Μου έκανε μεγάλη εντύπωση ο τρόπος που η Νέα Δημοκρατία έσπευσε να κατηγορήσει την αξιωματική αντιπολίτευση ότι ετοιμάζει παρεμβάσεις στις παρελάσεις και «επεισόδια».

Και μου έκανε εντύπωση αφ’ ενός γιατί μέχρι την ανακοίνωσή της δεν είχε πάρει διαστάσεις να συζητείται ευρέως στη δημόσια σφαίρα κάτι τέτοιο, αλλά και γιατί η κυβέρνηση επέλεξε να «σηκώσει» αυτό το θέμα, δηλαδή να ανοίξει τη συζήτηση αυτή.

Νομίζω ότι ο λόγος που το έκανε είναι γιατί θέλει να δημιουργήσει στην κοινωνία έναν συνειρμό με την προηγούμενη δεκαετία, τότε που είχαμε μια κοινωνία βαθιά διαιρεμένη, ουσιαστικά έναν ακήρυκτο «εμφύλιο πόλεμο», που πήρε διάφορες μορφές, ακόμη και μέχρι του σημείου να διακοπεί η παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου το 2011 στη Θεσσαλονίκη. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί και η φρασεολογία που χρησιμοποίησε στην ανακοίνωσή της μιλώντας περί προσπάθειας δημιουργίας «νέων ‘αγανακτισμένων’ και μπαχαλοποίησης».

Όντως σήμερα μεγάλο μέρος της κοινωνίας είναι κουρασμένο από εκείνη την περίοδο, την οποία θυμάται και με μια θλίψη και ένα φόβο, και δεν θέλει να επιστρέψει. Θέλει, για να χρησιμοποιήσω μια τετριμμένη πια -αλλά και παρεξηγημένη- έκφραση κάποια «κανονικότητα».

Μόνο που αυτή τη φορά δεν μιλάμε για κάτι τέτοιο. Οι συνθήκες, ευτυχώς, είναι πολύ διαφορετικές και σε κάθε περίπτωση η όποια «κανονικότητα» ούτε τόσο εύθραυστη είναι, ούτε στο όνομά της μπορεί κανείς να τρομοκρατεί και να ζητά απεμπόληση κάθε δικαιώματος για αντίδραση σε πολιτικές άδικες ή αναποτελεσματικές.

Αυτό που έχουμε σήμερα είναι μια κοινωνία βαθιά δυσαρεστημένη από την κυβέρνηση για την ακρίβεια, για τη στεγαστική κρίση, για την κατάσταση με την εγκληματικότητα, για τον τρόπο που θεσμοθετήθηκαν τα ιδιωτικά σουπερμάρκετ πτυχίων, για τα απογευματινά χειρουργεία με «νόμιμα φακελάκια», για τα προβλήματα με το κράτος δικαίου, για τις υποκλοπές, για την αλαζονεία αρκετών υπουργών.

Παρουσιάζοντας η κυβέρνηση αυτή την εύλογη δυσαρέσκεια της πλειοψηφίας της κοινωνίας, ως «παραταξιακή», «τοξική» και «εμφυλιοπολεμική», ή εμφανίζοντάς την ως καθοδηγούμενη από την αξιωματική αντιπολίτευση, παρότι γνωρίζει πολύ καλά ότι η δυσαρέσκεια σήμερα είναι πολύ ευρύτερη από την περιορισμένη συγκριτικά επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ, ουσιαστικά προσπαθεί να την παρουσιάσει σαν κάτι διαφορετικό και μικρότερο από αυτό που είναι πραγματικά.

Και δεν είναι η πρώτη φορά που καταφεύγει σε τέτοιες μεθόδους. Ρητορική που θύμιζε αλήστου μνήμης εποχές είχε χρησιμοποιήσει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος και για τις κινητοποιήσεις των φοιτητών μιλώντας πάλι για προβοκάτσιες της Αριστεράς, η οποία όπως είπε «επιδιώκει διαχρονικά τη δημιουργία έντασης», σε μια προσπάθεια συκοφάντησης του φοιτητικού κινήματος.

Στη διαμόρφωση βέβαια της εικόνας ενός ανούσιου «κομματικού καυγά» –βοήθησε αυτή τη φορά και η ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ που ζήτησε παρέμβαση Εισαγγελέα για όσα τον κατηγορεί η ΝΔ– κάτι που ξέρουμε ότι πια δεν περνάει στην κοινωνία και ουσιαστικά συμβάλλει στον αποπροσανατολισμό από τα πραγματικά προβλήματα και τις αιτίες που προκαλούν κοινωνικές αντιδράσεις.

Γι’ αυτόν τον λόγο και σήμερα έχει σημασία να επαναφέρουμε τον πολιτικό διάλογο στις πραγματικές διαστάσεις του και σε ένα επίπεδο που δεν προσβάλει τη νοημοσύνη των πολιτών.

Και αυτές δεν είναι ένας κλασικός καυγάς μεταξύ κομμάτων. Ούτε οι κραυγές στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Το κρίσιμο ζητούμενο σήμερα είναι το να επανέλθει η πολιτική συζήτηση στην κανονικότητά της.

Αυτή που λέει ότι μια κυβέρνηση δεν μπορεί να κυβερνά ενάντια στη βούληση της κοινωνίας, ιδίως όταν αυτή καταγράφεται με διάφορους τρόπους.

Ότι όταν καταγράφεται πλειοψηφική απόρριψη μέτρων, αυτά δεν πρέπει να προωθούνται.

Ότι οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις πρέπει να προωθούνται με διάλογο και όχι πυγμή.

Ότι η κυβέρνηση και οι υπουργοί δεν μπορούν να κινούνται ως να έχουν εξασφαλισμένη ατιμωρησία.

Ότι οι διαδηλώσεις, οι απεργίες, οι φοιτητικές καταλήψεις δεν είναι «ανομία», αλλά τρόποι διεκδίκησης και αντίδρασης σε πολιτικές που θίγουν θεμελιώδη κοινωνικά δικαιώματα.

Ότι υπάρχει κάτι που λέγεται κράτος δικαίου οι αρχές και οι κανόνες του οποίου δεν πρέπει να παραβιάζονται, ότι γίνεται σεβαστή η ελευθερία του Τύπου, ότι δεν επιχειρείται συγκάλυψη σκανδάλων όπως αυτό των υποκλοπών.

Και εάν επανέλθει η πολιτική συζήτηση σε αυτού του είδους την κανονικότητα, τότε θα αποκτήσουν και οι πολίτες εμπιστοσύνη ξανά στη Δημοκρατία και δεν θα εναποθέτουν τις ελπίδες τους στον «Κανένα».

in.gr