12 Αυγούστου 2026 | The Washington Times
Οι ηγέτες της Αμερικής αρνούνται να κάνουν τη μελέτη που απαιτείται
Clifford D. May | Ιδρυτής και πρόεδρος
Σημαίες της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στο Αμμάν, στις 21 Ιουνίου 2019. (KHALIL MAZRAAWI/AFP μέσω Getty Images)
Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, οι Αμερικανοί αντιμετώπιζαν σοβαρά τον κομμουνισμό. Γνωρίζαμε ότι ήταν ζωτικής σημασίας να μελετούμε την ιδεολογία των εχθρών μας.
Το 1946, το Πανεπιστήμιο Columbia ίδρυσε το Ρωσικό Ινστιτούτο, με σκοπό να εκπαιδεύσει εκείνους που οι ιδρυτές του αποκαλούσαν «Αμερικανούς ειδικούς» στις σοβιετικές υποθέσεις. Φοίτησα εκεί τη δεκαετία του 1970.
Το Χάρβαρντ ακολούθησε το 1948 με το Ρωσικό Ερευνητικό Κέντρο του. Η ίδια η ομοσπονδιακή κυβέρνηση εξέδιδε από το 1952 έως το 1992 το περιοδικό Problems of Communism («Προβλήματα του κομμουνισμού»), το οποίο δημοσίευε εμπεριστατωμένες και άρτια τεκμηριωμένες αναλύσεις από πανεπιστημιακούς και διπλωμάτες και διαβαζόταν από υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και των δύο κομμάτων.
Οι σοβιετολόγοι δεν παρακολουθούσαν απλώς τα διατάγματα του Κρεμλίνου. Μελετούσαν τον μαρξισμό-λενινισμό και χαρτογραφούσαν τις διασπάσεις του: σοβιετικός, κινεζικός και γιουγκοσλαβικός κομμουνισμός, καθώς και ευρωκομμουνισμός. Επί δεκαετίες διεξάγονταν συζητήσεις σχετικά με το τι εννοούσαν ο Μαρξ και ο Λένιν και πώς οι διάδοχοί τους προσάρμοζαν τα δόγματά τους.
Η ιδεολογία που αποκαλούμε ισλαμισμό —ή ριζοσπαστικό Ισλάμ ή τζιχαντισμό— ευθύνεται για τη δολοφονία πολύ περισσότερων Αμερικανών σε αμερικανικό έδαφος απ’ όσους σκότωσε ποτέ ο κομμουνισμός.
Η διανοητική γενεαλογία του ισλαμισμού ξεκινά από έναν Αιγύπτιο δάσκαλο της δεκαετίας του 1920, συνεχίζεται έως τις επιθέσεις της Αλ Κάιντα στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 και φτάνει μέχρι τη σημερινή σύγκρουση με τους ηγέτες του Ιράν, οι οποίοι εδώ και δεκαετίες διακηρύσσουν ότι ηγούνται μιας «ισλαμικής επανάστασης» κατά της Αμερικής.
Πρόκειται για ένα ζήτημα εξίσου σύνθετο με οτιδήποτε χαρτογράφησαν ποτέ οι σοβιετολόγοι. Ωστόσο, δεν υπάρχει Ινστιτούτο Μελέτης του Ισλαμισμού ούτε στο Columbia ούτε στο Χάρβαρντ. Αντιθέτως, πολλοί από όσους διδάσκουν στα τμήματα μεσανατολικών σπουδών κορυφαίων πανεπιστημίων είναι οι ίδιοι ισλαμιστές —ή τουλάχιστον πρόσκεινται στον ισλαμισμό. Η υπέρογκη χρηματοδότηση που παρέχει επί σειρά ετών το Κατάρ αποτελεί σημαντική αιτία γι’ αυτό.
Ούτε υπάρχει κάποιο περιοδικό της αμερικανικής κυβέρνησης με τίτλο Problems of Islamism («Προβλήματα του ισλαμισμού»). Την περασμένη εβδομάδα, ο γερουσιαστής Τεντ Κρουζ, πρόεδρος υποεπιτροπής της Επιτροπής Δικαιοσύνης της Γερουσίας, συγκάλεσε διερευνητική ακρόαση με τίτλο «Κρυμμένο σε κοινή θέα: Αντιμετωπίζοντας το δίκτυο της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην Αμερική».
Και οι πέντε Δημοκρατικοί της υποεπιτροπής ανακοίνωσαν εκ των προτέρων ότι θα μποϊκοτάρουν την ακρόαση, χαρακτηρίζοντάς την σε κοινή δήλωσή τους «πολιτικό θέατρο τερατολογίας», σχεδιασμένο για να μετατρέψει όλους τους μουσουλμάνους σε αποδιοπομπαίους τράγους. Δεν εμφανίστηκε ούτε ένας Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής, πιθανότατα επειδή φοβήθηκαν μήπως χαρακτηριστούν «ισλαμοφοβικοί».
