JINSA INSIGHT • 5 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2026

Του Yoni Tobin | Ανώτερος αναλυτής πολιτικής του JINSA
Πρόσφατα ιδρύθηκε ένα νέο κέντρο σε ένα μικρό πανεπιστήμιο του Τέξας. Παρά το φαινομενικά περιορισμένο προφίλ του, συγκεντρώνει κάτω από την ίδια στέγη κυβερνήσεις και ηγετικά στελέχη της βιομηχανίας ενός αναδυόμενου διεθνούς ενεργειακού άξονα.
Το νέο Κέντρο Ενέργειας Ανατολικής Μεσογείου (Eastern Mediterranean Energy Center – EMEC) ενώνει σε έναν ενιαίο φορέα όλους τους εταίρους της Ανατολικής Μεσογείου που είναι ευθυγραμμισμένοι με τις Ηνωμένες Πολιτείες —την Κύπρο, την Ελλάδα και το Ισραήλ— μαζί με τις ίδιες τις ΗΠΑ, στο παγκόσμιο κέντρο της ενεργειακής βιομηχανίας: το Χιούστον του Τέξας. Πρόκειται για τον πρώτο επίσημο θεσμό της τετραμερούς συνεργασίας, έπειτα από χρόνια εκτεταμένων επαφών. Τους τελευταίους μήνες η συνεργασία αυτή περιέλαβε ευρείες αμυντικές συμφωνίες και πολυμερείς συναντήσεις μεταξύ των κοινοβουλίων των τεσσάρων χωρών.
Στην άμεση γειτονιά της Ευρώπης, η Ανατολική Μεσόγειος αναδεικνύεται ολοένα περισσότερο σε βασική λύση για τα ευρωπαϊκά ενεργειακά προβλήματα. Η θαλάσσια περιοχή φαίνεται πλέον ότι διαθέτει αρκετά αποθέματα φυσικού αερίου και την απαραίτητη υποδομή —ιδίως τερματικούς σταθμούς υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) και αγωγούς— ώστε να καλύψει τις ευρωπαϊκές ανάγκες για δεκαετίες. Εάν αναλάβει αυτόν τον ρόλο, θα εξυπηρετηθούν θεμελιώδη αμερικανικά συμφέροντα: θα αφαιρεθεί από τη Μόσχα το ενεργειακό όπλο έναντι της Ευρώπης, θα ενισχυθούν οικονομικά οι Ευρωπαίοι εταίροι των ΗΠΑ και θα παγιωθεί η θέση της Αμερικής ως κορυφαίου προμηθευτή φυσικού αερίου της Ευρώπης.
Για να αξιοποιηθεί όμως το τεράστιο ενεργειακό δυναμικό της Ανατολικής Μεσογείου, η Ουάσιγκτον πρέπει να ηγηθεί δύο παράλληλων προσπαθειών. Πρώτον, να ανακόψει τις πολιτικές τάσεις που ενθαρρύνουν απομάκρυνση από εταίρους όπως η Κύπρος, η Ελλάδα και το Ισραήλ και στροφή προς τη Συρία και την Τουρκία ως μελλοντικούς ενεργειακούς κόμβους. Δεύτερον —και κυρίως— χρειάζεται αμερικανική επιρροή για να αποτραπούν νέες τουρκικές προσπάθειες αναχάραξης του θαλάσσιου χάρτη της Ανατολικής Μεσογείου προς όφελος της Άγκυρας και εις βάρος των εταίρων των ΗΠΑ.
Παλιές συνεργασίες, νέα πλατφόρμα
Στις 15 Ιουνίου, οι κυβερνήσεις της Κύπρου, της Ελλάδας, του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών ίδρυσαν από κοινού το EMEC στο Πανεπιστήμιο Rice του Χιούστον. Το κέντρο, τη δημιουργία του οποίου είχαν ζητήσει για πρώτη φορά Αμερικανοί νομοθέτες το 2019, θεσμοθετεί το μέχρι πρότινος άτυπο γεωπολιτικό σχήμα ΗΠΑ–Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, το λεγόμενο «3+1», που δραστηριοποιείται στην άμυνα και την ενέργεια. Οι τέσσερις χώρες συμφώνησαν να καταρτίσουν εντός του έτους λεπτομερή οδικό χάρτη μελλοντικών έργων.

Οι στόχοι του EMEC σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις: ανάπτυξη φυσικού αερίου και LNG, δίκτυα μεταφοράς, αξιοπιστία ηλεκτρικών δικτύων, ανθεκτικότητα κρίσιμων υποδομών και νέα έργα διασύνδεσης.
