Τα dessous των Οστών και των Κειμηλίων

 του Παντελή Σαββίδη 

Τώρα που κάθισε ο κουρνιαχτός γύρω από τα οστά του Σαμουήλ και όσα παρουσιάστηκαν στην κοινή γνώμη για τα κειμήλια που άρπαξαν οι Βούλγαροι το 1917 από τις μονές της Μακεδονίας, θέλω να δώσω μια συνέχεια που νομίζω ότι έχει ενδιαφέρον. Η Εικοσιφοίνισσα, μάλιστα, γνώρισε και τη λεηλασία και την πυρπόληση απο τους Βουλγάρους. Αυτά δεν είναι λεπτομέρειες που μπορεί κανείς να παραμερίζει όταν συζητά για ιστορική μνήμη και καλές σχέσεις. Με αυτήν την γνώση μπορούμε σήμερα να είμαστε δύο γειτονικοί λαοί που δεν θέλουν να επαναλάβουν το παρελθόν τους. Αν είμαστε και φίλοι λαοί αυτό είναι άλλο θέμα. Η υποκρισία είναι θεμιτή στις διεθνείς σχέσεις.

Στις 29 Μαρτίου 2006 παρουσίασα στην ΕΡΤ3, στην εκπομπή «Ανιχνεύσεις», δύο συνεντεύξεις: τη μία με τον καθηγητή Νικόλαο Μουτσόπουλο, εμβληματική προσωπικότητα της Αρχιτεκτονικής του ΑΠΘ, και την άλλη με τον εξίσου σπουδαίο σλαβολόγο Αιμίλιο Ταχιάο. Και οι δύο έχουν πλέον φύγει από τη ζωή. Οι συζητήσεις τους, όμως, παραμένουν ενδιαφέρουσες, όχι μόνο για όσα υποστήριξαν, αλλά και για τα ερωτήματα που άφησαν ανοιχτά.

Ο Ταχιάος είχε το ύφος του κλασικού καθηγητή της εποχής του. Αναγνωρισμένος σλαβολόγος, με βαθιά γνώση του αντικειμένου του, άφησε το αποτύπωμά του στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και πολύ πέρα από αυτό. Ο Μουτσόπουλος ήταν ένας large τύπος. Είχε εντυπωσιακή παρουσία, ακαδημαϊκό βάθος, γνώσεις, πάθος για την δουλειά του και έναν γοητευτικό λόγο. Όταν άρχιζε να μιλά, τον πρόσεχες από μόνος σου, ό,τι κι αν έλεγε.

 

Αυτοονομαζόταν Μακεδών εξ Αρκαδίας. Έχω μια ιδιαίτερη συμπάθεια γι’ αυτό το είδος των Αρκάδων που ευδοκιμεί στη Μακεδονία. Στα δικά μου μάτια έχουν κάτι διαφορετικό από τους άλλους Πελοποννήσιους. Και, για να συνεχίσω λίγο αυτή την προσωπική παρέκβαση, στην Αρκαδία συναντά κανείς τοπωνύμια που φέρνουν στον νου τον Πόντο. Αρκάς ήταν και ο Κολοκοτρώνης, με οικογενειακή καταγωγή από το Λιμποβίσι, αν και γεννήθηκε στο Ραμοβούνι της Μεσσηνίας.

Αυτές οι συνδέσεις μού θυμίζουν και τον Φαλμεράυερ. Από το βιβλίο του για την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας έχω συγκρατήσει την αφήγηση ότι οι Έλληνες, ερχόμενοι από την Κεντρική Ασία, ίδρυσαν πρώτα τις πόλεις του Πόντου και ύστερα εκείνες του ελλαδικού χώρου. Με αυτή τη λογική, η Τρίπολη του Πόντου, από την οποία κατάγονταν οι δικοί μου πρόγονοι, προηγείται της αρκαδικής Τρίπολης. Ως Πόντιους, βεβαίως, μια τέτοια εκδοχή μάς κολακεύει. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να την αποδεχθούμε επειδή μας συμφέρει. Το αν οι Έλληνες ήρθαν απο καπου ή είναι γηγενές φύλο συνείζει να αποτελεί αντικείμενο ιστορικής έρευνας. 

