνει κάτι εξίσου σημαντικό, θα θεσμοθετήσει τις διεκδικήσεις.
Αυτό έχει σημασία επειδή, από τη στιγμή που οι ισχυρισμοί ενσωματώνονται στο εσωτερικό δίκαιο, καθίστανται πολιτικά πιο δύσκολο να ανατραπούν και στρατηγικά πιο εύκολο να εφαρμοστούν. Αυτό δεν είναι κλιμάκωση με την παραδοσιακή έννοια. Είναι προετοιμασία.
Η λογική της «Γαλάζιας Πατρίδας»
Αυτές οι εξελίξεις δεν μπορούν να διαχωριστούν από το ευρύτερο πλαίσιο του δόγματος της Γαλάζιας Πατρίδας.
Αυτό το δόγμα συχνά παρερμηνεύεται ως επιθετική ρητορική. Στην πραγματικότητα, πρόκειται για μια δομημένη θαλάσσια στρατηγική που βασίζεται σε τρεις πυλώνες. Την επέκταση των δικαιοδοτικών αξιώσεων, την συνεχή επιχειρησιακή παρουσία και τη σταδιακή ομαλοποίηση των αμφισβητούμενων ερμηνειών
Δεν επιδιώκει άμεση αντιπαράθεση. Επιδιώκει σταδιακό πλεονέκτημα.
Μέσω νομικών πράξεων, ναυτικής δραστηριότητας και διπλωματικής σηματοδότησης, οικοδομεί μια νέα πραγματικότητα βήμα προς βήμα μέχρι που αυτό που κάποτε αμφισβητούνταν να γίνει αποδεκτό ως διαπραγματεύσιμο.
Ήρεμη επιφάνεια, αυξανόμενη πίεση
Το σημερινό Αιγαίο δεν βρίσκεται σε κρίση. Αλλά δεν είναι ούτε σταθερό.
Βρισκόμαστε σε μια φάση διαχειριζόμενης έντασης:
- Τα περιστατικά είναι λιγότερα
- Υπάρχουν κανάλια επικοινωνίας
- Η δημόσια ρητορική είναι μετριοπαθής
Κι όμως, κάτω από την επιφάνεια:
- Οι νομικές θέσεις σκληραίνουν
- Οι στρατιωτικές ισορροπίες μεταβάλλονται
- Τα στρατηγικά δόγματα γίνονται πιο σαφή
Αυτός ο συνδυασμός είναι πιο επικίνδυνος από την ανοιχτή αντιπαράθεση. Επειδή δημιουργεί τις συνθήκες όπου ο λανθασμένος υπολογισμός γίνεται η κύρια κινητήρια δύναμη της κλιμάκωσης.
Ο κίνδυνος εσφαλμένης ανάγνωσης της πρόθεσης
Η Ελλάδα πρέπει να αποφύγει δύο συμμετρικά λάθη. Το πρώτο είναι ο εφησυχασμός, όπου η πεποίθηση ότι η απουσία κρίσης ισοδυναμεί με απουσία απειλής. Το δεύτερο είναι η υπερβολική αντίδραση, με αντιμετώπιση κάθε εξέλιξης ως άμεσου πυροδοτήματος για αντιπαράθεση. Κανένα από τα δύο δεν εξυπηρετεί την εθνική στρατηγική.
Αυτό που απαιτείται είναι μια σαφής αξιολόγηση. Η προσέγγιση της Τουρκίας δεν είναι ούτε παράλογη ούτε παρορμητική. Είναι σκόπιμη, υπομονετική και ολοένα και πιο σίγουρη.
Από το 2016, έχει παρατηρηθεί μια αισθητή μετατόπιση εντός τμημάτων του αμυντικού κατεστημένου της Τουρκίας προς μεγαλύτερη αποδοχή κινδύνου. Δεν πρόκειται για απερισκεψία. Πρόκειται για την πεποίθηση ότι η ελεγχόμενη πίεση μπορεί να αποφέρει στρατηγικά οφέλη χωρίς να ξεπεραστεί το κατώφλι του πολέμου.
Νομική Υπηρεσία και Παρουσία
Εάν η Άγκυρα προχωρήσει με νέα νομοθεσία, θα ενισχύσει μια ευρύτερη μέθοδο. Τη νομική προστασία σε συνδυασμό με την παρουσία. Οι νομικές αξιώσεις από μόνες τους δεν αλλάζουν την πραγματικότητα. Αλλά όταν συνδυάζονται με ναυτικές περιπολίες, εναέρια δραστηριότητα και διοικητικές πράξεις αρχίζουν να διαμορφώνουν αντιλήψεις περί νομιμότητας και ελέγχου.
Με την πάροδο του χρόνου, αυτό μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο τις διμερείς δυναμικές αλλά και τις θέσεις τρίτων μερών.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο τέτοιες κινήσεις έχουν σημασία ακόμα κι αν δεν προκαλούν άμεσες αλλαγές επί τόπου.