Η ατζέντα του EMEC είναι φιλόδοξη. Σύμφωνα με ενημέρωση του αμερικανικού Υπουργείου Ενέργειας, το κέντρο θα υποστηρίζει τη συνεργασία στην ανάπτυξη φυσικού αερίου, στις αμερικανικές υποδομές LNG, στα δίκτυα μεταφοράς ενέργειας, στην αξιοπιστία των ηλεκτρικών δικτύων, στην ανθεκτικότητα κρίσιμων υποδομών και στις αναδυόμενες τεχνολογίες. Θα διευκολύνει επίσης επιστημονικές και τεχνικές ανταλλαγές και την επαφή με φορείς της βιομηχανίας. Κατά την έναρξη λειτουργίας του συζητήθηκε και ο Great Sea Interconnector, ένα εκτεταμένο υποθαλάσσιο δίκτυο ηλεκτρικών καλωδίων που προορίζεται να συνδέσει την Κύπρο και το Ισραήλ, μέσω της Ελλάδας, με το ηλεκτρικό δίκτυο της ΕΕ και να μειώσει το ενεργειακό κόστος.
Οι δυνατότητες του νέου πολυμερούς οργανισμού, ο οποίος εδρεύει στην παγκόσμια πρωτεύουσα της ενεργειακής βιομηχανίας, είναι σημαντικές. Και οι τέσσερις χώρες προβλέπεται να αποτελέσουν βασικούς πυλώνες του Οικονομικού Διαδρόμου Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης (IMEC), ενός σχεδιαζόμενου δικτύου εμπορίου και υποδομών με ισχυρή ενεργειακή διάσταση, που θα σχηματίζει χερσαία και θαλάσσια γεωπολιτική γέφυρα μεταξύ Ευρώπης και Ασίας. Σε αντίθεση με το Φόρουμ Φυσικού Αερίου Ανατολικής Μεσογείου, το EMEC περιλαμβάνει τον ισχυρότερο δυνατό μοχλό περιφερειακής αλλαγής: τις Ηνωμένες Πολιτείες. Με τη δημιουργία του, η Ουάσιγκτον παύει επισήμως να είναι απλός παρατηρητής στην Ανατολική Μεσόγειο.
Το κλειδί της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας βρισκόταν μπροστά μας;
Η νέα δυναμική στην ενεργειακή σκηνή της Ανατολικής Μεσογείου αποτελεί ευχάριστη εξέλιξη για την Ευρώπη, η οποία διαθέτει ελάχιστες ελκυστικές μακροπρόθεσμες επιλογές για την κάλυψη των αναγκών της σε φυσικό αέριο.

Το έλλειμμα φυσικού αερίου της Ευρώπης: η κατανάλωση της ΕΕ παραμένει υπερπολλαπλάσια της ευρωπαϊκής παραγωγής.
Παρά τις δεσμεύσεις και τις προσπάθειές της να απεξαρτηθεί από τη ρωσική ενέργεια, η Ευρώπη εξακολουθεί να καταναλώνει μεγάλες ποσότητες ρωσικού φυσικού αερίου. Τον Δεκέμβριο του 2025 η Ευρωπαϊκή Ένωση δεσμεύθηκε επίσημα να τερματίσει τις εισαγωγές ρωσικού αερίου έως τον Νοέμβριο του 2027. Ωστόσο, η ευρωπαϊκή κατανάλωση εξακολουθεί να ξεπερνά κατά πολύ την παραγωγή: το 2025 οι εισαγωγές κάλυψαν περίπου το 85% της κατανάλωσης φυσικού αερίου της ΕΕ. Την ίδια χρονιά, το ρωσικό αέριο αντιστοιχούσε σχεδόν στο 15% —πάνω από 36 δισ. κυβικά μέτρα— της συνολικής ευρωπαϊκής κατανάλωσης.

Οι εισαγωγές φυσικού αερίου της ΕΕ ανά τύπο το 2025: 158 δισ. κυβικά μέτρα μέσω αγωγών και 131 δισ. κυβικά μέτρα LNG.

Οι κύριοι προμηθευτές LNG της ΕΕ το πρώτο τρίμηνο του 2026. Οι Ηνωμένες Πολιτείες κατέχουν με διαφορά το μεγαλύτερο μερίδιο.