Ο ίδιος ο Φαλμεράυερ είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα του πόσο δύσκολα αποχωρίζεται η ιστορική ερμηνεία τις πολιτικές αγωνίες της εποχής της. Η γνωστότερη θέση του ήταν ότι οι νεότεροι Έλληνες δεν κατάγονταν από τους αρχαίους, επειδή ο αρχαίος πληθυσμός είχε αντικατασταθεί στον Μεσαίωνα από Σλάβους και Αλβανούς που εξελληνίστηκαν. Στο υπόβαθρο της σκέψης του υπήρχε ο φόβος της ρωσικής επέκτασης στα Βαλκάνια και η αντίληψη ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία αποτελούσε ανάχωμα στη Ρωσία.

Ιστορικοί που δυσκολεύονται να φωτίσουν πλήρως πολύ πιο κοντινές εποχές εμφανίζονται κάποτε απολύτως βέβαιοι για το ποιος εξαφανίστηκε και ποιος αντικατέστησε ποιον πριν από πολλούς αιώνες. Μετακινήσεις πληθυσμών υπήρξαν, εγκαταστάσεις υπήρξαν, προσμείξεις υπήρξαν. Από αυτό, όμως, μέχρι την ολοκληρωτική εξαφάνιση ενός πληθυσμού υπάρχει μεγάλη απόσταση. Γιατί, κύριε Φαλμεράυερ, η Ιστορία να εξαφάνισε επιλεκτικά τους Έλληνες, αφήνοντας τους άλλους να συνεχίζουν αδιατάρακτα την πορεία τους;

Το ζήτημα, βέβαια, δεν περιορίζεται στον Φαλμεράυερ. Οι κοινωνίες, παλαιότερες και σύγχρονες, έχουν ανάγκη να αισθάνονται ότι ανήκουν κάπου. Τη σχέση της ταυτότητας με την αναγνώριση και την ανάγκη του ανήκειν εξετάζει ο Φουκουγιάμα στο βιβλίο του «Ταυτότητα», που κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ροπή του Παναγιώτη Χαρίτου, σε μετάφραση του εξαιρετικού νομικού και πρώην αρεοπαγίτη Σταύρου Γαβαλά.

Οι άνθρωποι αναζητούν την καταγωγή τους και τη θέση τους μέσα σε μια ιστορική συνέχεια. Το γιατί θα το συζητήσουμε άλλη φορά. Υπάρχουν, όμως, και άνθρωποι στους οποίους αυτή η αναζήτηση δεν λέει πολλά. Θα μπορούσαν, όπως το αντιλαμβάνομαι, να ζήσουν οπουδήποτε, χωρίς ιδιαίτερο δεσμό με μια συγκεκριμένη ιστορική συνείδηση.

Η δική μου εντύπωση είναι ότι, μετά το 1996, αυτή η στάση απέκτησε μεγαλύτερη παρουσία στην Ελλάδα, στους κρατικούς, εξουσιαστικούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς. Και εκείνο που με ενοχλεί δεν είναι η διαφορετική σχέση κάποιου με την καταγωγή του. Είναι η επιλεκτικότητα: να επικαλείται τον αντιεθνικισμό όταν συζητά για την Ελλάδα, αλλά να αδιαφορεί για τον εθνικισμό των άλλων, ακόμη και όταν αυτός γίνεται επιθετικός.

Η επίκληση της ελληνικής ιστορικής συνέχειας δεν αποτελεί εθνικισμό. Ούτε ότι η απόρριψή της συνιστά από μόνη της προοδευτική στάση. Υπάρχουν άνθρωποι που αντιλαμβάνονται την ελληνική τους ιδιότητα κυρίως ως ιδιότητα πολίτη, και άλλοι που τη συνδέουν με τη γλώσσα, τη μνήμη και μια ευρύτερη πολιτισμική διαδρομή. Με κάποια δόση πολεμικής θα μπορούσα να ονομάσω όσους Συνταγματικά νοιώθουν Έλληνες, «Έλληνες του Φαλμεράυερ». Η αναλογία, φυσικά, έχει όρια. Εκείνος μιλούσε για καταγωγή. Εδώ μιλώ για τη σχέση του ανθρώπου με την ιστορική του ταυτότητα.

