ΜΙΑ ΟΔΥΣΣΕΙΑ ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ 

Της ΑΡΙΑΔΝΗΣ ΧΑΤΖΗΓΙΩΡΓΗ

Φωτογραφία: O Δούρειος ίππος στον λαιμό αρχαϊκού αμφορέα του 650 π.Χ., στο Μουσείο Μυκόνου.  

Την Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν την είδα στον θερινό της γειτονιάς καθισμένη σε καρέκλα του κυλικείου, που μου έδωσε συνωμοτικά ο ευγενέστατος κύριος που κόβει τα εισιτήρια, καθώς τυγχάνω τακτική πελάτισσα. Ο κυλικειάρχης ήταν πανευτυχής -τέτοια πούληση δεν έχει ξανακάνει όλα τα χρόνια- ο υπεύθυνος προβολής επίσης, επηρεασμένος από τις εισπράξεις του κυλικειάρχη και από ένα σημάδι αλάνθαστο, κατά την πείρα του, ότι κάποιοι βρίσκονται να χειροκροτήσουν στο τέλος. Η προβολή, χωρίς την τεχνολογία με την οποία έχει γυριστεί η ταινία και μπορεί να αποδώσει μόνο στους κλειστούς κινηματογράφους με τα αντίστοιχα μηχανήματα, ήταν επίπεδη, χωρίς την ψευδαίσθηση των τριών διαστάσεων, που υποτίθεται κάνει τον θεατή να μπαίνει μέσα στη δράση. Ήμασταν όλοι απέξω, οι πολλοί στις κανονικές, βουλιαγμένες και τριζάτες καρέκλες σκηνοθέτη και οι ολίγοι μιλημένοι στις ψάθινες του κυλικείου. Ήχοι της νύχτας. Αερόπλανα που περνούν, μακρινά λαϊκά τραγούδια, σκνίπες που βουίζουν ετοιμάζοντας επίθεση, πατατάκια που θρυμματίζονται κάτω από τις σιαγόνες.

Και να, βαράει με άχτι το ραβδί του ο ραψωδός, σαν να θέλει να διώξει τα ποντίκια, κι αρχίζει ν’ απαγγέλλει άνευρα, χωρίς κι ο ίδιος να δίνει πολλή σημασία. Βαράει το ραβδί σαν να λέει στους μνηστήρες, «ακούστε ρεμάλια»! Ντουπ, ντουπ, ξαναλέω: «ρεμάλια σκάστε και ακούστε». Τα ρεμάλια, ντιπ. Βαράει για μας, αλλά η φωνή του χωρίς μέτρο, χωρίς παύσεις, αδυνατεί να ερμηνεύσει τα λόγια. Ντουπ, ντουπ, απορία ψάλτου, ντουπ!

Κι ύστερα άρχισαν να ξετυλίγονται τα προσωπικά ευρήματα του σκηνοθέτη. Η μιγάδα Αθηνά-Ζεντάγια ακολουθεί παρά πίσω και στο πλάι τον Οδυσσέα και δεν του μιλάει σαν τρομερή θεά, αλλά σαν έμπιστη υπηρέτρια που απέκτησε θάρρητα με τα χρόνια. Ο Πολύφημος παρουσιάζεται άτριχος και κακόμοιρος γίγαντας. Ο Οδυσσέας δεν έχει καμία ευκαιρία να κοροϊδέψει τον αγροίκο, παίζοντας με τη γλώσσα και θρυλικά ονομάζοντας τον εαυτό του Κανένα. Η Κίρκη ιδρωκοπάει για να στραβώσει τα πρόσωπα των συντρόφων και να τραβήξει από αυτά μουσούδες χοίρων. Αμ’αν είχαν τόσο κόπο τα μαγικά, δεν θα υπήρχαν μάγισσες, κυρ-σκηνοθέτη, μασατζούδες θα υπήρχαν, στα ανθυγιεινά και βαρέα! Δεν θα σχολιάσω την σούπα που σερβίρει η Κίρκη, γιατί είναι για να σιχαθείς το φαγητό και να αρχίσεις να τρέφεσαι με άγρια χόρτα σαν τον Άγιο Γιάννη τον νηστευτή.