Θα δεχτώ ότι υπάρχει ζήτημα προστασίας των πολιτικών ελευθεριών. Ωστόσο, οι σοβιετολόγοι κατάφερναν να μελετούν τις πολιτικές του Κρεμλίνου χωρίς να αντιμετωπίζουν ως ύποπτο κάθε Αμερικανό με ρωσικό επώνυμο.
Ίσως οι συγκεκριμένοι γερουσιαστές να αγνοούν ότι η Μουσουλμανική Αδελφότητα έχει απαγορευτεί ή χαρακτηριστεί τρομοκρατική οργάνωση στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, στη Σαουδική Αραβία, στο Μπαχρέιν, στην Αίγυπτο, στην Ιορδανία και σε αρκετές ακόμη μουσουλμανικές χώρες.
Θα πρέπει να σημειώσω ότι πράγματι διεξάγεται σοβαρό επιχειρησιακό έργο για την αντιμετώπιση της ισλαμιστικής τρομοκρατίας. Η RAND, μια μη κομματική, μη κερδοσκοπική δεξαμενή σκέψης που πραγματοποιεί έρευνες βάσει συμβάσεων με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, εκπονεί εδώ και πολλά χρόνια αξιόλογες αναλύσεις για τα τζιχαντιστικά δίκτυα.
Το Combating Terrorism Center του West Point και ορισμένοι ερευνητές του Hoover Institution διεξάγουν προσεκτική έρευνα για τις οργανώσεις, τις τακτικές, τη χρηματοδότηση και τη ριζοσπαστικοποίηση — το αντίστοιχο της αξιολόγησης απειλών κατά τον Ψυχρό Πόλεμο. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος αυτού του έργου αφορά την παρακολούθηση των απειλών και όχι τη συστηματική μελέτη των ιδεών: δεν εξετάζει σε βάθος τι πιστεύουν οι τζιχαντιστές και γιατί το πιστεύουν, δηλαδή το γνωστικό κενό που κάλυπτε η σοβιετολογία στην περίπτωση του κομμουνισμού.
Κάθε μέλος του Κογκρέσου θα έπρεπε τουλάχιστον να γνωρίζει τη διανοητική ιστορία του ισλαμισμού. Η Μουσουλμανική Αδελφότητα ιδρύθηκε το 1928 από τον Χασάν αλ-Μπάνα, τέσσερα χρόνια αφότου ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ —παρασημοφορημένος πρώην στρατιωτικός διοικητής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας— κατάργησε το Οθωμανικό Χαλιφάτο. Η κατάργηση αυτή αποτέλεσε ένα από τα τελευταία βήματα για την οικοδόμηση εκείνου που τότε —αν και όχι πλέον— ήταν η κοσμική Δημοκρατία της Τουρκίας.
Ο αλ-Μπάνα επιδίωξε να αναβιώσει το χαλιφάτο και να αποκαταστήσει την ισχύ που οι μουσουλμάνοι ασκούσαν επί περισσότερο από μία χιλιετία στη Μέση Ανατολή και σε τμήματα της Ευρώπης.
Σύμφωνα με αξιόπιστες ακαδημαϊκές πηγές, η Αδελφότητα έλαβε οικονομική υποστήριξη από τη γερμανική διπλωματική αποστολή στο Κάιρο από τα τέλη της δεκαετίας του 1930 έως και τη δεκαετία του 1940.
Ο Jeffrey Herf και άλλοι μελετητές υποστηρίζουν ότι η σχέση αυτή δεν περιοριζόταν στη χρηματοδότηση, αλλά επεκτεινόταν στη συγχώνευση του ναζιστικού αντισημιτισμού με την ισλαμιστική σκέψη.
Σήμερα εκτιμάται ότι η Αδελφότητα διαθέτει παραρτήματα σε περισσότερες από 70 χώρες, χωρίς έναν κοινά αναγνωρισμένο ηγέτη ή διεθνή έδρα. Συχνά δρα μέσω οργανώσεων που δεν αναγνωρίζουν τις σχέσεις τους με την Αδελφότητα.
Ανασκόπηση της Μουσουλμανικής Αδελφότητας που δημοσίευσε η βρετανική κυβέρνηση το 2015 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η οργάνωση είναι «σκόπιμα αδιαφανής και κατά κανόνα μυστικοπαθής» και ότι ορισμένα τμήματά της διατηρούν μια «εξαιρετικά αμφίσημη σχέση με τον βίαιο εξτρεμισμό».
