του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.
Ένα παιδί σχεδόν δύο ετών πέθανε στην Ολλανδία μετά από απόφαση τερματισμού της ζωής του. Δεν πρόκειται τυπικά για ευθανασία με την κλασική έννοια, αφού το παιδί δεν μπορούσε να ζητήσει κάτι τέτοιο. Πρόκειται για το ειδικό ολλανδικό πλαίσιο που επιτρέπει, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, τον τερματισμό της ζωής παιδιών ηλικίας από ενός έως δώδεκα ετών που υποφέρουν ανυπόφορα και χωρίς προοπτική βελτίωσης.
Και εδώ αρχίζει για μένα το πραγματικό ερώτημα. Όχι το νομικό. Το ηθικό.
Το παιδί δεν μπορούσε να μιλήσει. Δεν μπορούσε να αποφασίσει. Δεν μπορούσε να πει «θέλω να ζήσω» ή «θέλω να τελειώσει αυτό». Άλλοι αποφάσισαν για εκείνο.
Οι πρώτες ανεξάρτητες ιατρικές εκτιμήσεις δεν θεώρησαν ότι πληρούνταν τότε όλες οι προϋποθέσεις, για να προχωρήσουν σε τερματισμό της ζωής του. Ακολούθησε νέα γνώμη και η τελική κρίση ήταν διαφορετική. Η αρμόδια επιτροπή έκρινε στη συνέχεια ότι ο γιατρός ενήργησε με τη δέουσα επιμέλεια.
Δεν αμφισβητώ την τραγικότητα της κατάστασης. Ούτε μπορώ να κρίνω εύκολα τους γονείς. Ένας γονιός που βλέπει το παιδί του να υποφέρει βρίσκεται μπροστά σε έναν πόνο που οι υπόλοιποι μπορούμε μόνο να φανταστούμε.
Αλλά ακριβώς εκεί βρίσκεται η ανάγκη για ένα όριο.
Ο γονιός μπορεί να αποφασίζει για πολλά πράγματα στη ζωή του παιδιού του. Δεν μπορεί όμως μόνος του να αποφασίσει αν η ζωή του παιδιού θα συνεχιστεί.
Γιατί τότε δεν μιλάμε πλέον για μια δύσκολη ιατρική απόφαση. Μιλάμε για μια απόφαση χωρίς επιστροφή.
Η ιατρική μπορεί να γνωρίζει πολλά. Δεν γνωρίζει όμως το αύριο. Μια πρόγνωση μπορεί να είναι εξαιρετικά δυσμενής, μια ασθένεια μπορεί να θεωρείται σήμερα ανίατη, αλλά κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί τι θα φέρει η επιστήμη σε έναν χρόνο, σε πέντε χρόνια, σε δέκα.
Όταν τερματίζεται μια ζωή, δεν χάνεται μόνο το παρόν, αλλά μαζί του χάνεται κάθε πιθανό αύριο και αυτό είναι το μοναδικό λάθος που δεν διορθώνεται.
Οι υποστηρικτές της διαδικασίας έχουν ένα σοβαρό επιχείρημα. Λένε ότι και η παράταση μιας ζωής γεμάτης ανυπόφορο πόνο είναι μια επιλογή. Ότι δεν μπορεί η κοινωνία να επικαλείται την προστασία της ζωής ενώ αφήνει ένα παιδί να υποφέρει χωρίς ελπίδα ανακούφισης.
Αυτό το επιχείρημα δεν μπορεί να αγνοηθεί, αλλά ούτε και η απάντηση μπορεί να είναι εύκολη.
Η παρηγορητική φροντίδα, η ανακούφιση του πόνου, η ανθρώπινη παρουσία πρέπει να εξαντλούνται πριν φτάσουμε στο σημείο όπου ο θάνατος γίνεται θεραπεία. Γιατί αν αρχίσουμε να θεωρούμε τον θάνατο λύση στον πόνο, τότε αλλάζει κάτι πολύ βαθύτερο στη σχέση μας με την ανθρώπινη ζωή.
Στο σημείο αυτο βρίσκεται ο δικός μου φόβος. Όχι ότι αύριο θα οδηγηθούμε μαζικά σε κάτι τέτοιο. Δεν υπάρχει τέτοιο στοιχείο. Ο φόβος μου είναι πολύ απλούστερος.
Πως ένα όριο που κάποτε θεωρούσαμε αδιανόητο μπορεί με τον χρόνο, να γίνει απλώς ένα ακόμη όριο που μετακινείται.