Η Ελένη, όπως ήταν γνωστό πολλούς μήνες πριν κυκλοφορήσει η ταινία, είναι μαύρη, κινηματογραφημένη καθόλου όμορφη -αν και η ηθοποιός που την υποδύεται είναι καλή ηθοποιός και μάλλον εμφανίσιμη- και έχει φυσικά μαύρη και ασκημότατη κι αυτή, την αδελφή της Κλυταιμνήστρα, που έχει όλα τα κακά μαζωμένα, μια και ραδιούργα και στυγερή φόνισσα. Το πώς έγινε τόσο κακό γι’ αυτήν την ωραία Ελένη, ουδείς μπορεί να καταλάβει, εκτός από τον χρηματοδοτικό μηχανισμό της παραγωγής, που λογαριάζει τις ποσοστώσεις υπο-εκπροσωπούμενων ομάδων της αμερικανικής κοινωνίας στις ταινίες του Χόλυγουντ και το αναμενόμενο και τόσο επιθυμητό σκάνδαλο υποτιθέμενης ιεροσυλίας. Άρα, μιγάδα και η Ηλέκτρα, μιγάς και ο Ορέστης, μιγάς ο οίκος των Ατρειδών και απορίας άξιον, τι περιμένουν και δεν διαμαρτύρονται οι Πελοποννήσιοι.

Δεν θα σταθώ στο υφαντό της Πηνελόπης, σκέτο κι απλούστατο σαν γύφτικο. Αυτό, καλέ μου, δεν το ξηλώνεις για να το ξαναφτιάξεις, το δίνεις στις αρχάριες για να μάθουν κι ύστερα το βάζεις στην κουζίνα για πατάκι. Ας πούμε μόνο ότι η Πηνελόπη μοιάζει με Πηνελόπη. Από τις κατακτήσεις του Οδυσσέα, η άπραγη Ναυσικά κόπηκε και η έμπειρη Καλυψώ που έμεινε, περιφέρεται βαριεστημένη με διχτυωτό φόρεμα παραλίας σαν σε διαφήμιση για εξωτικά ταξίδια. Σαν έρωτας του Σαββατοκύριακου που παρατράβηξε και πρέπει ο εραστής να βρει τρόπο να το σκάσει.

Το σημείο όμως, που η φαντασία του σκηνοθέτη έφτασε στο αποκορύφωμά της, ήταν ο Δούρειος ίππος. Τον σκέφτηκε σε στάση καλπασμού, παραγεμισμένο με τους πολεμιστές, που είναι ένα θαύμα πώς στέκονταν τις μακρές ώρες μέχρι να αποφασίσουν οι Τρώες, τί ήταν το παράξενο κατασκεύασμα κι αν θα το μπάσουν μέσα στα τείχη. Οι γλύπτες για να στηρίξουν άγαλμα σε καλπασμό, έπρεπε να εφεύρουν κορμούς δέντρων, κολώνες κάτω από την κοιλιά, μορφές που στέκονται δίπλα και δημιουργούσαν μια κάποια βάση. Ο σκηνοθέτης πρωτοπόρησε. Έβαλε το άλογο σούζα και τους πολεμιστές σαν τα τσαμπιά να χτυπιούνται με κάθε πτώση και τραμπάλισμα, ενώ οι Τρώες παιδεύονταν να τραβήξουν το θηριώδες ομοίωμα με κατρακύλια. Η αρχαϊκή εικονογραφία είχε λύσει το ζήτημα πολύ βολικά, βάζοντας ρόδες στα πόδια του ίππου, μέχρι και παραθυράκια για να βλέπουμε εμείς το εσωτερικό και να παίρνουν και μια ανάσα οι εγκλωβισμένοι. Ευκολία για τους Τρώες, άνεση για τους πονηρούς Έλληνες. Αλλά είπαμε, ο σκηνοθέτης προκαλεί τη βαρύτητα και τις συμβάσεις. Σε μια από τις αμέτρητες συνεντεύξεις που έδωσαν οι συντελεστές της ταινίας, κάποιοι αναγνώρισαν την τόλμη του, γιατί μπήκε μέσα κι αυτός μαζί με τους ηθοποιούς και για να τους βάλει στο κλίμα τους ζήτησε να αναλογιστούν τι σημαίνει στενή συνύπαρξη για πολλές μέρες, το πόσο ευώδης από τις φυσικές ανάγκες και καλαίσθητη μπορεί να είναι η συνύπαρξη αυτή. Σε κανονικές συνθήκες, έξω από τον ποιητικό χώρο, αυτό που οραματίστηκε ο σκηνοθέτης ως ακραία ταλαιπωρία για τον ιερό σκοπό της άλωσης, θα μπορούσε να περιγραφεί ως κτηνωδία, ή σύμφωνα με κάποιες κακές γλώσσες, διαδρομή του πρώην ΟΑΣΘ, όταν κλείνει ο περιφερειακός και το μετρό ταυτοχρόνως.