Τον Ιανουάριο του τρέχοντος έτους, το Γραφείο Ελέγχου Αλλοδαπών Περιουσιακών Στοιχείων (OFAC) του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών χαρακτήρισε τα παραρτήματα της Μουσουλμανικής Αδελφότητας στην Αίγυπτο και την Ιορδανία «Ειδικά Χαρακτηρισμένους Παγκόσμιους Τρομοκράτες», λόγω της υλικής υποστήριξης που παρείχαν στη Χαμάς. Ξεχωριστά, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ χαρακτήρισε τη Μουσουλμανική Αδελφότητα του Σουδάν ξένη τρομοκρατική οργάνωση.
Λίγη ακόμη ιστορία: Ο Σαγίντ Κουτμπ, ένας από τους θεωρητικούς της Αδελφότητας με τη μεγαλύτερη επιρροή, έζησε για κάποιο διάστημα στις ΗΠΑ γύρω στο 1950, όπου σοκαρίστηκε και αποτροπιάστηκε βλέποντας άνδρες και γυναίκες να χορεύουν σε κοινωνικές εκδηλώσεις εκκλησιών στο Γκρίλι του Κολοράντο.
Ο Αϊμάν αλ-Ζαουάχρι —ο μετέπειτα υπαρχηγός του Οσάμα μπιν Λάντεν και, μετά τον θάνατό του, επικεφαλής της Αλ Κάιντα— εντάχθηκε στη Μουσουλμανική Αδελφότητα ως έφηβος και αφιέρωσε τη ζωή του στην προσπάθεια να υλοποιήσει, όπως ο ίδιος έλεγε, το όραμα του Κουτμπ.
Δεκαετίες πριν από την Ιρανική Επανάσταση του 1979, ένας νεαρός σιίτης κληρικός με το όνομα Αλί Χαμενεΐ μετέφρασε στα περσικά αρκετά βιβλία του Κουτμπ. Όταν ο Χαμενεΐ έγινε ο δεύτερος ανώτατος ηγέτης της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν το 1989, σύμφωνα με δημοσιεύματα, τα κείμενα του Κουτμπ διδάσκονταν στις σχολές εκπαίδευσης του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC). Το 1984, η Ισλαμική Δημοκρατία εξέδωσε ακόμη και γραμματόσημο προς τιμήν του.
Με άλλα λόγια, η Μουσουλμανική Αδελφότητα ενέπνευσε τόσο τους σουνίτες τζιχαντιστές της Αλ Κάιντα όσο και τους σιίτες επαναστάτες που κυβερνούν το Ιράν εδώ και σχεδόν μισό αιώνα.
Ο Averell Harriman, διακεκριμένος Αμερικανός διπλωμάτης που το 1982 προικοδότησε οικονομικά το Ρωσικό Ινστιτούτο του Columbia —το οποίο αργότερα μετονομάστηκε προς τιμήν του— είχε δηλώσει ότι η πολιτική που βασίζεται στην άγνοια και στις ψευδαισθήσεις είναι επικίνδυνη· η πολιτική πρέπει να θεμελιώνεται στη γνώση και στη βαθιά κατανόηση.
Η διαφορά είναι ότι σήμερα, όταν ένας γερουσιαστής επιχειρεί να διεξαγάγει μια τέτοια έρευνα σχετικά με έναν από τους παλαιότερους εχθρούς της Αμερικής, οι συνάδελφοί του δεν μπαίνουν καν στον κόπο να εμφανιστούν.
Ο Clifford D. May είναι ιδρυτής και πρόεδρος του Foundation for Defense of Democracies (FDD), αρθρογράφος της Washington Times και παρουσιαστής του podcast «Foreign Podicy».
Σχετικά με τον τίτλο: Στα αμερικανικά πανεπιστήμια, ο αριθμός 101 χρησιμοποιείται συνήθως για το πρώτο, εισαγωγικό μάθημα ενός γνωστικού αντικειμένου, π.χ. Economics 101 = «Εισαγωγή στην Οικονομική». Στη δημοσιογραφική γλώσσα δηλώνει μια παρουσίαση των θεμελιωδών γνώσεων.



Το βάρβαρο μισογυνιστικο απάνθρωπο Ισλάμ πρέπει να απαγορευτεί όπως ο Ναζισμός, Σιντοισμος και Κομμουνισμός για να βρει ο πλανήτης την Ειρήνη!
Από πού προκύπτει ότι είναι μισογυνιστικό; Έχεις μελετήσει το Ισλάμ;
Οι τζιχαντιστές της Αλ-Κάιντα, του ΙΣΙΣ και όλων αυτών, ΔΕΝ είναι Σουννίτες.