Κοινό άρθρο Βούτσιτς και Ράμα για την ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων

Η κοινή παρέμβαση του πρωθυπουργού της Αλβανίας Έντι Ράμα και του προέδρου της Σερβίας Αλεξάντερ Βούτσιτς στη γερμανική εφημερίδα Frankfurter Allgemeine Zeitung αποτελεί μια σαφή πολιτική τοποθέτηση υπέρ της επιτάχυνσης της ευρωπαϊκής ενσωμάτωσης των Δυτικών Βαλκανίων.

Οι δύο ηγέτες, παρά τις διαφορετικές αφετηρίες και τις γνωστές περιφερειακές εντάσεις, εμφανίζονται με κοινό λόγο για το μέλλον της περιοχής, υποστηρίζοντας ότι η διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν είναι πράξη γενναιοδωρίας, αλλά στρατηγική επένδυση για την ίδια την Ευρώπη.

Στο άρθρο τους τονίζουν ότι η στασιμότητα των τελευταίων ετών υπονομεύει την αξιοπιστία της ευρωπαϊκής προοπτικής και προτείνουν ένα ενδιάμεσο μοντέλο ταχύτερης ενσωμάτωσης στην ενιαία αγορά και στον χώρο Σένγκεν, χωρίς άμεσες θεσμικές ανατροπές εντός της ΕΕ.

Ακολουθεί μετάφραση του άρθρου:

Από την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, ελάχιστα γεγονότα έχουν μεταμορφώσει την Ευρωπαϊκή Ένωση τόσο βαθιά όσο η διεύρυνσή της. Επεκτείνοντας τους θεσμούς, τους κανόνες και τις αγορές της σε νέα μέλη, η ΕΕ συνέβαλε στην εδραίωση της δημοκρατίας, της σταθερότητας και της ευημερίας σε μεγάλα τμήματα της ηπείρου. Κανένα άλλο πολιτικό εργαλείο δεν έχει αλλάξει την Ευρώπη τόσο ριζικά και τόσο ειρηνικά.

Ωστόσο, από το 2013 κανένα νέο μέλος δεν έχει ενταχθεί στην ΕΕ. Παρότι αυτό δεν αντανακλά απαραίτητα έλλειψη δέσμευσης, αλλά ένα πιο σύνθετο περιβάλλον – εσωτερικές μεταρρυθμίσεις, γεωπολιτικές εντάσεις, θεσμικούς περιορισμούς και θεμιτές ανησυχίες στα κράτη-μέλη – η σκληρή αλήθεια παραμένει: αυτή η θλιβερή και αποθαρρυντική πραγματικότητα διαρκεί ήδη υπερβολικά πολύ.

Τα επιτεύγματα του ευρωπαϊκού εγχειρήματος είναι αδιαμφισβήτητα. Καμία γενιά Ευρωπαίων δεν έχει βιώσει τέτοια ειρήνη, τέτοια κινητικότητα και τέτοια ευημερία. Η διεύρυνση διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο, επεκτείνοντας μια κοινότητα που βασίζεται στη δημοκρατία, το κράτος δικαίου και την οικονομική συνεργασία.

Οι ανησυχίες έχουν βαρύτητα 

Στο δικό μας τμήμα της Ευρώπης, στα Δυτικά Βαλκάνια – μια περιοχή που περιβάλλεται γεωγραφικά από την ΕΕ και είναι ιστορικά συνδεδεμένη με την ευρωπαϊκή μοίρα – η προοπτική της ένταξης παραμένει ο ισχυρότερος μοχλός για μεταρρυθμίσεις, επενδύσεις και συμφιλίωση. Η ΕΕ συνεχίζει να είναι βαθιά δεσμευμένη μέσω χρηματοδοτικής στήριξης, πολιτικού διαλόγου και τομεακής ενσωμάτωσης. Γι’ αυτό είμαστε ευγνώμονες.