Οι κύριοι προμηθευτές αερίου μέσω αγωγών προς την ΕΕ το 2025 και η γεωγραφία των βασικών ροών.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες συμβάλλουν ολοένα περισσότερο στην κάλυψη της ευρωπαϊκής ζήτησης και είναι μία από τις λίγες χώρες που διαθέτουν αυτή τη δυνατότητα. Οι άλλοι δύο βασικοί προμηθευτές της ΕΕ, η Αλγερία και η Νορβηγία, αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες: εκρηκτική αύξηση της εγχώριας ζήτησης και προβλήματα υποδομών στην Αλγερία, καθώς και ταχεία μείωση της παραγωγής στη Νορβηγία. Τα προβλήματα αυτά θέτουν υπό αμφισβήτηση τη μακροπρόθεσμη εξαγωγική τους ικανότητα.
Το Κατάρ, άλλοτε πολλά υποσχόμενος υποψήφιος για τη θέση του κορυφαίου προμηθευτή της Ευρώπης, δεν φαίνεται πλέον πιθανό να αναλάβει αυτόν τον ρόλο. Οι ροές καταριανού αερίου αποδείχθηκαν εξαιρετικά ευάλωτες σε μεγάλες και μακροχρόνιες διαταραχές εξαιτίας των ιρανικών επιθέσεων σε ενεργειακές υποδομές και στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ. Η Αίγυπτος και η Λιβύη απέχουν επίσης χρόνια από τη δυνατότητα παροχής αερίου στην Ευρώπη σε μεγάλη κλίμακα. Παρά τα σημαντικά αποθέματά τους, αντιμετωπίζουν τεράστια εσωτερικά εμπόδια και δεν διαθέτουν σαφή σχέδια για την υπέρβασή τους.
Η Ανατολική Μεσόγειος ως νέος προμηθευτής

Γνωστά μεγάλα κοιτάσματα φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο, ανοικτά της Κύπρου και του Ισραήλ.
Καθώς άλλοι προμηθευτές αποδυναμώνονται ή φθάνουν στα όριά τους, η Ανατολική Μεσόγειος προβάλλει ως προφανής υποψήφια για την κάλυψη των ευρωπαϊκών αναγκών. Όπως είχε γράψει το JINSA το 2021, η περιοχή φιλοξενεί ορισμένες από τις μεγαλύτερες ανακαλύψεις υδρογονανθράκων του αιώνα, ενώ το ενεργειακό της δυναμικό έχει έκτοτε αυξηθεί.
Κύπρος
Τα πλούσια σε ενέργεια κυπριακά ύδατα πρόκειται σύντομα να αξιοποιηθούν για πρώτη φορά, καθώς η Κύπρος σχεδιάζει να αρχίσει την παραγωγή και εξαγωγή φυσικού αερίου το 2028. Τα υπεράκτια κοιτάσματα «Γλαύκος» και «Πήγασος» κρίθηκαν πρόσφατα εμπορικά βιώσιμα. Εκτιμάται ότι περιέχουν συνολικά πάνω από 8 τρισ. κυβικά πόδια, δηλαδή περισσότερα από 225 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου. Σημαντικές δυνατότητες διαθέτουν και τα ακόμη ανεκμετάλλευτα κοιτάσματα «Αφροδίτη» και «Κρόνος», με εκτιμώμενα αποθέματα 99,1 και 96,3 δισ. κυβικών μέτρων αντιστοίχως.
Ελλάδα
Η Ελλάδα αναδεικνύεται επίσης σε περιφερειακή ενεργειακή δύναμη. Τα δικά της αποθέματα παραμένουν ανεκμετάλλευτα, αλλά αυτό πιθανότατα θα αλλάξει όταν αμερικανικές εταιρείες αρχίσουν ερευνητικές γεωτρήσεις νότια της χώρας το 2027. Ακόμη και χωρίς δικό της αέριο προς εξαγωγή, τουλάχιστον προς το παρόν, η Ελλάδα μετατρέπεται γρήγορα σε κεντρικό κόμβο της δυτικής ενεργειακής αρχιτεκτονικής.