Επιστρέφω στις δύο συνεντεύξεις.

Το πρώτο ερώτημα είναι τι ήταν ο Σαμουήλ. Βούλγαρος; Αρμένιος; Μακεδόνας, κατά τα Σκόπια, ή ένας ηγεμόνας που αξιοποίησε τη βουλγαρική κρατική παράδοση για να νομιμοποιήσει την εξουσία του;

Η πιθανή αρμενική καταγωγή του δεν αναιρεί τον βουλγαρικό χαρακτήρα της εξουσίας του. Και η αξιοποίηση μιας παλαιότερης κρατικής παράδοσης δεν σημαίνει ότι η Βουλγαρία ήταν απλώς μια επιγραφή στην πρόσοψη ενός άσχετου κράτους.

Στη διεθνή ιστοριογραφία ο Σαμουήλ καταγράφεται ως τσάρος της Βουλγαρίας, με βασιλεία από το 997 έως τον θάνατό του το 1014. Έτσι τον παρουσιάζει, μεταξύ άλλων, ο Detlef Kulman στο «Biographisches Lexikon zur Geschichte Südosteuropas». Η οικογενειακή του καταγωγή, όμως, αποτελεί διαφορετικό ερώτημα.

Ο αρμένειος χρονικογράφος Στέφανος του Ταρών, ο γνωστός Ασολίκ, αποδίδει αρμενική προέλευση στον Σαμουήλ και στον αδελφό του. Ο Nicolas Adontz ανέπτυξε αυτή την εκδοχή στη μελέτη του «Samuel l’Arménien, roi des Bulgares», το 1938. Ο ίδιος ο τίτλος έχει ενδιαφέρον: «Σαμουήλ ο Αρμένιος, βασιλιάς των Βουλγάρων». Η καταγωγή του ανθρώπου διακρίνεται από την πολιτική ιδιότητα του ηγεμόνα.

Η αρμενική εκδοχή έχει σοβαρά ερείσματα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι έχει κλείσει κάθε συζήτηση. Ο Paul Stephenson, στο «The Legend of Basil the Bulgar-Slayer», εξετάζει τις σχετικές μαρτυρίες και τα προβλήματά τους. Και εδώ χρειάζεται προσοχή σε ένα σημείο της συνέντευξης: ούτε το σχήμα του κρανίου ούτε τα χαρακτηριστικά της μύτης μπορούν να αποδείξουν από μόνα τους την εθνική καταγωγή ενός ανθρώπου. Η αρχαιολογική παρατήρηση έχει την αξία της, αλλά δεν μπορεί να σηκώσει περισσότερο βάρος από όσο της αναλογεί.

Αχρίδα

Για να καταλάβουμε την πολιτική θέση του Σαμουήλ, πρέπει να επιστρέψουμε στο 971, όταν ο Ιωάννης Τσιμισκής κατέλαβε την Πρεσλάβα και επέφερε αποφασιστικό πλήγμα στην παλαιά βουλγαρική μοναρχία. Μετά τον θάνατό του, το 976, οι Κομητόπουλοι αναδείχθηκαν στην αντίσταση κατά της βυζαντινής κυριαρχίας. Ο Σαμουήλ εξελίχθηκε στον ισχυρότερο από αυτούς, με κέντρα εξουσίας στην Πρέσπα και στην Αχρίδα.

Η βουλγαρική διαδοχή τού προσέφερε ιστορικό βάθος, τίτλους και αναγνωρίσιμη πολιτική συνέχεια. Με αυτή την έννοια, μπορούμε να συζητήσουμε τη χρησιμότητά της για τη νομιμοποίησή του. Δεν μπορούμε, όμως, να παρακάμψουμε ότι οι πηγές μιλούν για βουλγαρική εξουσία και βουλγαρικές δυνάμεις. Η συλλογή της Vasilka Tăpkova-Zaimova, «Bulgarians by Birth», συγκεντρώνει σημαντικό υλικό για τους Κομητόπουλους, τον Σαμουήλ και τους διαδόχους του.