Στρατηγική απάντηση της Ελλάδας
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να αντικατοπτρίζει την προσέγγιση της Τουρκίας. Αλλά πρέπει να απαντήσει με συνοχή και αποφασιστικότητα.
Πρώτον, πρέπει να ενισχύσει τη δική της νομική και δικαιοδοτική θέση συμπεριλαμβανομένης της πλήρους αξιοποίησης των εργαλείων που παρέχονται από το διεθνές δίκαιο. Για παράδειγμα την κήρυξη Συνορεύουσας Ζώνης.
Δεύτερον, πρέπει να διατηρεί αξιόπιστη αποτροπή, διασφαλίζοντας ότι κάθε προσπάθεια μετατροπής νομικών αξιώσεων σε επιχειρησιακή δράση συνεπάγεται σαφές κόστος.
Τρίτον, πρέπει να επενδύσει στην θαλάσσια παρουσία, ιδίως μέσω του Λιμενικού Σώματος-Ελληνικής Ακτοφυλακής, για την επιβολή των δικαιωμάτων χωρίς να στρατιωτικοποιεί άσκοπα κάθε αλληλεπίδραση.
Τέλος, πρέπει να κερδίσει τη μάχη της αφήγησης θεωρώντας με συνέπεια τις πράξεις της ως βασισμένες στο διεθνές δίκαιο και την περιφερειακή σταθερότητα.
Το Στρατηγικό Ζήτημα
Το κεντρικό ερώτημα δεν είναι αν η Τουρκία θα ενεργήσει. Είναι το πώς η Ελλάδα θα ερμηνεύσει και θα αντιδράσει σε αυτές τις ενέργειες.
Αν τα βλέπουμε ως μεμονωμένα περιστατικά, θα ετεροπροσδιοριζόμαστε πάντα. Αν τα αναγνωρίζουμε ως μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής, μπορούμε να προβλέψουμε και να διαμορφώσουμε τα αποτελέσματα.
Συμπέρασμα
Το Αιγαίο δεν βρίσκεται στα πρόθυρα πολέμου. Αλλά ούτε και σε κατάσταση διαρκούς ηρεμίας.
Πρόκειται για ένα περιβάλλον ελεγχόμενου ανταγωνισμού, όπου οι νομικές, πολιτικές και λειτουργικές πιέσεις συσσωρεύονται με την πάροδο του χρόνου.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι η ξαφνική κλιμάκωση. Είναι η σταδιακή στρατηγική διάβρωση, δηλαδή η αργή ομαλοποίηση των προκλήσεων που, αν αφεθούν αναπάντητες, επαναπροσδιορίζουν το status quo.
Η Ελλάδα δεν πρέπει να κινδυνεύει. Αλλά δεν πρέπει ούτε να εφησυχάζει.
Επειδή στο Αιγαίο, τα ήρεμα νερά συχνά αποτελούσαν το προοίμιο και όχι την εναλλακτική της έντασης.
Ο Δημήτριος Τσαϊλάς είναι απόστρατος Αξιωματικός του ΠΝ, δίδαξε επί σειρά ετών στις έδρες Επιχειρησιακής Σχεδιάσεως καθώς και της Στρατηγικής και Ασφάλειας, σε ανώτερους Αξιωματικούς στην Ανώτατη Διακλαδική Σχολή Πολέμου. Σήμερα είναι συνεργάτης και ερευνητής του Institute for National and International Security(INIS), του Strategy International (SI) και του Research Institute for European and American Studies (RIEAS).



Ήρεμη ανάλυση από έμπειρο και σχετικό με το αντικείμενο αναλυτή , σαν το οποίον έχουμε αρκετούς στα αρμόδια Υπουργεία μας , ιδιαίτερα διπλωμάτες ,που μια ζωή ασχολούνται με τα ελληνοτουρκικά θέματα και έχουν από το 1973 -που η Τουρκία θυμήθηκε τις θαλάσσιες ζώνες στο Αιγαίο – άπειρο αρχείο , το οποίο τώρα με την τεχνητή νοημοσύνη ”βγαίνει πανεύκολα στην επιφάνεια”.
Δεν μπορούμε ”να σταματήσουμε να δουλεύει το μυαλό της Τουρκίας” -και δεν θα μείνουν άνεργοι τόσοι ειδικοί της μετά το casus belli -αλλά δεν πρέπει ”να μεγαλοποιούμε τα πράγματα” και το χειρότερο να χρησιμοποιούν πολιτικοί της Ελλάδος τα τερτίπια της για αντιπολίτευση , όταν μάλιστα γνωρίζουμε ότι εδώ και πέντε χρόνια εξοπλιζόμαστε κιόλας ΠΟΛΥ και από ότι προγραμματίζεται αυτό θα συνεχισθεί.