Μέσω των εγκαταστάσεων LNG και των αγωγών που συνδέονται, μέσω Βουλγαρίας, με χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, η Ελλάδα διοχετεύει μεγάλες ποσότητες αμερικανικού φυσικού αερίου στις ευρωπαϊκές αγορές. Οι ποσότητες θα αυξηθούν βάσει συμφωνίας Αθήνας–Ουάσιγκτον που τίθεται σε ισχύ το 2030. Η Ελλάδα διαθέτει τερματικό LNG στη Ρεβυθούσα και πλωτό τερματικό στην Αλεξανδρούπολη, με ετήσια δυναμικότητα 7 και 5,5 δισ. κυβικών μέτρων αντιστοίχως, ενώ σχεδιάζει τρεις ακόμη τερματικούς. Η μετατροπή της σε ηπειρωτικό κόμβο φυσικού αερίου θα μπορούσε να αλλάξει ριζικά τα δεδομένα για τους Ευρωπαίους καταναλωτές και τις αγορές. Όπως σχολίασε ο Αμερικανός υπουργός Εσωτερικών Doug Burgum, «ένα πλοίο αμερικανικού φυσικού αερίου μπορεί να θερμάνει 200.000 γερμανικά σπίτια για έναν χρόνο» — και οι ελληνικές υποδομές μπορούν να το καταστήσουν πραγματικότητα.
Ισραήλ
Το Ισραήλ έχει ενισχύσει το ενεργειακό του αποτύπωμα ακόμη και σε περίοδο πολέμου. Χάρη στα κοιτάσματα Karish, Leviathan και Tamar αποτελεί περιφερειακό εξαγωγέα φυσικού αερίου. Το 2025 παρήγαγε περίπου 26,8 δισ. κυβικά μέτρα και εξήγαγε σχεδόν τα μισά —περίπου 12,4 δισ.— στην Αίγυπτο και την Ιορδανία. Ακόμη και κατά τον πολυμέτωπο πόλεμο που άρχισε τον Οκτώβριο του 2023, το Ισραήλ προσέλκυσε επένδυση 1,2 δισ. δολαρίων στο κοίτασμα Katlan, ολοκλήρωσε συμφωνία 2,3 δισ. για την αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας, κατέληξε σε συμφωνία προμήθειας αερίου ύψους 35 δισ. δολαρίων με την Αίγυπτο και κατέγραψε ιστορικό ρεκόρ ετήσιας παραγωγής.
Τον Ιούλιο του 2026 το Ισραήλ άρχισε έρευνες σε πέντε υπεράκτια οικόπεδα, όπου εκτιμάται ότι παραμένουν ανεκμετάλλευτα περίπου 200 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου. Το πρόγραμμα έχει προσελκύσει μεγάλες ενεργειακές εταιρείες, μεταξύ των οποίων η ExxonMobil. Εξετάζεται επίσης η κατασκευή πλωτού τερματικού LNG για την αύξηση των εξαγωγών, ενώ ένας αγωγός προς την Ευρώπη που είχε προταθεί αλλά πάγωσε ενδέχεται να επανέλθει στο τραπέζι.
Το ευρωπαϊκό όνειρο του αγωγού: αποτέλεσε ο πόλεμος με το Ιράν αφύπνιση;
Η ιδέα του αγωγού EastMed, που είχε εγκαταλειφθεί, αναβιώνει τώρα — και για βάσιμους λόγους. Ο αγωγός, ο οποίος συζητήθηκε για πρώτη φορά το 2012, θα συνέδεε το υπεράκτιο φυσικό αέριο της Κύπρου και του Ισραήλ με την Ελλάδα, όπου μέρος του θα καταναλωνόταν και το υπόλοιπο θα διοχετευόταν σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το έργο παραμερίστηκε τον Ιανουάριο του 2022, κυρίως λόγω αμερικανικής αντίθεσης. Τώρα, όμως, με τη δημιουργία του EMEC, την παροχή εξειδικευμένης τεχνικής έρευνας και μιας σταθερής πλατφόρμας συνεργασίας κυβερνήσεων και βιομηχανίας, καθώς και το αυξανόμενο αμερικανικό ενδιαφέρον, ενδέχεται να έχουν διαμορφωθεί οι αναγκαίες προϋποθέσεις.

Ο σχεδιαζόμενος αγωγός EastMed, από τα ισραηλινά και κυπριακά κοιτάσματα προς την Κύπρο, την Κρήτη, την ηπειρωτική Ελλάδα και την Ιταλία.
Μέρος της ευθύνης για τη μη υλοποίηση του EastMed αποδίδεται στην Ουάσιγκτον. Τον Ιανουάριο του 2022 η κυβέρνηση Biden ανέτρεψε την προηγούμενη αμερικανική υποστήριξη, επικαλούμενη έλλειψη εμπορικής βιωσιμότητας, περιβαλλοντικές ανησυχίες και τον κίνδυνο αύξησης των περιφερειακών εντάσεων, με αναφορά στην τουρκική αντίδραση. Κατά τον συγγραφέα, οι λόγοι αυτοί δεν αποτελούν πλέον —αν αποτέλεσαν ποτέ— επαρκή βάση για την απόσυρση της αμερικανικής στήριξης.