Ωστόσο, η μετασχηματιστική δύναμη της πλήρους ένταξης δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί. Είναι πλέον καιρός η ΕΕ να αναγνωρίσει ότι στα Δυτικά Βαλκάνια βρίσκεται μια νέα γραμμή επένδυσης στη δική της ισχύ.

Πολλοί Ευρωπαίοι αναρωτιούνται αν η ΕΕ μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά με σημαντικά περισσότερα μέλη. Οι ανησυχίες για τη διαδικασία λήψης αποφάσεων, τη θεσμική ισορροπία και την πολιτική συνοχή είναι θεμιτές. Ηγέτες στο Παρίσι, το Βερολίνο και αλλού έχουν τονίσει ότι ενδέχεται να απαιτούνται εσωτερικές μεταρρυθμίσεις της ΕΕ ώστε μια διευρυμένη Ένωση να παραμείνει ικανή να ενεργεί αποφασιστικά.

Δεν είμαστε αφελείς. Τα επιχειρήματα αυτά έχουν βαρύτητα. Έχουμε μάθει – συχνά με δύσκολο τρόπο – πόσο δύσκολο είναι να πειστούν όλα τα κράτη-μέλη να επιταχύνουν τις ενταξιακές μας διαδικασίες και πόσο εύκολα μπορεί να μπλοκαριστεί η πρόοδος, συχνά για λόγους που εδράζονται σε εσωτερικές πολιτικές σκοπιμότητες μεμονωμένων κρατών-μελών.

Ωστόσο, το να λέγεται στις υποψήφιες χώρες ότι πρέπει να περιμένουν τις μεταρρυθμίσεις της ΕΕ πριν μπορέσουν να ενταχθούν, θα ισοδυναμούσε με κλείσιμο της πόρτας: ακόμη περισσότερες πανηγυρικές ομιλίες που επαναβεβαιώνουν τη δέσμευση για νέα μέλη, ενώ στην πράξη συμβαίνει ελάχιστα ή τίποτα. Αυτό θα ήταν λάθος, αντιπαραγωγικό και, στις σημερινές συνθήκες, ακόμη και επικίνδυνο.

Οι μεταρρυθμίσεις απαιτούν εναρμόνιση με τα πρότυπα της ΕΕ σχεδόν σε κάθε τομέα της δημόσιας ζωής. Πρόκειται για μια δαπανηρή και πολιτικά δύσκολη διαδικασία – αλλά υλοποιείται, διότι ο στόχος αξίζει.

Επώδυνες μεταρρυθμίσεις

Οι δύο χώρες μας και ολόκληρη η περιοχή – με όλες τις διαφορές και τις κοινές της προκλήσεις – έχουν αλλάξει με τρόπους που πριν από μία δεκαετία θα φάνταζαν αδιανόητοι. Όμως οι μεταρρυθμίσεις και η πρόοδος δεν μπορούν να στηρίζονται μόνο στην πίστη.

Σε τμήματα των Δυτικών Βαλκανίων, ο ενθουσιασμός για την ΕΕ παραμένει παρά τις οδυνηρές απογοητεύσεις. Οι Αλβανοί είναι και παραμένουν αισιόδοξοι. Οι Σέρβοι είναι πιο σκεπτικοί. Ωστόσο, υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής στην περιοχή: οι πολίτες πρέπει να δουν ότι η διαδικασία είναι αξιόπιστη και ότι η ένταξη μπορεί να επιτευχθεί σε εύλογο χρονικό ορίζοντα.

Συντάξαμε από κοινού αυτό το άρθρο, αναγνωρίζοντας ότι η Ευρώπη σήμερα επιδιώκει δύο εξίσου θεμιτούς στόχους: οι υποψήφιες χώρες αναζητούν έναν ρεαλιστικό δρόμο προς την πλήρη ένταξη. Τα κράτη-μέλη επιθυμούν να διαφυλάξουν τη λειτουργικότητα και την ενότητα της ΕΕ.

Αυτή η ένταση δεν χρειάζεται να είναι παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος. Με φαντασία και πολιτική βούληση μπορεί – και πρέπει – να μετατραπεί σε στρατηγική ευκαιρία. Γι’ αυτό υποστηρίζουμε την επιταχυνόμενη ενσωμάτωση καλά προετοιμασμένων υποψήφιων χωρών στην ενιαία αγορά και στον χώρο Σένγκεν. Αυτό θα μπορούσε να προσφέρει απτά οφέλη στους πολίτες και ταυτόχρονα να ενισχύσει την οικονομική και γεωπολιτική θέση της ΕΕ, χωρίς να επιβαρύνει την αρχιτεκτονική λήψης αποφάσεων ή να μεταβάλει τη θεσμική της ισορροπία.

Αμοιβαία οφέλη

Μια τέτοια προσέγγιση δεν θα συνεπαγόταν δικαιώματα βέτο ούτε πρόσθετους επιτρόπους, ευρωβουλευτές ή αλλαγές στις δομές ψηφοφορίας. Είμαστε πεπεισμένοι ότι αυτό θα μετρίαζε τις ανησυχίες εκείνων των κρατών-μελών που εμφανίζονται διστακτικά απέναντι σε μια ευρύτερη διεύρυνση – ιδίως επειδή θα τους ήταν ευκολότερο να παρουσιάσουν τη διαδικασία πειστικά στις κοινωνίες τους.

Η διεύρυνση της ΕΕ δεν υπήρξε ποτέ πράξη φιλανθρωπίας. Ήταν μια επένδυση αμοιβαίου οφέλους. Η ΕΕ απέκτησε αγορές, ταλέντα, στρατηγικό βάθος και πολιτική σταθερότητα. Τα νέα μέλη απέκτησαν ευημερία, ασφάλεια και φωνή στη διαμόρφωση της Ευρώπης.

Πάνω απ’ όλα, η ειρήνη στην ήπειρό μας ενισχύθηκε σε βαθμό πρωτοφανή στην ευρωπαϊκή ιστορία. Οι αντίπαλοι της Ευρώπης τρέφονται από αφηγήματα παρακμής και διαίρεσης. Η ισχύς της Ευρώπης προερχόταν πάντοτε από την ικανότητά της να μετατρέπει τις κρίσεις σε ενοποίηση και την ποικιλομορφία σε ενότητα.

Το επόμενο κεφάλαιο αυτής της ιστορίας δεν έχει ακόμη γραφτεί. Με προσεκτικό σχεδιασμό, αμοιβαία εμπιστοσύνη και ανανεωμένο πολιτικό θάρρος, μπορεί να εξελιχθεί σε μια νέα ευρωπαϊκή ιστορία επιτυχίας – όχι μόνο για τα Δυτικά Βαλκάνια, αλλά για την Ευρώπη στο σύνολό της.

Ο Έντι Ράμα είναι πρωθυπουργός της Αλβανίας και ο Αλεξάντερ Βούτσιτς πρόεδρος της Σερβίας.

Himara

spot_img

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. ΜΕ ”Ενιαία αγορά και Σένγκεν ” , θα γέμιζαν οι χώρες της Ε.Ε από Αλβανοσέρβους και προϊόντα Αλβανικά και Σέρβικα , ενώ οι ηγέτες των κρατών αυτών θα ασκούσαν ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική ,”φιλότουρκη και φιλορωσική” .
    Ποιο κράτος από τα 27 της Ε.Ε δεν θα έβαζε βέτο για τέτοια εξέλιξη;;;.
    Οι ”νηστικοί” κ.κ. Ράμα και Βούσιτς καρβέλια (πολλά τα λεφτά γιατί) ονειρεύονται .

Leave a Reply to Σ.Α.Ν Ακύρωση απάντησης

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.

Διαβάστε ακόμα

Stay Connected

2,900ΥποστηρικτέςΚάντε Like
2,767ΑκόλουθοιΑκολουθήστε
48,500ΣυνδρομητέςΓίνετε συνδρομητής

Τελευταία Άρθρα