Η Ολλανδία ξεκίνησε με την ευθανασία ενηλίκων. Ακολούθησαν ειδικές ρυθμίσεις για νεογνά και από το 2024 το πλαίσιο επεκτάθηκε στα παιδιά από ενός έως δώδεκα ετών. Το Βέλγιο έχει ήδη επιλέξει διαφορετικό δρόμο, επιτρέποντας από το 2014 την ευθανασία ανηλίκων υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις και χωρίς απόλυτο κατώτατο ηλικιακό όριο.
Δεν λέω ότι η μία απόφαση οδηγεί αναγκαστικά στην επόμενη. Λέω κάτι πιο απλό. Τα όρια των κοινωνιών δεν είναι αιώνια. Και για αυτό το λόγο πρέπει να ξέρουμε γιατί τα βάζουμε.
Ένα παιδί δύο ετών δεν ζήτησε να πεθάνει. Δεν μπορούσε να ζητήσει. Εμείς μπορούμε να ερμηνεύσουμε τον πόνο του. Μπορούμε να προσπαθήσουμε να τον ανακουφίσουμε. Μπορούμε να σταθούμε δίπλα του όταν όλα τα άλλα αποτυγχάνουν, αλλά το να αποφασίσουμε ότι η ζωή του πρέπει να τελειώσει είναι κάτι διαφορετικό.
Ίσως, τελικά, το πιο δύσκολο ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να το κάνουμε, αλλά αν πρέπει ποτέ να αποκτήσουμε την πεποίθηση ότι έχουμε το δικαίωμα να το κάνουμε!
Γιατί ένα παιδί που δεν μπορεί ακόμη να μιλήσει για τη ζωή του χρειάζεται περισσότερη προστασία, όχι λιγότερη!
Μια κοινωνία κρίνεται ίσως περισσότερο από τον τρόπο με τον οποίο προστατεύει εκείνους που δεν μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους!
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.



Ευχαριστούμε τον κ. αρθρογράφο για το θέμα του άρθρου του ,αλλά θα του ”χρεώσουμε” ότι δεν έχει μελετήσει τους δικαιωματιστές συνανθρώπους μας , οι οποίοι
όντες υπέρμαχοι της ελευθερίας ΠΑΝΤΟΥ , απορρίπτουν και την έννοια του ηθικού μιας επιθυμίας τους και όχι μόνον αυτό αλλά θέλουν να επιβάλλουν με νόμους -και το καταφέρνουν-τις απόψεις τους στην κοινωνία-κράτος παρ’ότι είναι μειοψηφίες ,έχοντας μαζί τους τους ”πλέρια” δημοκράτες που ”σκοτώνονται ” για να μπορούν στις Δημοκρατίες να προστατεύονται και οι έσχατες μειοψηφίες.
Ας μην αναφερθούμε στις περιπτώσεις .
Για την ευθανασία -για τα παιδιά των οποίων την επιμέλεια για όλα έχουν οι γονείς και αυτοί νομίμως αποφασίζουν-
στην Θρησκεία του Χριστού μας θεωρείται και είναι φόνος ( π. χ στο 2χρονο παιδί) , ή το ολιγότερο αυτοκτονία .
Είναι άνθρωποι -που προτιμούν την αυτοκτονία (ευθανασία κατ’ευφημισμόν)-οι οποίοι δεν υπήρξαν χριστιανοί -γιατί οι χριστιανοί ουδέποτε απελπίζονται-και μάλλον είναι μόνοι στη ζωή τους (και τέτοιοι υπάρχουν πολλοί) και αβοήθητοι ηθικά και ψυχολογικά.
Εν τέλει
εμείς οι απόγονοι των Σπαρτιατών -ευτυχώς ήταν τοπικό το φαινόμενο του Καιάδα-νομίζω πως ”δεν δικαιούμεθα να ομιλούμε” για τέτοιες ανήθικες όντως πράξεις σαν τον φόνο ή την υποβοηθούμενη αυτοκτονία
ΑΛΛΑ ΠΡΕΠΕΙ ΟΛΟΙ -ασχέτως πολιτικών, κομματικών θέσεων- να αντισταθούμε σε τυχόν νομοθέτηση της ”ευθανασίας” και στην χριστιανική Ελλάδα μας.
Ελπίζω να μην υπαναχωρήσουν οι ”προοδευτικοί” όπως στην περίπτωση της υποχρεωτικής κατάργησης της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητές μας, που πολλοί ”χριστιανώνυμοι” προτίμησαν το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη.
Συγχαρητήρια, στρατηγέ! Το άρθρο σας δίδει τροφή για σκέψη προς περισσότερες τής μιας κατευθύνσεως.