Μία σχολή σκέψης πιστεύει ότι, ό,τι ντόρος γίνεται για κάτι ελληνικό, είναι καλό για τον τουρισμό, ασχέτως αν πρόκειται για κακοποίηση ή επικοινωνιακή σαπουνόφουσκα. Και επικοινωνιακή στρατηγική υπήρξε, καλοσχεδιασμένη και πολυδάπανη, ίσως περισσότερο κι από την ίδια την παραγωγή της ταινίας. Δεν καταλαβαίνω ωστόσο στα καθ’ ημάς, γιατί ο τουρισμός πρέπει να παίζει τέτοιο ρυθμιστικό ρόλο στη ζωή και τη σκέψη μας. Η Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν δεν είναι τίποτα περισσότερο από τις ιδέες που κατέβασε η κεφαλή του Νόλαν με αφορμή ένα ελληνικό ποίημα αξεπέραστης απλότητας, δύναμης και ομορφιάς, που και αγράμματος να είσαι, καταλαβαίνεις το μεγαλύτερο μέρος των λέξεων που διαβάζεις στο πρωτότυπο, ακόμα και σήμερα. Πόσα επίθετα, πόσες εικόνες, πόση μαστοριά στην αφήγηση, που σ’ αρπάζει και σε κρατάει. Ο Νόλαν χρειάζεται τα ειδικά εφέ, χρειάζεται τα σκάνδαλα και τη χοντροκοπιά για να καταλαβαίνει ο μέσος θεατής της χώρας του και όλων των χωρών, στο βαθμό που επηρεάζονται από την αμερικανική βιομηχανία του θεάματος. Από την άλλη, μπορούν οι σημερινοί Έλληνες σκηνοθέτες να φτιάξουν κάτι το ίδιο θεαματικό πάνω στην Οδύσσεια και ν΄ ακουστούν σε τέτοια έκταση; Θέαμα δεν μπορούν να φτιάξουν. Ακροατήριο μεγάλο δεν μπορούν να εξασφαλίσουν. Μπορούν όμως να ερμηνεύσουν ποιητικά το αξεπέραστο ποίημα, διότι, σε αντίθεση με τον σκηνοθέτη που ξεπουλάει, ο Οδυσσέας ζει ακόμα μέσα στη γλώσσα μας, το πολύτροπο και πολυμήχανο πνεύμα του υπάρχει, όχι συχνά, όμως υπάρχει. Τον Οδυσσέα τον ξέρουμε, τον αναγνωρίζουμε στα πιο απίθανα σημεία του κόσμου και όπου μανιασμένη θάλασσα και θεοί ενάντιοι, βρίσκει τη λύση και παλεύει. Υπάρχει κι ένας λόγος ακόμα. Όλη η ηλιθιότητα και η ανικανότητα της φυλής μας μαζεύτηκε σαν από κακό μάτι τα τελευταία χρόνια και κοντεύει να μας σβήσει από το χάρτη. Ο Οδυσσέας είναι κι η ελπίδα. Δεν μπορούμε κατά βάθος να πιστέψουμε ότι δεν θα ξυπνήσει κι ότι είναι δυνατόν να καταστραφούμε για τα καλά. Για τους ξένους, είναι ένας ήρωας σε ταινία δράσης. Για τους Έλληνες είναι ποίηση και πίστη.