Αυτό δεν μετατρέπει το κράτος του σε ένα σημερινό, εθνικά ομοιογενές κράτος. Οι μεσαιωνικές επικράτειες περιλάμβαναν διαφορετικούς πληθυσμούς, γλώσσες και παραδόσεις. Η οικογενειακή καταγωγή μιας δυναστείας, η γλώσσα της διοίκησης και η πολιτική ταυτότητα του κράτους δεν ήταν πάντοτε το ίδιο πράγμα.

Εδώ βρίσκεται και ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία των συνεντεύξεων: η παρουσία της ελληνικής γλώσσας στο πρώιμο βουλγαρικό κράτος. Ο Βούλγαρος επιγραφολόγος Veselin Beševliev συγκέντρωσε τις πρωτοβουλγαρικές επιγραφές στο «Die protobulgarischen Inschriften», που εκδόθηκε στο Βερολίνο το 1963. Ανάμεσά τους υπάρχουν ελληνόγλωσσα κείμενα για στρατιωτικές πράξεις, οικοδομήματα, συνθήκες και μνημεία της ηγεμονικής εξουσίας.

Η ελληνική, επομένως, είχε ισχυρή παρουσία στον επίσημο γραπτό λόγο αυτού του κράτους. Αυτό μαρτυρεί το κύρος της και τη μεγάλη επίδραση του βυζαντινού κόσμου. Δεν αποδεικνύει ότι όλοι οι Πρωτοβούλγαροι, που ήταν τουρανικό και όχι σλαυινό φύλο,  μιλούσαν ελληνικά ως μητρική γλώσσα ή ότι ο πολιτισμός τους ήταν συνολικά ελληνικός. Στις συνετεύξεις δηλώνεται ρητά ο ελληνικός χαρακτήρας του. Όπως επισημαίνει ο Florin Curta στο «Eastern Europe in the Middle Ages», υπάρχουν και επιγραφές με ελληνικούς χαρακτήρες σε γλώσσα που δεν είναι ελληνική, πιθανότατα πρωτοβουλγαρική. Άλλο η γλώσσα και άλλο το αλφάβητο.

Το πραγματικό μέγεθος της ελληνικής γλώσσας τις πρώτες μορφές βουλγαρικής κρατικής συκρότησης  είναι αρκετά σημαντικό. Και η παρουσία της σε ένα κράτος ανταγωνιστικό προς το Βυζάντιο δείχνει πόσο σύνθετες ήταν οι σχέσεις της εποχής.

Η ίδια αυτή σύνθετη σχέση φαίνεται στη μεταφορά των λειψάνων του Αγίου Αχιλλείου από τη Λάρισα στην Πρέσπα. Μετά την κατάληψη της Λάρισας, που συνήθως τοποθετείται γύρω στο 985–986, ο Σαμουήλ μετέφερε τα λείψανα του προστάτη της πόλης και άλλων αγίων στην έδρα του. Το γεγονός καταγράφεται στη διεθνή προσωπογραφία της μέσης βυζαντινής περιόδου, με αναφορές στον Σκυλίτση και στον Κεκαυμένο.

Η βασιλική του Αγίου Αχιλλείου συνέδεσε έτσι έναν σημαντικό άγιο της Θεσσαλίας με ένα κέντρο της σαμουηλικής εξουσίας. Είναι εύλογο να δούμε σε αυτή τη μεταφορά και μια προσπάθεια ενίσχυσης του θρησκευτικού κύρους της έδρας του. Μαζί με τα λείψανα μετακινήθηκαν αναγκαστικά και κάτοικοι της Λάρισας. Κατά τον Σκυλίτση, ο Σαμουήλ χρησιμοποίησε ανθρώπους από αυτούς τους πληθυσμούς ως στρατιώτες στις συγκρούσεις του με τους Βυζαντινούς.

Πιο δύσκολη είναι η ιστορία της παπικής αναγνώρισης. Στη συνέντευξη διατυπώνεται η άποψη ότι ο Σαμουήλ απευθύνθηκε στον Πάπα, ο οποίος του ζήτησε πρωτεύουσα, καθεδρικό ναό και λείψανα αγίων για να του δώσει στέμμα. Είναι μια αφήγηση που συνδέει με ελκυστικό τρόπο την πολιτική και τη θρησκευτική νομιμοποίηση.