Πρώτον, αρκετές εξελίξεις έχουν βελτιώσει τις οικονομικές προοπτικές του έργου μετά το 2022: νέες ανακαλύψεις στην κυπριακή ΑΟΖ, ερευνητικά προγράμματα σε ελληνικά και ισραηλινά ύδατα, αύξηση του παγκόσμιου μεταφορικού κόστους και προσπάθειες και των τριών χωρών να επεκτείνουν τις υποδομές LNG.
Δεύτερον, η περιβαλλοντική λογική της διακοπής νέων έργων φυσικού αερίου χαρακτηρίζεται αμφίβολη. Η περιβαλλοντική ζημιά από την καύση άνθρακα είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη του φυσικού αερίου. Χωρίς αξιόπιστη τροφοδοσία αερίου, η Γερμανία και η Ιταλία ανέστειλαν ή ανέτρεψαν περιορισμούς στον άνθρακα, ενώ οι ευρωπαϊκές εισαγωγές άνθρακα αυξάνονται σταθερά.
Τρίτον, οι αμερικανικές ανησυχίες ότι ο αγωγός θα προκαλούσε μια κατά τα άλλα ευέλικτη Τουρκία δεν επιβεβαιώθηκαν. Η απόρριψη του έργου από την Ουάσιγκτον δεν περιόρισε την τουρκική επιθετικότητα· κατά την ανάλυση, την αύξησε. Οι παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου από την Τουρκία αυξήθηκαν περισσότερο από 300% το 2022, σημειώνοντας ετήσιο ρεκόρ. Η Άγκυρα συνέχισε την αντιπαραθετική συμπεριφορά σε αέρα και θάλασσα και άρχισε να κατασκευάζει δικό της αγωγό φυσικού αερίου προς τη βόρεια Κύπρο, με προβλεπόμενη ολοκλήρωση το 2028, γεγονός που ενέχει νέους κινδύνους περιφερειακής τριβής.
Η θετική εξέλιξη είναι ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνωρίζουν πλέον τα οφέλη της αξιοποίησης της ενέργειας της Ανατολικής Μεσογείου από την Ευρώπη. Μετά από συνάντηση τον Νοέμβριο του 2025 με Αμερικανούς, Κύπριους και Έλληνες ομολόγους του, ο Ισραηλινός υπουργός Ενέργειας Eli Cohen δήλωσε ότι ο EastMed «επανέρχεται στο παιχνίδι», μίλησε για «πολύ σημαντική πρόοδο» στις πολυμερείς συζητήσεις και πρόσθεσε ότι «οι Αμερικανοί είναι πλέον πρόθυμοι να αναλάβουν σημαντικό ρόλο». Ακόμη και αν ο αγωγός υλοποιηθεί τμηματικά και όχι ως ένα ενιαίο έργο, το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο: κυπριακό και ισραηλινό φυσικό αέριο θα διοχετεύεται στις ευρωπαϊκές αγορές. Ένας προτεινόμενος αγωγός μεγάλης δυναμικότητας Κύπρου–Ισραήλ έφθασε στη φάση τελικής απόφασης τον Νοέμβριο του 2025, αλλά καθυστέρησε μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν τον Φεβρουάριο του 2026. Το τμήμα Ελλάδας–Κύπρου συζητείται εκ νέου από τους περιφερειακούς ηγέτες.
Επόμενα βήματα για την ενίσχυση του ενεργειακού άξονα της Ανατολικής Μεσογείου
Οι επόμενες κινήσεις της Ουάσιγκτον θα καθορίσουν αν η δυναμική στην Ανατολική Μεσόγειο θα επιταχυνθεί ή θα ανακοπεί. Για να εδραιωθεί η περιοχή ως στρατηγικό στήριγμα των αμερικανικών συμφερόντων απαιτούνται τρεις ευρείες πολιτικές πρωτοβουλίες.
1. Να μη χαθεί η πολιτική για την Ανατολική Μεσόγειο στα γρανάζια της γραφειοκρατίας
Η αξιοποίηση του ενεργειακού δυναμικού απαιτεί αμερικανικό πολιτικό κεφάλαιο. Η σημαντική γεωστρατηγική θέση της περιοχής, στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Ασίας, Βόρειας Αφρικής και Μέσης Ανατολής, είχε ειρωνικά ως αποτέλεσμα να χάνεται συχνά ανάμεσα στις αρμοδιότητες της αμερικανικής γραφειοκρατίας. Οι ΗΠΑ θα πρέπει να διορίσουν ειδικό απεσταλμένο για την Ανατολική Μεσόγειο, ώστε να διατηρεί και να συντονίζει τις πολιτικές των διαφόρων υπουργείων. Θα πρέπει επίσης να εξετάσουν, όπως έκαναν η Γαλλία και η Ιταλία, τον διορισμό ειδικού απεσταλμένου για τον IMEC. Τέλος, το Κογκρέσο οφείλει να ασκήσει τον εποπτικό του ρόλο ζητώντας από τα υπουργεία Ενέργειας και Εξωτερικών εκθέσεις για τις προσπάθειες και τους στόχους τους στην περιοχή.
2. Στοχευμένη χρηματοδότηση για τη μεγιστοποίηση του ενεργειακού δυναμικού
Για να επιταχυνθούν οι προσπάθειες της βιομηχανίας, η αμερικανική ηγεσία πρέπει να κινητοποιήσει οικονομική και υλικοτεχνική στήριξη για έργα ενεργειακής διασύνδεσης, με χαμηλό κόστος για τους φορολογουμένους. Η Ουάσιγκτον μπορεί να χρησιμοποιήσει εργαλεία όπως η U.S. International Development Finance Corporation (DFC), η οποία αξιοποιεί συμπράξεις δημόσιου και ιδιωτικού τομέα σε στρατηγικά έργα. Σύμφωνα με πληροφορίες, η κυβέρνηση Trump εξετάζει τη συμμετοχή της DFC στη χρηματοδότηση νέου πλωτού τερματικού LNG στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης. Αν συμβεί, θα αποτελέσει ελπιδοφόρο βήμα πάνω στο οποίο θα πρέπει να οικοδομήσει η Ουάσιγκτον.
3. Να εμποδιστούν οι αποσταθεροποιητικοί παράγοντες
Για να απελευθερωθεί πλήρως το ενεργειακό δυναμικό της Ανατολικής Μεσογείου, η Ουάσιγκτον θα πρέπει να τηρήσει σταθερή στάση απέναντι στην καταναγκαστική συμπεριφορά της Τουρκίας. Τα έργα αγωγών και τα υπεράκτια κοιτάσματα μετατρέπονται σε γεωπολιτικές εστίες έντασης μεταξύ της Τουρκίας και των γειτόνων της. Οι τακτικές εκφοβισμού της Άγκυρας, συμπεριλαμβανομένης της επανειλημμένης ναυτικής παρενόχλησης κυπριακών και ελληνικών ερευνητικών σκαφών, απειλούν τη σταθερότητα και τα ενεργειακά αποθέματα της περιοχής.
Για την αποτροπή αυτού του κινδύνου, η Ουάσιγκτον θα πρέπει να συνδέσει ρητά την προθυμία της να βοηθήσει ή να επιβάλει κόστος στην Άγκυρα με την τουρκική συμπεριφορά στην Ανατολική Μεσόγειο. Η Τουρκία ενδιαφέρεται έντονα για την αμερικανική αμυντική τεχνολογία και τις ενεργειακές επενδύσεις, τομείς στους οποίους οι ΗΠΑ διαθέτουν μοχλούς επιρροής. Η Ουάσιγκτον έχει συμφέρον όχι μόνο να αποτρέψει μια ανοιχτή σύγκρουση στη Μεσόγειο, αλλά και να υπερασπιστεί τις αρχές του διαλόγου, της εδαφικής ακεραιότητας και του κράτους δικαίου σε μια στρατηγικά ζωτική περιοχή. Αυτή είναι η πολιτική της στη Νότια Σινική Θάλασσα, στα Στενά της Ταϊβάν και στην Ουκρανία· έτσι θα πρέπει να προσεγγίσει και την Ανατολική Μεσόγειο. Από αυτό εξαρτάται η πλήρης αξιοποίηση του γεωπολιτικού άξονα Κύπρου–Ελλάδας–Ισραήλ, η οποία αποτελεί σαφές αμερικανικό συμφέρον.
Πηγή και δικαιώματα
Πρωτότυπο: JINSA – Jewish Institute for National Security of America. Τίτλος πρωτοτύπου: “Center of Gravity: New U.S. Platform Highlights Rising EastMed Energy Potential”, 5 Αυγούστου 2026.