 

 

 

spot_img

3 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Από κάτι τέτοιες ευήθεις μεταφορές στον Κινηματογράφο κλασικών ελληνικών ιστοριών ή μυθολογιών , ας καταλαβαίνουμε την καλλιτεχνική αδεία προσπάθεια των μη Ελλήνων, να θαμπώσουν το ανέσπερο φως του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού .
    Ελπίζουμε να υποχρεώσουν τους φιλομαθείς και φιλίστορες συνανθρώπους -και περισσότερους Έλληνες- να διαβάσουν την ΟΔΥΣΣΕΙΑ του Ομήρου-κάτι που είναι κέρδος για το γένος των Ελλήνων-.

  2. Η προσπάθεια εκχριστιανισμού, που επιχειρεί ο Νόλαν είναι προς τη σωστή κατεύθυνση, κατά την άποψη μου, αλλά αναιρείται από την επιμονή στο μυθολογικό, αλλά και το βίαιο τέλος των μνηστήρων, που θα μπορούσε να αποφευχθεί, με άλλο τρόπο, παρόμοιο με την αναφορά στη θεά Αθηνά – θύμα της σφαγής στην Τροία, που με φροϋδικά κριτήρια, ερμηνεύεται η παρουσίας της στην ταινία. Πρόβλημα αποτελεί πιστεύω, η πολιτική της συμπερίληψης, ως υστερικής, αυταρχικής υπερβολής, ενώ η ισότητα βασίζεται, στη δικαιοσύνη και τον αμοιβαίο σεβασμό.

    Επίσης ο Νόλαν δανείζεται από το Βιργίλιο, τον «εθνικό ποιητή» των Ρωμαίων, τον Σίνωνα, με τον οποίο συνομιλεί ο Οδυσσέας στον Άδη, αντί για τον Αχιλλέα!! Χάνεται με αυτόν τον τρόπο, η παιδαγωγική ευκαιρία, να αναδειχθεί το αντιπολεμικό μήνυμα του έργου, μέσα από τα λόγια του Αχιλλέα. Είναι η πολεμική αρετή, η πολεμική ανδρεία, η οδός της αθανασίας και με πιο κόστος; Χάνεται η ευκαιρία, να συνομιλήσει το έργο, με την ταινία Τροία του Βόλφγκανγκ Πέτερσεν και συγκεκριμένα με τη σκηνή, όπου ο Αχιλλέας συνομιλεί με τη μητέρα του. Στη σκηνή ο ομηρικός ήρωας, πρέπει να επιλέξει ανάμεσα σε μια μακρά, ήσυχη ζωή χωρίς δόξα ή έναν σύντομο θάνατο στην Τροία, που θα του εξασφάλιζε «κλέος άφθιτον». Επιλέγει συνειδητά τη δόξα και τον θάνατο. Στον Άδη καταλαβαίνει εκ των υστέρων, πως καμία δόξα δεν αξίζει περισσότερο, από την ίδια τη ζωή.