Το επιχείρημα για παπική στέψη του Σαμουήλ συνδέεται κυρίως με την αλληλογραφία του Καλογιάν με τον Ιννοκέντιο Γ΄, περίπου δύο αιώνες αργότερα. Ο Καλογιάν επικαλούνταν παλαιότερους Βούλγαρους ηγεμόνες για να στηρίξει το δικό του αίτημα αναγνώρισης. Ο Francis Dvornik, στο «The Slavs: Their Early History and Civilization», εξηγεί ότι αυτή η μεταγενέστερη αναφορά δεν αποδεικνύει πως ο Σαμουήλ έλαβε στέμμα από τον Πάπα. Μέχρι να εντοπιστεί η πηγή των συγκεκριμένων απαιτήσεων, κρατώ την αφήγηση ως άποψη που διατυπώθηκε στη συνέντευξη.

Στην προφορική αφήγηση ο Σαμουήλ εμφανίζεται να αποτυγχάνει να πάρει τα λείψανα του Αγίου Δημητρίου και κατόπιν να στρέφεται στον Άγιο Αχίλλειο. Η χρονολόγηση των γεγονότων, όμως, δεν στηρίζει αυτή τη σειρά. Η κατάληψη της Λάρισας προηγείται της σύγκρουσης στη Θεσσαλονίκη κατά την οποία αιχμαλωτίστηκε ο Ασώτιος Ταρωνίτης, γύρω στο 995.

Η ιστορία του Ασώτιου παραμένει εντυπωσιακή και χωρίς αυτή τη σύνδεση. Ήταν γιος του βυζαντινού διοικητή της Θεσσαλονίκης, Γρηγορίου Ταρωνίτη. Ο πατέρας του σκοτώθηκε προσπαθώντας να τον βοηθήσει και ο ίδιος αιχμαλωτίστηκε. Αργότερα παντρεύτηκε τη Μιροσλάβα, κόρη του Σαμουήλ. Κατά τον Σκυλίτση, εκείνη είχε απειλήσει να αυτοκτονήσει αν ο πατέρας της δεν επέτρεπε τον γάμο.

Ο Σαμουήλ έστειλε το ζευγάρι στο Δυρράχιο. Στη συνέχεια οι δύο πέρασαν στη βυζαντινή πλευρά και έφτασαν στην Κωνσταντινούπολη. Ο Βασίλειος Β΄ τίμησε τον Ασώτιο ως μάγιστρο και τη Μιροσλάβα ως ζωστή.

Ο Σαμουήλ ήταν ηγεμόνας της μεσαιωνικής Βουλγαρίας, με σοβαρά ερείσματα για αρμενική οικογενειακή καταγωγή. Στηρίχθηκε στη βουλγαρική πολιτική συνέχεια και κυβέρνησε μια σύνθετη επικράτεια, βαθιά επηρεασμένη από τον βυζαντινό κόσμο. Η βουλγαρική κληρονομιά είχε σημασία για τη νομιμοποίησή του.

Ο Μουτσόπουλος και ο Ταχιάος άφησαν πίσω τους σπουδαίο έργο.

Ο Μουτσόπουλος εντόπισε τα κειμήλια που άρπαξαν οι Βούγαροι απο τις Μονές της ακεδονίας και της Θράκης. Και πρότεινε στην πολιτεία να τα ζητήσει ανταλλάσσοντας τα οστά με τα συληθέντα αντικείμενα.

Για μεγάλο χρονικό διάστημα οι δύο πλευρές συνομιλούσαν Μέχρι που έγινε γνωστό πως η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποφάσισε να τα δώσει με ελέχιστα ανταλλάγματα.

Οι Βούλγαροι προσέθεσαν μια σημαντική ψηφίδα στο ιστορικό ττους αφήγημα.

Η Ελλάδα δεν ενδιαφέρθηκε να ενισχύει τα δικά της στοιχεία.

Στις περιπτώσεις που οι κυβερνήσεις λαών φέρονται όπως η ελληνικά το μέλλον είναι ζοφερό.

 

spot_img

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
51,000ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα