Των Τζόσελιν Νόβεκ, Χάλι Γκόλντεν και Λόρι Κέλμαν — Associated Press, 24 Σεπτεμβρίου 2026
ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ (AP) — Ομοσπονδιακός δικαστής ανέστειλε προσωρινά την απαγόρευση πρόσβασης στον Λευκό Οίκο που είχε επιβάλει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ σε τρία μέσα ενημέρωσης. Με απόφαση που εκδόθηκε νωρίς την Πέμπτη, διέταξε να αποκατασταθεί η πρόσβαση του CNN, του MS NOW και του Politico. Ωστόσο, δημοσιογράφοι και των τριών μέσων δήλωσαν ότι, αρκετές ώρες μετά την απόφαση, εξακολουθούσαν να μην τους επιτρέπουν την είσοδο.
Τα μέσα ζήτησαν με δικαστικό τους έγγραφο να οριστεί αμέσως ακρόαση για να εξεταστεί ο συνεχιζόμενος αποκλεισμός τους από τον χώρο του Λευκού Οίκου. Σύμφωνα με το έγγραφο, πράκτορας της Μυστικής Υπηρεσίας είχε κατασχέσει τις διαπιστεύσεις των δημοσιογράφων.
Η αντιπαράθεση αποτελεί το τελευταίο επεισόδιο στη σύγκρουση του Τραμπ με μέσα ενημέρωσης των οποίων η κάλυψη δεν του αρέσει. Εκτυλίσσεται μάλιστα ενώ η επικαιρότητα είναι ιδιαίτερα πυκνή: ο Κινέζος ηγέτης Σι Τζινπίνγκ επισκέπτεται τον Τραμπ και ηγέτες από όλο τον κόσμο έχουν συγκεντρωθεί για τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών.
Ο Τραμπ ανακοίνωσε για πρώτη φορά την απαγόρευση την Παρασκευή, καταγγέλλοντας αυτό που αποκάλεσε «ψευδείς ειδήσεις». Μόνο αργότερα υποστήριξε ότι τα ρεπορτάζ των μέσων αυτών συνιστούσαν κίνδυνο για την εθνική ασφάλεια. Στην κοινή αγωγή τους, τα τρία μέσα υποστήριξαν ότι ο αποκλεισμός παραβίαζε κατάφωρα την Πρώτη Τροπολογία του αμερικανικού Συντάγματος, επειδή στρεφόταν εναντίον τους λόγω του περιεχομένου της δημοσιογραφικής τους κάλυψης.
Με την απόφασή του, που εκδόθηκε αργά τη νύχτα, ο ομοσπονδιακός δικαστής Τίμοθι Κέλι διέταξε τον Λευκό Οίκο να «επιστρέψει, επαναφέρει και αποκαταστήσει αμέσως» την πρόσβαση των τριών μέσων. Έκρινε ότι είχαν εκπληρώσει τις νόμιμες προϋποθέσεις για προσωρινή δικαστική διαταγή, ισχύος 14 ημερών, και ότι ήταν πιθανό να αποδείξουν πως οι διαπιστεύσεις τους ανακλήθηκαν χωρίς την προβλεπόμενη διαδικασία.
«Ο πήχης είναι ψηλά, αλλά οι ενάγοντες τον ξεπέρασαν», έγραψε.
Ο Κέλι —τον οποίο είχε προτείνει για τη θέση του δικαστή ο Τραμπ το 2017 και ο οποίος είχε διατάξει την αποκατάσταση της πρόσβασης δημοσιογράφου του CNN σε παρόμοια υπόθεση το 2018— επισήμανε ότι η κυβέρνηση οφείλει να έχει σαφή κριτήρια για τη συμπεριφορά που μπορεί να οδηγήσει σε ανάκληση δημοσιογραφικής διαπίστευσης. Έκρινε ότι το κριτήριο περί «απαράδεκτων ρεπορτάζ», όπως διατυπώθηκε στις επιστολές που έστειλε ο Λευκός Οίκος στα μέσα, ήταν τόσο αόριστο ώστε δύσκολα μπορούσε να εξυπηρετήσει αυτόν τον σκοπό.
Ο δικαστής απέρριψε επίσης το επιχείρημα της κυβέρνησης ότι τα ρεπορτάζ έθεταν σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια. Παρατήρησε ότι ο ίδιος ο Τραμπ δεν είχε επικαλεστεί εξαρχής αυτόν τον λόγο, αλλά είχε επικεντρωθεί σε όσα θεωρούσε αρνητική κάλυψη.
«Τίποτα στα στοιχεία της υπόθεσης […] δεν υποδηλώνει ότι η ανάκληση των μόνιμων διαπιστεύσεων των εναγόντων υπαγορεύτηκε από ανησυχίες για την εθνική ασφάλεια», έγραψε.
Η απόφαση εκδόθηκε μετά την επείγουσα ακρόαση της Τετάρτης. Οι προσωρινές δικαστικές διαταγές αποσκοπούν συνήθως στη διατήρηση της κατάστασης έως ότου το δικαστήριο εξετάσει διεξοδικότερα την υπόθεση.
«Πρόκειται για μια ισχυρή απόφαση που δικαιώνει την ελευθερία του Τύπου, τη δέουσα νομική διαδικασία και το κράτος δικαίου», δήλωσε μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος ο Θίοντορ Μπούτρος Τζούνιορ, δικηγόρος των μέσων. «Εκτιμούμε ιδιαίτερα την ταχεία παρέμβαση του δικαστηρίου».
Λίγες ώρες αργότερα, όμως, δημοσιογράφοι των τριών μέσων δήλωσαν ότι δεν τους επέτρεψαν να μπουν στον Λευκό Οίκο. Ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε στα μηνύματα του Associated Press που ζητούσαν σχόλιο για την απόφαση και διευκρινίσεις σχετικά με το αν θα επέτρεπε ξανά την είσοδό τους.
Η διαφωνία για την πρόσβαση και την εθνική ασφάλεια
Κατά την ακρόαση, ο Μπούτρος υποστήριξε ότι η άμεση αποκατάσταση της πρόσβασης ήταν αναγκαία, καθώς ο αποκλεισμός προκαλούσε ανεπανόρθωτη βλάβη στα μέσα σε μια περίοδο σημαντικών ειδησεογραφικών εξελίξεων. «Βρισκόμαστε σε πόλεμο. Παγκόσμιοι ηγέτες έρχονται στην Ουάσιγκτον», είπε.
Ο δικηγόρος του υπουργείου Δικαιοσύνης Μάικλ Βέλτσικ επανέλαβε τη θέση της κυβέρνησης ότι ο πρόεδρος έχει δικαίωμα να αποφασίζει ποιος εισέρχεται στον Λευκό Οίκο. «Η πρόσβαση στον Λευκό Οίκο είναι προνόμιο, όχι δικαίωμα», είπε.
Ο Βέλτσικ αρνήθηκε ότι ο Τραμπ έκανε διακρίσεις με βάση τις απόψεις που εκφράζουν τα μέσα. Υποστήριξε ότι ο πρόεδρος έχει επικρίνει και άλλους ειδησεογραφικούς οργανισμούς χωρίς να τους αποκλείσει· ανέφερε, για παράδειγμα, ότι έχει αποκαλέσει το ABC «το χειρότερο». Πρόσθεσε ότι «ο πρόεδρος πρέπει να μπορεί να ενεργεί αμέσως για την προστασία της εθνικής ασφάλειας».
«Ξαφνικά έγινε υπόθεση εθνικής ασφάλειας», απάντησε ο Μπούτρος, επισημαίνοντας ότι ο πρόεδρος έθεσε αυτό το ζήτημα μόνο μετά την κατάθεση της αγωγής. Όπως είπε, ο Τραμπ «συνεχίζει να επιβεβαιώνει αυτό που υποστηρίζουμε», αφού χρησιμοποιεί επανειλημμένα την αρνητική κάλυψη ως αιτιολογία για την απαγόρευση.
Ο Κέλι φάνηκε να συμφωνεί. Για τον ισχυρισμό περί εθνικής ασφάλειας έγραψε: «Ασφαλώς δεν ήταν αυτό που είπε ο πρόεδρος Τραμπ όταν ανακοίνωσε ότι “απαγορεύει” την είσοδο των εναγόντων στον Λευκό Οίκο. Αντιθέτως, επικεντρώθηκε στην υποτιθέμενη αναλήθεια και στον αρνητικό χαρακτήρα των ρεπορτάζ τους».
Τα περιστατικά που επικαλέστηκε η κυβέρνηση
Σε έγγραφο που κατέθεσαν την Τρίτη, οι δικηγόροι της κυβέρνησης παρουσίασαν επιστολές προς καθένα από τα τρία μέσα. Οι επιστολές περιείχαν έναν «μη εξαντλητικό κατάλογο δημοσιογραφικών περιστατικών, μεταξύ των οποίων περιστατικά που έθεσαν σε κίνδυνο την εθνική ασφάλεια και διέδωσαν ψευδείς πληροφορίες».
Μεταξύ των παραδειγμάτων ήταν ρεπορτάζ του CNN για «άκρως απόρρητες» λεπτομέρειες κατασκευαστικών εργασιών σχετικών με το καταφύγιο της ανατολικής πτέρυγας του Λευκού Οίκου· ρεπορτάζ του MS NOW για έρευνα σχετικά με υποτιθέμενη διαρροή· και δημοσίευμα του Politico με έγγραφο για τη χρηματοδότηση της αίθουσας χορού του Λευκού Οίκου, το οποίο περιέγραφε λεπτομερώς πώς η Μυστική Υπηρεσία θα επένδυε σε βελτιώσεις ασφαλείας.
Η επιστολή προς το Politico ανέφερε επίσης ρεπορτάζ του Ιουνίου, στο οποίο «ανώτερος κυβερνητικός αξιωματούχος […] που μίλησε υπό τον όρο της ανωνυμίας» έκανε πρόβλεψη για το αν μια προκαταρκτική συμφωνία θα τερμάτιζε τη σύγκρουση με το Ιράν.
Η αναφορά αυτή φαινόταν να αφορά ενημέρωση δημοσιογράφων που είχε οργανώσει ο ίδιος ο Λευκός Οίκος. Εκεί, αξιωματούχος μίλησε υπό τον όρο της ανωνυμίας, σύμφωνα με κανόνες που είχε θέσει η κυβέρνηση. Και άλλα μέσα μετέδωσαν τις δηλώσεις του.
Τηλεοπτικά δίκτυα ανέστειλαν τη συμμετοχή τους στην κάλυψη των προεδρικών εκδηλώσεων
Ο αποκλεισμός προκάλεσε αντίδραση αλληλεγγύης από άλλα μέσα. Η ομάδα των πέντε μεγάλων αμερικανικών τηλεοπτικών δικτύων —στην οποία συμμετέχει και το CNN— ανέστειλε μέχρι νεωτέρας τη συμμετοχή της στην εκ περιτροπής δημοσιογραφική κάλυψη των εκδηλώσεων του Τραμπ.
Η δικαστική απόφαση δεν αφορούσε άμεσα αυτό το σύστημα κάλυψης. Μετά την ακρόαση της Τετάρτης, τα δίκτυα συνέχισαν να αρνούνται να μεταδώσουν πλάνα του Τραμπ χωρίς διαβεβαίωση ότι το CNN θα μπορούσε να συμμετάσχει ξανά στην ομάδα κάλυψης του Λευκού Οίκου.
Δημοσιογράφοι των Fox News, CBS και NBC ήταν παρόντες, αλλά δεν τραβούσαν βίντεο στην αεροπορική βάση Τζόιντ Μπέις Άντριους, όπου ο πρόεδρος υποδέχθηκε επίσημα τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ.
Σύμφωνα με τις ενδείξεις στα τρίποδα και στις κάμερες, στον χώρο βρίσκονταν επίσης συνεργεία των NewsNation, Newsmax, Right Side Broadcasting Network, One America News και LindellTV.
Πριν από την ακρόαση της Τετάρτης, άλλοι ειδησεογραφικοί οργανισμοί, μεταξύ των οποίων και το Associated Press, κατέθεσαν υπόμνημα προς το δικαστήριο ζητώντας την άμεση αποκατάσταση της πρόσβασης των τριών μέσων στον Λευκό Οίκο.
Η Χάλι Γκόλντεν μετέδωσε από το Σιάτλ και η Λόρι Κέλμαν από το Λονδίνο.
Τζόσελιν Νόβεκ — Δημοσιογράφος του Associated Press που ειδικεύεται σε θέματα πολιτισμού και φύλου. Είναι επίσης κριτικός κινηματογράφου.
Λόρι Κέλμαν — Έχει καλύψει την αμερικανική πολιτική και τις διεθνείς υποθέσεις για το Associated Press, έχοντας εργαστεί ως ανταποκρίτρια επί 23 χρόνια στην Ουάσιγκτον και τρία χρόνια στην Ιερουσαλήμ. Εδρεύει στο Λονδίνο.