    Ο Βόλφγκανγκ Πέτερσεν σεβάστηκε τον Όμηρο και την Ελλάδα, ο Νόλαν και το πολιτικό μας σύστημα (εάν υπάρχει) όχι. Ο Κρίστοφερ Νόλαν στην ταινία Οπενχάιμερ ή στην ταινία Δουνκέρκη, σεβάστηκε τις ιστορίες που αφηγήθηκε, δεν φλέρταρε με την πολιτική ορθότητα. Η ταινία έχει αρετές, αλλά μπορούμε να αδιαφορήσουμε, για τον τρόπο που μας αντιμετώπισαν; Όταν κάνουμε μια σύγκριση, με την αντιμετώπιση της ιαπωνικής ιστορίας, στον Τελευταίο Σαμουράι, η διαφορά δεν είναι χαοτική;

  3. Ποῦ θὰ βροῦμε ἀνάλυση τῆς Ὀδύσσειας, ἀπὸ φιλολόγους, φιλοσόφους, μελετητές, ποὺ νὰ μᾶς ρίξουν φῶς στὸ σκοτάδι τῆς σημερινῆς προσέγγισης στὰ νοήματα τοῦ πρωτότυπου κειμένου, καὶ νὰ μᾶς θυμίσουν γιατί εἶχε καταγραφεῖ καὶ ἐμπνεύσει ἀνὰ τοὺς αἰῶνες τοὺς ἀκροατὲς καὶ ἀναγνῶστες του. Ὄχι ὡς πολεμικὸ ἀνάγνωσμα ἀλλὰ πιθανὸν ὡς ὁδηγὸς αὐτογνωσίας.
    Μὲ ἕναν τρόπο ποὺ ἡ ψυχὴ μπορεῖ νὰ στήνει ἐμπρός τούς Λαιστρυγόνες καὶ τοὺς Κύκλωπες, μὲ ἕναν ἄλλο τρόπο ἡ ἴδια ἡ ψυχὴ μπορεῖ νὰ μὴν τοὺς στήνει,
    «αν μέν’ η σκέψις σου υψηλή, αν εκλεκτή
    συγκίνησις το πνεύμα και το σώμα σου αγγίζει», ὅπως συστήνει ὁ ποιητής.

    Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ, «Ιθάκη» [1911]

    Τί σημαίνει ἡ χώρα τῶν Λωτοφάγων καὶ οἱ γλυκεῖς λωτοὶ ποὺ φέρνουν ἀμνησία; Πόσο σημαντικὸ ἦταν γιὰ τὸν Ὀδυσσέα νὰ μὴν ξεχάσει ποιός εἶναι καὶ ποιός εἶναι ὁ δρόμος του; Πόσο μᾶς ἀγγίζει σήμερα ἡ λωτοφαγία στὴ χώρα μας;

    Δὲν χρειάζονται ἀληθινοὶ πόλεμοι μὲ ὅπλα βαρειά, ἡ καθημερινότητα στὴν φιλήσυχη ζωή μας παρουσιάζει ἀνάγκη ἑτοιμότητας πολεμικῆς, κάποια ἀπὸ τὰ τεχνάσματα τοῦ πολυμήχανου καὶ πολύτροπου Ὀδυσσέα καὶ ὄχι αὐτὸ τὸ ἠχητικὸ καὶ ὀπτικὸ κλωτσομπουνίδι τῆς ταινίας, παρ’ ὅτι εἶναι μία πολὺ καλογυρισμένη παραγωγή. Πόσα νοήματα ἄραγε ἀφηγεῖται ἡ Ὀδύσσεια τοῦ Νόλαν καὶ πόσα μένουν στοὺς θεατές, ποιά νοήματα φανερὰ καὶ κρυφὰ στὴν διήγηση τοῦ Ὁμήρου καὶ ποιά στὴν κατὰ Νόλαν ταινία;
    Τὸ πιὸ χαριτωμένο ποὺ διάβασα γιά τίς μεταφράσεις : μήπως ἡ μετάφραση γιὰ τὰ ἀδέλφια τῆς Ὡραίας Ἑλένης ἦταν Διόσκουροι = δυὸ σκοῦροι καὶ γι αὐτὸ κι αὐτὴ προέκυψε σκοῦρα στήν ταινία.

Comments are closed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
50,900ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα