του Αχιλλέα Ταουξή, Υποστρατήγου ε.α.
Σε προηγούμενο άρθρο μου, ( Ανιχνεύσεις, 24 Σεπ. 26), υποστήριζα την ανάγκη η Ελλάδα να αρχίσει να χτίζει το δικό της δίκτυο ασφαλείας, με την Ελλάδα, την Κύπρο και το Ισραήλ στον πυρήνα, και με σύνδεση στην ευρύτερη αμερικανική αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Οι εξελίξεις που μεσολάβησαν κάνουν αυτή την πρόταση ακόμη πιο επίκαιρη και, κυρίως, πιο επείγουσα.
Η ολοκλήρωση της αμερικανικής αποχώρησης από το Ιράκ δεν σημαίνει ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες εγκαταλείπουν την περιοχή. Αντίθετα, δείχνει μια μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο επιδιώκουν να διατηρήσουν την επιρροή και την επιχειρησιακή τους δυνατότητα, μέσα από περιφερειακά δίκτυα συνεργασίας, διαλειτουργικότητα, ανταλλαγή πληροφοριών και κοινές δυνατότητες αεράμυνας. Το CENTCOM ήδη κινείται προς αυτή την κατεύθυνση, με το Ισραήλ και αραβικές χώρες να συμμετέχουν σε ένα όλο και πιο συνδεδεμένο πλαίσιο ασφαλείας, ενώ στον πρόσφατο περιφερειακό διάλογο συμμετείχαν δώδεκα χώρες.
Την ίδια στιγμή, στην άλλη πλευρά του γεωπολιτικού χάρτη, η Τουρκία δεν περιμένει. Η συμφωνία της Μέκκας με τη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν δείχνει ότι η Άγκυρα επιχειρεί να μετατρέψει τις σχέσεις της σε ένα ευρύτερο δίκτυο περιφερειακής ισχύος. Δεν είναι απαραίτητο να υιοθετήσουμε την ίδια λογική. Είναι όμως απαραίτητο να αντιληφθούμε ότι το κενό που αφήνει η απουσία δικής μας στρατηγικής διασύνδεσης δεν παραμένει κενό για πολύ.
Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η «Ασπίδα του Αχιλλέα». Δεν θα έπρεπε να αντιμετωπιστεί απλώς ως ένα ακόμη εθνικό πρόγραμμα αεράμυνας, όπως έχω ξαναγράψει, αλλά ως δυνατότητα δημιουργίας μιας ελληνικής ψηφίδας μέσα σε μια ευρύτερη αρχιτεκτονική ασφαλείας. Η διαλειτουργικότητα, η κοινή επιχειρησιακή εικόνα και η δυνατότητα ανταλλαγής δεδομένων μπορούν να δώσουν στην Ελλάδα πολύ μεγαλύτερη στρατηγική αξία από εκείνη που θα είχε ένα ακόμη αυτόνομο σύστημα, όσο σύγχρονο και αν είναι.
Η γεωγραφία μας προσφέρει ήδη το πλεονέκτημα. Η Ελλάδα και η Κύπρος βρίσκονται στο σημείο όπου συναντώνται η Ευρώπη, η Ανατολική Μεσόγειος και η Μέση Ανατολή, ενώ η Κρήτη αποτελεί φυσικό κόμβο προς την περιοχή. Το ζητούμενο δεν είναι να γίνουμε εξάρτημα ενός αμερικανικού ή οποιουδήποτε άλλου σχεδιασμού. Είναι να αποκτήσουμε δικό μας στρατηγικό αποτύπωμα και να το συνδέσουμε με εκείνα τα δίκτυα στα οποία έχουμε κοινά συμφέροντα.
Αυτό είναι και το ουσιαστικό μήνυμα του Γκο. Δεν αρκεί να διαθέτεις ισχυρές ψηφίδες. Πρέπει να τις τοποθετείς με τρόπο που να δημιουργούν χώρο, επιλογές και ισχύ για τις επόμενες κινήσεις. Η Τουρκία ήδη το κάνει. Οι Ηνωμένες Πολιτείες αναδιαμορφώνουν το δικό τους δίκτυο. Η περιοχή συνολικά αλλάζει.
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται να περιμένει να ολοκληρωθεί ο νέος χάρτης για να αποφασίσει πού θα σταθεί. Χρειάζεται να τον διαμορφώσει, όσο ακόμη υπάρχουν διαθέσιμες θέσεις.
Οι ελληνικές ψηφίδες πρέπει να τοποθετηθούν τώρα. Όχι όταν θα έχει ολοκληρωθεί η παρτίδα.
Υποστράτηγος ε.α. Αχιλλεύς Ταούξης
Απόφοιτος της Σχολής Ευελπίδων και με 43 χρόνια υπηρεσίας στις Ένοπλες Δυνάμεις, υπηρέτησε σε επιχειρησιακές και επιτελικές θέσεις στην Ελλάδα, στο ΝΑΤΟ και σε διεθνείς αποστολές. Διετέλεσε Εκπαιδευτής και Διευθυντής Σπουδών στη ΣΕΘΑ, Διευθυντής Κέντρου Επιχειρήσεων στο ΝΑΤΟϊκό Στρατηγείο Σκοπίων και στέλεχος του ΓΕΣ, του ΓΕΕΘΑ και του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, με αντικείμενο την άμυνα, την αμυντική πολιτική, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις διεθνείς σχέσεις.
Είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνείς Σχέσεις από το University of Plymouth και έχει συμμετάσχει ως ομιλητής σε ημερίδες και εκδηλώσεις. Αρθρογραφεί για θέματα εθνικής ασφάλειας, άμυνας, στρατηγικής και γεωπολιτικής.


